Νομή κινητού - Α.Π. 552/2016 - Εφόσον το πράγμα είναι κινητό, ο νομέας χάνει τη νομή του από τη στιγμή που ο κάτοχος θα εκδηλώσει τη μεταστροφή της βουλήσεώς του και γι αυτό ο αποβληθείς νομέας έχει το δικαίωμα να αξιώσει την απόδοση της νομής του από τον κάτοχο, που πλέον νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Η προαναφερόμενη ενοχική σχέση μεταξύ του νομέα και κατόχου μπορεί, εκτός των άλλων, να είναι η σύμβαση εντολής ή η σύμβαση χρησιδανείου

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Νομή κινητού
Έτος: 2016
Νούμερο: 552
Εφόσον το πράγμα είναι κινητό, ο νομέας χάνει τη νομή του από τη στιγμή που ο κάτοχος θα εκδηλώσει τη μεταστροφή της βουλήσεώς του και γι αυτό ο αποβληθείς νομέας έχει το δικαίωμα να ..
αξιώσει την απόδοση της νομής του από τον κάτοχο, που πλέον νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Η προαναφερόμενη ενοχική σχέση μεταξύ του νομέα και κατόχου μπορεί, εκτός των άλλων, να είναι η σύμβαση εντολής ή η σύμβαση χρησιδανείου.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων Χριστίνας Αθανασά και Ιωάννη Αθανασά.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" η οποία εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπουμένη η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Καπλανίδη-Σωτηρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ν. Ιωνίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:176/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 2361/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 10-9-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 20-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η αναιρεσίβλητη με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔικ) υποβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αναιρέσεως, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, καθόσον με την αναίρεση ζητείται η διατήρηση της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης, ενώ με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί επί σχετικών αγωγών, έχει επιδικασθεί αποζημίωση για διάρρηξη της έννομης αυτής σχέσεως. Η αιτίαση αυτή αφορά στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και όχι στην ύπαρξη του νομιμοποιητικού της ασκήσεως της αναιρέσεως εννόμου συμφέροντος και γι αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η επικαλούμενη ένσταση. Επειδή κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά (NUMERUS CLAUSUS) στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 - άρθρα 24 παρ. 1 και 12 Εισ.ΝΚΠολΔικ.-. Ειδικότερα κατά τη διάταξη αυτή αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε νόμιμα ή υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Συνεπώς οι άλλοι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 559 είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 1030/2014). Εξάλλου στους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο αυτό λόγους δεν περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου ως άνω κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔικ. Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί ελέγχεται ως παράβαση από τα άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1 του ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα. Αντίθετα η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Η περίπτωση αυτή ελέγχεται αναιρετικά ως παράβαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Με τον λόγο της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας δεν πλήττονται οι προαναφερθείσες αποφάσεις του άρθρου 560 αρ. 1. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, αφού αυτή δεν περιείχε σαφή έκθεση των απαραιτήτων κρισίμων βιοτικών περιστατικών της αποβολής από τη νομή και της απόδοσης των ενδίκων πραγμάτων, τα οποία (περιστατικά), σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις την θεμελίωναν και δικαιολογούσαν την άσκησή της. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των οικείων εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ.) υποβάλλεται το πρώτον στον Αρειο Πάγο ήτοι δεν έχει προταθεί παραδεκτά στα δικαστήρια της ουσίας, έστω και αν αφορά σε λαμβανόμενο αυτεπαγγέλτως ισχυρισμό, αλλά και γιατί αφορά σε ποσοτική, από το άρθρο 216 ΚΠολΔικ αοριστία, στοιχειοθετουμένου του αναιρετικού λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και όχι του, επικαλουμένου από τον αναιρεσείοντα, αριθμού 1 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα και συνακόλουθα δεν πλήττει αποφάσεις όπως η προσβαλλομένη, που έχει εκδοθεί επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν περιλαμβάνεται στον numerus clausus των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες και οι αιτιάσεις που αφορούν στην ανεπίτρεπτη μεταβολή, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔικ, της ιστορικής βάσεως της αγωγής, ως αφορώσες στη βελτίωση της ποσοτικής αοριστίας της αγωγής. Προσέτι οι αιτιάσεις κατά τις οποίες η συνδέουσα τους διαδίκους ενοχική σχέση δεν ήταν η αναφερομένη στην αγωγή, αλλά εκείνη της μισθώσεως, "πράγμα το οποίο προκύπτει και από το 29.7.2007 εξώδικο της εναγομένης" είναι απαράδεκτες, γιατί αναφέρονται σε εκτός του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμούς και δεν συνδέονται με το ορισμένο της.

