Απόφαση ΑΠ 57/2019 - Αποδεικτική αξία ιδιωτικού συμφωνητικού σε σχέση με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας
Η διάταξη του άρθρ. 13§3 του ν. 1587/1950 ορίζει "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφωνήθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος νόμου, είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθή υπ` όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ' οιασδήποτε ετέρας Αρχής"
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. χήρας Ε. Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 3) Μ. - Σ. Μ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ι. του Γ., 2) Ν. Ι. του Γ., 3) Π. Ι. του Γ., απάντων κατοίκων ... και 4)Χ. Μ. του Γ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η και 3η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Γερασίμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ..., ο οποίος ανακάλεσε την από 19-9-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης και 3ης αναιρεσιβλήτων και την από 8-2-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή και αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία του ήδη 4ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 47/2015 και 298/2015 μη οριστικές και 76/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της 76/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 4ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της κοινής εναγωγής των εξ αδικοπραξίας εις ολόκληρον ενεχομένων (άρθρα 481, 914 και 926 ΑΚ), η εκ μέρους του ενός από αυτούς ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απευθυντέα κατά του νικήσαντος αντιδίκου του, όχι όμως και κατά του συνεναγομένου του, ο οποίος μόνο ως ομόδικός του δύναται να μετάσχει στην αναιρετική δίκη με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 1215/2014, ΑΠ 785/2010).
Εν προκειμένω, επί της από 10-4-2009 αγωγής των πρώτου, δευτέρας και τρίτης των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, για μείωση του τιμήματος πωλήσεως λόγω ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητος, αποζημίωσή από αδικοπραξία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκδόθηκε η απόφαση 152/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τους αναιρεσείοντες, ενώ έγινε δεκτή, ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες, και ήδη πρώτου, δευτέρας και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των 1.200 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων εκ μέρους των εναγόντων (τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων) και του τετάρτου εναγομένου (τετάρτου των αναιρεσιβλήτων), εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτές οι εφέσεις, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και υποχρεώθηκαν, οι μεν τρεις πρώτοι των νυν αναιρεσειόντων να καταβάλουν σε καθένα από τους ενάγοντες τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσά, λόγω μειώσεως του τιμήματος πωλήσεως, ο δε τέταρτος των αναιρεσιβλήτων ποσό 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως εκ της υπ' αυτού τελεσθείσης αδικοπραξίας εις βάρος των εναγόντων. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, συνεναγομένου μετά των νυν αναιρεσειόντων και τελούντος σε απλή μετ' αυτών ομοδικία, είναι απαράδεκτη. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 11/2017).Εξ άλλου, κατά το άρθρο 306 του ΑΚ "Η επιλογή γίνεται με δήλωση προς το άλλο μέρος. Η δήλωση είναι αμετάβλητη και δεν επιδέχεται αίρεση ή προθεσμία. Αν οι δανειστές ή οι οφειλέτες είναι περισσότεροι, η δήλωση της επιλογής γίνεται σε κάθε περίπτωση από όλους ή προς όλους μαζί.", ενώ κατά το άρθρο 307 ιδίου Κώδικα "Με την επιλογή η διαζευκτική ενοχή γίνεται απλή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, επειδή η επιλογή εξ ορισμού έχει σκοπό να άρει την αοριστία και αποτέλεσμα την αποποίηση της διαζευκτικής ενοχής, δεν επιτρέπεται να γίνει με προσθήκη αιρέσεως ή προθεσμίας, πράξεις όμως που δεν αίρουν, αλλά παρατείνουν την αβεβαιότητα. Έτσι η προσθήκη αιρέσεως ή προθεσμίας έρχεται σε αντίθεση με την ΑΚ 306 και για το λόγο αυτό είναι άκυρη κατά την ΑΚ 174, δηλαδή η επιλογή θεωρείται ότι δεν έγινε (ΑΠ 1229/2017).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το Εφετείο "...ψευδώς ερμηνεύον και εφαρμόζον τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δέχτηκε ότι η απευθυνθείσα προς όλους μας από όλους τους αντιδίκους (ενάγοντες - εκκαλούντες - ήδη αναιρεσιβλήτους) από 16.11.2008 δήλωση επιλογής ήταν άκυρη και αυτοί δεν είχαν ήδη επιλέξει την αναστροφή της πώλησης...". Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως, και κατά το σχετικό με τον προκείμενο λόγο μέρος της, τα ακόλουθα: ''...Οι ενάγοντες με την από 16-11-2008 εξώδικη διαμαρτυρία τους, που επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 30-1-2009 ..., έταξαν προθεσμία 10 ημερών στους εναγόμενους για να τους επιστρέψουν το τίμημα κλπ. και αυτοί να τους αποδώσουν το οικόπεδο, ειδικότερα δε η εξώδικη αυτή διαμαρτυρία έχει επακριβώς το εξής περιεχόμενο: "...σας προσκαλούμε εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη λήψη της παρούσας να μας γνωστοποιήσετε εγγράφως εάν είσαστε διατεθειμένοι εξωδίκως να μας επιστρέφετε το ποσό των 40.000 €, που αποτελεί το τίμημα αγοράς του οικοπέδου εντόκως από ημερομηνία καταβολής του, και παράλληλα να μας καταβάλλετε τα έξοδα της πώλησης καθώς και όσα δαπανήσαμε μέχρι σήμερα για το οικόπεδο (έξοδα αδείας, αμοιβή μεσίτη κλπ) και εμείς από την πλευρά μας να σας αποδώσουμε πίσω το οικόπεδο ελεύθερο από κάθε βάρος και στην κατάσταση που το παραλάβαμε, άλλως και σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία σας ΔΗΛΩΝΟΥΜΕ ότι είτε θα υπαναχωρήσουμε .... είτε θα απαιτήσουμε αποζημίωση...". Πράγματι, με την ανωτέρω δήλωσή τους οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης, πλην όμως, επειδή έγινε υπό προθεσμία, η επιλογή αυτή είναι μη νόμιμη και απόλυτα άκυρη στο σύνολό της και θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ (άρθρα 174, 180 ΑΚ). Επομένως, ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος...''. Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο - το οποίο δέχθηκε ότι η από 16-11-2008 δήλωση επιλογής ήταν άκυρη, ως γενόμενη υπό προθεσμία και δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματα της υπαναχωρήσεως από την πώληση - ορθώς απεφάνθη κατ' αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται υπό της παρούσας, εφ' όσον, συμφώνως προς τα ανελέγκτως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η εκ μέρους των εναγόντων, κατά την άσκηση των εκ της συμβάσεως πωλήσεως δικαιωμάτων τους, δηλωθείσα επιλογή ετύγχανε άκυρη, διότι έγινε με την προσθήκη διπλής αιρέσεως (εάν δεν επιστραφεί το καταβληθέν τίμημα και τα γενόμενα έξοδα στους αγοραστές), και (είτε θα υπαναχωρήσουμε...είτε θα απαιτήσουμε αποζημίωση), εντεύθεν θεωρείται ως μη γενομένη, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν στο σύνολό τους στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ελέγχονται αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικώς γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα(ΑΠ 732/2017). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της και προκειμένου για ακίνητο πρέπει να καλύπτει τόσο την μεταβιβαστική της κυριότητάς του εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή ως προς το πράγμα και το τίμημα. Όμως η μη τήρηση του τύπου ως προς μέρος του τιμήματος ακινήτου, όπως στην περίπτωση που αυτό συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που εικονικά (άρθρ. 138 ΑΚ) αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν καθιστά άκυρη την όλη σύμβαση, αλλά άκυρη είναι μόνον η συμφωνία για το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, όπως αυτό συνάγεται από τη διάταξη του άρθρ. 13§3 του ν. 1587/1950, κατά την οποία: "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφωνήθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος νόμου, είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθή υπ` όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ' οιασδήποτε ετέρας Αρχής". Με τη διάταξη, δηλαδή, αυτή ρητώς περιορίσθηκε η ακυρότητα της πωλήσεως ακινήτου μόνο στην άτυπη συμφωνία για καταβολή τιμήματος μεγαλύτερου από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο, χωρίς κατά τα λοιπά να επηρεάζεται το κύρος της πωλήσεως υπό το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο εικονικό τίμημα (ΑΠ 543/1996). Επομένως, αν το επιπλέον αυτό τίμημα έχει ήδη καταβληθεί, δύναται μεν ο αγοραστής να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όμως μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, διότι εφόσον ανταποκρίνεται σ` αυτή, δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός του πωλητή, παρά το ότι αποτελεί περιουσιακή επίδοση χωρίς νόμιμη αιτία (ΟλΑΠ 560/1974, ΑΠ1126/2002, 1566/2001 543/1996).
Συνεπώς, δεν στερείται έννομων συνεπειών η άτυπη συμφωνία πωλητή και αγοραστή ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα υπολείπεται του πραγματικού και δύναται, χωρίς εμπόδιο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 13 §3 ν.1587/1950, να γίνει επίκληση της άκυρης για το επιπλέον τίμημα συμφωνίας, εφ' όσον από την επίκλησή της δικαιολογείται έννομο συμφέρον προκειμένου να προταθεί ή να αποκρουσθεί η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 560/1974, ΑΠ 543/1996). Η απόδειξη της συμφωνίας αυτής δεν επιτρέπεται να γίνει με τη χρήση αντεγγράφου, το οποίο από την ίδια ως άνω διάταξη χαρακτηρίζεται ως άκυρο και απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, όμως τα λοιπά αποδεικτικά μέσα είναι επιτρεπτά και η απόδειξη της συμφωνίας δεν συνιστά ανεπίτρεπτη απόδειξη κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου ή τροποποιητικής αυτού συμφωνίας, αφού δεν αμφισβητείται το περιεχόμενό του, όπως εξωτερικώς έχει, αλλά η σπουδαιότητα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών ως προς το ύψος του τιμήματος, γι` αυτό και δεν ισχύουν οι περιορισμοί των άρθρ. 164 ΑΚ και 393, 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 656/2014 ,1320/2011). Κατά την ίδια έννοια δεν ισχύουν οι περιορισμοί αυτοί και προκειμένου για την απόδειξη της αγοραίας αξίας του πωληθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, εφ' όσον και πάλι η απόδειξη δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου, ούτε αφορά σε τροποποιητική αυτού συμφωνία( ΑΠ 661/2018).
Εν προκειμένω, , με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση, υπό την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και δη του άρθρου 13 παρ. 3 Ν. 1587/1950, με το οποίο καθιερώνεται αυξημένη αποδεικτική δύναμη στο πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου, καθ' όσον, ενώ στο συμβόλαιο τούτο αναγράφεται ως συμφωνηθέν τίμημα, καταβληθέν εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, το ποσόν των 34.819,40 ευρώ, το Δικαστήριο δέχθηκε ως καταβληθέν τίμημα το τοιούτο των 40.000 ευρώ. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο λόγο τμήμα της, τα ακόλουθα: "...Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δ/ρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, λαμβανόμενες υπόψη καθ' εαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ των και αξιολογούμενες κατά το λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας των προσώπων, εκ των οποίων προέρχονται, τις υπ' αρ. ….67-4168/17-9-2012 ένορκες βεβαιώσεις της Συμβ/φου Ε. Σ., που έχουν ληφθεί μετά από νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων του τέταρτου εναγόμενου για να παραστούν κατά τη λήψη τους ... την υπ' αρ. ….4/2016 έκθεση πραγμ/νης του Β. Θ., πολιτικού μηχανικού, που διορίστηκε με την υπ' αρ. 298/2015 απόφαση του Δ/ρίου τούτου και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Με το υπ' αριθμ. ...20/3.10.2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου Δ. Δ. ... οι ενάγοντες αγόρασαν από τους τρεις πρώτους εναγομένους κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας εξ αδιαιρέτου, έναντι τιμήματος 40.000 €, το οποίο καταβλήθηκε, ένα οικόπεδο το οποίο βρίσκεται στη θέση ......". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά στην συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία υπό τους αναφερθέντες όρους, και ιδίως ως προς το καταβληθέν τίμημα πωλήσεως του οικοπέδου, χωρίς να παραβεί τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά έκρινε τη συγκεκριμένη συμφωνία, εκτιμώντας τα λοιπά επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα (μεταξύ των οποίων μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις), εφ' όσον δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενό του συμβολαίου, όπως εξωτερικά έχει, αλλά η σπουδαιότητα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών ως προς το ύψος του τιμήματος, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση. Επομένως, ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος(ΟλΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προβάλλουν ότι το Εφετείο "...μη αναγνώσαν ορθώς το περιεχόμενο του πωλητηρίου συμβολαίου, υπέπεσεν στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20, αφού αποκλειστικά από το άνω πωλητήριο δέχθηκε την συμφωνία και καταβολή τιμήματος 40.000,00 € αντί του ορθού 34.819,40 €, και με βάση αυτό το ποσόν υπολόγισε την μείωση του τιμήματος..." Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο, υπό τις ως άνω κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου αναφερόμενες παραδοχές, δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση τούτου, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του εγγράφου - ως προς το αναγραφόμενο τίμημα, το οποίο ορθώς ανέγνωσε και αφού το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα - οδηγήθηκε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα ως προς το καταβληθέν τίμημα της επίδικης πωλήσεως.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, προκειμένου να κρίνει αν το πωληθέν οικόπεδο στον οριοθετημένο οικισμό της ... ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο την ημέρα της αγοραπωλησίας. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι "...το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, δεξάμενο ότι η οριοθέτηση του οικισμού ... (αλλαχού αναφέρεται ως "...") ... έγινε i) το 1993, άλλως, ii) την 7-5-1993, άλλως, iii) την 3-5-1985, διέλαβε επί κρίσιμου γεγονότος, ήτοι περί του χρόνου οριοθέτησης του οικισμού ... ..., αντιφατική αιτιολογία (ή "7-5-1993" ή "3-5-1985")..." Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα ακόλουθα: "...Με το υπ' αρ. ...20/3-10-2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου ... Δ. Δ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα οι ενάγοντες αγόρασαν από τους τρεις πρώτους εναγόμενους κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας εξ αδιαιρέτου, έναντι τιμήματος 40.000 € το οποίο καταβλήθηκε, ένα οικόπεδο επιφάνειας 292,60 τμ, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία ... εντός του οριοθετηθέντος το έτος 1993 οικισμού του Δήμου ... ... και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Δ. και δημοτικές οδούς, απεικονίζεται δε με τα στοιχεία Α-Β-Γ- ...-Ξ-Ο-Α στο από μηνός Ιουνίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Μ. (4ου εναγόμενου)που έχει προσαρτηθεί στον ανωτέρω τίτλο ιδιοκτησίας. Στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα υπάρχει βεβαίωση (με υπογραφή και σφραγίδα) του 4ου εναγόμενου ότι το οικόπεδο αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν έχει συνταχθεί πολεοδομική μελέτη και δεν οφείλει εισφορά σε γη και χρήμα σύμφωνα με το ν 1337/1983. Οι ενάγοντες ήθελαν να ανεγείρουν στο οικόπεδο αυτό εξοχική κατοικία και συμφωνήθηκε ρητά ότι τούτο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ιδιότητα που είναι ουσιώδης για την ανέγερση οικοδομήματος. Ο οριοθετημένος οικισμός ... (7-5-1993) έχει πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων και στην περίπτωση αυτή άρτια και οικοδομήσιμα θεωρούνται τα οικόπεδα που βρίσκονται εντός του θύλακα ... με ελάχιστο εμβαδόν 1.000 τμ και πρόσωπο 15 μ. σε υφιστάμενο κοινόχρηστο χώρο (κατά κανόνα) ή οποιοδήποτε εμβαδόν εάν προϋπάρχουν της 3-5-1985 (κατά παρέκκλιση - άρθρο 5 παρ.ΐβ ΠΔ 24/4/1985 ΦΕΚ 181 Δ/3-5-1985). Μετά την αγορά του οικοπέδου οι ενάγοντες ανέθεσαν στον πολιτικό μηχανικό Λ. Γ. τη σύνταξη πλήρους φακέλου με τα απαιτούμενα έγγραφα για να τον υποβάλει στην πολεοδομία για την έκδοση άδειας ανέγερσης διώροφης οικοδομής με υπόγεια κατοικία. Ο φάκελος αυτός υποβλήθηκε στην Πολεοδομία ... στις 22-1-2007 και επιστράφηκε αδιεκπεραίωτος στις 19-4-2007 με την αιτιολογία ότι από τα υποβληθέντα στοιχεία δεν προκύπτει η κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του οικοπέδου. Οι ενάγοντες υπέβαλαν εκ νέου φάκελο με πρόσθετα στοιχεία την 1-6-2007 και ζήτησαν την έκδοση οικοδομικής άδειας βάσει της παραγρ. 6 της εγκυκλίου 7/19902 του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η ανωτέρω εγκύκλιος αφορά το χρόνο δημιουργίας οικοπέδου για την εφαρμογή των διατάξεων της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και παραστατικά στοιχεία απόδειξής του και στην παράγρ. 6 ορίζει ότι: α Στις περιπτώσεις που ζητείται η κατά παρέκκλιση αρτιότητα γηπέδου για το οποίο δεν υφίσταται τίτλος κυριότητας ή ο υπάρχων τίτλος δεν αποδεικνύει τον χρόνο δημιουργίας του, τότε η πολεοδομική υπηρεσία, αντί της μέχρι τώρα δικαστικής απόφασης θα απαιτεί να προσκομίσει αθροιστικά ο ενδιαφερόμενος α) πιστοποιητικό από το αρμόδιο υποθηκοφυλακείο περί μη διεκδικήσεως του υπόψη γηπέδου, β) βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας ή του Δημάρχου για το χρόνο δημιουργίας του οικοπέδου συνοδευόμενη από τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου θεωρημένο από τον Πρόεδρο της Κοινότητας ή τον Δήμαρχο, γ] υπεύθυνης δήλωση του ν 1599/1986 στην οποία να δηλώνεται από τον , ιδιοκτήτη ή τους συνιδιοκτήτες του, ότι είναι κύριοι του υπόψη γηπέδου, ο χρόνος και ο τρόπος απόκτησής του καθώς και ο χρόνος δημιουργίας του, τον οποίο επικαλούνται για την παρέκκλιση". Κατά συνέπεια, για να εφαρμοστεί το προαναφερόμενο νομικό καθεστώς και να υπαχθεί το επίδικο οικόπεδο στις διατάξεις της κατά παρέκκλιση αρτιότητας, θα πρέπει τούτο να έχει δημιουργηθεί πριν από τις 3-5-1985 (χρόνος οριοθέτησης της ...). Οι τίτλοι κτήσεως του δικαιοπαρόχου των εναγομένων πριν από τις 3-5-1985 είναι τα …44/1956 και ….83/1981 συμβόλαια. Με το …..44/1956 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ο Π. και Ε. Μ. αγόρασαν από την Μ. συζ. I. Μ. ένα ελαιόκτημα κείμενον εν θέσει ... ...περιέχον 86 ελαιόδενδρα, συνορεύον γύρωθεν..." και με το ….83/1981 συμβόλαιο αγοραπωλησίας οι Π. Μ. πώλησε στον Ε. και Μ. - Σ. Μ. το 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιο "ενός ελαιοκτήματος κειμένου εν θέσει ......περιέχοντος του όλου κατά μεν τον τίτλον κτήσεως 86 ελαιόδενδρα...διαχωριζόμενον εις 4 μερικότερα τεμάχια δια των μέσω τούτου διερχομένων αγροτικών οδών και ρέματος μετά της γης των συνολικής εκτάσεως 12.010 τμ, συνορευομένου του όλου γύρωθεν...".Με την 20280/2006 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Ε. Μ., ο οποίος απεβίωσε στις 14-6-1993, και συγκεκριμένα τα 3/4 εξ αδιαιρέτου μερίδια των κάτωθι ακινήτων κειμένων εντός του οριοθετηθέντος οικισμού του Δήμου ...... εν τη συνοικία ... και δη α) οικοπέδου εκτάσεως 750 τμ μετά των εν αυτώ 6 ελαιοδένδρων, συνορευομένου γύρωθεν.,.και β) ετέρου οικοπέδου εκτάσεως 292,60 τμ μετά των εν αυτώ 3 ελαιοδένδρων, συνορευομένου γύρωθεν...", ακολούθως δε οι εναγόμενοι με το ...20/2006 συμβόλαιο πώλησαν το ανωτέρω υπό στοιχ. β ακίνητο στους ενάγοντες, το οποίο είναι και το επίδικο. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι το ακίνητο του 1981 δεν θα μπορούσε να είναι ενιαίο και οι δρόμοι και το ρέμα που το διασχίζουν να είναι κοινόχρηστοι, δεδομένου ότι κατά τον Νέο Οικοδομικό Κανονισμό κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κοινής χρήσης ελεύθεροι χώροι, που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Η περιοχή ... ... μέχρι το έτος 1993 βρισκόταν εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού και δεν προκύπτει ο τρόπος σχηματισμού των οδών αυτών κατά το χρονικό διάστημα 1956 -1981, καθόσον στο ….83/1981 συμβόλαιο αναφέρεται η ύπαρξή τους, όχι όμως και στο ….44/1956 συμβόλαιο. Με το άρθρο 20 του Ν.Δ/τος της 17-7-1923 δεν επιτρέπεται η δημιουργία ιδιωτικών οδών εκτός σχεδίου, παρά μόνο η δημιουργία αγροτικών οδών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που αναφέρεται στις παραγρ. 3 και 4 του ίδιου Ν.Δ/τος. Σύμφωνα με την παράγρ. 2 της υπ' αρ. 7/19902 εγκυκλίου του ΥΠΕΧΩΔΕ "Στις περιπτώσεις εξ αδιαθέτου κληρονομιάς, όταν η δήλωση αποδοχής κληρονομιάς έχει γίνει μετά το χρόνο της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και δεν υπάρχει προγενέστερος τίτλος που αποδεικνύει την κατά παρέκκλιση αρτιότητα, για τον χρόνο δημιουργίας του οικοπέδου θα λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος θανάτου του κληρονομούμενου". Από τα προαναφερόμενα πραγματικά γεγονότα αποδεικνύεται ότι το επίδικο οικόπεδο δεν είχε δημιουργηθεί πριν από την οριοθέτηση του οικισμού ..., ήτοι πριν τις 3-5-1985 κι επομένως ως χρόνος δημιουργίας αυτού πρέπει να ληφθεί ο χρόνος θανάτου του κληρονομούμενου Ε. Μ., που συνέβη στις 14-6-1993. Στο συμπέρασμα αυτό έχει καταλήξει και η διεξαχθείσα πραγμ/νη, ότι δηλαδή το επίδικο οικόπεδο δημιουργήθηκε στις 14-6-1993, είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις περί παρέκκλισης αρτιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1β του ΠΔ της 24-4-1985 σε συνδυασμό με την παράγρ. 6 της εγκυκλίου 7/19992 του ΥΠΕΧΩΔΕ. Τα ίδια ως άνω δέχθηκε και η Πολεοδομία ... και με το …70/20-2-2008 έγγραφό της προς τους ενάγοντες αρνήθηκε την έκδοση της οικοδομικής αδείας..." Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, και άνευ αντιφάσεων αιτιολογίες για την επιδίκαση στους ενάγοντες του αξιουμένου ποσού, αφορώντος στη μείωση του τιμήματος πωλήσεως, λόγω ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητος. Τούτο δε διότι ανελέγκτως εδέχθη ότι το επίδικο οικόπεδο δεν είχε δημιουργηθεί πριν από την οριοθέτηση του οικισμού ..., ήτοι πριν τη 3-5-1985 και ότι δημιουργήθηκε την 14-6-1993, κατά τον χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, εντεύθεν είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και δεν δύναται να υπαχθεί στις διατάξεις περί παρεκκλίσεως αρτιότητος και συνακόλουθα δεν υφίσταται αντίφαση ως προς το ζήτημα της μη αρτιότητας του επίδικου ακινήτου, κατά τον χρόνο της αγοραπωλησίας του.
Συνεπώς, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος τυγχάνει αβάσιμος.
Το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' Α.Κ. ορίζει ότι, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία. Έτσι, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 του ΑΚ) έχει, κατ' αρχάς, εφαρμογή προς απόκρουση ή περιστολή της αξιώσεως αποζημιώσεις και δεν προτείνεται εναντίον αξιώσεως για καταδίκη σε παροχή και γενικά σε εκπλήρωση συμβάσεως(ΑΠ 1058/2012). Επομένως, δεν προτείνεται εναντίον αγωγής του αγοραστή κατά του πωλητή, με την οποία ζητείται η μείωση του τιμήματος λόγω ελαττώματος ή ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 540 ΑΚ, οι διατάξεις του οποίου δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα. Η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και η μη λήψη υπ' όψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από την προαναφερομένη διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 810/2017). Εξ άλλου, δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, ο οποίος δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 14/2004, 1636/2017).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη, αλλά αντιπαρήλθε σιγή τον νομίμως προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, ερειδόμενο στο άρθρο 300 εδαφ. α' του ΑΚ και τείνοντα στη θεμελίωση της ενστάσεως για παράλειψη αποτροπής ή περιορισμού της ζημίας των αναιρεσιβλήτων με την προσφυγή τους στη Διοικητική Δικαιοσύνη, με την οποία, εάν γινόταν δεκτή, θα ήρετο η ζημία τούτων. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοδικείου και εφετείου προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του ανωτέρω ισχυρισμού τους οι εναγόμενοι και τότε εφεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν κατά λέξη τα εξής: "... Οι αντίδικοι συντέλεσαν με δικό τους πταίσμα στην επέλευση της υποτιθέμενης ζημίας τους.... όπως δε διεξοδικά αναφέρουμε ανωτέρω ... ουδέν έπραξαν προκειμένου να ακυρώσουν την απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Νομού ... ενώπιον των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων...". Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, εφ' όσον δεν προτάθηκε εναντίον αξιώσεως για καταδίκη σε παροχή από εκπλήρωση συμβάσεως πωλήσεως, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς το Εφετείο, δεν όφειλε να απαντήσει στον προαναφερθέντα μη νόμιμο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ανεξάρτητα του ότι τον απέρριψε ως μη νόμιμο, και επομένως δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, ως προς τους πρώτο, δευτέρα και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (του τετάρτου παραστάντος αυτοτελώς), που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-7-2017 αίτηση των : 1) Δ. χας Ε. Μ., 2) Α. Ε. Μ. και 3) Μ.-Σ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 76/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δευτέρας και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ, καθώς και του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου