Τακτική και Έκτακτη χρησικτησία - Α.Π. 593/2016 - Για την τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Τακτική και Έκτακτη χρησικτησία
Έτος: 2016
Νούμερο: 593
Για την τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με...
τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γ. Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1570/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 3501/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 15-10-2012 αίτησή του, η οποία επανήλθε προς συζήτηση μετά από ματαίωση, με τις από 26-9-2014 και18-9-2015 κλήσεις του αναιρεσιβλήτου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 19-4-2013 έκθεση, του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ' αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι υπόκειται προς κρίση η από 15/10/2012 αίτηση του Ι. Γ. κατά του Κ. Δ. για αναίρεση της 3501/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η συζήτηση της ένδικης αίτησης είχε αρχικά οριστεί, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, για τη δικάσιμο της 6/2/2013 και αναβλήθηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο της 15/5/2013, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου, κατόπιν αιτήματος του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 18/9/2013, κατά την οποία αυτή ματαιώθηκε. Στη συνέχεια τη συζήτηση της υπόθεσης επέσπευσε ο αναιρεσίβλητος με την από 26/9/2014 κλήση του και ορίστηκε νέα δικάσιμος για τις 18/2/2015, κατά την οποία η συζήτηση, κατόπιν αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, αναβλήθηκε, ερήμην του αναιρεσείοντος, για τη δικάσιμο της 16/9/2015, κατά την οποία ματαιώθηκε, λόγω των βουλευτικών εκλογών. Ακολούθως ο αναιρεσίβλητος επανέφερε την υπόθεση για συζήτηση με την από 18/9/2015 κλήση του και ορίστηκε νέα δικάσιμος η 17/2/2016, κατά την οποία αυτή αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5/10/2016), κατόπιν αιτήματος του αναιρεσιβλήτου (λόγω της αποχής από τα καθήκοντα του πληρεξούσιου δικηγόρου του), ερήμην του αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δίκη κατά την παραπάνω δικάσιμο της 17/2/2016 ( βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 5807Δ/15.10.2015 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Κ. για την επίδοση προς τον ίδιο τον αναιρεσείοντα της από 18/9/2015 κλήσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη του Γ' πολιτικού τμήματος Ν. Μπιχάκη). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5/10/2016) ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Ωστόσο, εφόσον ο τελευταίος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τη δικάσιμο της 17/2/2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με την εγγραφή της στο πινάκιο, δεν απαιτείται εκ νέου κλήτευση αυτού. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με όσα ειπώθηκαν στη μείζονα πρόταση, να προχωρήσει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του αναιρεσείοντος.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 εδ.1, 1712, 1846, 1193, 1195,1198,1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του. Απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω τρόπο είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος αυτού. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041,1042,1043, 1045,1051 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου κ.λ.π. και, αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομιάς.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1048 εδ. α' ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την απώλεια της νομής. Η διακοπή λογίζεται ότι δεν επήλθε, αν αυτός που έχασε τη νομή την ανέκτησε μέσα σε ένα έτος ή αργότερα, αλλά με αγωγή που ασκήθηκε μέσα στο έτος. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 1049 εδάφια α' και β' ΑΚ η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου. Η διακοπή επέρχεται μόνο έναντι του ενάγοντος, ενώ κατά το άρθρο 1050 ΑΚ, αν η χρησικτησία διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τη διακοπή δεν υπολογίζεται. Νέα χρησικτησία μπορεί να αρχίσει μόνο μετά τη λήξη της διακοπής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ορισμένα γεγονότα που προβλέπονται περιοριστικά από το νόμο επιφέρουν διακοπή της χρησικτησίας, με συνέπεια ο χρόνος που διανύθηκε μέχρι τη διακοπή να μην υπολογίζεται πλέον. Σ' αυτά τα γεγονότα συγκαταλέγεται η απώλεια της νομής, που επέρχεται όταν ο νομέας, διαζευκτικά ή συμπλεκτικά, είτε παύσει εκούσια ή ακούσια να ασκεί τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε παύσει να έχει τη διάνοια κυρίου, δηλαδή τη θέληση να εξουσιάζει το πράγμα σαν δικό του. Ο ισχυρισμός ότι συντρέχει λόγος διακοπής της χρησικτησίας προβάλλεται με ένσταση εκείνου που τον επικαλείται, ο οποίος έχει και το σχετικό βάρος απόδειξης, ενώ αν ο χρησιδεσπόζων αντιτάξει την ανάκτηση της νομής υπό τους όρους του άρθρ. 1048 εδ. β' ΑΚ προτείνει αντένσταση, την οποία πρέπει να αποδείξει. Αντένσταση επίσης συνιστά και ο ισχυρισμός ότι η νομή που ανακτήθηκε χωρίς τους όρους του άρθρ. 1048 εδ. β' ΑΚ οδήγησε σε νέα χρησικτησία που έχει πάντως συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής, όπως και ο ισχυρισμός ότι μετά την άσκηση της αγωγής εναντίον του η χρησικτησία συμπληρώθηκε εν επιδικία.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992). Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχή, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την υπ' αριθμ. .../29-2-2008 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμ/φου ... Α. Κ.-Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο ... με αριθμό 113 του Υποθηκοφυλακείου ..., αποδέχθηκε την κληρονομιά, που του άφησε ο αποβιώσας στις 8-10-1997 πατέρας του Γ. Δ., με την από 8-3-1995 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. 179/2000 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Συγκεκριμένα, αποδέχθηκε την κληρονομιά, που αποτελείται από ένα αγροτεμάχιο στη θέση "Α." του Δήμου ..., εκτάσεως 350 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται με τον αριθμό 33 στο διάγραμμα, που είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθμ. .../1953 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Κ. Β., συνορεύει δε, βάσει αυτού, ανατολικά, επί πλευράς 14 μ. με το υπ' αριθμ. 32 αγροτεμάχιο, δυτικά επί προσόψεως 14 μ. με προϋπάρχουσα ιδιωτική οδό, που ήδη ονομάζεται "Α.", βόρεια επί πλευράς 25 μ. με το υπ' αριθμ. 35 αγροτεμάχιο και νότια επί πλευράς 25 μ. με το υπ' αριθμ. 31 αγροτεμάχιο του ίδιου σχεδιαγράμματος. Το ακίνητο αυτό είχε αγοράσει ως άνω Γ. Δ. από τον Ν. Ε. Δ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../12-9-1961 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμ/φου ... Α. Α. Π., που έχει μεταγραφεί νόμιμα (τομ. ... αρ. 18677 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...). Ο Ν. Δ. (αρχικελευστής του Ναυτικού) είχε αγοράσει αυτό με το υπ' αριθμ. .../22-3-1954 συμβόλαιο του Συμ/φου ... Κ. Β., (που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... με αριθμό 3920 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...), από τον εδρεύοντα στην Αθήνα οικοδομικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός ...", όπως νόμιμα εκπροσωπείτο. Ο συνεταιρισμός αυτός είχε αγοράσει από τον Δ. Α. Α. μία έκταση επιφανείας 130 στρεμμάτων στη θέση "Α.", που κατένειμε σε τεμάχια με αριθμούς από 1 έως 211 και τα μεταβίβασε στα μέλη του, μεταξύ των οποίων ήταν ο ως άνω Ν. Δ.. Ο συνεταιρισμός από τότε, που αγόρασε την μείζονα έκταση, την επέβλεπε και την προστάτευε από τις επεμβάσεις τρίτων, όπως και εν συνεχεία έπρατταν ο Ν. Δ. και ο Γ. Κ. Δ.. Ο τελευταίος το αγόρασε χωρίς περίφραξη, το επισκεπτόταν όμως τακτικά και το επέβλεπε. Συγκεκριμένα, αυτός κατοικούσε στη ..., όπου διατηρούσε επιχείρηση εργαστηρίων ζαχαροπλαστικής και ζαχαροπλαστείων, στην κεντρική οδό ..., σε ιδιόκτητο κτίριο. Επισκεπτόταν όμως πολύ συχνά το επίδικο, με αυτοκίνητο, που το οδηγούσε ο οδηγός της εταιρείας του Χ. Α.. Μερικές φορές είχε μαζί του και τους γιους του. Τρεις φορές αυτός περιέφραξε το ακίνητο. Την πρώτη φορά με πασσάλους, την δεύτερη με απλό σύρμα, που το καθαίρεσαν άγνωστοι και την τρίτη φορά, το 1985 το περιέφραξε με συρματόπλεγμα, αφού το όργωσε. Η περίφραξη αυτή καθαιρέθηκε επίσης από αγνώστους. Κατά τις επισκέψεις του σ' αυτό εύρισκε σκουπίδια, ξύλα, παραπήγματα από λαμαρίνες και τσίγκους, κοτέτσια, χωρίς όμως να έχει ποτέ συναντήσει κάποιον άνθρωπο μέσα σ' αυτό. Πάντα απομάκρυνε τα σκουπίδια, τα παραπήγματα και τα κοτέτσια και επανατοποθετούσε την περίφραξη. Μετά το 1988 το επισκέπτονταν οι γιοι του για λογαριασμό του και το καθάριζαν από πρόχειρα παραπήγματα, που άγνωστοι εξακολουθούσαν να κατασκευάζουν μέσα σ' αυτό, χωρίς να συναντήσουν εκεί αυτόν, που τα κατασκεύασε.

Περαιτέρω ο Γ. Δ. και η οικογένειά του ενδιαφέρονταν για την ένταξη του ακινήτου αυτού στο σχέδιο πόλεως, προκειμένου να το ανοικοδομήσουν, συζητούσαν δε σχετικά με μηχανικούς. Ο ως άνω δεν είχε ανάγκη χρημάτων για να το πουλήσει, καθόσον ήταν οικονομικά ευκατάστατος, το δε τίμημα πώλησης δεν ήταν μεγάλο, αφού δεν είχε ενταχθεί ακόμα στο σχέδιο πόλεως. Μετά το θάνατο του συνέχισε τις επισκέψεις και την επίβλεψη αυτού ο ενάγων (γυιός του). Ο τελευταίος, ενδιαφερόμενος για την ένταξη του ακινήτου αυτού στο σχέδιο πόλης, στις 2-12-1997 απηύθυνε αίτηση στο Δήμο ..., επί της οποίας απεστάλη προς αυτόν η υπ' αριθ. 17.832/12-12-1997 απάντηση του Δήμου, κατά την οποία "το ακίνητο, που βρίσκεται επί της οδού Α. περιοχή "Α.- Γ. - Φ." είναι εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης ... και εκτός οικισμού". Το 1998 ο ενάγων, ο αδελφός του και ένας εργάτης, ο Π. Α., το επισκέφτηκαν, το καθάρισαν από τα ξύλα και τα κοτέτσια, που υπήρχαν σ' αυτό και γκρέμισαν ένα κτίσμα από πλίνθους, επιφάνειας περίπου δεκαπέντε (15) τετραγωνικών μέτρων, που είχε κτίσει άγνωστος μέσα σ' αυτό, χωρίς να συναντήσουν εκεί κανέναν. Από το 1999 έως το 2006 ο ενάγων δεν το επισκέφτηκε, λόγω των πολλών του υποχρεώσεων. Εκμεταλλευόμενος τότε την απουσία του ο εναγόμενος, του οποίου ο πεθερός κατοικούσε επίσης την οδό Α. στον αριθμό 13, κατέλαβε, το 2001, το επίδικο ακίνητο και τοποθέτησε προκατασκευασμένο παραλληλόγραμμο κτίσμα, το οποίο υδροδοτήθηκε από την ΕΥΔΑΠ στις 6-4-2001 (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. .../2008 βεβαίωση της ΕΥΔΑΠ, η δε σύνδεση έχει γίνει στο όνομα της συζύγου του Α. Κ.). Το κατασκεύασμα αυτό αποτέλεσε την κατοικία του ίδιου και της οικογενείας, που δημιούργησε. Πριν από το έτος 2001 αυτός (εναγόμενος) δεν είχε την κατοχή του επιδίκου, το οποίο ποτέ δεν είχαν εγκαταλείψει στο παρελθόν, όπως εκτέθηκε, οι εκάστοτε κύριοι αυτού, που ασκούσαν εμφανείς πράξεις νομής σ' αυτό, δια των τακτικών επισκέψεων, περιφράξεων, (τις οποίες επανατοποθετούσαν μετά από κάθε καθαίρεσή τους) και καθαρισμό αυτού από τα πρόχειρα παραπήγματα, τα κοτέτσια και τα κτίσματα, που τρίτοι άγνωστοι κατασκεύαζαν. Από κανένα, δε, στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο παππούς του εναγομένου Ε. Β. είχε αποκτήσει τη νομή του ακινήτου αυτού το 1964. Ο εν λόγω Ε. Β., κάτοικος, εν ζωή, Πειραιά, που πέθανε στις 30-4-1977, άφησε την από 5-2-1973 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. .../9-6-2006 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία εγκαθιστά κληρονόμο του στον ως άνω αγρό με το σπίτι, που έκτισε το 1965 τον εγγονό του Ι. Γ., αναφέρει δε στη διαθήκη αυτή ότι αγόρασε τον αγρό το 1964 "δια λόγου" από τον Γ. Δ. (χωρίς να αναφέρει τίμημα), ότι από τότε πάνε εξοχή, ότι το αφήνει στον εγγονό του, γιατί ερχόταν μαζί του, και αγάπησε τη φύση, στη συνέχεια το περιγράφει ως προς τις πλευρικές διαστάσεις και τα όρια, καταλήγοντας: "όλα αυτά τα γράφω από το παλιό συμβόλαιο, που μου έδωσε στα χέρια μου ο Δ. τη χρονιά που το αγόρασε. Το δικό μας το χαρτί θα το κάναμε αργότερα. Μετά δεν τον ξανάδα". Η επικαλούμενη αγορά του αγρού αυτού άτυπα από τον Γ. Δ. το 1964 και η κατασκευή σπιτιού το 1965 κρίνονται αναληθή, καθόσον αναιρούνται από πλήθος αποδεικτικών στοιχείων. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Γ. Δ. ήταν πασίγνωστος στη ... και οικονομικά ευκατάστατος, με ιδιόκτητο κτίριο (κατοικία και επαγγελματική στέγη), στο πιο κεντρικό σημείο της ..., όπου κατοικούσε μέχρι το χρόνο θανάτου του και μπορούσε να τον αναζητήσει και να τον βρει ο ως άνω, εάν υπήρχε εκκρεμότητα ως προς την κατάρτιση συμβολαίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το 1965 δεν υπήρχε στο χώρο του επιδίκου ούτε κτίσμα ούτε παράπηγμα ούτε καλλιέργεια. Αυτό αποδεικνύεται, εκτός των άλλων και από την αεροφωτογραφία λήψεως του έτους 1969, η οποία ερμηνεύτηκε από τον ειδικό προς τούτο Τοπογράφο -Μηχανικό Σ. Κ.. Ο ίδιος δεν εντόπισε κτίσματα, παραπήγματα ή καλλιέργειες ούτε στην αεροφωτογραφία του 1979. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνεία των αεροφωτογραφιών ενισχύεται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος (αδελφού του), που έχει πλήρη και σαφή γνώση των πραγμάτων. Στην αεροφωτογραφία του 1979 φαίνεται υλοποιημένο το ανατολικό όριο, πιθανόν με συρματόπλεγμα, νεροφαγώματα από όμβρια ύδατα και πρόχειρα φτιαγμένες χωμάτινες οδοί. Στην αεροφωτογραφία του 1992 είναι εμφανές ότι μετά το 1979 οργώθηκε το ακίνητο (αυτό έγινε το 1985 όπως κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας), καθόσον εξαφανίστηκαν τα ευρισκόμενα προηγουμένως ίχνη των οδών (που εξακολουθούν όμως να υπάρχουν εκτός της ιδιοκτησίας αυτής), υπάρχει περίφραξη, πρωτοεμφανίστηκαν δένδρα εντός αυτού, στην δε δυτική- βορειοδυτική κορυφή υπάρχει μικρό χαμηλό τετράγωνο κτίσμα διαστάσεων 4x4 περίπου. Πρόχειρα, δε, κτίσματα έχουν εντοπιστεί και στην αεροφωτογραφία του 1988, που ερμήνευσε ο Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός Δ. Π. στην από 22-1-2009 τεχνική του έκθεση. Το 1994 το ακίνητο φαίνεται στην αεροφωτογραφία πλήρως περιφραγμένο. Πέραν του χαμηλού κτίσματος στη δυτική- βορειοδυτική γωνία, εντοπίζονται και πρόχειρα στεγασμένοι χώροι στην βόρεια- βορειοανατολική κορυφή που πιθανόν καλύπτονταν από λαμαρίνες ή ελενίτ. Στην αεροφωτογραφία, που ελήφθη στις 7-6-2001, τα πάντα έχουν αλλάξει στο εσωτερικό της ιδιοκτησίας αυτής. Δεν υπάρχουν πλέον τα παραπήγματα (πρόχειρα στεγασμένοι χώροι) και το κτίσμα, που υπήρχε στις προηγούμενες αεροφωτογραφίες. Αυτό συνέβη γιατί ο ενάγων, όπως προηγουμένως και ο πατέρας του, καθαίρεσαν τις κατασκευές αυτές μόλις τις αντελήφθησαν. Επίσης εγκαταλείφθηκαν οι καλλιέργειες, που είχαν εντοπιστεί στην αεροφωτογραφία του 1994 στο ανατολικό τμήμα. Έχει κατασκευαστεί ένα καινούργιο παραλληλόγραμμο ισόγειο κτίσμα, στο νότιο- νοτιοδυτικό τμήμα και πέντε μικροί πρόχειροι στεγασμένοι χώροι (που μοιάζουν με κοτέτσια), σε επαφή με το βόρειο όριο. Ακριβώς την ίδια μορφή εμφανίζει το ακίνητο στην αεροφωτογραφία λήψεως 2002, με επιπλέον καλλιέργειες σε τμήμα της έκτασης. Αυτά τα κατασκεύασε ο εναγόμενος, το δε παραλληλόγραμμο κτίσμα συνδέθηκε με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ στις 6-4-2001, όπως αναφέρθηκε. Τα προηγούμενα, ήδη καθαιρεθέντα, κτίσματα, δεν αποδείχθηκε από ποιον είχαν κατασκευαστεί. Το ότι δεν υπήρξε σπίτι μέσα στο επίδικο ακίνητο το 1965, αποδεικνύεται και από τα διαγράμματα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, εκείνο, που συντάχθηκε το έτος 1969 και το φωτογραμμετρικό του 1975 του ΟΚΧΕ, αλλά και από τα σχεδιαγράμματα της μεμονωμένης πράξης εφαρμογής του 2002 και της πράξης εφαρμογής, που συντάχθηκε από το Δήμο ... το 2005. Στα δύο τελευταία διαγράμματα δεν υπάρχουν κτίσματα, επειδή τα υπάρχοντα κτίσματα ήταν φτιαγμένα από πολύ πρόχειρα υλικά και δεν είχαν καμμιά αξία ως κτίσματα, οπότε ήταν περιττή η απεικόνισή τους. Ο εναγόμενος δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε αδιατάρακτη νομή στο ακίνητο αυτό πριν το έτος 2001. Δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αυτός ούτε ο παππούς του Ε. Β. που κατασκεύαζε, μετά το 1979, παραπήγματα και κοτέτσια στο επίδικο. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει σαφώς κάτι τέτοιο. Τα αναφερόμενα στη διαθήκη του Ε. Β. για ύπαρξη σπιτιού μέσα στο επίδικο από το έτος 1965 διαψεύδονται από τις αεροφωτογραφίες λήψεως των ετών 1969, 1979. Ο μάρτυρας του εναγομένου Ι. Π., αγρότης, γεννημένος το 1947, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι έβλεπε έναν γέρο τον "μπάρμπα Βαγγέλη", που είχε κότες και κουνέλια, είχε δωμάτια από τσίγκους, δίπλα στη μουριά, έμενε στο Φ., μετέβαινε δε εκεί χωρίς αυτοκίνητο και ότι δεν είχε πολλές κουβέντες μαζί του, αφότου, δε, πέθανε, έβλεπε εκεί τον εναγόμενο. Ο ως άνω μάρτυρας ερωτηθείς δεν γνώριζε τίποτα για άτυπη πώληση του ακινήτου αυτού στον ως άνω. Ακόμα και αν το άτομο αυτό ήταν ο παππούς του εναγομένου, και για την περίπτωση, που αυτός κατασκεύαζε όλα τα παραπήγματα, και κτίσματα, η νομή, που άρχιζε κάθε φορά στο πρόσωπό του διεκόπτετο από τις επεμβάσεις του κυρίου του ακινήτου, δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και εν συνεχεία του ενάγοντος, που, όπως εκτέθηκε, γκρέμιζαν τα κτίσματα και παραπήγματα και επανατοποθετούσαν την καθαιρεθείσα περίφραξη, όταν το αντιλαμβάνονταν, στις δεκαετίες του 1980 και 1990 (προηγουμένως δεν υπήρξαν επεμβάσεις). Ποτέ, δε, δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία ανάμεσα σε δύο διαδοχικές τέτοιες εμφανείς πράξεις εξουσίασης εκ μέρους του ενάγοντα και του δικαιοπαρόχου του. Ως εκ τούτου, η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, στο επίδικο, που αποκτήθηκε παραγώγως με αγορά από κύριο αλλά και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού αυτός νεμόταν αυτό από το χρόνο αγοράς (12-9-1961) με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, εν πάσει, δε, περιπτώσει για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσήκουσες στο είδος του ακινήτου εμφανείς διακατοχικές πράξεις, δεν καταλύθηκε από κανέναν ούτε από τον εναγόμενο. Ομοίως δεν καταλύθηκε η εν συνεχεία αποκτηθείσα κυριότητα του ενάγοντος σ' αυτό από κληρονομική διαδοχή αλλά και δυνάμει τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στον δικό του χρόνο νομής το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Ο εναγόμενος- αντενάγων δεν απέκτησε κυριότητα σ' αυτό δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμφου ... Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, καθόσον ο αποβιώσας στις 30-4-1977 παππούς του Ε. Β., που του άφησε το ως άνω ακίνητο με την ιδιόγραφη διαθήκη του, δεν είχε γίνει κύριος αυτού μέχρι το χρόνο του θανάτου του, αφού δεν είχε συμπληρώσει στο πρόσωπό του ανεπίληπτη συνεχή νομή διανοία κυρίου επί εικοσαετία ούτε ο ίδιος είχε αρχίσει νομή, την οποία να συνέχισε ο αντενάγων συμπληρώνοντας το πρόσωπο του εικοσαετία, με προσαύξηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του και συνεπώς δεν κατέστη αυτός κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία".

Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την από 10/7/2008 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε κατ' ουσία την από 8/8/2008 ανταγωγή του αναιρεσείοντος, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει, κατά το ενδιαφέρον μέρος, αντίθετα. Ειδικότερα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έχει καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο (με κληρονομική διαδοχή από διαθήκη), όσο και με πρωτότυπο (με τακτική και έκτακτη χρησικτησία), ασκώντας ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοί του τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο πράξεις νομής (επισκέψεις, περιφράξεις, καθαρισμός από διάφορα αντικείμενα που τοποθετούσαν άγνωστα άτομα, συζητήσεις με μηχανικούς για την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως και σχετική αίτηση προς το Δήμο ..., επίβλεψη), με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, άλλως μόνο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (1961-2008), προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Αντίθετα το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η απόκτηση κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο ούτε με παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) ούτε με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), καθώς ο άμεσος δικαιοπάροχός του δεν είχε γίνει κύριος αυτού. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που ενδιαφέρουν, δηλαδή της απόκτησης κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο και το δικαιοπάροχό του και της μη απόκτησης κυριότητας σε αυτό από τον αναιρεσείοντα και το δικαιοπάροχό του. Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1048 και 1049 ΑΚ με το να μη δεχτεί ότι "ο χρόνος της χρησικτησίας του αναιρεσείοντος διεκόπη μόνο κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου, πλην όμως κατά το χρόνο εκείνο είχε ήδη συμπληρωθεί εικοσαετία και είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία" και ότι "όταν ο αναιρεσίβλητος καθαιρούσε τις κατασκευές και τις περιφράξεις του αναιρεσείοντος στο επίδικο ο τελευταίος τις επανατοποθετούσε, με αποτέλεσμα να μη διακόπτεται ο χρόνος συμπλήρωσης της έκτακτης χρησικτησίας" είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμούς που προτείνονται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις που προβλέπονται από το άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 270 παρ. 2γ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 και εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 524§1 εδ. α' ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Η κλήτευση πρέπει να γίνει με επίδοση, κατ' άρθρ. 122 επ. ΚΠολΔ, και αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επίδοσης, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο και ελέγχεται από το δικαστήριο. Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και θα πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη ή ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τις λαμβάνει υπόψη. Εάν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις της νομότυπης λήψης τους, οι ένορκες βεβαιώσεις θεωρούνται ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη, αλλά ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 20/2004). Εξάλλου σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν σε αυτό. Προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο είναι η νομότυπη επίκληση και προσκομιδή του είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με την αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτού. Η βεβαίωση του δικαστηρίου ότι προσκομίστηκε ή δεν προσκομίστηκε κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν ελέγχεται αναιρετικά. Ειδικότερα στην περίπτωση των ενόρκων βεβαιώσεων η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι αυτές έχουν ληφθεί νόμιμα αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι: α) "δεν έλαβε υπόψη τις ΑΑ98/2009, ΑΑ99/2009, 3588/2008 και 3589/2008 ένορκες βεβαιώσεις, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η προηγούμενη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, παραβλέποντας την 9426Α έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θηβών Σ. Κ., σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος κλήθηκε εμπροθέσμως να παραστεί κατά την κατάρτιση των ενόρκων βεβαιώσεων" και β) δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου (και όχι του δευτεροβάθμιου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) δικαστηρίου, "ο οποίος προσδιόριζε ειδικώς και με σαφήνεια τις συνεχείς πράξεις νομής του αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου του". Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις, επειδή, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν αποδείχθηκε η απαιτούμενη προηγούμενη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, κατ' άρθρ. 270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ, και ότι, ως εκ τούτου, ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο. Ανεξαρτήτως όμως αυτών, από την επισκόπιση των εγγράφων της δικογραφίας, και ειδικότερα από τις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο πρωτοβάθμιο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως επικαλέστηκε και προσκόμισε την παραπάνω (χωρίς ημερομηνία) έκθεση επίδοσης που επικαλείται για πρώτη φορά στο αναιρετήριο, χωρίς και πάλι να την προσκομίζει, ώστε να ελεγχθεί η τυχόν βασιμότητα του ισχυρισμού του. Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του βεβαιώνει ότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Ι. Π. (βλ. σελ. 14-15 της απόφασης). Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης, είναι τα από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επομ. ΚΠολΔ προβλεπόμενα έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου εκείνου που τα επικαλείται και τα προσκομίζει. Τέτοια όμως έγγραφα δεν είναι αυτά που περιέχουν γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως είναι και οι τεχνικές εκθέσεις ιδιωτών μηχανικών, των οποίων το περιεχόμενο εκτιμά ανελέγκτως και ελευθέρως το δικαστήριο. Επομένως ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 22/1/2009, με αίτηση του αναιρεσείοντος συνταχθείσας, τεχνικής έκθεσης (γνωμοδότησης) του πολιτικού μηχανικού Δ. Π., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ίδιος(ο αναιρεσείων) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού όπως προεκτέθηκε, η γνωμοδότηση αυτή δεν αποτελεί έγγραφο και, συνεπώς, είναι ανεπίδεκτη παραμόρφωσης.

Κατ' ακολουθίαν η αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/10/2012 αίτηση του Ι. Γ. για αναίρεση της 3501/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 593/2016

Σχόλια