Τρίτη 18 Μαΐου 2021

Απόφαση ΑΠ 1434/2019 - Αιτήματα αγωγής αυτών που δεν μπορούν να κάνουν χρήση κοινόχρηστης εδαφικής λωρίδας


Απόφαση ΑΠ 1434/2019 - Αιτήματα αγωγής αυτών που δεν μπορούν να κάνουν χρήση κοινόχρηστης εδαφικής λωρίδας

Αναγνώριση ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, που οι εναγόμενοι κατέλαβαν, αποτελεί τμήμα της διερχόμενης μπροστά από τα ακίνητά τους κοινόχρηστης δημοτικής οδού, επικαλούμενοι ότι με την ενέργειά τους αυτή προσβάλλουν το δικαίωμα συγχρήσεώς τους, την προσωπικότητά τους, άρση της προσβολής, προβαίνοντας στην καθαίρεση του τοιχίου, που έχουν ανεγείρει, απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής

κράτησης.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου ...

Των αναιρεσίβλητων: 1.Σ. Π. του Π., 2. Χ. ή Χ. συζ. Σ. Π., 3. Π. Π. του Σ., 4.Π. Π. του Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν οι 1ος και 2η δια οι 3ος και 4ος μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου .....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 27/2011, 38/2014, μη οριστικές και 41/2017 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσείων Χ. Π. ,με την από 18/02/2008 αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Τριπόλεως, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, που οι εναγόμενοι- αναιρεσίβλητοι κατέλαβαν, αποτελεί τμήμα της διερχόμενης μπροστά από τα ακίνητά τους κοινόχρηστης δημοτικής οδού, επικαλούμενος ότι με την ενέργειά τους αυτή προσβάλλουν το δικαίωμα συγχρήσεώς του, καθώς και την προσωπικότητά του, ζήτησε δε επίσης να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή, προβαίνοντας στην καθαίρεση του τοιχίου, που έχουν ανεγείρει, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Η αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν με την 157/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Τριπόλεως. Κατ' αυτής ασκήθηκε από τους εναγομένους η από 19/11/2009 έφεση και από τον ενάγοντα η από 23/03/2010 αντέφεση, και εκδόθηκαν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, που δίκασε ως Εφετείο, αφού συνεκδίκασε αυτές, η 27/2011 απόφαση που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης η 38/2014 απόφαση που διέταξε τη διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης και η αναιρεσιβαλλόμενη 41/2017 απόφαση που δέχθηκε τυπικά την έφεση και την αντέφεση, απέρριψε κατ'ουσίαν την αντέφεση, δεχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπό κρίση αναίρεση, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ), καθόσον ο αναιρεσείων απαλλάχθηκε της υποχρεώσεως καταβολής του, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, παραβόλου, ενόψει του ότι κρίθηκε δικαιούχος νομικής βοήθειας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 του Ν.3226/20049 (ΑΠ824/2018, 1073/2017), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

I. Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (που άρχισε να ισχύει από την 1.1.2016) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (20.10.2017), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:

1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές

2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση

3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα

4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας

5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και

6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης της δίκης.

Έτσι δεν ιδρύεται ο , από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ1199/2014,950/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο (πρώτο σκέλος) αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κάνοντας δεκτό" ότι το επίδικο τοιχίο από μπετόν αρμέ, κατασκευάστηκε επάνω στην προϋπάρχουσα παλαιά ξερολιθιά, και ότι βρίσκεται εντός του οικοπέδου των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, χωρίς, ωστόσο, να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν στην κρίση του ήτοι 1)το από Μάιο 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Ξ., 2) το από Μάιο 1984 διάγραμμα κάλυψης του ίδιου ως άνω μηχανικού, 3)την από 26/4/1984 υπεύθυνη δήλωση του 1ου εκ των αναιρεσιβλήτων,4) αεροφωτογραφία ,5) δύο φωτογραφίες της οικίας της Μ. Π., 6) 11 φωτογραφίες του επιδίκου και 7) την από έκθεση φωτοερμηνείας, από τα οποία σε συνδυασμό και με τις μαρτυρικές καταθέσεις προέκυπτε ότι το έτος 1973 δεν υπήρχε πεζούλα ή στηθαίο ή κάτι ανάλογο στο σημείο όπου οι αναιρεσίβλητοι κατασκεύασαν το επίμαχο τοιχίο". Η επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αιτίαση, η οποία θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ' ΚΠολΔ, και όχι του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι απαράδεκτη, διότι δεν εμπίπτει σε κάποιον λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους, περιοριστικά, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, που έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, σε κάθε δε περίπτωση, είναι απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ'άρθρο 561 παρ1 ΚΠολΔ, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Β. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ). Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο (2ο σκέλος) της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από την πιο πάνω διάταξη του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα όπως κατά λέξη αναγράφεται σ'αυτόν" Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, εφόσον το 1973 δεν υπήρχε πεζούλα και ο δρόμος είχε πλάτος έξι μέτρα, όπως φαίνεται από φωτογραφίες, αεροφωτογραφίες, τοπογραφικά διαγράμματα και αποδεικνύεται και από μαρτυρικές καταθέσεις, και κατόπιν της κατασκευής στένεψε το πλάτος της οδού στο σημείο αυτό και έχει απομείνει στην κυκλοφορία τμήμα πλάτους στη βόρεια πλευρά δύο μέτρων και στη νότια κατάληξη 1,10 μ., η κατασκευή του μονομπλόκ έγινε καταφανώς πάνω από τον κοινοτικό δρόμο. Εξάλλου, από κανένα διάγραμμα, φωτογραφία ή αεροφωτογραφία δεν φαίνεται να ποικίλει ή να διαφοροποιείται το πλάτος του κοινοτικού δρόμου. Πώς λοιπόν η αναιρεσιβαλλόμενη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποφαίνεται ότι το επίδικο κτίσμα βρίσκεται εξ ολοκλήρου εντός του οικοπέδου του; Εάν δεχτούμε κάτι τέτοιο καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι μεταβλήθηκε το πλάτος του δημοτικού δρόμου". Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος, προεχόντως είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με αυτόν αιτιάσεις δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, σε κάθε, όμως, περίπτωση είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά, γίνεται δε επίκληση των κατά την γνώμη του αναιρεσείοντος διδαγμάτων κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, που κατά ανέλεγκτη κρίση έχουν γίνει δεκτά, δηλαδή, έχει γίνει δεκτό ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα και το τοιχίο που κατασκεύασαν οι αναιρεσίβλητοι δεν βρίσκονται εντός της κοινόχρηστης δημοτικής οδού.

Συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του.

II. Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον προβλεπόμενο στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, αναφορικά με τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, εντός του οποίου έχει κατασκευασθεί και το επίμαχο τοιχίο από μπετόν, αποτελεί τμήμα, κοινόχρηστης δημοτικής οδού ,δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...60/1953 συμβολαίου του συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραμμένου, είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου με την εντός αυτού παλαιό οικία, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της συνοικίας "..." εντός του οικισμού ... του Δήμου ... και πρώην Δήμου .... Όμορο οικόπεδο με τον πρώτο εναγόμενο έχει και ο ενάγων Χ. Π.. Δυτικά της οικίας του εναγόμενου Σ. Π. βρίσκεται το επίδικο το οποίο απεικονίζεται με τα περιμετρικά στοιχεία γ-δ-ε-ζ- ο-ξ-ν-μ-λ-γ στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο Ι. Λ. και ενσωματώνεται στη σχετική έκθεσή του κι έχει έκταση 9,08 τ.μ. Στο επίδικο τμήμα έχει κατασκευαστεί το 2008 από τον πρώτο εναγόμενο στηθαίο, το οποίο δεν έχει ενιαίες διαστάσεις. Τόσο το ύψος του όσο και το πλάτος μεταβάλλονται. Ανατολικά του επιδίκου υπάρχει ασφαλτοστρωμένη κοινοτική οδός η οποία καταλήγει σε διχάλα στο μέσο περίπου του επιδίκου. Ο ανατολικός της κλάδος συνεχίζει με ανωφέρεια έως το όμορο κοντινό αλώνι ενώ ο δυτικός της κλάδος συνεχίζει σε κατωφέρεια, διέρχεται έμπροσθεν της ιδιοκτησίας του ενάγοντος Χ. Π. και στη συνέχεια οδεύει διαχωριζόμενος σε δύο κλάδους, ο ένας προς τα νοτιοδυτικά σε τσιμεντοστρωμένο δρόμο προς τον οικισμό και ο άλλος απομακρύνεται νοτιοανατολικά σε χωματόδρομο, κάτω από το αλώνι. Ανάμεσα στην οικία του πρώτου εναγομένου και της κοινοτικής οδού υπάρχει υψομετρική διαφορά. Για το λόγο αυτό υπήρχε πεζούλα από πέτρες (ξερολιθιά) που συγκρατούσε το δρόμο και κάλυπτε την ανισοσταθμία. Τούτο είναι εμφανές από φωτογραφία που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, η οποία έχει ληφθεί την δεκαετία του 1980 και σε ανύποπτο χρόνο και δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα, ενώ εξάλλου η ύπαρξη της ξερολιθιάς επιβεβαιώνεται και από τους δύο ορισθέντες πραγματογνώμονες στις σχετικές εκθέσεις τους οι οποίοι, καθ' υπόδειξη του δικαστηρίου, πραγματοποίησαν σχετική ανασκαφή. Η πεζούλα αυτή ανήκει στο οικόπεδο του πρώτου εναγομένου. Το έτος 2007 ο πρώτος εναγόμενος για να αποτρέψει την καταστροφή της πεζούλας και του δρόμου, κατασκεύασε το επίδικο τοιχίο από μπετόν, μέσα στο οποίο βρίσκεται η παλιά ξερολιθιά, το οποίο βρίσκεται εξ ολοκλήρου εντός του οικοπέδου του, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο ενάγων, περί δήθεν κατάληψης κοινόχρηστης οδού. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι λοιποί εναγόμενοι, πλην του πρώτου, δεν είναι κύριοι, νομείς ή κάτοχοι του οικοπέδου, διότι αυτό, όπως αναφέρθηκε, ανήκει αποκλειστικά στον πρώτο εναγόμενο και η μόνη εμπλοκή τους με την υπόθεση είναι ότι είναι συγγενείς του πρώτου και συγκεκριμένα σύζυγος του η πρώτη εξ αυτών και τέκνα του οι λοιποί, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο ενάγων γι' αυτούς. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον δεν πρόκειται για κατάληψη κοινόχρηστης οδού, δεν υπάρχει και ζήτημα προσβολής προσωπικότητας του ενάγοντος. Η εκκαλουμένη επομένως, που δέχτηκε τα αντίθετα, έσφαλε. Για το λόγο αυτό πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, και να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν αποτελεί τμήμα της κοινόχρηστης δημοτικής οδού, κατόπιν δε δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν αποτελεί τμήμα κοινόχρηστης δημοτικής οδού και ότι το επίμαχο τοιχίο από μπετόν κατασκευάσθηκε στο σημείο όπου παλιά υπήρχε ξερολιθιά, "με παραδοχές αντίθετες από εκείνες της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και παρά τα όσα αντίθετα συμπεράσματα προκύπτουν από την προσκομισθείσα από 25/01/2016 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Δ. Τ., σχετικά με την ύπαρξη παλαιάς ξερολιθιάς". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον όλες οι άνω αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης που προβάλλει ο αναιρεσείων, ανάγονται, αποκλειστικά και μόνο, στην εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., το πόρισμα από τις οποίες αποδείξεις, ήτοι ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα και το τοιχίο από μπετόν δεν βρίσκονται εντός της κοινόχρηστης δημοτικής οδού, εκτίθεται, στο αναφερόμενο ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, με σαφήνεια, πειστικότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, η είσπραξη, όμως, των οποίων δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1484/2018,895/2018,974/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-07-2018 αίτηση της Χ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ.41/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: