Τρίτη 18 Μαΐου 2021

Απόφαση ΑΠ 1168/2019 - Έκδοση συναλλαγματικών για την κάλυψη επιπλέον τιμήματος σε αγοραπωλητήριο συμβόλαιο


Απόφαση ΑΠ 1168/2019 - Έκδοση συναλλαγματικών για την κάλυψη επιπλέον τιμήματος σε αγοραπωλητήριο συμβόλαιο

Επίκληση του άρθρου 919 ΑΚ-Προϋποθέσεις εφαρμογής του



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ...... και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του .... και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ν. Γ. του Κ., ήδη εκκαθαριστή αυτής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ... και κατέθεσε προτάσσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5849/1996 και 5766/2001 μη οριστικές και η 6507/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1382/2015 μη οριστική και 1147/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/10/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1147/2016 τελεσίδικη απόφαση Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την από 22-6-2011 έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της 6507/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ'ουσία την από 20-10-1994 αγωγή του εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας, τα επικαλούμενα ποσά ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την περιγραφόμενη αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά τους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91, ΑΠ 55/2003). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική. Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση. Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή (ΑΠ 900/2011). Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003, ΑΠ 1652/2006).Περίπτωση που εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, είναι και εκείνη, κατά την οποία κάποιος, με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ματαιώνει την ελπίδα ή την πιθανότητα άλλου για την απόκτηση δικαιώματος ή κάποιου αγαθού (ΑΠ 1298/2006). Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτήν και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη επαρκή αιτία της ζημίας. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ, ενώ αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας, (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτή τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει), είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς (ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 864/2014). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτό, αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 403/2017).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Με το υπ'αρ. ...19/1-3-1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου, Ε. Δ. - Ζ. ο ενάγων - εκκαλών αγόρασε από τη δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη, εργολήπτρια εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος, Ν. Γ. το υπό στοιχ. Α-2 διαμέρισμα του πρώτου υπέρ της πυλωτής ορόφου και την υπό στοιχ. ΙΙ αποθήκη του υπογείου ορόφου της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στο ... και επί της οδού ... επιφανείας αυτών, αντιστοίχως, 74,22 τ.μ. και 8,30 τ.μ. Στο εν λόγω διαμέρισμα ανήκει, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως, ο με αριθμό 5 χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτου της πυλωτής, επιφανείας 12 τ.μ. Το συνολικά συμφωνηθέν τίμημα ανερχόταν στο ποσό των 18.089.750 δραχμών, πλην όμως στο ανωτέρω συμβόλαιο αναγράφηκε ως τίμημα μόνο το ποσό των 11.589.750 δραχμών, το οποίο υποσχέθηκε ο ενάγων - εκκαλών ότι θα καταβάλει σε τρεις άτοκες (και σε περίπτωση υπερημερίας με το νόμιμο τόκο), δόσεις και συγκεκριμένα:

α)3.500.000 δρχ. έως τις 8-3-1991,

β)5.000.000 δρχ. έως τις 30-4-1991 με δάνειο, που θα ελάμβανε ο παραπάνω αγοραστής από την ..., για δε την περίπτωση μη χορηγήσεως του δανείου αυτού συμφωνήθηκε ο τελευταίος να καταβάλει το ανωτέρω ποσό από δικά του χρήματα έως τις 30-5-1991 και

γ) 3.089.750 έως τις 30-8-1991.