Περαιτέρω η αιτίαση του ίδιου λόγου περί εσφαλμένης εκτιμήσεως του δικογράφου της αγωγής, για το λόγο ότι τα εκτιθέμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά δεν υπάγονται, όπως κρίθηκε, στο πραγματικό του άρθρου 980 ΑΚ περί ασκήσεως νομής μέσω άλλου, αλλά σε εκείνο (πραγματικό) του άρθρου 986 ΑΚ περί βοηθού νομής, είναι απαράδεκτη, καθόσον δεν συνδέεται με κάποια έννομη συνέπεια και η τυχόν βασιμότητά του δεν ιδρύει κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔικ λόγους. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναιρέσεως ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, αναίρεση κατά των παραπάνω αποφάσεων επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα, αφορά στην αρμοδιότητα του ίδιου του Πολυμελούς που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατ’ άρθρο 18 παρ. 2 στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ’ ύλη (Ολ ΑΠ 5/2003, Ολ. ΑΠ 5/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αρμόδιο, καθ’ ύλην, για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, που κρίθηκε ως αγωγή περί αποβολής από τη νομή, ενώ αυτή αφορούσε σε μισθωτική διαφορά και υπαγόταν στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, καθόσον η προβαλλομένη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα, προς εκδίκαση της εφέσεως, αλλά σε σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 980, 982, 984, 987, 997 και 998 ΑΚ προκύπτει ότι η νομή ασκείται είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω άλλου, το δε δεύτερο συμβαίνει όταν ο νομέας έχει παραχωρήσει σε άλλον την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί τη νομή του μέσω του κατόχου. Αν η νομή ασκείται μέσω του κατόχου, που έλαβε την κατοχή με ενοχική σχέση, ο νομέας μπορεί να ασκήσει κατά του πρώτου την αγωγή αποβολής από τη νομή, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή όταν ο νομέας προσβληθεί στη νομή του, με αποβολή ή διατάραξη, που γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Αποβολή είναι κάθε πράξη που συνεπάγεται για το νομέα μερική ή ολική απώλεια της νομής του και είναι παράνομη όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα (εμπράγματο ή ενοχικό) εκείνου που ενεργεί: Ειδικότερα για να υπάρξει αποβολή του νομέα από τον κάτοχο στον οποίο ο ίδιος (ο νομέας) παρέδωσε την κατοχή του πράγματος, με βάση ορισμένη ενοχική σχέση, πρέπει ο κάτοχος να αντιποιηθεί τη νομή του πρώτου. Αυτό συμβαίνει και όταν ο κάτοχος, μετά την για οποιοδήποτε λόγο ανατροπή ή λήξη της ενοχικής σχέσης, με βάση την οποία κατείχε το πράγμα, αρνείται να το αποδώσει στο νομέα, εκδηλώνοντας ρητά ή σιωπηρά πρόθεση να εξουσιάζει στο εξής το πράγμα.

Εφόσον το πράγμα είναι κινητό, ο νομέας χάνει τη νομή του από τη στιγμή που ο κάτοχος θα εκδηλώσει τη μεταστροφή της βουλήσεώς του και γι αυτό ο αποβληθείς νομέας έχει το δικαίωμα να αξιώσει την απόδοση της νομής του από τον κάτοχο, που πλέον νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Η προαναφερόμενη ενοχική σχέση μεταξύ του νομέα και κατόχου μπορεί, εκτός των άλλων, να είναι η σύμβαση εντολής ή η σύμβαση χρησιδανείου. Στην πρώτη περίπτωση (σύμβαση εντολής), ο εντολοδόχος, κατά το άρθρο 719 ΑΚ, έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε κατά την εκτέλεσή της. Έτσι αν πρόκειται για πράγματα που ανήκουν στη νομή του εντολέα και ο εντολοδόχος αρνείται να του τα αποδώσει, ο πρώτος μπορεί να ασκήσει κατά του δεύτερου την αγωγή αποβολής από τη νομή. Ο χρόνος εκπλήρωσης της από το πιο πάνω άρθρο 719 ΑΚ προβλεπόμενης υποχρέωσης του εντολοδόχου μπορεί να έχει συμφωνηθεί ρητά ή να προκύπτει από τη φύση της υπόθεσης και, εάν αυτό δεν συμβαίνει, χρόνος απόδοσης είναι ο χρόνος περάτωσης ή λήξεως της εντολής, η οποία λήγει και με μονομερή εκ μέρους του εντολέα ανάκλησή της (άρθρο 724 ΑΚ), έστω και αν αυτή η ανάκληση είναι καταχρηστική. Στη δεύτερη περίπτωση (χρησιδάνειο) ο χρήστης παραχωρεί την χρήση του πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο και αυτός έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης (άρθρο 810 ΑΚ). Δηλαδή ο χρήστης παραχωρεί την κατοχή του πράγματος, εξακολουθεί δε να έχει τη νομή αυτού, την οποία ασκεί μέσω του χρησάμενου. Γι’ αυτό αν λήξει η σύμβαση χρησιδανείου και ο χρησάμενος αρνείται να αποδώσει το πράγμα, συντρέχει προσβολή της νομής και ο χρήστης έχει τις περί προστασίας της νομής αγωγές.

Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Για τη συνδρομή της καταχρηστικής άσκησης πρέπει οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 62/1990). Τέλος από τη διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι κατά των προαναφερθεισών αποφάσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η οποία ευθεία παράβαση υπάρχει αν αυτός εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ θα έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που, ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη περί αποβολής, από τη νομή αγωγή, της αναιρεσίβλητης, λόγω αντιποιήσεώς της από τον αναιρεσείοντα, μετά τη λήξη των συνδεουσών τους διαδίκους συμβάσεων εντολής και χρησιδανείου: "Η εφεσίβλητη εταιρία περιορισμένης ευθύνης διατηρεί από το έτος 1990 θερμοκηπιακή μονάδα παραγωγής τριαντάφυλλων έκτασης δέκα περίπου στρεμμάτων στη θέση "..." του Δήμου ... Αττικής. Για τη χρηματοδότηση της κατασκευής της εν λόγω μονάδας συνήψε δανειακές συμβάσεις με την Α.Τ.Ε. και το όλο έργο υπήχθη στις διατάξεις του ν. 1262/1982 και στα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα. Η εφεσίβλητη, εκπροσωπούμενη από την Π. Κ., κατήρτισε το έτος 1997 προφορικά με τον εκκαλούντα γεωπόνο, με τον οποίο από το έτος 1991 διατηρούσε φιλικές σχέσεις, σύμβαση δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε, όπως ο εκκαλών λειτουργεί το θερμοκήπιο στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, η οποία θα αναλάμβανε την καταβολή των πάσης φύσεως εξόδων που αφορούσαν στην φορολογία της από την πώληση των άνθεων, στη λογιστική παρακολούθηση της εταιρείας και στην εξόφληση των δανειακών της υποχρεώσεων, ενώ ο εκκαλών θα αναλάμβανε τη διαχείριση του θερμοκηπίου με αντάλλαγμα την είσπραξη των εσόδων από την πώληση της παραγωγής, πλην ενός μέρους που θα κατέβαλε στην εταιρεία, το οποίο θα ανερχόταν στο σταθερό ποσό των 1130 ευρώ μηνιαίως. Αποφασίστηκε όπως η συμφωνία τους παραμείνει προφορική, καθώς η ενάγουσα είχε λάβει τις προαναφερθείσες επιχορηγήσεις και δεν επιθυμούσε να εμφανιστεί προς τους τρίτους ότι δεν ασχολούνταν η ίδια ( δια της νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας) στη θερμοκηπιακή μονάδα, ο δε εκκαλών δεν επιθυμούσε να δεσμευτεί άμεσα απέναντι στην εταιρεία. Έτσι, η τελευταία παρέδωσε στον εναγόμενο τα θεωρημένα από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. και την ίδια στοιχεία (δελτία αποστολής - τιμολόγια), που θα τα χρησιμοποιούσε ο τελευταίος στις συναλλαγές του με τους τρίτους για λογαριασμό του, αλλά υπό την επωνυμία της ενάγουσας εταιρείας και θα παρέδιδε σ’ αυτήν όσα στοιχεία ήταν αναγκαία για την ενημέρωση των προβλεπόμενων από το νόμο φορολογικών βιβλίων, για την τήρηση των οποίων είχε η ενάγουσα την ευθύνη, ως επιτηδευματίας. Για τον λόγο αυτό η εφεσίβλητη παρέδωσε στον εκκαλούντα τα θεωρημένα για την ίδια από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. στοιχεία που προβλέπει ο Κ.Β.Σ. (δελτία αποστολής -τιμολόγια), τα οποία έφεραν την επωνυμία της. Τα στοιχεία αυτά, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, θα τα χρησιμοποιούσε ο εκκαλών στις συναλλαγές που θα διενεργούσε με τους τρίτους για λογαριασμό του, αλλά υπό την επωνυμία της εφεσίβλητης εταιρίας και στη συνέχεια, σε τακτά χρονικά διαστήματα, θα παρέδιδε στην τελευταία όσα στοιχεία ήταν αναγκαία για την εκ μέρους της ενημέρωση των προβλεπόμενων από το νόμο φορολογικών βιβλίων, για την τήρηση των οποίων είχε η ίδια κατά το νόμο την ευθύνη ως ο επιτηδευματίας, για τον οποίο αυτά είχαν θεωρηθεί και τα οποία αυτή τηρούσε. Επίσης, με βάση τα ίδια στοιχεία, δηλαδή αυτά που θα της παρέδιδε ο εκκαλών, θα προσδιοριζόταν οι φορολογικές της υποχρεώσεις και τα τυχόν αντίστοιχα της δικαιώματα. Συμφώνησαν ακόμη οι διάδικοι ότι ο εκκαλών θα παρέδιδε στην εφεσίβλητη ταυτόχρονα με τα πιο πάνω φορολογικά στοιχεία και όσα (φορολογικά) στοιχεία θα εξέδιδαν στην επωνυμία της δεύτερης άλλοι επιτηδευματίες για τις συναλλαγές τους, που θα καταρτίζονταν με τον πρώτο για λογαριασμό του, αλλά θα αφορούσαν τη θερμοκηπιακή μονάδα. Κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα μεταξύ της ενάγουσας-εφεσίβλητης και του εκκαλούντα-εναγόμενου καταρτίστηκε ατύπως και προφορικώς σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου ενός αυτοκινήτου. Ειδικότερα η εφεσίβλητη συμφώνησε προφορικά με τον εκκαλούντα να του παραχωρήσει, χωρίς αντάλλαγμα, το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής "MERCEDES", ιδιοκτησίας της, ώστε στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας τους περί εκμεταλλεύσεως του θερμοκηπίου, να μεταφέρει με αυτό ο τελευταίος τα προϊόντα τα παραγόμενα από την θερμοκηπιακή μονάδα, καθώς και τα απαιτούμενα υλικά για την εκμετάλλευση της (μονάδος). Ο προαναφερόμενος τρόπος συναλλαγών τηρήθηκε μεταξύ των διαδίκων μέχρι το έτος 2007, ότε οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν, για το λόγο ότι ο εκκαλών εναγόμενος, σε αντίθεση με ό,τι έπραττε τα προηγούμενα έτη, δηλαδή τη μηνιαία παράδοση των φορολογικών στοιχείων, προκειμένου να υποβληθούν οι κατά νόμον φορολογικές δηλώσεις της ενάγουσας, αρνήθηκε να παραδώσει αυτά, εάν δεν συναπτόταν εγγράφως σύμβαση μίσθωσης του θερμοκηπίου της ενάγουσας εταιρίας.

Εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγόμενου και της διαφωνίας εν γένει των διαδίκων ως προς το περιεχόμενο που θα είχε η έγγραφη σύμβαση που θα κατήρτιζαν και θα αφορούσε την εκμετάλλευση του θερμοκηπίου, λύθηκε η μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση, τον Σεπτέμβριο του έτους 2007, η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση χρησιδανείου και ζήτησε από τον εναγόμενο να της αποδώσει τη χρήση του προαναφερόμενου IX.Φ. αυτοκινήτου με αρ κυκλ ... και περαιτέρω ζήτησε από αυτόν να της αποδώσει τα εξής επίδικα πράγματα 1) το τεύχος τριπλότυπων Δελτίων Αποστολής με τα στελέχη υπ’ αριθμ. ..., θεωρημένο από τη ΔΟΥ ΚΑ’ Αθηνών, σύμφωνα με την υπ’ αρ. .../4-10-2004 πράξη της, 2) Το τεύχος τριπλότυπων Δελτίων Αποστολής με τα στελέχη υπ’ αρ. ..., θεωρημένο από την ΔΟΥ ΚΑ’ Αθηνών σύμφωνα με την υπ’ αρ. .../4-10-2004 πράξη της, 3) Το Τεύχος τριπλότυπων Δελτίων Αποστολής Τιμολογίων με τα στελέχη υπ’ αρ. ..., θεωρημένο από την ΔΟΥ ΚΑ’ Αθηνών, σύμφωνα με την υπ’ αρ. .../22-6-1999 πράξη της, 4) Το τεύχος τριπλότυπων Δελτίων Αποστολής -Τιμολογίων με τα στελέχη υπ’ αρ. ..., θεωρημένο από την ΔΟΥ ΚΑ’ Αθηνών, σύμφωνα με την υπ’ αρ. .../5-10-2004 πράξη της, 5) Το τεύχος τριπλότυπων Δελτίων Αποστολής -Τιμολογίων με τα στελέχη ..., θεωρημένο από τη ΔΟΥ ΚΑ’ Αθηνών, σύμφωνα με την υπ’ αρ. .../5-10-2004 πράξη της, 6) Το Τεύχος τριπλότυπων Δελτίων Αποστολής -Τιμολογίων με τα στελέχη ..., θεωρημένο από την ΔΟΥ ΚΑ’ Αθηνών, σύμφωνα με την υπ’ αρ. .../21-11-2005 πράξη της, 7) Το τεύχος τριπλότυπων Δελτίων Αποστολής -Τιμολογίων με τα στελέχη υπ’ αρ. ..., θεωρημένο από την ΔΟΥ ΚΑ’ Αθηνών, σύμφωνα με την υπ’ αρ. .../21-11-2005 πράξη της, 8) το τεύχος τριπλότυπων Δελτίων Αποστολής -Τιμολογίων με τα στελέχη υπ’ αρ. ..., θεωρημένο από τη ΔΟΥ ΚΑ’ Αθηνών, σύμφωνα με την υπ’ αρ. ...27-3-2007 πράξη της, 9) Το τεύχος διπλότυπων Αποδείξεων Εισπράξεως με τα στελέχη υπ’ αρ. ... έως ..., αθεώρητων από τη ΔΟΥ, 10) Τα ...2-6-2007, .../7-6-2007, .../7-6-2007, ...12-6-2007, ...13-06-2007, .../6-7-2007, .../14-7-2007 τιμολόγια -δελτία αποστολής που εκδόθηκαν από τον Γ. Α., φορέα του ΑΦ Μ ..., 11) Το .../4-6-2007 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής που εκδόθηκε από τον Ι. Κ., φορέα του ΑΦΜ ..., 12) Το .../13-6-2007 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής που εκδόθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", φορέα του ΑΦΜ ..., 13) Το .../1-7-2007 τιμολόγιο που εκδόθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", φορέα του ΑΦΜ ... και 14) Το ...1-7-2007 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής που εκδόθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", φορέα του ΑΦΜ .... Ο εκκαλών εναγόμενος αρνήθηκε να αποδώσει το IX.Φ. αυτοκίνητο και τα προαναφερθέντα φορολογικά στοιχεία 1 έως 14, αντιποιούμενος με αυτό τον τρόπο τη νομή της ενάγουσας επί των πραγμάτων, θέλοντας να έχει πλέον τα πράγματα όχι για την νομέα ενάγουσα, αλλά για τον εαυτό του, αποβάλλοντας την με αυτόν τον τρόπο παράνομα από την νομή αυτών. Με την απαίτηση δε της ενάγουσας-εφεσίβλητης για απόδοση των πραγμάτων από τον εκκαλούντα-εναγόμενο, έγινε σαφής η βούληση της πρώτης να σταματήσει η εκ μέρους του δεύτερου διενέργεια συναλλακτικών πράξεων για δικό του μεν λογαριασμό, πλην όμως στο όνομα της ενάγουσας. Η δε απαίτηση αυτή της ενάγουσας δεν ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), όπως διατείνεται ο εκκαλών, διότι ο τελευταίος εκμεταλλεύτηκε την επιχείρηση της ενάγουσας χρησιμοποιώντας τα φορολογικά της στοιχεία και το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο της για αρκετό χρονικό διάστημα (περίπου 10 έτη) αποκομίζοντας κέρδη, οι τυχόν δε δυσμενείς επιπτώσεις από την απόδοση της νομής των πραγμάτων, δεν καθιστούν την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος της καταχρηστική, (βλ. Α.Π. 628/2004 Ελ.Δ. 2006.124-125).". Ακολούθως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες περί αποβολής από τη νομή και περί λήξεως, λόγω καταγγελίας, των συνδεουσών τους διαδίκους συμβάσεων εντολής και χρησιδανείου, καθώς και εκείνης περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος (974, 980, 982, 984, 997, 998, 719, 724, 810, 281 ΑΚ) αφού υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν (ως προς την αποβολή από τη νομή) και δεν συνέτρεχαν (ως προς το 281 ΑΚ) οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο για λογαριασμό της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης ασκών νομή επί των επιδίκων κινητών πραγμάτων εναγόμενος-αναιρεσείων αρνήθηκε την απόδοσή τους, μετά την κατά τον Σεπτέμβριο του 2007 καταγγελία από την ενάγουσα της συνδέουσας τους διαδίκους από το 1997 συμβάσεως εντολής και της από αυτήν συνεπαγομένης λήξεως της, μεταξύ αυτών, συμβάσεως χρησιδανείου, αντιποιούμενος την επ’ αυτών νομή, καθώς και ότι η άσκηση από την ενάγουσα του ενδίκου δικαιώματος της, για το οποίο ουδέποτε δημιούργησε στον εναγόμενο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί δεν υπερβαίνει τα οριζόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, αφού οι δυσμενείς από την απόδοση της νομής των ένδικων πραγμάτων επιπτώσεις αντισταθμίζονται από την επί δεκαετία αποκομισθείσα ωφέλεια του αναιρεσείοντος από τη χρήση των πραγμάτων αυτών. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 560 τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες η έννομη σχέση συνέδεε τους διαδίκους ήταν εκείνη της εμπορικής μισθώσεως και όχι οι κριθείσες της εντολής και του χρησιδανείου και ότι ο αναιρεσείων λόγω μη έγκυρης καταγγελίας της μισθώσεως είναι νόμιμος κάτοχος των ενδίκων πραγμάτων και όχι επιλήψιμος νομέας, υφιστάμενης συνακόλουθα παραβιάσεως των περί μισθώσεως του ΑΚ και του ΠΔ 34/1995 διατάξεων, είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι το περιεχόμενό της δικαιολογεί τον χαρακτήρα των επίδικων εννόμων σχέσεων ως συμβάσεων εντολής και χρησιδανείου και δεν συνέτρεξε περίπτωση εσφαλμένου νομικού προσδιορισμού των επίμαχων εννόμων σχέσεων, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων ώστε να ιδρύεται ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος. Προσέτι οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του 281 ΑΚ, γιατί θεώρησε "αδιάφορες" τις τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις που θα είχε η λήξη της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης και γιατί απέρριψε με ελλιπείς αιτιολογίες την οικεία ένσταση, είναι απαράδεκτες και μάλιστα κατά το πρώτο σκέλος τους για τον προαναφερθέντα από το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ. λόγο και κατά το δεύτερο γιατί αποδίδουν στην προσβαλλομένη έλλειψη νομίμου βάσεως για "εκ πλαγίου", όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο, παραβίαση της επίμαχης διατάξεως, με την οποία όμως παραβίαση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως νομική σκέψη, δεν πλήττονται αποφάσεις όπως η ένδικη, που έχει εκδοθεί επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ εσφαλμένα ο αναιρεσείων υπολαμβάνει, επικαλούμενος τους λόγους της εφέσεως και τους εκτενείς επ’ αυτών ισχυρισμούς του ότι με την αναίρεση επανακρίνεται η ουσία της υποθέσεως. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ που ορίζει ότι ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεσθεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα, παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ενάγοντα, σαφώς συνάγεται ότι ο εναγόμενος με τις αγωγές διαταράξεως ή αποβολής από τη νομή, δεν δικαιούται να αντιτάξει κατά του ενάγοντος ενστάσεις ανατρεπτικές, που στηρίζονται σε δικαίωμα ιδίας αυτού κυριότητας ή σε άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου πράγματος ή σε προσωπικά περί αυτού δικαιώματα, δυνάμει των οποίων ο εναγόμενος θα μπορούσε να αξιώσει την παράδοση του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσεως του σε αυτόν (ΑΠ 1195/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά παραβίαση των άρθρων 325 και 326 ΑΚ απέρριψε την επικουρικώς υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση επισχέσεως των ένδικων χρησιμοποιηθέντων στελεχών τιμολογίων, εωσότου η αναιρεσίβλητη, κατά την μεταξύ τους ισχύουσα σύμβαση μισθώσεως, τηρήσει την υποχρέωσή της περί παροχής αχρησιμοποίητων στελεχών τιμολογίων της, ώστε ο αναιρεσείων με τη χρήση αυτών, καθώς και των φορολογικών στοιχείων της αναιρεσίβλητης να εξακολουθήσει να ασκεί στο ένδικο ακίνητο την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με το να απορρίψει την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη για το λόγο ότι ο εναγόμενος - αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το δικαίωμα του έχει αναγνωρισθεί τελεσιδίκως σε δίκη μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον προκειμένης αγωγής περί νομής, δικαίωμα επίσχεσης (εκτός της περιπτώσεως του άρθρου 1106 ΑΚ για οφειλόμενες δαπάνες επί του πράγματος, περί της οποίας δεν πρόκειται) δεν παρέχεται στον εναγόμενο, εάν δεν συντρέχει η αναφερομένη στο άρθρο 991 ΑΚ προϋπόθεση. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.9.2012 αίτηση του Γ. Τ. του Θ. κατά της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2361/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 552/2016

Σχόλια