Τρίτη 18 Μαΐου 2021

Απόφαση ΑΠ 1476/2019 - Πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος Το άρθρο 281 ΑΚ, έχει εφαρμογή σε κάθε είδους δικαίωμα, ακόμη δε και στις νομικές πράξεις των οργάνων του κράτους,


Απόφαση ΑΠ 1476/2019 - Πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος
Το άρθρο 281 ΑΚ, έχει εφαρμογή σε κάθε είδους δικαίωμα, ακόμη δε και στις νομικές πράξεις των οργάνων του κράτους, οι οποίες εκδίδονται (ή συντελούνται) στο πλαίσιο συμβατικών ή άλλων σχέσεων που ρυθμίζονται από το ιδιωτικό δίκαιο και αφορούν διαχείριση της περιουσίας του δημοσίου, εφόσον βέβαια οι πράξεις αυτές ελέγχονται από τα δικαστήρια. Τέτοια πράξη είναι και το πρωτόκολλο αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, που εκδίδεται από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου.



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του ..., η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται ο Δήμος …. του νομού …. ο οποίος δημιουργήθηκε κατόπιν της συνένωσης του τέως δήμου … με άλλους και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μυρσίνη Παπαχίου ανέγνωσε την από 19-1-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Mε την από 15-11-2018 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 6-11-2008 (αριθμ. εκθ. κατ.56/7-11-2008) αίτηση αναίρεσης μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 30ης-1-2012.

2.- Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθμ. 32/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αντιμωλία των διαδίκων, που δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσίαν την από 26-2-2007 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", στη δικονομική θέση του οποίου, υπεισήλθε, ο παριστάμενος στην παρούσα δίκη Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", κατά της υπ` αριθμ. 34/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που είχε εκδοθεί, επίσης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αντιμωλία των διαδίκων και είχε απορρίψει την από 11-8-2006 (αριθμ. εκθ. κατ. 1081/Ασφ.861/2006) ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, για ακύρωση του υπ' αριθμ. ….07/317/12-7-2006 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού …Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

3. Από την διάταξη του άρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486/2013, 568/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1332/2018, ΑΠ 1118/2017, ΑΠ 1976/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 2119/2014). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1332/2018, ΑΠ 1118/2017, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2119/2014).

4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλ' αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Η ως άνω διάταξη (άρθρο 281 ΑΚ), έχει εφαρμογή σε κάθε είδους δικαίωμα, ακόμη δε και στις νομικές πράξεις των οργάνων του κράτους, οι οποίες εκδίδονται (ή συντελούνται) στο πλαίσιο συμβατικών ή άλλων σχέσεων που ρυθμίζονται από το ιδιωτικό δίκαιο και αφορούν διαχείριση της περιουσίας του δημοσίου, εφόσον βέβαια οι πράξεις αυτές ελέγχονται από τα δικαστήρια. Τέτοια πράξη είναι και το πρωτόκολλο αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, που εκδίδεται από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος, όπως αυτό ισχύει (βλ.σχ. Ολ.ΑΠ 3/2010, ΑΠ 1626/2010, ΑΠ 1643/2008). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την απόφαση 16334/10-6-1970 του Νομάρχη ... καθορίστηκαν τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας στον οικισμό "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του εκκαλούντος Δήμου .... Πριν και μετά τον καθορισμό των ορίων αυτών, η Κοινότητα ..., στη θέση της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως ο εκκαλών Δήμος ... (και ήδη ο αναιρεσίβλητος Δήμος ...), σύμφωνα µε το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2539/1997, προέβη, χωρίς άδεια των αρμόδιων αρχών, στην κατασκευή έργων επί τμημάτων του αιγιαλού και της θαλάσσιας ζώνης που περιβρέχει τις ακτές. Η έκταση, στην οποία εκτελέστηκαν τα έργα αυτά, έχει εμβαδό 7.400,90 τµ και αποτυπώνεται στην 11/2005 οριζοντιογραφία υφιστάμενων έργων προς νομιμοποίηση της Σ. Κ., Πολιτικού Μηχανικού, η οποία (οριζοντιογραφία) ελέγχθηκε την 27-1-2006 από τον Κ. Β., Μηχανικό της ΤΥΔΚ του Ν. … και θεωρήθηκε την ίδια ημέρα από το Ν. Μ., Πολιτικό Μηχανικό, Προϊστάμενο της ΤΥΔΚ του Ν. …. Ειδικότερα, στη θέση "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του εκκαλούντος Δήμου ... κατασκευάστηκαν, από την προαναφερόμενη Κοινότητα, τα ακόλουθα αυθαίρετα έργα: α) τσιμεντένια κατασκευή, που βρίσκεται μέσα στην περιβρέχουσα τις ακτές θαλάσσια ζώνη, έχει εμβαδό 398,20 τµ και αποτυπώνεται στην προαναφερόμενη οριζοντιογραφία µε τα στοιχεία Ε1 α, κατά το έτος 1982 περίπου, µε σκοπό την προσάραξη αλιευτικών σκαφών, β) τσιμεντένιο τοιχίο παράλληλα προς την προβλήτα, το οποίο έχει εμβαδό 43,50 τµ και αποτυπώνεται στην προαναφερόμενη οριζοντιογραφία µε τα στοιχεία Ε1 β, κατά το έτος 1987, για την προστασία του υπάρχοντος λιμενοβραχίονα από διαβρώσεις, γ) επιχωμάτωση χώρου του αιγιαλού και κρηπίδωμα στην άκρη του, που έχουν εμβαδό 6.637,25 τµ, αποτυπώνονται στην ίδια οριζοντιογραφία µε τα στοιχεία Ε2 και κατασκευάστηκαν κατά το μεγαλύτερο µεν μέρος κατά το έτος 1960, κατά το μικρότερο δε (μέρος ) κατά το έτος 1990, µε σκοπό τη δημιουργία λιμενίσκου, δ) ξύλινη γέφυρα, που έχει εμβαδό 12,75 τµ και αποτυπώνεται στην ίδια οριζοντιογραφία µε τα στοιχεία Ε3, κατά το έτος 1990 και ε) ανακατασκευή κρηπιδώματος, που έχει εμβαδό 309,20 τµ και αποτυπώνεται στην ίδια οριζοντιογραφία µε τα στοιχεία Ε4, κατά το έτος 1994, για την εξυπηρέτηση των αλιευτικών σκαφών. Ο αιγιαλός, σε τμήματα του οποίου κατασκευάστηκαν ορισμένα από τα προαναφερόμενα έργα, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 967 του ΑΚ, στα κοινόχρηστα πράγματα, ανήκει δε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο τον προστατεύει και τον διαχειρίζεται. Εξάλλου, τα τμήματα της περιβρέχουσας τις ακτές θαλάσσιας ζώνης, στα οποία κατασκευάστηκαν ορισμένα από τα έργα αυτά, αποτελούν κοινά σε όλους πράγματα, τα οποία δεν ανήκουν µεν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφού τα κυριαρχικά δικαιώματα αυτού στο θαλάσσιο αυτό χώρο δεν είναι εμπράγματα δικαιώματα, αλλά δικαιώματα που ρυθµίζονται από το δημόσιο δίκαιο (κρατική κυριαρχία) ανήκουν, όμως, στη "δημόσια κτήση" και αποτελούν δημόσια κτήματα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων του ΠΔ της 11/12-11-1929 "περί Δημοσίων δημοσίων κτημάτων" και του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσης των τμημάτων του αιγιαλού και της περιβρέχουσας τις ακτές θαλάσσιας ζώνης, επί των οποίων κατασκευάστηκαν τα έργα αυτά, δεν παρείχαν στην τέως Κοινότητα ... την εξουσία να εκτελέσει αυτά (έργα). Η εκτέλεσή τους έγινε κυρίως για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων των κατοίκων της που έκαναν χρήση αυτών και στη συνέχεια των δημοτών του εκκαλούντος Δήμου .... Ωστόσο, η τέως Κοινότητα ... και στη συνέχεια ο εκκαλών Δήμος ... δεν εξασφάλισαν στους δημότες τους την αποκλειστικότητα της χρήσης των προαναφερόμενων κατασκευών. Έτσι, και μετά την εκτέλεση των έργων αυτών κάθε πολίτης είχε την εξουσία, ως εκδήλωση της ελευθερίας, που είναι στοιχείο της προσωπικότητάς του, να χρησιμοποιεί ελεύθερα τους προαναφερόμενους χώρους και τις προαναφερόμενες κατασκευές. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν αίρει την, χωρίς συμβατική σχέση, χρήση των προαναφερόμενων κοινόχρηστων και κοινών σε όλους πραγμάτων µε τη διατήρηση από τον εκκαλούντα Δήμο ... των προαναφερόμενων κατασκευών, αφού ο εκκαλών Δήμος ... πραγματοποιεί, δια των δημοτών του, στα πράγματα αυτά όχι απλή χρήση, αλλά χρήση µε την κατασκευή και τη διατήρηση των προαναφερόμενων κατασκευών χωρίς συμβατική σχέση µε το εφεσίβλητο και χωρίς την απαραίτητη από τις αρμόδιες αρχές άδεια. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εκκαλών Δήμος ..., όχι µόνο δεν ζήτησε την καθαίρεση των προαναφερόμενων κατασκευών, αλλά, αντίθετα, έχει θέσει σε κίνηση τη διαδικασία της νομιμοποίησης των αυθαίρετων αυτών κατασκευών µε την αποστολή των εγγράφων του 5081/12-12-2003 και 2623/1-7-2004 στην Κτηματική Υπηρεσία Ν. …., έχοντας ως σκοπό να επεκτείνει αυτές και να αναπλάσει την περιοχή. Από όλα αυτά συνάγεται ότι συνέτρεχαν οι αναφερόμενες στην αρχή της σκέψης αυτής προϋποθέσεις για την έκδοση, από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. …, σε βάρος του εκκαλούντος Δήμου ..., πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση κτημάτων του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (και ήδη αναιρεσείοντος), δηλαδή η αυθαίρετη (χωρίς συμβατική σχέση) χρήση δημόσιων κτημάτων από τον εκκαλούντα Δήμο .......... Περαιτέρω, μετά την αποστολή από τον εκκαλούντα Δήμο ... στην Κτηματική Υπηρεσία Ν. … των προαναφερόμενων εγγράφων, µε τα οποία ζητήθηκε να νομιμοποιηθούν τα προαναφερόμενα έργα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 και 2, 27 παρ. 9 και 10 του Ν. 2971/2001, ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας … καθόρισε, με το ….07/317/12-7-2006 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, στο ποσό των 122.114,85 ευρώ, υπέρ του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και σε βάρος του εκκαλούντος Δήμου ..., την αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση από τον τελευταίο των πιο πάνω αναφερόμενων τμημάτων του αιγιαλού και της περιβρέχουσας τις ακτές θαλάσσιας ζώνης, για το χρονικό διάστημα από την 1-1-2002 μέχρι την 31-12-2006, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 9 του N.2971/2001. Όμως, αν ληφθεί υπόψη: α) το ότι από το χρόνο της κατασκευής του μεγαλύτερου τμήματος του τρίτου από τα πιο πάνω αναφερόμενα έργα, που είναι το μεγαλύτερο σε έκταση, δηλαδή από το έτος 1960 μέχρι την άσκηση από το εφεσίβλητο του δικαιώματός του για την έκδοση για πρώτη φορά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση των προαναφερόμενων δημόσιων κτημάτων σε βάρος του εκκαλούντος Δήμου ..., δηλαδή μέχρι το έτος 2006, πέρασε χρονικό διάστημα σαράντα έξι περίπου ετών, β) οι πιο πάνω αναφερόμενοι χρόνοι κατασκευής του υπόλοιπου τμήματος του έργου αυτού, καθώς και των άλλων έργων, γ) το ότι η τέως Κοινότητα ..., στη θέση της οποίας υπεισήλθε ο εκκαλών Δήμος ..., δαπάνησε, για την εκτέλεση των έργων αυτών, μεγάλα χρηματικά ποσά, όπως δέχεται τόσο ο εκκαλών, όσο και το εφεσίβλητο, δ) ο ότι παρόλο που το εφεσίβλητο, δια των αρμόδιων οργάνων του, γνώριζε την εκτέλεση από την προαναφερόμενη Κοινότητα των έργων αυτών και τη χρήση αυτών από τους κατοίκους και στη συνέχεια από τους δημότες του εκκαλούντος, δεν άσκησε το προαναφερόμενο δικαίωμά του για έκδοση πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιων κτημάτων και έτσι εύλογα δημιούργησε την πεποίθηση στα αρμόδια όργανα της προαναφερόμενης Κοινότητας και στη συνέχεια του εκκαλούντος Δήμου ... ότι δεν θα ασκούσε ποτέ αυτό και ε) το ότι με την εκτέλεση των έργων αυτών όχι μόνο δεν έχει εμποδιστεί η λειτουργία της δημιουργούμενης, με την καθιέρωση πράγματος ως κοινοχρήστου, σχέσης του πολίτη προς το πράγμα, αλλά, αντίθετα, έχει ευνοηθεί η χρήση των πραγμάτων αυτών όχι μόνο από τους δημότες του εκκαλούντος Δήμου ..., αλλά και από όλους τους πολίτες συνάγεται ότι άσκηση από το εφεσίβλητο του προαναφερόμενου δικαιώματός του προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και, συνεπώς είναι καταχρηστική". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο δεύτερος λόγος ανακοπής, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσείοντος) έπρεπε να γίνει δεκτός και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε απορρίψει σιωπηρά την ένσταση αυτή, έσφαλε, στη συνέχεια δε, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο καθορισμού για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούται το πραγματικό του κανόνα του εν λόγω άρθρου, όπως η έννοια αυτού αναλύθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τα δεκτά δε γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι η εκτέλεση σημαντικών και πολυδάπανων τεχνικών έργων επί του αιγιαλού και της θαλάσσιας ζώνης που περιβρέχει τις ακτές εν γνώσει των αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου και χωρίς τη διαμαρτυρία τους επί πολλά έτη, µε αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στον Δήμο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα εκδώσουν κατ' αυτού πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, ορθά υπήχθησαν στην ως άνω διάταξη και δικαιολογούν την εφαρμογή της, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης. Ειδικότερα, το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου είναι επαρκώς αιτιολογημένο και ως προς τη γνώση των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος των σημαντικών έργων που ο δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου είχε αρχίσει να εκτελεί στο επίδικο κοινόχρηστο ακίνητο, από το έτος 1960, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Με δε την περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι "προκύπτει" πως η σχετική γνώση των οργάνων του έλαβε χώρα κατά την υποβολή της 11/2005 οριζοντιογραφίας της Σ. Κ., η οποία ελέγχθηκε στις 27-1-2006, κατ'επίφαση της από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλημμέλειας το αναιρεσείον πλήττει απαράδεκτα την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, αβάσιμοι οι λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα. 5.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2008 (αριθμ. εκθ. κατ. 56/2008) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/2008 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: