Απόφαση ΑΠ 1417/2019 - Δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση παρεμπόδισης συνοίκησης
Δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Κ. του Χ., 2) Χ. Κ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .... με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως μοναδικού κληρονόμου της αποβιωσάσης συζύγου του Ε. συζύγου Α. Γ., το γένος Φ. Λ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του .... και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και της ήδη θανούσης συζύγου του Ε. Γ., το γένος Φ. Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/7/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 19-7-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 122/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχτηκε την από 9-5-2014 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ. 7/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, την οποία είχε ασκήσει για τον εαυτό του, αλλά και ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αρχικώς ενάγουσας Ε. Γ., συζύγου του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την απορριφθείσα πρωτοδίκως από 30-9-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου και της αποβιωσάσης συζύγου του κατά των αναιρεσειόντων και υποχρέωσε τους τελευταίους να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 10.000€ (5.000 για τον ίδιο και 5.000 για τη σύζυγό του) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν, διότι αυτοί (αναιρεσείοντες) με τις αναφερόμενες ενέργειές τους παρεμπόδισαν αυτούς υπαίτια και παράνομα στην άσκηση του δικαιώματος συνοίκησης, που είχαν στην οικία, της οποίας ο πρώτος αναιρεσείων ήταν κύριος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται:
α) ποιές είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας,
β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και
γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 688/2016).
Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο εκ του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δε λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία. (ΑΠ 767/2014, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 2191/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αληθή νοηματική του έννοια, η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8) και συγκεκριμένα προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ότι, αν και είχαν νόμιμα επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και είχαν προσκομίσει έγγραφα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, ότι ουδέποτε παρεμποδίστηκε ο αναιρεσίβλητος και η αποβιώσασα σύζυγός του στη χρήση του δικαιώματος συνοίκησης επί της οικίας τους και ειδικότερα 1) το υπ' αριθ. πρωτ. .../75-α/12-2-2009 απόσπασμα του δελτίου συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος …, στο οποίο ο αναιρεσίβλητος, σε απάντηση παραπόνου που υπέβαλε ο πρώτος από αυτούς, ότι δεν ασφαλίζει την οικία κατά την αποχώρησή του από αυτή, δήλωσε ότι " πάντοτε ασφαλίζει κατά την αποχώρησή του το οίκημα, στο οποίο βρίσκονται πολύτιμα αντικείμενά του" και 2) την υπ' αριθ. 16-6-2011 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση του αναιρεσίβλητου και της συζύγου του προς τον πρώτο από αυτούς (αναιρεσείοντες) στην οποία αναφέρουν "...πρέπει να απέχεις από κάθε προσπάθεια ασκήσεως ψυχολογικής βίας σε βάρος μας με τη διαρκή παρουσία σου δίπλα μας, όταν βρισκόμαστε στους κοινόχρηστους χώρους, γιατί με τη συμπεριφορά σου αυτή θέλεις να μας εκφοβίσεις και να μας αποτρέψεις να ασκούμε το δικαίωμα της συνοίκησης μας...", από τις οποίες δηλώσεις προκύπτει εξώδικη ομολογία τους περί του ότι το επίδικο χρονικό διάστημα 2005-2011 ασκούσαν ακώλυτα το δικαίωμα συνοίκησης στην παραπάνω οικία. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τα παρακάτω έγγραφα και συγκεκριμένα 1) τα υπ' αριθ. 24/2013 πρακτικά συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας της συνεδρίασης της 12-4-2013, κατά την οποία συζητήθηκε η υπ' αριθ. έκθ. καταθ. 95/24-1-2011 αγωγή του πρώτου από αυτούς κατά του αναιρεσίβλητου και της αποβιώσασας συζύγου του, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα, Ν. Δ., που εξετάστηκε με την επιμέλεια των τελευταίων και σε σχετικές ερωτήσεις, εάν ο αναιρεσίβλητος εμποδίστηκε να εισέλθει στην οικία από τους αναιρεσείοντες ή συγγενείς τους ή τρίτους, εάν έχουν πάει από το 2005 στην οικία και εάν είχε κλειδιά, απάντησε ότι δεν εμποδίστηκε, ότι κατά διαστήματα πήγαιναν στην οικία και ότι είχαν κλειδιά και 2) την υπ' αριθ.802/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας από την οποία προκύπτει, ότι έπαυσε υφ' όρον, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 4043/2012 η ποινική δίωξη εναντίον των αναιρεσειόντων, που είχε ασκηθεί μετά την από 24-11-2008 μήνυση του αναιρεσίβλητου για παράβαση του άρθρου 232Α ΠΚ, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται ότι παρεμπόδισαν στις 14-11-2008 τον αναιρεσίβλητο να κάνει χρήση του υπογείου χώρου στάθμευσης της οικίας. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, το γεγονός δε ότι δεν συνήγαγε από τα δύο πρώτα έγγραφα την επικαλούμενη εκ μέρους των αναιρεσειόντων εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου και της αποβιώσασας συζύγου του αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού. Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν των κοινωνών. Δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014). Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό παρακωλύει ή και αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014). Εξάλλου, εκτός από την κοινωνία κατ` ιδανικά μέρη, την οποία ρυθμίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, υπάρχουν και άλλες μορφές κοινωνιών. Μία από αυτές είναι και η "κοινωνία" ετεροειδών δικαιωμάτων. Ιδιάζον γνώρισμα αυτής είναι η ύπαρξη στο ίδιο πράγμα περισσοτέρων ετεροειδών δικαιωμάτων, που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή δηλαδή ο ένας είναι πχ ο κύριος του πράγματος και ο άλλος είναι ο δικαιούχος περιορισμένης προσωπικής δουλείας, που του παρέχει κάποια εξουσία ή χρησιμότητα επί του αλλοτρίου πράγματος, κατά το άρθρο 1188 παρ. 1 ΑΚ, όπως είναι και το δικαίωμα της συνοίκησής του με τον κύριο σε οικία, που ανήκει στον τελευταίο. Και στη μορφή αυτή "κοινωνίας" ετεροειδών δικαιωμάτων, μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά ορισμένες διατάξεις της κοινωνίας και δεν αποκλείεται να ανακύπτει αδικοπρακτική ευθύνη του ενός "κοινωνού" έναντι των άλλων, αν παράνομα και υπαίτια παρακώλυσε από τους λοιπούς τη σύγχρηση του πράγματος, σύμφωνα με το περιεχόμενο της περιορισμένης προσωπικής δουλείας. Στην περίπτωση αυτή της αδικοπρακτικής ευθύνης ο "κοινωνός", που παρεμποδίστηκε στη σύγχρηση του κοινού πράγματος, εκτός από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, έχει δικαίωμα να ζητήσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά το άρθρο 932 ΑΚ. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), όπως και αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 536/2011 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες από τους οποίους η δεύτερη απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον πρώτο, ο οποίος συνεχίζει τη δίκη εξέθεταν, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, ότι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. ...72/5-5-1998 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Φ. Μ.- Μ., που καταρτίστηκε αφενός μεταξύ αυτών και αφετέρου μεταξύ του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως ψιλού κυρίου του αναφερομένου σ' αυτή οικοπέδου και της επ' αυτού οικοδομής και του ήδη αποβιώσαντος πατέρα του, Χ. Κ., επικαρπωτή του ακινήτου, συστήθηκε υπέρ αυτών περιορισμένη προσωπική δουλεία συνοίκησής τους στην πιο πάνω οικοδομή, καθώς και χρήσης των κοινοχρήστων χώρων αυτής, με τον εκάστοτε κύριο ή επικαρπωτή, ότι αυτοί πράγματι από το έτος 1999, όταν περατώθηκε η ανέγερση της οικοδομής, που έγινε εξολοκλήρου με δαπάνες τους, μέχρι και το έτος 2005 έκαναν χρήση του άνω δικαιώματός τους, της συνοίκησής τους δηλαδή στην οικοδομή, αρχικά με τον πατέρα του πρώτου αναιρεσείοντος και μετά το θάνατο αυτού το έτος 2001 με τον ίδιο, ότι από τον Ιούλιο 2005 όμως και εφεξής ο πρώτος αναιρεσείων ατομικά, αλλά και από κοινού με το δεύτερο εναγόμενο, γιό του και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, επειδή οι ενάγοντες ζήτησαν από τον πρώτο από τους εναγομένους την απόδοση του ημίσεος ποσού, που είχαν δαπανήσει για την κατασκευή της οικίας, όπως είχε συμφωνηθεί, προέβησαν παράνομα και υπαίτια με ενέργειές τους σε παρεμπόδιση της άσκησης του άνω δικαιώματός τους της συνοίκησής τους και της χρήσης των κοινοχρήστων χώρων της οικίας, που είχε ως αποτέλεσμα τελικά την παράνομη αποστέρησή τους από τις ωφέλειες, που τους παρείχε το δικαίωμα της συνοίκησης, ότι εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς των εναγομένων, οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 852/2005 απόφαση του άνω δικαστηρίου, που ρύθμισε τη χρήση του δικαιώματος της συνοίκησης των εναγόντων και όρισε να ασκούν αυτοί αποκλειστική χρήση στους ανατολικούς κοιτώνες της οικοδομής και από κοινού με τον πρώτο ενάγοντα στην αποθήκη, την κουζίνα μετά του καθιστικού του ορόφου, τον ξενώνα και το υπόγειο για τη στάθμευση των αυτοκινήτων και υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο να παραλείψει οποιαδήποτε πράξη, που θα προσβάλλει το άνω δικαίωμά τους, ότι πιο συγκεκριμένα αμφότεροι οι εναγόμενοι στις 18-9-2006 παρακώλυσαν την άσκηση του δικαιώματός τους της συνοίκησης, καθόσον απαγόρευσαν σ' αυτούς την είσοδο, τοποθετώντας στην εξωτερική μεταλλική συρόμενη θύρα του οικοπέδου, μεταλλικό βιδωτό έλασμα πλησίον του στομίου της κλειδαριάς, καθιστώντας έτσι αδύνατη την ανύψωση του σχετικού εξαρτήματος, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται το άνοιγμα της θύρας, ότι για την πράξη τους αυτή, κατόπιν υποβολής έγκλησης, αμφότεροι οι εναγόμενοι τιμωρήθηκαν για την πράξη της αυτοδικίας, ο δε πρώτος επιπλέον και για παράβαση του άρθρου 232Α ΠΚ, διότι με την ενέργειά του αυτή παραβίασε συγχρόνως την παραπάνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και επιβλήθηκε στο μεν πρώτο συνολική ποινή φυλάκισης 50 ημερών, στο δε δεύτερο φυλάκιση 40 ημερών, ότι στις 14-11-2008 αμφότεροι οι εναγόμενοι παρεμπόδισαν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος συνοίκησης των εναγόντων, καθόσον ο μεν πρώτος είχε το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του σταθμευμένο σε τέτοιο σημείο του υπογείου χώρου, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρήση αυτού από τους ενάγοντες για τη στάθμευση του δικού τους αυτοκινήτου και επιπλέον και οι δύο εναγόμενοι τοποθέτησαν εντός του υπογείου χώρου διάφορα αντικείμενα, ώστε να είναι αδύνατη η χρήση από αυτούς, ότι στις 3-3-2011 ο πρώτος εναγόμενος παρεμπόδισε την άσκηση του δικαιώματος συνοίκησης των εναγόντων, καθόσον απαγόρευσε την είσοδο στην οικία φιλικών προσώπων του πρώτου ενάγοντος, που είχαν μεταβεί μετ' αυτού, προκειμένου να παραλάβει προσωπικά του αντικείμενα και ότι στις 28-6-2011 ο ίδιος πρώτος εναγόμενος και πάλι παρεμπόδισε τον πρώτο ενάγοντα στην άσκηση του δικαιώματος συνοίκησης, κατά τη μετάβασή του στην οικία με φιλικά του πρόσωπα, προκειμένου να παραλάβει προσωπικά του αντικείμενα, καθόσον είχε κλειδωμένη την εξωτερική θύρα του αύλειου χώρου που προορίζεται για τους πεζούς, χωρίς να του έχει χορηγήσει κλειδί, είχε διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς την εξωτερική συρόμενη θύρα, που προορίζεται για τα αυτοκίνητα, ώστε να μη λειτουργεί ο τηλεχειρισμός της και είχε επανατοποθετήσει το βιδωτό έλασμα, ώστε να μη λειτουργεί και χειροκίνητα και να εμποδίζεται έτσι η είσοδός του στην οικία. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και συγκεκριμένα, ότι αυτοί με τις άνω ενέργειές τους παρεμπόδισαν παρανόμως και υπαιτίως την άσκηση του δικαιώματός τους της συνοίκησής και της χρήσης των κοινοχρήστων χώρων της οικίας, που είχε ως αποτέλεσμα τελικά την παράνομη αποστέρησή τους από τις ωφέλειες, που τους παρείχε το δικαίωμα της συνοίκησης, ζήτησαν, πλην άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 70.000,00€, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τη συμπεριφορά τους αυτή. Με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονούνται για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ισχυρισμού τους περί αοριστίας της αγωγής, που υπέβαλαν με τις έγγραφες προτάσεις τους και περί μη απόρριψης αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας είναι αβάσιμος. Τα αναφερόμενα δε στο λόγο αυτό αναίρεσης από τους αναιρεσείοντες, σχετικά με την αοριστία της αγωγής ως εκ του ότι δεν αναφέρονται περιστατικά για ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς τους σε βάρος του αναιρεσίβλητου και της συζύγου του, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, όπως παραπάνω αναφέρεται και δέχτηκε το Εφετείο, η αδικοπρακτική συμπεριφορά τους ερείδεται στην παρεμπόδιση παρανόμως και υπαιτίως της άσκησης του δικαιώματος της συνοίκησης και της χρήσης των κοινοχρήστων χώρων της οικίας, που είχαν οι ενάγοντες και όχι σε ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων σε βάρος του αναιρεσίβλητου και της συζύγου του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/06, 4/2005). Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ως αιτιολογίες στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 1420/2007). Αντιφατικές αιτιολογίες, ειδικότερα, έχει η απόφαση , όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 470/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: " Δυνάμει του υπ' αριθ. ...72/5-5-1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Φ. Μ., νομίμως μεταγραφέντος, ο Χ. Κ., πατέρας του πρώτου εναγομένου ως επικαρπωτής και ο πρώτος εναγόμενος ως ψιλός κύριος ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 9.152,13 τμ, κειμένου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου ..., επί του οποίου υφίσταται διώροφη οικοδομή με υπόγειο, συνολικού εμβαδού 189,24 τμ, συνέστησαν επ' αυτής υπέρ των εναγόντων Α. Γ. και Ε. συζ. Α. Γ., περιορισμένη προσωπική δουλεία συνοικήσεως. Σύμφωνα με αυτήν οι τελευταίοι δικαιούχοι συνοικήσεως θα έχουν δικαίωμα να συγκατοικούν με τον επικαρπωτή Χ. Κ. και μετά το θάνατο αυτού με τον ψιλό κύριο Λ. Κ., καθώς και τους ειδικούς ή καθολικούς του διαδόχους. Την 25-10-1999 ο πρώτος ενάγων υπέβαλε την παραίτησή του από επίκουρος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής … και διέμενε με τη σύζυγό του στην ανωτέρω οικοδομή για χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών κατά τους εαρινούς και θερινούς μήνες. Από τον Ιούλιο του έτους 2005 οι σχέσεις των εναγόντων με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος πλέον μετά το θάνατο του πατέρα του ήταν αποκλειστικός κύριος της οικοδομής, άρχισαν να διαταράσσονται, με συνέπεια τη δημιουργία πλήθους αστικών και ποινικών δικών. Συγκεκριμένα την 18-09-2006 αμφότεροι οι εναγόμενοι, πατέρας και τέκνο του, παρεμπόδισαν την είσοδο του πρώτου ενάγοντος στην οικία, καθώς τοποθέτησαν στην εξωτερική θύρα του οικοπέδου της μεταλλικό βιδωτό έλασμα πλησίον του στομίου της κλειδαριάς. Κατόπιν τούτου ο ενάγων υπέβαλε έγκληση για αυτοδικία και για παράβαση του άρθρου 232Α ΠΚ, αφού προγενέστερα είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 852/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία είχε ρυθμισθεί η χρήση της οικίας, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να καταδικασθούν τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 260/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, ο πρώτος σε φυλάκιση 50 ημερών και ο δεύτερος σε φυλάκιση 40 ημερών. Την 14-11- 2008 ο πρώτος εναγόμενος παρεμπόδισε τη χρήση του υπογείου χώρου σταθμεύσεως με την τοποθέτηση του υπό στοιχεία ...23 ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του σε τέτοιο σημείο, ώστε να είναι αδύνατη η στάθμευση του οχήματος του πρώτου ενάγοντος. Την ίδια χρονολογία αμφότεροι οι εναγόμενοι τοποθέτησαν διάφορα κινητά πράγματα εντός του υπογείου χώρου σταθμεύσεως, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρήση αυτού από τον πρώτο ενάγοντα. Την 03-03-2011 ο πρώτος εναγόμενος παρεμπόδισε δύο φιλικά πρόσωπα του ενάγοντος να εισέλθουν στην οικία. Εν τέλει μετά την έγερση της από 23-07-2007 αγωγής του πρώτου εναγομένου και της 10-3-2009 αγωγής των εναγόντων, εξεδόθη η υπ' αριθ 106/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας με την οποία ερρυθμίσθη η χρήση της οικίας από τους ενάγοντες και τον πρώτο εναγόμενο και ακολούθως εξεδόθη η υπ' αριθ. 83/2011 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-03-2009 αγωγή (αριθ. καταθ. 353/2009) και διετάχθη ο πρώτος εναγόμενος α) να απέχει από κάθε ενέργεια ή παράλειψη, η οποία συνιστά διατάραξη ή προσβολή... του δικαιώματος συνοικήσεως, β) να επαναφέρει το υπόγειο της οικοδομής στην προορισμένη για αυτό χρήση, με απειλή σε βάρος του εναγομένου χρηματικής ποινής 2.000€ και απαγγελία προσωπικής κρατήσεως τριών μηνών για κάθε παραβίαση της διατάξεως της αποφάσεως. Περαιτέρω, από όλα τα προεκτεθέντα, αποδεικνύεται, ότι οι ενάγοντες ένεκα της τελεσθείσας για μεγάλο διάστημα ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων με την παρακώλυση του δικαιώματος συνοίκησης στην οικία... υπέστησαν προσβολή ...που τους προξένησε βαθύ ψυχικό άλγος και θλίψη...". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος, που είχε απορρίψει το κεφάλαιο της αγωγής σχετικά με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων, δέχτηκε περαιτέρω, όπως από το όλο περιεχόμενο των ουσιαστικών παραδοχών του προκύπτει, ότι αυτοί προέβησαν με αδικοπρακτικές ενέργειες, που εντοπίζονται σε πράξεις αυτοδικίας, δηλαδή στην υπαίτια και αυθαίρετη παρεμπόδιση της άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου και της συζύγου του της συνοίκησής τους και της χρήσης των κοινοχρήστων χώρων της οικίας, πλήρους κυριότητας του πρώτου από αυτούς, καθώς και σε μη συμμόρφωση του ίδιου σε διάταξη της υπ' αριθ. 852/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που είχε ρυθμίσει την άσκηση του άνω δικαιώματος από τα διάδικα μέρη και κατέληξε, ότι ο αναιρεσίβλητος και η σύζυγός του υπέστησαν εξ αυτών ηθική βλάβη και επιδίκασε σε καθένα από αυτούς το ποσό των 5.000,00€, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, λαμβανομένου υπόψη, ότι και οι άνω αδικοπρακτικές ενέργειες είχαν ως επακόλουθο την παράνομη αποστέρηση του αναιρεσίβλητου και της συζύγου του από τις ωφέλειες, που τους παρείχε το δικαίωμα της συνοίκησης. Είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι για την αδικοπρακτική ενέργεια των αναιρεσειόντων της 14-11-2008 δεν υπήρξε καταδικαστική απόφαση, αλλά έπαυσε υφ' όρον, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 4043/2012, η ποινική δίωξη σε βάρος τους με την υπ' αριθ. 802/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη παρά το νόμο από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται και όταν το εφετείο, ενεργώντας καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ερευνά κεφάλαια της υπόθεσης που δεν είχαν προσβληθεί με αυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, των ισχυρισμών, που προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 525 έως 527 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτής (ΑΠ 470/2018, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010). Ειδικότερα, εάν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως κατ'ουσίαν και κατά της απόφασης παραπονείται ο ενάγων για την απόρριψη αυτή, το εφετείο, λόγω ακριβώς του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αποκτά την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς ειδικό παράπονο, ότι η αγωγή, που μεταβιβάστηκε, κατά τα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαιά της ενώπιόν του, δεν περιέχει τα στοιχεία, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ και να κρίνει, ότι είναι αόριστη και, αφού εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, επειδή δεν επιτρέπεται να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, να απορρίψει την αγωγή για τον τυπικό αυτό λόγο, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, επομένως, δεν υφίσταται υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 781/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι με την έφεση επλήγη η πρωτόδικη απόφαση ως προς τα κεφάλαια της αγωγής, με τα οποία οι ενάγοντες υπέβαλαν αξιώσεις από την παράνομη και υπαίτια παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός τους της συνοίκησης, ποσού 45.000,00€ και 60.000,00€, που είχαν απορριφθεί ως προς τον πρώτο εναγόμενο κατ' ουσίαν. Ενόψει της μεταβίβασης με τον τρόπο αυτό των άνω κεφαλαίων της αγωγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το Εφετείο, που έκρινε αυτεπαγγέλτως και χωρίς ειδικό παράπονο, ότι η αγωγή κατά τα κεφάλαια αυτά ήταν αόριστη και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, την απέρριψε ως αόριστη, δεχόμενο ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τους ενάγοντες, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται κατά την αληθή νοηματική του έννοια, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο, χωρίς να κάνει δεκτό κάποιο λόγο έφεσης και εξαφανίσει προηγουμένως την προσβαλλόμενη απόφαση, ή χωρίς άσκηση σχετικού λόγου έφεσης ή χωρίς άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης, έκρινε ότι η αγωγή, που είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά τα κεφάλαιά της αυτά, ήταν αόριστη, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 25/2017έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στο Εφετείο Ιωαννίνων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του (αρθ. 176, 183, 189 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-7-2017 αίτηση των Λ. Κ. και Χ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 122/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου