Τρίτη 18 Μαΐου 2021

ΠΟΙΝΙΚΟ - Απόφαση ΑΠ 346/2020 - Τεκμήριο αθωότητας κατηγορουμένου - Aναβολή δίκης


Απόφαση ΑΠ 346/2020 - Τεκμήριο αθωότητας κατηγορουμένου - Aναβολή δίκης

Αναβολή συζήτησης αίτησης αναίρεσης της απόφασης 363/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Νομιμότητα συνεκδίκασης πρόσθετων λόγων αναίρεσης (αρ.246 Κ.Πολ.Δ.) εφόσον συντρέχει συνάφεια μεταξύ αυτών και της νομότυπης και εμπρόθεσμης αίτησης αναίρεσης. Εφαρμογή Ν. 2642/1997 περί τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου μέχρι αποδείξεως ενοχής. Απουσία ισχύος δεδικασμένου στην πολιτική δίκη απόφασης ποινικού δικαστηρίου. Δυνατότητα αναβολής της δίκης λόγω εξάρτησης της εκκρεμούσας διαφοράς με νομικό ζήτημα άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου για ταχύτερη και ασφαλέστερη πορεία της δίκης



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Κ., 2) Π. συζύγου Μ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χάρη Ιεροδιακόνου και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Πάτση και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/8/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 416/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/9/2017 αίτησή τους και τους από 5/9/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται για συζήτηση 1) η από 18-9-2017 αίτηση αναίρεσης των Μ. Π. του Κ. και Π. συζύγου Μ. Π. και 2) οι από 5-9-2018 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης των ιδίων, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά, με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο νόμιμα υπογράφεται από το δικηγόρο Κωνσταντίνο Πετούμενο, μολονότι ο τελευταίος έχει την ιδιότητα του δικηγόρου παρ' εφέταις (άρθρο 28 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων) και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 6-9-2018, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4.2.2019) (βλ. την …-9-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία 363/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 416/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 16-8-2013 αγωγή του αναιρεσίβλητου για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Ο Άρειος Πάγος με σειρά αποφάσεών του έχει δεχθεί, ότι, με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, το οποίο επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο ο οποίος δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγουμένη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 322/2018, ΑΠ 715/2017, ΑΠ 1652/2013). Αντίθετα, με άλλες αποφάσεις του, έχει δεχτεί ότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του. Κατά την άποψη αυτή, επιβάλλεται το πολιτικό δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτή με απόλυτα αιτιολογημένη απόφασή του (ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 344/2016, ΑΠ 1398/2015, 215/2013). Ήδη, με την υπ' αριθ. 889/2018 απόφαση του Α2' Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε το άνω ζήτημα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ. β εδαφ. 3 Κ.Πολ.Δ., διότι η απόφαση λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου υπέρ της πρώτης άποψης και η οποία με την 8/2019 απόφασή της, το παρέπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ., αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του Κ.Πολ.Δ., αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιον του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων Μ. Π. και Π. συζύγου Μ. Π. κατά της 416/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσαν εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του με τις εκτιθέμενες συμπεριφορές τους. Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι: Α) ο πρώτος τούτων: Με την από 8-10-2007 έγκληση εναντίον του αναιρεσίβλητου, την οποία συμπεριέλαβε στις από την ημερομηνία αυτή έγγραφες εξηγήσεις του προς την 4η Πταισματοδίκη Αθηνών, επί της από 3-8-2007 μήνυσης του τελευταίου, καταμήνυσε ψευδώς τον αναιρεσίβλητο ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απάτης στο δικαστήριο, με σκοπό την καταδίωξή του και συγκεκριμένα σε αντιδικία μεταξύ τους και προς αντίκρουση αγωγής στρεφόμενης σε βάρος του για καταβολή δικηγορικής αμοιβής από την παροχή των υπηρεσιών του ως δικηγόρος σε υπόθεση (καλούμενη "υπόθεση Ελβετίας") προσκόμισε και χρησιμοποίησε ως αποδεικτικό μέσο την από 18-1-2015 έγγραφη βεβαίωση του "Γραφείου Γης και Δημόσιας Καταχώρησης" του Λιχνεστάιν, η οποία ήταν ψευδής κατά το περιεχόμενο της, καθώς επίσης ισχυρίστηκε τα αναφερόμενα σχετικά πραγματικά γεγονότα ενώπιον των εισαγγελικών και δικαστικών αρχών, τα οποία είναι προσβλητικά για τον αναιρεσίβλητο και έθιξαν την προσωπικότητά του, αφού τον παρουσιάζουν ως διάδικο που μετέρχεται απατηλά και δόλια μέσα και χρησιμοποιεί πλαστά ή έστω αναληθή πιστοποιητικά για να εξαπατήσει το δικαστήριο και να επιτύχει την έκδοση ευνοϊκής γι' αυτόν απόφασης προς βλάβη των συμφερόντων του αντιδίκου του. Β) Η δεύτερη των αναιρεσειόντων, διέπραξε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος του αναιρεσίβλητου, καταθέτοντας επ' αφορμή του από 12-6-2007 υπομνήματος-έγκλησης του πρώτου αναιρεσείοντος, συζύγου της, στις 4-12-2007 ενώπιον της 7ης Πταισματοδίκη Πειραιά, ψευδή πραγματικά περιστατικά, τελώντας η ίδια, τουλάχιστον σε υπαίτια άγνοια ότι όσα κατέθεσε ήσαν ψευδή.

Συγκεκριμένα κατέθεσε ότι ο αναιρεσίβλητος μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ότι αφαίρεσε και απέκρυψε έγγραφα από δικογραφίες που υπήρχαν στο γραφείο του συζύγου της και αποδείκνυαν τις επαγγελματικές σχέσεις τους με σκοπό τη βλάβη εκείνου, ότι προέβη σε ψευδείς καταγγελίες σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος και ότι αντιποιήθηκε το λειτούργημα του δικηγόρου στις δικαστικές και άλλες υπηρεσίες που αναφέρει. Αυτά, όμως, που ισχυρίστηκε ήταν ψευδή και ήταν γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου, παρουσιάζοντας αυτόν ως αντίδικο, που δεν διστάζει να μεταχειρίζεται παράνομα μέσα, προκειμένου να βλάψει τον πρώτο αναιρεσείοντα. Του περιεχομένου αυτής της κατάθεσής της έλαβαν γνώση δικαστές, εισαγγελείς και γραμματείς. Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της κύριας αίτησης αναίρεσης, και με τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μέμφονται το Εφετείο, εκτός των άλλων, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά Δικαιώματα, διότι δέχθηκε την κατάφαση αστικής ευθύνης αυτών έναντι του αναιρεσίβλητου για παράνομη και υπαίτια από μέρους του προσβολή της προσωπικότητας, της τιμής και υπόληψης αυτού, με τις αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και με τους ως άνω εκτιθέμενους συκοφαντικούς ισχυρισμούς, ενώ έπρεπε να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με τις επικαλούμενες αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις με τις οποίες αθωώθηκαν για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης που στηρίζονται στα ίδια πραγματικά με εκείνα στα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση θεμελίωσε το πόρισμά της περί προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, και εντεύθεν την πρόκληση της ηθικής βλάβης για την οποία επιδίκασε τη χρηματική ικανοποίηση, παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο αθωότητάς των αναιρεσειόντων, που απορρέει από τις ποινικές αυτές αποφάσεις. Ερευνητέο στο πλαίσιο των άνω λόγων αναίρεσης είναι εάν με την αναγνώριση της αστικής ευθύνης των αναιρεσειόντων έναντι του αναιρεσίβλητου παραβιάστηκε ή όχι το τεκμήριο αθωότητάς τους, που απορρέει από τις επικαλούμενες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις. Το ίδιο ζήτημα, κατά τα προαναφερόμενα, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία όπως έχει λεχθεί με την 8/2019 απόφασή αυτής, παρέπεμψε το σχετικό λόγο αναίρεσης στην πλήρη Ολομέλεια, όπου και εκκρεμεί.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., έκδοσης απόφασης επί των παραπάνω λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 18-9-2017 αίτησης αναίρεσης και των συνεκδικαζόμενων με αυτή από 5-9-2018 πρόσθετων λόγων αναίρεσης του Μ. Π. του Κ. και της Π. συζύγου Μ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 363/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 8/2019 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: