Απόφαση ΑΠ 196/2019 - Παραμόρφωση εγγράφου που αποτελεί αποδεικτικό μέσο
Δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα περιστατικά που περιέχονται σ' αυτό.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. - Μ. Ι. Γ., κατοίκου ... (...), η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....
Των αναιρεσιβλήτων: α) Δ. συζ. Α. Σ. και β) Φ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ..... και ..., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, άρχισε με τις αγωγές από 24-3-2008 της πρώτης αναιρεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που με την 4/2010 απόφασή του την παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και από 15-3-2011 της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2012 του παραπάνω Δικαστηρίου και 153/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-10-2017 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική της δαπάνη.
Εισηγητής ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 153/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 41/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και, αφού εξαφανίστηκε η εν λόγω απόφαση, έγινε δεκτή, ως προς το επίδικο της προκείμενης δίκης ποσοστό συγκυριότητας ακινήτου, αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, ενώ απορρίφθηκε όμοια αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008). Δεν υπάρχει, συνεπώς, παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτό (ΑΠ 695, 112/2008).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, παραμόρφωσε με την απόφασή του αυτή το περιεχόμενο του …17/1999 πιστοποιητικού της ΔΟΥ …., που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιόν του η αναιρεσείουσα, καθόσον παρέλειψε να αναγνώσει το τμήμα του, στο οποίο αναφέρεται, ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας Ι. Γ. την περίοδο 1987-1993 δήλωνε στην Εφορία το μίσθωμα για το 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου των 202,75 τμ, με αποτέλεσμα να δεχθεί (το Εφετείο), αντίθετα προς το περιεχόμενο αυτό του παραπάνω εγγράφου, ότι ο ανωτέρω Ι. Γ. δεν ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο ακίνητο και να κάνει, κατόπιν αυτών, δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης για κυριότητά της στο επίδικο ως προς το παραπάνω ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ήτοι δέχτηκε, ότι το επίδικο δεν είχε στη διανοία κυρίου νομή του ο ανωτέρω δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, αλλά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας από το έτος 1983 η αναιρεσίβλητη, κάνοντας, κατόπιν αυτών, δεκτή την παραπάνω αγωγή της τελευταίας, χωρίς να παραλείψει να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου και να το λάβει συνολικά υπόψη του. Εκτός τούτου, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο, που φέρεται, ότι παραμορφώθηκε, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, ήτοι "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την ανωτέρω 41/2012 οριστική απόφαση αυτού πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο συνεδριάσεώς του, τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους...και από όλα τα έγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...χωρίς...να έχει παραλειφθεί κάποιο...".
2. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις κλήτευσης του αντιδίκου, που τάσσονταν γι' αυτές από το άρθρο 270 παρ. 2γ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 (ΑΠ 554/2012). Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης ως προς την αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ που αναφέρεται), καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ….5/2006 ένορκη βεβαίωση της Ε. Α., που είχε ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης και την οποία είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, καίτοι συνιστούσε ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, λόγω μη αναφοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση των στοιχείων κλήτευσης κατά τη λήψη της της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση είχε ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, την έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οπότε, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η εν λόγω βεβαίωση λαμβανόταν υπόψη ακόμη και αν δεν είχαν τηρηθεί οι παραπάνω διατυπώσεις που τάσσονται για τις ένορκες βεβαιώσεις και, ως εκ τούτου, δεν απαιτούταν να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η τήρηση των διατυπώσεων αυτών.
3. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, όχι όμως και όταν τούτο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και τα οποία αναφέρει, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη ως προς τα πράγματα γεγονότα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002).
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι διανοία κυρίου νομέας του επιδίκου, ως προς το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο, ήταν η αναιρεσίβλητη για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας από το έτος 1983, αν και υφίσταται αντίφαση, ως προς το γεγονός τούτο, του περιεχομένου των δυο αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στο λόγο αυτό και μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι της ανωτέρω 3985/2006 ένορκης βεβαίωσης και της μαρτυρικής κατάθεσης της ίδιας της βεβαιούσας που περιέχεται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή, στην πραγματικότητα, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, καθόσον αφορά τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα κρίση του Εφετείου.
4. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τους ενώπιόν του ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας: α) ότι η αναιρεσίβλητη, στρέφοντας και κατά του πατέρα της (αναιρεσείουσας) την από 19-7-1984 αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η 212/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, αναγνώρισε αυτόν ως συγκύριο και συννομέα του παραπάνω επιδίκου ακινήτου, όπως, με την κατάθεσή του και ο Κ. Σ., που εξετάσθηκε ως μάρτυρας της αναιρεσίβλητης στη δίκη αυτή και β) ότι από την αναφορά στην 120/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που εκδόθηκε επί της από 7-12-1987 αίτησης απόδοσης μισθίου της αναιρεσίβλητης κατά του Α. Λ., ότι "...ο Α. Λ. με άλλο συμφωνητικό...μίσθωσε από τον Ι. Γ. και άλλο μίσθιο κείμενο παραπλεύρως του επιδίκου εκτάσεως 72 τμ, όπως συνομολογούν οι διάδικοι", συνάγεται, ότι η αναιρεσίβλητη, αφού ήταν διάδικος, ομολόγησε και αυτή τη συννομή του πατέρα της (αναιρεσείουσας) στο επίδικο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, για την ενίσχυση της αγωγής της και αποδυνάμωση της αγωγής της αντιδίκου της, αφετέρου δε διότι το Εφετείο, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, έκρινε ότι το επίδικο, ως προς το ανωτέρω ποσοστό του πατέρα της αναιρεσείουσας, είχε στη διανοία κυρίου νομή της η αναιρεσίβλητη για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας από το 1983, αναγνωρίζοντας, στη συνέχεια, κυρία του ακινήτου αυτού την αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη του τους παραπάνω ισχυρισμούς, πλην τους απέρριψε ως αβάσιμους.
5. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008). Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, για κυριότητα της αναιρεσίβλητης στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, κάνοντας, στη συνέχεια δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και απορρίπτοντας την αγωγή της αναιρεσείουσας, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη του τις παραπάνω 212/1984 και 120/1988 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και την από 19.7.1984 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της αναιρεσίβλητης, από τις οποίες, κατά τον ερευνούμενο λόγο, προέκυπταν τα αντίθετα. Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς" και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.
6. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην περίπτωση της εξώδικης, κατ' άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, ομολογίας, ήτοι της παραδοχής ενός επιβλαβούς για τον ομολογούντα διάδικο γεγονότος, που δεν έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη υπόθεση και η οποία εκτιμάται ελεύθερα, ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του τόσο το αποδεικτικό αυτό μέσο, όσο και το έγγραφο στο οποίο περιεχόταν, για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 1014/2010, 1573/2006). Επίσης, για να ληφθεί η ομολογία υπόψη από το δικαστήριο, πρέπει να είναι ρητή, σαφής και συγκεκριμένη. Διαφορετικά, δεν είναι ομολογία με την παραπάνω έννοια και, επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη επικαλούμενη ασαφή και αόριστη εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1538/2001). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται και η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την απόφαση προκύπτει, ότι λήφθηκε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον αναιρεσείοντα η ομολογία (AΠ 1456/2009, 1337/2005, 1465/1997).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το οικείο μέρος του, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο της ανωτέρω εξώδικης ομολογίας της αναιρεσίβλητης, η οποία, κατά τον ερευνώμενο λόγο, συνάγεται αφενός μεν από το ότι, ασκώντας η αναιρεσίβλητη την παραπάνω από 19-7-1984 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και κατά του πατέρα της αναιρεσείουσας, αναγνώρισε αυτόν συγκύριο του επιδίκου και αφετέρου από την αναφορά στην ανωτέρω 120/1988 απόφαση, ότι οι διάδικοι της δίκης εκείνης, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη, "ομολογούν ότι Α. Λ. με άλλο συμφωνητικό μίσθωσε από τον Ι. Γ. και άλλο μίσθιο" και άρα "κατ' επέκταση, ομολογούν την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του πατέρα της αναιρεσείουσας στο μίσθιο". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της παραπάνω ομολογίας στο Εφετείο, αφετέρου δε διότι η επικαλούμενη ως εξώδικη ομολογία δεν είναι ρητή και σαφής, αλλά τη συνάγει η αναιρεσείουσα συμπερασματικά από την εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και 120/1988 απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκε, προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα (δικαστική απόφαση και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων), από τα οποία συνάγεται, κατά τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, η ένδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2017 αίτηση της Ε. - Μ. Ι. Γ., για αναίρεση της 153/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 23 Ιανουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου