Διεκδικητική αγωγή - Α.Π. 587/2016 - Η μη μνεία των λεπτομερειακών στοιχείων (σε συγκεκριμένο Υποθηκοφυλακείο του τόμου και του αριθμού) της μεταγραφής (σε περίπτωση αγοραπωλησίας ακινήτου) δεν συνιστά εννοιολογικό ισοδύναμο της μη μεταγραφής της συμβολαιογραφικής συναλλαγής και δεν συνεπάγεται την παραβίαση των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1033, 1192, 1198 ΑΚ, υπό την έννοια ότι (εν τοιαύτη περιπτώσει) δεν είναι καταλογιστέο στο δικαστήριο, ότι αρκέσθηκε σε λιγότερα των απαιτουμένων από τις εν λόγω διατάξεις στοιχεία

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Διεκδικητική αγωγή
Έτος: 2016
Νούμερο: 587
Η μη μνεία των λεπτομερειακών στοιχείων (σε συγκεκριμένο Υποθηκοφυλακείο του τόμου και του αριθμού) της μεταγραφής (σε περίπτωση αγοραπωλησίας ακινήτου) δεν συνιστά εννοιολογικό ισοδύναμο της μη μεταγραφής της συμβολαιογραφικής συναλλαγής...
και δεν συνεπάγεται την παραβίαση των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1033, 1192, 1198 ΑΚ, υπό την έννοια ότι (εν τοιαύτη περιπτώσει) δεν είναι καταλογιστέο στο δικαστήριο, ότι αρκέσθηκε σε λιγότερα των απαιτουμένων από τις εν λόγω διατάξεις στοιχεία.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ο. του Δ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο Ζαφείρα Μπαϊκούση - Κάτσιου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Α. και 2) Σ. Π. του Α. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελισσάβετ Αντωνιάδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Συκιάς Χαλκιδικής.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2008 του ιδίου Δικαστηρίου, 108/2013 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 5-9-2014 αίτησή του

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 8-6-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η μη μνεία των λεπτομερειακών στοιχείων (σε συγκεκριμένο Υποθηκοφυλακείο του τόμου και του αριθμού) της μεταγραφής (σε περίπτωση αγοραπωλησίας ακινήτου) δεν συνιστά εννοιολογικό ισοδύναμο της μη μεταγραφής της συμβολαιογραφικής συναλλαγής και δεν συνεπάγεται την παραβίαση των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1033, 1192, 1198 ΑΚ, υπό την έννοια ότι (εν τοιαύτη περιπτώσει) δεν είναι καταλογιστέο στο δικαστήριο, ότι αρκέσθηκε σε λιγότερα των απαιτουμένων από τις εν λόγω διατάξεις στοιχεία. Περαιτέρω, η κατά την υπαγωγή στους εφαρμοστέους δικαιϊκούς κανόνες των πραγματικών περιστατικών καταφυγή στα επί τη βάσει της εμπειρικής πραγματικότητος, κατά την διαχρονική εξέλιξη του καθημερινού βίου, κρατούντα διδάγματα της κοινής πείρας, καθίσταται απαραίτητη, μόνον όταν ο δικανικός συλλογισμός αντιμετωπίζει κατά την διαδρομή της μορφοποιήσεώς του θολά και αόριστα νομικά πεδία. Προσέτι, το υπό την προμετωπίδα της παραβιάσεως της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ πλήγμα της υπό του δικαστηρίου της ουσίας εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτο (ΑΠ 116/2016).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους κατά της 108/2013 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής λόγους αναιρέσεως ειδικότερα καταλογίζει: 1) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε την κτήση της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου από τον αρχικώς ενάγοντα και τη σύζυγό του με παράγωγο τρόπο και δη με συμβολαιογραφικό έγγραφο, χωρίς όμως να μνημονεύει και την απαιτουμένη κατά νόμο μεταγραφή στα οικεία βιβλία μεταγραφών συγκεκριμένου Υποθηκοφυλακείου, ούτε τον τόμο και τον αριθμό μεταγραφής. 2) Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους επικαλουμένους από τους ενάγοντες τίτλους, οι οποίοι και μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν αναφέρονται η έκταση, τα όρια και οι πλευρικές διαστάσεις του πωληθέντος στους ενάγοντες ακινήτου, ως και του ακινήτου που προήλθε από την άτυπη διανομή του αρχικώς ενιαίου ακινήτου, το οποίο περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων, ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το πωληθέν στους ενάγοντες ταυτίζεται αφενός μεν με το ακίνητο που περιγράφεται στις δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας των αμέσων δικαιοπαρόχων τους, αφετέρου δε με το ακίνητο που περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχό τους με άτυπη διανομή, ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ανήκε κατά κυριότητα σε αυτούς. Επίσης δεν μνημονεύονται συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου τμήματος των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγόντων. 3) Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ότι παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι ότι δεν τα χρησιμοποίησε προκειμένου να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες δικαίου, τους οποίους εφήρμοσε. 4) Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως επιρρίπτεται η αιτίαση, ότι εσφαλμένα ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και δη, ότι στο ερμηνευτικό πεδίο για την θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως εστίασε αποκλειστικώς και μόνον στην ύπαρξη ευλόγου εκ μέρους του (ήδη αναιρεσείοντος) πεποιθήσεως περί μη υπό των εναγόντων ασκήσεως του δικαιώματος διεκδικήσεως του επιδίκου τμήματος του ακινήτου, επί τη βάσει των ενεργειών, στις οποίες αυτοί προέβησαν, χωρίς διερεύνηση των προβλεπομένων προϋποθέσεων εφαρμογής της εν θέματι διατάξεως, δηλαδή της διαπιστώσεως της προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ωσαύτως, πλημμελώς εφήρμοσε το ανωτέρω άρθρο, καθώς, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμά του, δεν υπήγαγε στην ως άνω διάταξη τα αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα, τα οποία συγκροτούν την προταθείσα ένστασή του (νυν αναιρεσείοντος) και δη την πραγματική, δημιουργηθείσα, κατάσταση, η ανατροπή της οποίας διώκεται με την άσκηση του δικαιώματος, τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες με την ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως, την δυσαναλογία μεταξύ ωφέλειας των εναγόντων και ζημίας αυτού (αναιρεσείοντος) σε συνδυασμό με την πεποίθησή του ότι το τμήμα αυτό ανήκει στην ιδιοκτησία του. 5) Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται το παράπονο, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου ενσωματώθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη, μετ’ απόρριψιν επί της ουσίας της εφέσεώς του (νυν αναιρεσείοντος), κατά παραδοχή του δικαιώματος συγκυριότητος των αναιρεσιβλήτων, διέλαβε στο διατακτικό του διάταξη περί αποβολής αυτού (αναιρεσείοντος) και εγκαταστάσεως (στο επίδικο ακίνητο) των αναιρεσιβλήτων (παρά την μη νομιμότητα του σχετικού αιτήματος, αφού πρόκειται περί ζητήματος αναγκαστικής κατ’ άρθρ. 943 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτελέσεως). ‘ Ετι περαιτέρω, ο αναιρεσείων με εφαλτήριο τις προρρηθείσες αιτιάσεις προσάπτει στο Πρωτοδικείο, ότι με την πληττομένη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1094, 1192 και 1198 ΑΚ (1ος λόγος αναιρέσεως), 1094, 1033, 1710 παρ. 1, 1712, 1846, 1045 και 974 ΑΚ (2ος λόγος αναιρέσεως), 281 ΑΚ (4ος λόγος αναιρέσεως) και 1094 ΑΚ (5ος λόγος αναιρέσεως) και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως αντιστοίχως και 560 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ εν σχέσει προς την φερομένη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η οποία διαλαμβάνεται στον τρίτο λόγο αναιρέσεως.

ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές έχουν ως εξής: "Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1988 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαρίας Παπαδοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος και ήδη αποβιώσας, Α. Π. και η σύζυγος του, Ε. Π., απέκτησαν λόγω αγοράς κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία έναν αγρό (ελαιώνα), εμβαδού 2.070 τμ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής της άλλοτε κοινότητας ... του Δήμου Σιθωνίας Χαλκιδικής, που συνορεύει δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας εναγομένου, ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας Α. Λ. και Μ. Π., βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας Δ. Σ. και νότια με παλαιά επαρχιακή οδό ... - .... Στη συνέχεια με το υπ’ αριθ. .../1990 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς, στον τόμο ..., οι προαναφερόμενοι μεταβίβασαν την ψιλή κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου, κοινώς, αδιαιρέτως και κατ’ ισομοιρία, στις κόρες τους Μ. και Σ. Π., δεύτερη και τρίτη των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων, παρακρατώντας για τον εαυτό τους, εφ’ όρου ζωής, το δικαίωμα επικαρπίας του ακινήτου αυτού. Το έτος 2006 απεβίωσε η σύζυγος του ενάγοντος και μητέρα των εναγουσών, Ε. Π., οπότε το ανήκον σ’ αυτήν δικαίωμα της επικαρπίας κατά ποσοστό 50% επί του ανωτέρω ακινήτου, αποσβέστηκε και οι ενάγουσες κόρες της κατέστησαν κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία αποκλειστικές συγκυρίες επί του παραπάνω ποσοστού, ενώ παρέμειναν κοινά αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία ψιλές συγκυρίες επί του υπόλοιπου 50% εξ αδιαιρέτου. Τον ως άνω αγρό ο ενάγων, Α. Π. και η σύζυγος του, Ε. Π. είχαν αποκτήσει λόγω αγοράς από τους αδελφούς, Ξ., Δ. και Ν. Α., οι οποίοι ήταν συγκύριοι αυτού κατά τα 64/192 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι την 25.10.1975 απεβίωσε ο πατέρας των προαναφερόμενων, Ι. Α., αφήνοντας την υπ’ αριθμ. ...12.10.1975 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ..., Αικατερίνης Αποστολίδου, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα από το παρόν Δικαστήριο με το υπ’ αριθμ. 61/1976 πρακτικό συνεδρίασης και καταχωρίσθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου. Με τη διαθήκη του αυτή ο ως άνω αποβιώσας, αφού εγκατέστησε κληρονόμους του σε ορισμένα επιμέρους ακίνητα, διέθεσε το σύνολο της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας του, στην οποία εμπεριέχεται και ο ως άνω αγρός στη θέση "...", στους νόμιμους κληρονόμους του και ειδικότερα στη σύζυγο του, Ά. Α. κατά το 1/4 ή κατά τα 4/16 ή κατά τα 16/64 εξ αδιαιρέτου, και στα τέκνα του Α., Ξ., Δ. και Ν. Α. από 3/16 ή 12/64 ή 36/192 εξ αδιαιρέτου στον καθέναν.

Ακολούθως, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../15.04.1987 πράξης της συμβολαιογράφου ..., Αικατερίνης Αποστολίδου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς (τόμ. ...), οι Ξ., Δ. και Ν. Α., προέβησαν σε αποδοχή της ως άνω κληρονομιάς των 36/192 εξ αδιαιρέτου, επί του ως άνω αγρού που τους κατέλειπε ο θανών πατέρας τους. Περαιτέρω, την 02.12.1980 απεβίωσε άγαμος, χωρίς κατιόντες και χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο αδερφός των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, Α. Α., το μερίδιο του οποίου των 3/16 ή 12/64 ή 36/192 επί του πιο πάνω αγρού από κληρονομιά του πατέρα του, κληρονόμησαν η μητέρα του, Ά. Α. και τα αδέρφια του, Ξ., Δ. και Ν. Α. κατά τα 3/64 ή 9/192 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ’ αυτούς. Ακολούθως δυνάμει της υπ’ αριθ. .../15.04.1987 πράξης της συμβολαιογράφου ..., Αικατερίνης Αποστολίδου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς (τόμ. ...), οι Ξ., Δ. και Ν. Α., προέβησαν σε αποδοχή της ως άνω κληρονομιάς των 9/192 επί του ίδιου ως άνω αγρού που τους κατέλειπε ο θανών αδερφός τους. Τέλος, την 12.03.1984 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, η μητέρα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, Ά. Α., το μερίδιο της οποίας των 4/16 ή 16/64 ή 48/192 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του συζύγου της και των 9/192 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του τέκνου της Α., δηλαδή συνολικά τα 57/192 επί του πιο πάνω αγρού, κληρονόμησαν τα τέκνα της, Ξ., Δ. και Ν. Α. κατά τα 19/192 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ’ αυτούς. Ακολούθως, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../15.04.1987 πράξης της συμβολαιογράφου ..., Αικατερίνης Αποστολίδου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς (τόμ. ...), οι Ξ., Δ. και Ν. Α., προέβησαν σε αποδοχή της ως άνω κληρονομιάς των 19/192 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω αγρού που τους κατέλειπε η θανούσα μητέρα τους. Έτσι συνολικά ο καθένας από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, δηλαδή ο καθένας από τους Ξ., Ν. και Δ. Α., είχε καταστεί συγκύριος του ως άνω αγρού, με τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο, κατά τα 64/192.

Εξάλλου, στον αρχικό δικαιοπάροχο των αμέσως προαναφερόμενων προσώπων και απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Ι. Α., ο ανωτέρω αγρός είχε περιέλθει το έτος 1920, μετά από άτυπη διανομή της περιουσίας του πατέρα του, Α. Α., έκτοτε δε κατείχε και νεμόταν ανενόχλητα αυτόν μέχρι το θάνατο του, το έτος 1975, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και έτσι κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, Ν. Ο., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../21.12.1975 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., Παναγιώτη Βλάχου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς (τόμ. ...) απέκτησε λόγω δωρεάς από τον πατέρα του Δ. Ο., ένα αγρό (ελαιώνα) που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της άλλοτε κοινότητας ... του Δήμου Σιθωνίας, έκτασης ενός στρέμματος περίπου, ή όσης έκτασης είναι, ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ελαιώνα ιδιοκτησίας κληρονόμων Ι. Α., βόρεια με ελαιώνα ιδιοκτησίας Κ. Θ., δυτικά με ελαιώνα ιδιοκτησίας Π. Π. και νότια με χειμέριο κύμα. Ο ανωτέρω αγρός είχε περιέλθει στον ως άνω δωρητή, λόγω άτυπης δωρεάς, από τον εξ αγχιστείας θείο του, Ά. Α., που απεβίωσε το έτος 1915 και από τη θεία του, Κ. Α. που απεβίωσε το έτος 1916, έκτοτε δε τον νεμόταν ανενόχλητα μέχρι το έτος 1975, οπότε τον δώρισε στον δικαιοπάροχο του εναγομένου, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και έτσι κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Όπως καθίσταται σαφές από όλα τα ανωτέρω ο αγρός των εναγόντων συνορεύει δυτικά με τον αγρό του εναγομένου. Μέχρι το έτος 1988, οπότε ο πρώτος ανήκε ακόμη κατά συγκυριότητα στους κληρονόμους του Ι. Α., οι σχέσεις των ιδιοκτητών των όμορων ακινήτων ήταν αρμονικές. Ωστόσο τον Αύγουστο του 1991 και ενώ ο ως άνω αγρός είχε ήδη περιέλθει στους ενάγοντες, ο εναγόμενος κατέλαβε αυθαίρετα τμήμα αυτού έκτασης 98,45 τ.μ., τριγωνικού σχήματος, το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 5,36 μ. με ιδιοκτησία Δ. Σ., ανατολικά επί πλευράς μήκους 39,40 μ. με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας των εναγόντων και δυτικά επί πλευράς μήκους 38,05 μ. με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας του εναγομένου. Μάλιστα κατασκεύασε εντός αυτού διαχωριστικό τοιχίο περίφραξης με σκυρόδεμα και τσιμεντόλιθους. Περί του ότι η συγκεκριμένη ως άνω έκταση των 98,45 μ2 αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων είναι σαφής και κατηγορηματική η υπ’ αριθ. ...2012 έγγραφη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα Ε. Χ., ο οποίος διορίσθηκε με την υπ’ αριθ. 174/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία εκτιμάται ελεύθερα, ενισχύεται δε και από τα ακόλουθα: Όπως προέκυψε τα όρια των δύο όμορων ακινήτων ήταν ξεκαθαρισμένα, τουλάχιστον από το έτος 1983, κατά το οποίο ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, προκειμένου να ανεγείρει την υπάρχουσα σήμερα στο ακίνητο του οικία, είχε προβεί σε διαμόρφωση του εδάφους του ακινήτου του, ισοπεδώνοντας αυτό, ώστε να πάψει να είναι επικλινές, με αποτέλεσμα να υφίσταται σημαντική υψομετρική διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό και στο γειτονικό ακίνητο της οικογένειας Α. Όπως μάλιστα κατέθεσε ο ένας από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, Ν. Α., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Συκιάς κατά τη συνεδρίαση της 22.10.1991, στα πλαίσια της δίκης ασφαλιστικών μέτρων οιονεί νομής που είχαν ασκήσει τότε ο πρώτος ενάγων και η σύζυγος του, ως επικαρπωτές, κατά του εναγομένου, ο εναγόμενος κατά την εκσκαφή για την ανέγερση της οικίας του, είχε ζητήσει από αυτόν (Ν. Α.) την άδεια να τοποθετήσει χώματα στο επίδικο, κάτι που δεν θα έκανε αν θεωρούσε ότι ήταν δικό του. Εξάλλου, στο σημείο που χωρίζονταν τα δύο ακίνητα είχε τοποθετηθεί σιδερένιος πάσσαλος, σαν ορόσημο μεταξύ τους, όπως κατέθεσε με σαφήνεια ο μάρτυρας Κ. Θ. ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου κατά την ως άνω δικάσιμο, αλλά και ο Ι. Α., γιος του Ν., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατά τη συνεδρίαση της 29.04.1998, αλλά και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Συκιάς κατά τη συνεδρίαση της 06.04.1999. Την κατάσταση αυτή που καθιστούσε εμφανή τα όρια μεταξύ των δύο ακινήτων, βρήκαν και ο πρώτος των εναγόντων με τη σύζυγο του το έτος 1988, όταν προέβησαν στην αγορά του ακινήτου. Τα περί υπάρξεως ορίων μεταξύ των δύο παραπάνω ακινήτων και της υψομετρικής διαφοράς τους, επιβεβαίωσε άλλωστε και η ίδια η Ειρηνοδίκης, Φ. Γ., που δίκασε την πιο πάνω αίτηση ασφαλιστικών, η οποία μετά από αυτοψία που διενήργησε στο επίδικο το έτος 1991, στα πλαίσια της προαναφερόμενης δίκης, παρουσία των διαδίκων, διαπίστωσε ότι ενώ ολόκληρη η ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ήταν ομοιόμορφα ισοπεδωμένη, εργασία στην οποία τούτος είχε προβεί προ ετών, το επίδικο τριγωνικό τμήμα ήταν υπερυψωμένο και εμφανώς διακριτό από αυτήν με μεγάλη υψομετρική διαφορά. Επίσης διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών κατά μήκος της βόρειας πλευράς του ακινήτου του, είχε κατασκευάσει προ ετών τσιμεντένιο τοιχίο, το οποίο όμως δεν επεκτεινόταν και στο επίδικο τμήμα, αλλά κατέληγε πριν από αυτό, μάλιστα δε στο σημείο όπου το τοιχίο σταματούσε, υπήρχε παλιός σιδερένιος πάσσαλος, που υποδήλωνε προφανώς, τα όρια των ιδιοκτησιών των διαδίκων. Εξάλλου, η κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Α. Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Συκιάς κατά τη συνεδρίαση της 06.04.1999, σύμφωνα με την οποία το τοιχίο αυτό δεν συνεχίσθηκε, διότι ο εναγόμενος δεν είχε τα χρήματα προς τούτο δεν κρίνεται πειστική. Πέραν τούτων, μετά την κατασκευή εκ μέρους του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος του πιο πάνω τοιχίου, τον Αύγουστο του 1991, ο πρώτος ενάγων, Α. Π., κάλεσε τον Π. Θ., αγρονόμο - τοπογράφο μηχανικό, προκειμένου να διαπιστώσει αν πράγματι υπήρχε και σε ποια έκταση κατάληψη τμήματος του αγρού του από τον εναγόμενο, τούτος δε διαπίστωσε, όπως προκύπτει από την από 30.08.1991 τεχνική έκθεση του, ότι υπήρξε μετατόπιση των ορίων μεταξύ των δύο ακινήτων, εξαιτίας της οποίας μειώθηκε το εμβαδό του αγρού των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων κατά 98,45 τ.μ.. Ενδεικτικό μάλιστα της κατάληψης, όπως εκεί αναφέρεται, είναι η ύπαρξη παλαιού τοιχίου, μικρού μήκους, μεταξύ των δύο ακινήτων, η κατεύθυνση του οποίου και η νοητή προέκτασή του αντικατοπτρίζει τα ακριβή όρια μεταξύ των δύο ακινήτων (βλ. το από τον Αύγουστο του 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου, όπου το τοιχίο αυτό ορίζεται με τα στοιχεία Α, Ι). Κατόπιν όλων των ανωτέρω ο πρώτος των εναγόντων και η σύζυγος του υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Συκιάς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 99/1991 απόφαση, με την οποία αυτοί αναγνωρίσθηκαν προσωρινά οιονεί νομείς του επιδίκου και διατάχθηκε η αποβολή του εναγομένου από αυτό. Μετά δε από άσκηση έφεσης εκ μέρους του εναγομένου κατά της πιο πάνω απόφασης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 168/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω έφεση. Ο εναγόμενος ωστόσο εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατέχει την επίδικη έκταση, διατηρώντας επ’ αυτής θερμοκήπιο, αποθήκη και ξύλινο υπόστεγο με επικάλυψη από κεραμίδια και δάπεδο από σκυρόδεμα. Περαιτέρω, το συμπέρασμα της πιο πάνω υπ’ αριθ. ...2012 έγγραφης γνωμοδότησης του διορισθέντος από το παρόν Δικαστήριο, πραγματογνώμονα Ε. Χ., η οποία ενισχύεται και από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν αναιρείται από την από τον Ιανουάριο του 2013 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού, Γ. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, η οποία πέραν της κριτικής που ασκεί στην πιο πάνω γνωμοδότηση, δεν καταλήγει σε συμπέρασμα περί του κρίσιμου ζητήματος της κυριότητας του επιδίκου, αλλά "προτείνει", κατά την ακριβή διατύπωσή της, την εκ νέου διανομή του αρχικά ενιαίου ακινήτου των απώτερων δικαιοπαρόχων των διαδίκων με το διαχωρισμό αυτού σε δύο ίσου εμβαδού ακίνητα, έτσι ώστε τα σύνορα που θα προκύψουν, να διαιρούν ολόκληρη την έκταση του αρχικά ενιαίου ακινήτου σε δύο ίσα μέρη. Το επιχείρημα τούτο, περί του ότι δηλαδή το ακίνητο των εναγόντων πρέπει σήμερα να έχει ίσο εμβαδόν με το άθροισμα των εμβαδών των αγροτεμαχίων του εναγομένου και της αδερφής του, διότι αυτά τα δύο μέρη προέκυψαν από το ίδιο μείζον ακίνητο, που περιήλθε κατ’ ισομοιρία στους απώτερους δικαιοπαρόχους τους, που ήταν αδέρφια, το οποίο (επιχείρημα) ο εναγόμενος είχε προβάλει και πρωτοδίκως, κρίνεται απορριπτέο.

Και τούτο διότι αφενός στηρίζεται σε λογικά συμπεράσματα με βάση το τι συνηθιζόταν και όχι σε γεγονότα που αφορούν τη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνυόμενα μάλιστα εγγράφως, ενώ αφετέρου στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς δεν είναι γνωστά τα όρια του μείζονος ακινήτου πριν αυτό διαμοιραστεί περί τα έτη 1915 - 1920, ούτε το εμβαδό του τμήματος του κάθε ακινήτου που απαλλοτριώθηκε για την κατασκευή του παλιού επαρχιακού δρόμου ... - ..., ούτε αν τα τμήματα αυτά ήταν ίσα, ώστε τα εναπομείναντα ακίνητα που προέκυψαν μετά την κατασκευή του δρόμου να είναι ίσα, ούτε τέλος είναι βέβαιο ότι ο διαχωρισμός του μείζονος ακινήτου έγινε πράγματι σε δύο ακριβώς ίσα μέρη, ενόψει της αντικειμενικής δυσκολίας στην επίτευξη τέτοιας ακρίβειας την εποχή εκείνη, καθώς και ενόψει του ότι θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκύψουν διαφορετικής αξίας τμήματα αν αυτά είχαν το ίδιο ακριβώς εμβαδόν (λχ. περισσότερα ή διαφορετικού είδους δέντρα στο ένα τμήμα). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση και ειδικότερα το τμήμα των 98,45 τ.μ., τριγωνικού σχήματος, το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 5,36 μ. με ιδιοκτησία Δ. Σ., ανατολικά επί πλευράς μήκους 39,40 μ. με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων και δυτικά επί πλευράς μήκους 38,05 μ. με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, αποτελεί στο σύνολο του τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων, το οποίο μεταβιβάσθηκε στον πρώτο από αυτούς και στη σύζυγο του, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1988 πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Παπαδοπούλου, και συνεπώς ο εναγόμενος, χτίζοντας σ’ αυτό διαχωριστικό τοιχίο και τοποθετώντας εκεί τις αναφερόμενες ανωτέρω κατασκευές, παράνομα τους απέβαλε από αυτό. Εξάλλου, αμέσως μόλις ο εναγόμενος το πρώτον εξεδήλωσε την βούληση του να νέμεται το πιο πάνω τμήμα με διάνοια κυρίου, χτίζοντας εντός αυτού διαχωριστικό τοιχίο τον Αύγουστο του 1991, ο πρώτος από τους ενάγοντες με τη σύζυγο του, άσκησαν, όπως προαναφέρθηκε, την υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης 48/05.09.1991 αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων οιονεί νομής επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 99/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου Συκιάς. Στη συνέχεια μετά από έφεση του εκεί καθ’ ου η αίτηση και εν προκειμένω εκκαλούντος εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 168/1992 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση του κατ’ ουσίαν. Στη συνέχεια ο πρώτος ενάγων και η σύζυγος του άσκησαν την από 01.03.1996 και με αριθ. έκθεσης κατάθεσης .../1996 διεκδικητική αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 193/1998 απόφαση του κήρυξε εαυτόν καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Συκιάς. Το τελευταίο αφού δίκασε την ως άνω αγωγή, μετά από σχετική κλήση των εναγόντων, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 61/1999 απόφαση του, με την οποία αναγνώρισε στους ενάγοντες το δικαίωμα επικαρπίας, κοινώς και αδιαιρέτως επί του επίδικου τμήματος, και διέταξε την αποβολή του εκεί εναγομένου και ήδη εκκαλούντος από αυτό. Ακολούθως, μετά από έφεση του τελευταίου, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 40/2002 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, δεχόμενο ότι η αγωγή ήταν αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη. Κατόπιν τούτου οι ίδιοι ενάγοντες επανήλθαν με την από 08.04.2002 και με αριθ. έκθεσης κατάθεσης 44/2002 νέα διεκδικητική αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 76/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Συκιάς που την έκανε δεκτή, πλην όμως και αυτή εξαφανίσθηκε με την υπ’ αριθ. 136/2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, μετά από έφεση του εν προκειμένω εκκαλούντος, λόγω αοριστίας της αγωγής αυτής. Κατόπιν όλων αυτών ο πρώτος ενάγων και οι κόρες του, ήδη εφεσίβλητες, επανήλθαν με την από 24.10.2007 διεκδικητική αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Από όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ακόμη κι αν δημιουργήθηκε στον εναγόμενο, όπως τούτος ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως, η πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν επρόκειτο να ασκήσουν το δικαίωμα διεκδίκησης του τμήματος του ακινήτου τους, η πεποίθηση τούτη ουδόλως ήταν εύλογη, όπως απαιτεί το αρθρ. 281 ΑΚ προκειμένου να θεμελιωθεί κατ’ ουσίαν η σχετική ένσταση, καθώς δεν προηγήθηκε καμία συμπεριφορά των δικαιούχων τέτοια, που να δικαιολογεί την ως άνω πεποίθηση, αντιθέτως μάλιστα η αντίδρασή τους ήταν άμεση και διαρκής με συνεχή προσφυγή στα δικαστήρια για την προστασία του δικαιώματος τους.

Συνεπώς η σχετική ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος τους, την προστασία του οποίου αξίωσαν με την κρινόμενη πρωτοδίκως αγωγή τους, ορθώς απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και ο σχετικός λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος". IV. Η προμνησθείσα επισκόπηση των παραδοχών πλοηγεί και καταλήγει την δικανική κρίση ως ακολούθως: Η μη αναφορά των λεπτομερειών, καθόσον αφορά στα μεταγραφικά στοιχεία του τόμου και του αριθμού της μεταγραφής στα βιβλία μεταγραφών συγκεκριμένου υποθηκοφυλακείου δεν ισοδυναμεί με μη μεταγραφή και δεν συνιστά τοιαύτη, συμφώνως προς την αντίστοιχη νομική σκέψη, αρκούντος του εκτιθεμένου περί μεταγραφής του σχετικού τίτλου. Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην καταλογιζομένη πλημμέλεια, αφού δεν παραβίασε τις προειπωθείσες ουσιαστικές διατάξεις, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Περαιτέρω, αβασιμότητα ενέχει (και) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Αναλυτικότερα: Από τις επισκοπηθείσες παραδοχές καταδεικνύεται, ότι προσδιορίζεται και ταυτοποιείται το επίδικο ακίνητο, κατά την παράθεση της ιστορικής διαδρομής των εκτιθεμένων και ανελέγκτως δεκτών γενομένων, μιας διαδρομής μέσω της οποίας το δικαστήριο με ειρμό προσήκουσας ερμηνείας και εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων θεμελίωσε και διατύπωσε το πόρισμά του, παρά τα όσα αντιθέτως αδόκιμα επικαλείται ο αναιρεσείων. Προσέτι, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί της λανθασμένης προϋποθέσεως της ανάγκης "επιστρατεύσεως" των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή στους κανόνες δικαίου των πραγματικών γεγονότων, πράγμα που καθίσταται απαραίτητο, (αντιδιαστελλόμενο με την προκειμένη περίπτωση), μόνον όταν ο δικανικός συλλογισμός αντιμετωπίζει κατά την διαδρομή της μορφοποιήσεώς του θολά και αόριστα νομικά πεδία, συμφώνως προς την αντίστοιχη νομική σκέψη.

Εν προκειμένω, κατά τον σχηματισμό της η δικανική κρίση διήλθε από εννοιολογικώς διαυγή διαδρομή, μέσω της οποίας κατέληξε στην ολοκλήρωση του πορίσματος, κατά τα ως άνω, μη συντρέξασα επομένως η ανάγκη της συνδρομής των διδαγμάτων της κοινής πείρας και η αντιστοίχως καταλογιζομένη πλημμέλεια, όπως προειπώθηκε. Ωσαύτως, με τον ανωτέρω τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων απαραδέκτως βάλλει υπό το προρρηθέν περιεχόμενο, δεδομένου, ότι, (υπό την προμετωπίδα της υπό του Πρωτοδικείου απορρίψεως κατ’ ουσίαν του ισχυρισμού του περί της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (281 ΑΚ) των εναγόντων), πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. ‘ Ετι περαιτέρω, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, όπως προεκτέθηκε, ο αναιρεσείων απαραδέκτως καταλογίζει στο Πρωτοδικείο την προειπωθείσα πλημμέλεια, δοθέντος ότι δεν αναφέρεται ότι η προκειμένη αιτίαση είχε προβληθεί και επαναπροβληθεί κατά την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, απαραδέκτως νυν αναδεικνυομένη ως πλημμέλεια, κατά τα άνω εκτιθέμενα. V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στον αναιρεσείοντα και τέλος να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το κατωτέρω διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-9-2014 αίτηση του Ν. Ο. περί αναιρέσεως της 108/2013 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700). Και

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 587/2016

Σχόλια