Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως - Α.Π.551/2016 - Όταν στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως
Έτος: 2016
Νούμερο: 551
Όταν στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που..
δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζ. Γ. Π., 2) Μ. χήρα Δ. Π., ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων Γ. Δ. Π. και Ε. Δ. Π. 3) Α. συζ. Κ. Ν., 4) Σ. Π. του Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Πήττα.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. Α., νομίμου κληρονόμου της Κ. συζ. Γ. Α. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χριστίνα Παπαπαναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2004 αγωγή της αποβιωσάσης δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:159/2006 του ιδίου Δικαστηρίου, και 330/2009 αναβλητική και 131/2014οριστική του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 1-7-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 4-1-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000). Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. (Α.Π. 1377/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8α’ ΚΠολΔ., αιτιάσεις ότι, ενώ ως εναγόμενοι πρότειναν κατά της αξίωσης της ενάγουσας περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου και της υποχρεώσεώς τους να παύσουν να διαταρράσουν το εν λόγω δικαίωμά της επ’ αυτού, την ένσταση της εικοσαετούς παραγραφής, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη είχε καταρχήν ασκήσει την από 10-7-2000 (με αριθ. καταθ. 4906/2000) όμοια αγωγή της, ήτοι δεκαοκτώ έτη μετά την ως άνω ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών των εκκαλούντων. Με τον τρόπο αυτόν διέκοψε το χρόνο της παραγραφής προ της συμπληρώσεως εικοσαετίας, που αποτελεί το χρόνο παραγραφής της αρνητικής αγωγής (άρθρο 1108 Α.Κ.). Επί της αγωγής αυτής είχε εκδοθεί η προσκομιζόμενη εκ μέρους της εφεσίβλητης υπ’ αριθ. 101/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της και η οποία κατέστη τελεσίδικη τρία έτη μετά τη δημοσίευσή της (30-3-2001), ήτοι την 30-3-2004, καθόσον ουδέποτε επιδόθηκε στους εκκαλούντες (τότε εναγομένους). Στη συνέχεια η ένδικη αγωγή της εφεσίβλητης ασκήθηκε, όπως εξάλλου συνομολογείται από τους εκκαλούντες, την 5-5-2004 (δια της επιδόσεώς της), ήτοι σε χρονικό διάστημα μικρότερο των έξι μηνών από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής για τυπικούς λόγους.

Συνεπώς, με βάση το προαναφερόμενο σχετικό άρθρο, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προγενέστερη, ως άνω, αγωγή της εφεσίβλητης και μετά ταύτα, η εν λόγω ένσταση των εκκαλούντων καθίσταται ουσία αβάσιμη, όπως και ο οικείος λόγος εφέσεως. Πλην όμως σε κανένα σημείο της αγωγής ή των προτάσεων της ήδη αναιρεσίβλητης δεν αναφέρεται ότι η με αριθ. 101/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατέστη τελεσίδικη τρία έτη μετά τη δημοσίευσή της, ήτοι την 30-3-2004, καθόσον ουδέποτε επιδόθηκε στους εκκαλούντες και τότε εναγομένους. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής και έτσι υπέπεσε στις προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, αφού μεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι τον ισχυρισμό περί πραγματώσεως της τελεσιδικίας της με αριθ. 101/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου μετά την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευσή της, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από την αναιρεσίβλητη - εφεσίβλητη, αφετέρου δε παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Όμως, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες τον άνω (στηρίζοντα το λόγο αυτόν αναίρεσης) ισχυρισμό δεν πρόβαλαν στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με λόγο έφεσης ως σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8α’ ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εγκείμενης στο ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για την πληρότητά του, όχι μόνο ότι ο ισχυρισμός αυτός, που θεμελιώνει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναίρεσης υποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως νομίμως, ενόψει του ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., αλλά και γιατί δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τους αναιρεσείοντες το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές αυτής, η εφεσίβλητη - ήδη αναιρεσίβλητη - με την άσκηση της από 10-7-2000 (αριθ. καταθ. 4906/2000) αγωγής διέκοψε το χρόνο παραγραφής προ της συμπληρώσεως εικοσαετίας, που αποτελεί το χρόνο παραγραφής της αρνητικής αγωγής (άρθρα 263,1108 Α.Κ.). Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. για παράβαση κανόνα δικαίου. Η αιτίαση αυτή, στην οποία δεν αναφέρεται ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε σε σχέση με την εφαρμογή ή μη εφαρμογή της οποίας αποδίδονται σφάλματα στην προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, ούτε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο υπό τα οποία συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση αναφέρονται, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση, η οποία διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία, αντιθέτως, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που θέτει η ως άνω διάταξη για την άσκηση του δικαιώματος. Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ’ αρχήν μόνο η επί μακρό χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλά πρέπει να συντρέχουν και άλλα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά, η οποία να δημιουργεί ευλόγως στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δε θα ασκήσει πλέον ο δικαιούχος το δικαίωμά του, έτσι ώστε η επιδίωξη, με τη μεταγενέστερη άσκησή του, ανατροπής της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρό χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.Α.Π.5/2011, Α.Π.1126/2013, Α.Π.1740/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού, χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, που οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν και πρότειναν για τη θεμελίωση της από τη διάταξη αυτή ένστασης, έκρινε αυτήν μη νόμιμη, χωρίς να διαλάβει αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το μέρος που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι προϋποθέτει για τη θεμελίωσή του την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε την ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ. ως μη νόμιμη και επομένως δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση επ’ αυτής. Κατά τα λοιπά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων - εναγομένων, προς απόκρουση της ένδικης αρνητικής αγωγής, προέβαλαν και ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, προς θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκαν ότι, αφενός παρήλθε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών τους και αφετέρου το ακίνητο της αντίδικης τους θα παραμείνει ρυμοτομούμενο και η ίδια δεν θα έχει δικαίωμα οικοδομήσεώς του, παρότι καθόλο το διαδραμόν χρονικό διάστημα κατέφευγε σε υπηρεσίες για να το αποχαρακτηρίσει από ρυμοτομούμενο σε οικοδομήσιμο, χωρίς να τελεσφορήσουν οι προσπάθειές της, ενώ οι συνέπειες για τους ίδιους, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής της, θα είναι επαχθείς, καθόσον θα αναγκαστούν να αποφράξουν την κεντρική είσοδο της οικοδομής και τα ανοίγματα αυτής και να καθαιρέσουν τα μπαλκόνια τους, ήτοι να στερηθούν την ιδιοκτησία τους. Όμως, υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη, καθόσον, υπό τα περιστατικά αυτά, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος αυτής. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ., μη νόμιμη, δεχόμενο ότι οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) προς στοιχειοθέτηση της άνω ενστάσεως, όχι μόνο δεν επικαλούνται ότι τους δημιουργήθηκε εξαιτίας της συμπεριφοράς της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) η εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, αλλά αντίθετα ισχυρίζονται ότι η αντίδική τους (αναιρεσίβλητη) συνεχώς και αδιαλείπτως από της αποκτήσεως της κυριότητάς της επί του επιδίκου προέβαινε σε κάθε αναγκαία ενέργεια προς κατοχύρωση του δικαιώματός της να οικοδομήσει το ακίνητο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία της διάταξης του προδιαληφθέντος άρθρου 281 Α.Κ. κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της εν λόγω ενστάσεως των εκκαλούντων - εναγομένων, την οποία ορθώς απέρριψε ως μη νόμιμη, γιατί τα εν λόγω περιστατικά δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που αναφέρεται στην πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της ευθείας παραβίασης του άρθρου 281 Α.Κ. με εσφαλμένη εφαρμογή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-7-2015 αίτηση των: 1) Ε. συζ. Γ. Π., 2) Μ. χήρας Δ. Π., 3) Α. συζ. Κ. Ν., το γένος Γ. Π. και 4) Σ. Δ. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 131/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π.551/2016

Σχόλια