Επιπλέον, με το ίδιο, ως άνω, συμβολαιογραφικό έγγραφο οι συμβαλλόμενοι συναίνεσαν να εγγράψει η δανείστρια Τράπεζα υποθήκη Α' τάξεως επί των πωληθέντων ακινήτων, ενώ για να εξασφαλιστεί η πωλήτρια εταιρεία για την καταβολή του αναγραφόμενου στο άνω συμβόλαιο τιμήματος, που πιστώθηκε, ο αγοραστής, ενάγων - εκκαλών παραχώρησε το δικαίωμα σε αυτήν, ενεργώντας μόνη της και χωρίς καμία μεσολάβησή του να εγγράψει υπέρ της, με δικά του έξοδα, υποθήκη Β' τάξεως επί των ιδίων ακινήτων για ποσό 11.589.750 δρχ. και σε περίπτωση μη λήψεως του δανείου, υποθήκη Α' τάξεως. Για την πληρωμή του επιπλέον συμφωνηθέντος τιμήματος των 6.500.000 δραχμών, το οποίο δεν αναγραφόταν στο άνω συμβόλαιο, ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος εξέδωσε στις 26-2-1991 δύο συναλλαγματικές, ποσών 2.000.000 δρχ και 4.500.000 δρχ, λήξεως της πρώτης στις 30-8-1991 και της δεύτερης στις 31-12-1991, τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν ο εκκαλών. Αυτή ήταν η πραγματική αιτία εκδόσεως και αποδοχής των άνω συναλλαγματικών και όχι, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι, σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας δήθεν ο ενάγων - εκκαλών έλαβε, ως δάνειο, από τον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο, Ν. Γ. το ποσό των 6.500.000 δραχμών με την υποχρέωση να του το επιστρέψει στις αναγραφόμενες στις συναλλαγματικές ημερομηνίες λήξεως. Παράλληλα, για την εξασφάλιση των εφεσίβλητων ως προς την πληρωμή των ποσών των άνω συναλλαγματικών, που αφορούσαν το επιπλέον, μη αναγραφόμενο στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τίμημα, ο ενάγων - εκκαλών, την ίδια ημέρα, που υπογράφηκε αυτό, ήτοι την 1-3-1991, συναίνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στα παραπάνω ακίνητα μέχρι του ποσού των 7.000.000 δραχμών, υπέρ του πρώτου εναγόμενου - εφεσίβλητου, εκδοθείσας σχετικώς της υπ' αρ. 3637/1-3-1991 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων). Με βάση την απόφαση αυτή, στις 6 Μαρτίου 1991, ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος ενέγραψε υπέρ του επί των επιδίκων ακινήτων προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 7.000.000 δραχμών. Ακολούθως, στις 20 Μαρτίου 1991 ο εκκαλών κατέβαλε από το τίμημα την πρώτη δόση των 3.500.000 δραχμών και ήδη 10.271,46 ευρώ, γεγονός που συνομολογείται από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους (άρθρο 352 παρ.1 του ΚΠολΔ), ενώ δεν κατέβαλε τις υπόλοιπες δόσεις. Για την πληρωμή του υπόλοιπου συμφωνηθέντος τιμήματος επισπεύσθηκε στις 4-7-1991 σε βάρος του από την πωλήτρια εταιρεία (δεύτερη εφεσίβλητη) αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο το, ως άνω, πωλητήριο συμβόλαιο, σύμφωνα με σχετικό όρο αυτού και στη συνέχεια, διενεργήθηκε, στις 29-1-1992, ο αναγκαστικός πλειστηριασμός των ανωτέρω ακινήτων. Επιπλέον ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος με βάση τις προαναφερόμενες συναλλαγματικές, πέτυχε κατόπιν αιτήσεών του, την έκδοση σε βάρος του ενάγοντος - εκκαλούντος των υπ'αρ. 9644/5-9-1991 και 268/10-1-1992 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τα ποσά των 2.000.000 δρχ. και 4.500.000 δρχ. αντιστοίχως, για τα οποία αναγγέλθηκε στον παραπάνω γενόμενο πλειστηριασμό. Ο ενάγων - εκκαλών ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή του ότι, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, ενεργώντας ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, αντισυμβατικά και κατά παράβαση των χρηστών ηθών, προέβη στις 6-3-1991 στην προαναφερόμενη εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, πρώτης τάξεως, επί των ακινήτων του, με αποτέλεσμα η ... να αρνηθεί εξ αυτού του λόγου να του χορηγήσει δάνειο και ότι έτσι, μη μπορώντας ο ίδιος να αποπληρώσει το πιστωθέν τίμημα της άνω πωλήσεως, απώλεσε τα ακίνητα αυτά δια αναγκαστικού πλειστηριασμού. Όμως συμφωνία για να μην εγγραφεί η, διαταχθείσα με την υπ'αρ. 3637/1-3-1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσημείωση υποθήκης πριν την χορήγηση δανείου στον εκκαλούντα δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ του τελευταίου και του πρώτου εφεσίβλητου. Οι μάρτυρες που εξετάστηκαν από την πλευρά του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος (Κ. Κ. του Γ. και Μ. Σ.) κατέθεσαν περί της συμφωνίας αυτής με βάση τα όσα τους είχε πληροφορήσει ο ίδιος ο εκκαλών, χωρίς να έχουν ιδίαν αντίληψη, ενώ από την άλλη πλευρά ο εξετασθείς στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρας των εφεσίβλητων, Θ. Κ., ο οποίος είχε παρασταθεί ως Δικηγόρος του πρώτου εναγομένου - εφεσίβλητου στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση για την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης, δεν επιβεβαίωσε τη σύναψη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Εξάλλου, ο ενάγων - εκκαλών κατέβαλε άμεσα (1-3-1991) στον προαναφερόμενο Δικηγόρο (Θ.Κ.) το ποσό των 129.000 δραχμών για τα έξοδα εγγραφής της άνω προσημειώσεως υποθήκης, αν και τότε δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία χορηγήσεως σε αυτόν τραπεζικού δανείου. Δεν αποδείχθηκε, περαιτέρω, από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι, η ανωτέρω Τράπεζα αρνήθηκε να χορηγήσει στον εκκαλούντα δάνειο για τον λόγο ότι ήθελε να εξασφαλιστεί με εγγραφή υποθήκης πρώτης τάξεως. Ο τελευταίος, μολονότι ήταν κατά το χρόνο συνάψεως της πωλήσεως και διενέργειας της, σε βάρος του, αναγκαστικής εκτελέσεως υπάλληλος της ανωτέρω ... (εν συνεχεία απολύθηκε από αυτήν), δεν προσκόμισε κάποιο σχετικό έγγραφο, με το οποίο να επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του αυτός, ενώ, εξάλλου, δεν επικαλέστηκε τα ίδια και σε προγενέστερα της αγωγής δικόγραφά του, όπως στην από 24-1-1992 αίτηση αναστολής πλειστηριασμού (κατ'άρθρο 1000 ΚΠολΔ), που υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία, αντιθέτως, ανέφερε ότι η εμπλοκή του δανείου ήταν αποτέλεσμα των ανεπιθύμητων σε βάρος του ενεργειών της αναγκαστικής εκτελέσεως και όχι της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επί των ακινήτων από τον πρώτο εφεσίβλητο. Στο δικόγραφο μάλιστα αυτό ο ενάγων - εκκαλών ανέφερε ακόμη ότι του υποσχέθηκαν ότι θα λάβει το δάνειο μέχρι τις 10-2-1992, ενώ κατά το χρόνο εκείνο ήταν ήδη γνωστή η εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης (από 6-3-1991).

Συνεπώς, αφού δεν αποδεικνύεται αδικοπρακτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων σε βάρος του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, η από 20-10-1994 αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής, δεχόμενο, υπό τις ως άνω παραδοχές του, ότι δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων σε βάρος του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 919, 914, 926, 932, 297, 298, 288 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστές, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και επομένως δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα οι περιεχόμενες στους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠλοΔ, ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε αρχικά την ύπαρξη συναίνεσης των συμβαλλομένων στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για την εγγραφή υποθήκης Α' τάξης στα πωληθέντα ακίνητα από την Τράπεζα και ότι στους αντισυμβαλλομένους πωλητές παραχωρήθηκε το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης Β' τάξεως επί τούτων, στη συνέχεια αντιφάσκοντας προς την ανωτέρω παραδοχή του δέχτηκε ότι ορθά ο πρώτος αναιρεσίβλητος προέβη στην εγγραφή υποθήκης Α' τάξεως στα ίδια ακίνητα χωρίς όμως να αιτιολογείται κατά τρόπο σαφή και πειστικό, "γιατί η περί δικαιώματος της Τράπεζας υποθήκης Α' τάξεως συμφωνία" αυτού και των αντιδίκων του είχε εφαρμογή στην εγγραφή υποθήκης με βάση το δικαίωμα που παραχωρήθηκε με το συμβόλαιο "και γιατί να μην ισχύει τούτο στη δεύτερη περίπτωση της εγγραφής υποθήκης με βάση την άνω δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε κατόπιν σχετικής συναίνεσής του", είναι αβάσιμες, διότι αφορούν ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αυτή αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με την απόρριψη της αγωγής.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου, αποδεικνύεται μεν

α) ότι σε περίπτωση χορήγησης δανείου από την ... για την πληρωμή της δεύτερης δόσης του αναγραφέντος στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος, οι συμβαλλόμενοι σε αυτό συναίνεσαν να εγγράψει η δανείστρια Τράπεζα υποθήκη Α' τάξεως επί των πωληθέντων ακινήτων ενώ για να εξασφαλιστεί η πωλήτρια Εταιρεία για την καταβολή του αναγραφόμενου στο άνω συμβόλαιο τιμήματος, που πιστώθηκε, ο αγοραστής αναιρεσείων παραχώρησε το δικαίωμα σε αυτή να εγγράψει υπέρ της με δικά του έξοδα υποθήκη Β' τάξης επί των ίδιων ακινήτων για ποσό 11.589.750 δρχ. ή σε περίπτωση μη λήψεως του δανείου, υποθήκη Α' τάξεως και

β) ότι για την εξασφάλιση των αναιρεσιβλήτων ως προς την πληρωμή των ποσών των άνω συναλλαγματικών ο ενάγων αναιρεσείων την ίδια ημέρα υπογραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (1-3-1991) συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα παραπάνω ακίνητα μέχρι του ποσού των δρχ. 7.000.000 υπέρ του πρώτου εναγομένου αναιρεσίβλητου εκδοθείσας σχετικώς της 3637/1-3-1991 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την οποία ο τελευταίος ενέγραψε πράγματι επί των επίδικων ακινήτων προσημείωση υποθήκης για ποσό 7.000.000 δρχ. στις 6-3-1991, ο δε ενάγων αναιρεσείων κατέβαλε άμεσα (1-3-1991) στον παραστάντα δικηγόρο το ποσό των δρχ. 129.000 για τα έξοδα προσημείωσης υποθήκης και ακολούθως στις 20-3-1991 κατέβαλε από το τίμημα μόνο την πρώτη δόση των δρχ. 3.500.000, πλην όμως, όπως δέχεται το Εφετείο, δεν αποδεικνύεται η κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος αναιρεσείοντος και του πρώτου εναγομένου αναιρεσιβλήτου για να μην εγγραφεί η διαταχθείσα με την 3637/1-3-1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσημείωση υποθήκης πριν τη χορήγηση δανείου στον αναιρεσείοντα ενάγοντα καθώς και ότι η ανωτέρω Τράπεζα αρνήθηκε να χορηγήσει στον αναιρεσείοντα δάνειο επειδή ήθελε να εξασφαλιστεί με εγγραφή υποθήκης Α' τάξεως, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, όσον αφορά την απορριπτική της αγωγής κρίση του Εφετείου (τις οποίες άλλωστε, ούτε ο αναιρεσείων μνημονεύει) ή να περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του οι αντιφατικές αιτιολογίες που υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Εξάλλου, οι λοιπές αιτιάσεις των ίδιων λόγων που αναφέρονται στο αναιρετήριο είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττεται έτσι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με επαναξιολόγηση, ύστερα από διαφορετική προσέγγιση, των αποδείξεων αυτών από τον αναιρεσείοντα (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων είναι αβάσιμοι και απαράδεκτοι, υπό τις παραπάνω διακρίσεις, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα (ΑΠ 907/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και να το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438-440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη, χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ'αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα, καθώς και αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 732/2017, ΑΠ 168/2015). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1417/2009, ΑΠ 1396/2003). Κατά συνέπεια, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 109/2008). Για το ορισμένο δε του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ'αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ'αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 700/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι το Εφετείο προκειμένου να αποδειχθεί ο κρίσιμος και ουσιώδης ισχυρισμός του ότι η Τράπεζα (τότε).... αρνήθηκε να του χορηγήσει το εκ δραχ. 5.000.000 στεγαστικό δάνειο, για το λόγο ότι είχε ήδη εγγραφεί υποθήκη επί των πωληθέντων από τον α' αναιρεσίβλητο πρώτη προσημείωση υποθήκης, με το να απαιτήσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού την προσκομιδή σχετικού εγγράφου της Τράπεζας αυτής, το οποίο θεώρησε ως "αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο", σε σχέση με τα άλλα και ότι, συνεπώς τούτο έχει μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που νόμιμα από τον ίδιο προσκομίσθηκαν, παρεβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δικ., αφού έτσι έθεσε τα αποδεικτικά αυτά μέσα σε υποδεέστερη "κατηγορία" και αποδεικτική δύναμη, με συνέπεια να απορρίψει τον ως άνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τις προαναφερόμενες αντίστοιχες παραδοχές της, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα), χωρίς να παραβιάσει την αρχή του ισοδύναμου τούτων ή να προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, που αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν.4335/2015 η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την υπ'αριθ.1016/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατάθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2016 αίτηση του Μ. Ζ. για αναίρεση της 1147/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: