Τρίτη 18 Μαΐου 2021

ΑΠ 759/2017 - Πραγματική δουλεία οδού Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία.


ΑΠ 759/2017 - Πραγματική δουλεία οδού

Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία.



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. συζ. Χ. Μ., το γένος Π., 2.Δ. Μ. του Χ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια η 1η μετά ο 2ος του πληρεξούσιου δικηγόρου ....

Των αναιρεσίβλητων: 1.Χ. συζ. Μ. Ζ., το γένος Χ. Λ. και 2. Α. Λ. του Χ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 32/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. ... και .../ 8-12-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λευκάδας Γ. Τ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 23-6-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς. Όμως, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ.).- Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1121, 1045 Α.Κ., οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρη του δουλεύοντος και θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος. Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1132 Α.Κ., αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψη της στο μέλλον. Ως προσβολή, ειδικότερα, νοείται κάθε πράξη αντιτιθέμενη στην απαιτούμενη, για την άσκηση της δουλείας, πραγματική κατάσταση, δηλαδή κάθε πράξη περιέχουσα διατάραξη ή αφαίρεση της οιονεί νομής του δικαιούχου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.Α.Π. 2/2008). Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται με αυτόν ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και εάν πρόκειται για ερμηνευτικό κανόνα η ύπαρξη του κενού ή της ασάφειας, προϋπόθεση για την εφαρμογή ή μη του οποίου και αποτελούν. Τέλος, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που εκδόθηκε σε έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή ομολογήσεως πραγματικής δουλείας διόδου των αναιρεσίβλητων κατά των αναιρεσειόντων, προβάλλονται οι παρακάτω αιτιάσεις: 1) Ότι παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ''δεδομένου ότι για τη σύσταση της δουλείας απαιτείται να καθορισθεί από το Δικαστήριο η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί στον ιδιοκτήτη του επιβαρυμένου ακινήτου και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται αναφορά στο ποσό της αποζημίωσης αυτών (αναιρεσειόντων) για την παροχή της δουλείας διόδου, η οποία αποτελεί ουσιαστική και απαιτούμενη από το νόμο προϋπόθεση για τη σύστασή της''. 2) Ότι ''παραβιάστηκε κανόνας δικαίου και με την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής, δεδομένου ότι η σχετική απόφαση είναι διαπλαστική και δεν μπορεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και συνεπώς εσφαλμένα εξεδόθη ως προσωρινά εκτελεστή η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 151/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λευκάδας και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση''. 3) Ότι, όλως επικουρικά, παραβιάστηκε κανόνας δικαίου στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι πρόκειται για αγωγή περί νομής''. 4) Ότι παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με την αναγκαία δίοδο, η οποία κρίνεται από τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες. 5) Ότι ''εσφαλμένα απορρίφθηκε η υποβληθείσα απ' αυτούς ένσταση περί υπάρξεως άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο είναι δυνατή η διέλευση της διόδου κατά τρόπο λιγότερο επαχθή και επιζήμιο σε σύγκριση με εκείνον που αφορά στο ακίνητό τους καθώς παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας και οι συγκεκριμένες συνθήκες βάσει των οποίων αποδείχθηκε ότι υπάρχει γειτονικό ακίνητο από το οποίο πρέπει να περάσει η δουλεία και κυρίως με την αποδοχή της δήθεν ύπαρξης εδαφικής λωρίδας πλάτους τριών μέτρων από την οποία δήθεν διέρχοντο οι αναιρεσίβλητοι και οι προκτήτορες αυτών''. 6) Ότι ''στην ένδικη αγωγή και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ουδεμία μνεία ή αναφορά στην οφειλόμενη σ' αυτούς αποζημίωση και έτσι το Δικαστήριο δεν προέβη σε εξέταση της καθ' ύλην αρμοδιότητάς του''. Και 7) Ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν εκτίμησε ορθά τα προσκομισθέντα απ' αυτούς αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρα ανταποδείξεως και έγγραφα), ούτε αιτιολόγησε επαρκώς το λόγο για τον οποίο έκρινε πειστικότερες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσίβλητων''. Όλες οι παραπάνω αιτιάσεις, που προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στο Μονομελές Πρωτοδικείο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και ειδικότερα οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη, διότι με αυτές δεν προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι δε τέταρτη και πέμπτη διότι με αυτές δεν προσδιορίζεται ποιο συγκεκριμένο δίδαγμα κοινής πείρας παραβιάσθηκε, και, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, όπως και η έκτη αιτίαση, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η ένδικη αγωγή αφορά στην αναγνώριση του δικαιώματος της πραγματικής δουλείας διόδου των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, συγκυρίων δεσπόζοντος ακινήτου, μέσω του γειτονικού δουλεύοντος ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγομένων - αναιρεσειόντων, και στην άρση της σχετικής προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, και όχι σε αγωγή παροχής διόδου, ώστε ως στοιχείο της βάσεώς της, για να είναι πλήρης, να απαιτείται και το ποσό της αποζημιώσεως που πρέπει να καταβληθεί, όλες τους δε οι προαναφερόμενες αιτιάσεις και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους, πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο των πραγματικών γεγονότων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου .-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2015 αίτηση των Θ. συζ. Χ. Μ., το γένος Π. και Δ. Χ. Μ. κατά των Χ. συζ. Μ. Ζ., το γένος Χ. Λ. και Α. Χ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/2015 αποφάσεως του, δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.-

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: