Απόφαση ΑΠ 1015/2020 - Ανεπαρκής η αιτιολόγηση του ελαφρυντικού της σύννομης ζωής με την προσκόμιση λευκού ποινικού μητρώου
Δυνατότητα επίκλησης της σύννομης ζωής του υπαιτίου ως ελαφρυντικής περίστασης εφόσον αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη. Μη αποδοχή του λευκού ποινικού μητρώου ως μόνου αποδεικτικού στοιχείου για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού. Ευμενέστερη η διάταξη του αρ. 84 παρ. 2 α’ ΠΚ η οποία εισάγει το κριτήριο της «νόμιμης» αντικαθιστώντας αυτό της «έντιμης» ζωής. Απαραίτητη η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας (αρ. 85 παρ.1) για τη μείωση του κατώτερου ορίου της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής..
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της .....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Λ., κατοίκου ... και 2) Σ. Φ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 35α παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2190/1920, ο τίτλος του οποίου προστέθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3604/2007, αναφερόμενο στην ακυρωσία των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης Ανώνυμης Εταιρείας, κατηγορία η οποία διευρύνθηκε σε σχέση με τα προβλεπόμενα από το προϊσχύσαν δίκαιο προκειμένου να συσταλεί η κατηγορία των άκυρων αποφάσεων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την επιφύλαξη των άρθρων 35β και 35γ, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. Ακυρώσιμη είναι και η απόφαση που λήφθηκε: α) χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες, που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 από μετόχους, οι οποίοι ζητούν την ακύρωση σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, ή β) κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα. Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή από οποιονδήποτε μέτοχο, κάτοχο μετοχών που εκπροσωπούν τα δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου, αν δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση. Η αγωγή ακύρωσης της απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας. Η ανωτέρω αγωγή στρέφεται κατά της εταιρείας και ασκείται εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Μητρώο. Σύμφωνα με τις ανωτέρω ρυθμίσεις προβλέπονται πλέον τέσσερις κατηγορίες ακυρώσιμων αποφάσεων: α) αποφάσεις που ελήφθησαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με τον νόμο ή το καταστατικό, β) αποφάσεις που ελήφθησαν από ΓΣ που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί, γ) αποφάσεις που ελήφθησαν χωρίς να παρασχεθούν οι οφειλόμενες πληροφορίες που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 και δ) αποφάσεις που ελήφθησαν κατά κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 2190/1920, όπως ο τίτλος προστέθηκε με το άρθρο 37 Ν. 3604/2007 και αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 του άρθρου 5 Ν.3884/2010, για να μετάσχει ο μέτοχος στη Γενική Συνέλευση, πρέπει να καταθέσει τις μετοχές του στο ταμείο της εταιρείας, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε οποιαδήποτε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στην Ελλάδα, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης ημέρα. Η ίδια προθεσμία ισχύει και για την κατάθεση στο ταμείο της εταιρείας των αποδείξεων κατάθεσης των μετοχών και των εγγράφων αντιπροσωπείας, οι δε μέτοχοι οι οποίοι δεν συμμορφώθηκαν προς τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν μετέχουν στη γενική συνέλευση παρά μόνο με άδεια αυτής. Η τήρηση των διατάξεων αυτών δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση του δικαιώματος παράστασης των μετόχων στη Γενική Συνέλευση, αλλά αποσκοπεί να δώσει στους μετόχους ένα μέσο αποδείξεως αυτού του δικαιώματος και να προαναγγείλει στην εταιρεία τη σκοπούμενη συμμετοχή των δικαιούμενων να συμμετάσχουν στη Γενική Συνέλευση προς διευκόλυνση του ελέγχου της νομιμοποίησής τους, όταν ο αριθμός των μετόχων είναι μεγάλος.
Συνεπώς, όταν η παράλειψη ή η αταξία της προαναγγελίας δεν εμποδίζει αποφασιστικά την επίτευξη του ελέγχου της νομιμοποίησης, προβλέπεται στο νόμο (άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2190/1920), ότι επιτρέπεται, με την άδεια της Γενικής Συνέλευσης, η συμμετοχή σ' αυτήν των μετόχων που δεν συμμορφώθηκαν προς την υποχρέωση προαναγγελίας. Κριτήρια για τη χορήγηση ή μη της εν λόγω αδείας δεν ορίζονται στο νόμο, όμως η σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης δεν δύναται να είναι αυθαίρετη, πολλώ δε μάλλον τιμωρητική, ούτε δύναται να αποτελέσει πρόσχημα για τον αποκλεισμό ανεπιθύμητων μετόχων, αλλά εξαρτάται από το κατά πόσο είναι δυνατό, παρότι παραλήφθηκε η προαναγγελία, να ικανοποιηθεί ο σκοπός, για τον οποίο επιβλήθηκε από το νόμο η συγκεκριμένη υποχρέωση, διότι σε αντίθετη περίπτωση η άρνηση της Γενικής Συνέλευσης δεν θα ήταν μόνο αδικαιολόγητη, αλλά και καταχρηστική.
Συνεπώς, οι μέτοχοι που κατέθεσαν εγκαίρως τα ως άνω έγγραφα, οι συγκροτούντες τη Γενική Συνέλευση, δικαιούνται να αρνηθούν την αιτουμένη άδειά συμμετοχής στον ατάκτως εμφανισθέντα μέτοχο, μόνον όταν κρίνουν ότι η παράλειψη ή η αταξία της προαναγγελίας καθιστά αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την πραγματοποίηση του προαναφερόμενου σκοπού της και, αντιθέτως, δεν δύνανται να αρνηθούν τη συμμετοχή του, όταν οι αταξίες δεν εμποδίζουν την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού, όπως συμβαίνει επί οικογενειακών ανωνύμων εταιριών ή επί εταιριών με μικρό αριθμό μετόχων που γνωρίζουν εξ ιδίας αντιλήψεως το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μετοχών αυτής. Από τη διατύπωση δε της παρ. 4 του άρθρου 28 του Ν. 2190/1920 σαφώς συνάγεται ότι δεν υφίσταται περιορισμός ως προς την έκταση ή τη φύση της αταξίας του αιτουμένου τη συμμετοχή του μετόχου και συνεπώς περιλαμβάνεται σ' αυτήν όχι μόνον η εκπρόθεσμη κατάθεση αλλά και η καθόλα παράλειψη κατάθεσης των μετοχών, όπως και η εκπρόθεσμη προσκομιδή ως και η μη προσκομιδή του αποδεικτικού της κατάθεσης. Η σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης, όταν αύτη ασκεί το κατά το άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2190/1920 δικαίωμα, υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο ως προς το αν απαγορεύθηκε συννόμως η συμμετοχή μετόχου ή κατά κατάχρηση δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε την αγωγή κατά το επικουρικό αίτημά της και ακύρωσε την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που αφορούσε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσείουσας εταιρείας, δεχόμενο ότι ελήφθη κατά κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας των μετόχων, οι οποίοι αρνήθηκαν να παράσχουν την αιτηθείσα άδεια συμμετοχής στη Γενική Συνέλευση στους μειοψηφούντες εταίρους (ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους) με σκοπό τον αποκλεισμό τους. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον του αναιρετικό έλεγχο μέρος του τα εξής: "Η εναγομένη εταιρεία, η οποία έχει ως σκοπό τη λειτουργία και εκμετάλλευση γενικής κλινικής στην πόλη του Αγρινίου, συστήθηκε δυνάμει της .../2.8.1991 συμβολαιογραφικής πράξεως του συμ/φου Αγρινίου... Καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών...... και περίληψη του καταστατικού δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ. Το μετοχικό κεφάλαιο αυτής ανέρχεται σε 1.095.087,50 Ευρώ, διαιρούμενο σε 373.750 ονομαστικές μετοχές....Οι ενάγοντες είναι μέτοχοι αυτής, κατέχοντες ο μεν πρώτος 167.067 μετοχές (ήτοι ποσοστό 44,70%), ο δε δεύτερος 12.221 μετοχών (ήτοι ποσοστό 3,26%).....Το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης κατά τη συνεδρίαση της 22.8.2011 αποφάσισε την σύγκληση έκτακτης γενικής συνελεύσεως των μετοχών της εταιρείας για την 17.9.2011 και ώρα 13.00 στα γραφεία της εταιρείας και σε περίπτωση μη απαρτίας τη σύγκληση Α' επαναληπτικής Γεν. Συνελεύσεως την 1.10.2011 και ώρα 13.00 στον ίδιο χώρο με θέματα ημερήσιας διατάξεως (μεταξύ άλλων) την παράταση της διάρκειας της εταιρείας και την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με κατάθεση μετρητών....Κατά την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία της 17.9.2011 δεν επετεύχθη η νόμιμη απαρτία. Κατά την Α' επαναληπτική Γενική Συνέλευση της 1 ης, 10ου.2011 εμφανίσθηκε ο πρώτος των εναγόντων και ο νόμιμος εκπρόσωπος του δευτέρου τούτων Σ. Κ., οι οποίοι (ενάγοντες) δεν περιλαμβάνοντο στον πίνακα των μετοχών με δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου σ' αυτή (Γεν. Συνέλευση), διότι δεν είχαν καταθέσει τις μετοχές τους για τη συμμετοχή τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 του Ν. 2190/1920. Ζήτησαν να τους χορηγηθεί η άδεια να λάβουν μέρος σε αυτή (άρθρο 28 παρ.4 του Ν. 2190/1920), διότι η πρόσκληση γι' αυτή έγινε εν κρυπτώ και ότι δεν συμπράττουν στην διάλυση της εταιρείας, αλλά επιθυμούν την συνέχιση της λειτουργίας αυτής. Για το σκοπό αυτό ζήτησαν την αναβολή της Γεν. Συνελεύσεως και ακολούθως την έγκριση της συμμετοχής των μετόχων, που δεν κατέθεσαν τις μετοχές τους ήτοι την χορήγηση άδειας συμμετοχής. Ο προσωρινός Πρόεδρος της Γεν. Συνελεύσεως πρότεινε την χορήγηση άδειας στους αιτούντες και ήδη ενάγοντες. Η Γενική Συνέλευση μετά από εισήγηση του μετόχου Χ. Σ. δεν παρέσχε την αιτηθείσα άδεια συμμετοχής με την αιτιολογία ότι "δεν κατέθεσαν τις μετοχές τους και δεν μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος για την ιδιότητά τους ως μετόχων μετά τη γνωστή στους μετόχους διαδικασία συζητήσεων του κ. Α. με τρίτους σχετική με τη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας". Δεν υπήρξε ειδικότερη αιτιολογία της μη εγκρίσεως συμμετοχής του δευτέρου των εναγόντων, πλην του γεγονότος της μη καταθέσεως των μετόχων του. Ακολούθως η Γενική Συνέλευση αποφάσισε ομόφωνα την παράταση διάρκειας της εταιρείας κατά εκατό (100) έτη ήτοι μέχρι την 31. 12.2011 και την αντίστοιχη τροποποίηση του άρθρου 4 του καταστατικού αυτής, που όριζε την διάρκεια της εταιρείας μέχρι την 31.12.2111 και διέκοψε την Γενική Συνέλευση για την 20η.10ου.2011 ως προς τα λοιπά θέματα της ημερήσιας διατάξεως, που ήταν : α) η λήψη μέτρων υπαγωγής της εταιρείας στο άρθρο 47 του Ν. 2190/1920, β) η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με κατάθεση μετρητών, γ) ή μείωση του μετοχικού κεφαλαίου με συμψηφισμό ζημιών. Η μη παροχή της άδειας συμμετοχής στη Γενική Συνέλευση των εναγόντων, που κατείχαν ποσοστό 47,96% των ονομαστικών μετοχών της εταιρείας ήταν αυθαίρετη, έγινε κατά παράβαση των ίσης μεταχειρίσεως αυτών και της αρχής της αναλογικότητας, εξυπηρετούσε σε ανάλογο βαθμό, το εταιρικό συμφέρον και πρόσχημα για τον αποκλεισμό τους και ιδίως του πρώτου τούτων, ο οποίος ήταν ανεπιθύμητος λόγω της μακροχρόνιας αντιδικίας του με την πλειοψηφία των μετόχων και ο οποίος είχε αρνηθεί να υπογράψει σχέδιο αποφάσεως της Γεν. Συνελεύσεως για την παράταση της εταιρείας και να ψηφίσει υπέρ αυτής, (παράτασης) κατά τις Γεν. Συνελεύσεις της 10.6.2010 και 5.7.2011. Λόγω του μικρού αριθμού των μετοχών της εναγομένης εταιρείας ήταν γνωστό το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μετόχων της εταιρείας (και εν προκειμένω αυτών της μειοψηφίας), αφού οι μετοχές αυτής είναι υποχρεωτικά ονομαστικές (άρθρο 24 παρ.1 και 2 του Ν. 2214/1994) και η μεταβίβαση αυτών (ονομαστικών μετοχών) γίνεται με έγγραφη στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας (άρθρο 8β του Ν. 2190/1920), στο οποίο μετά από κάθε μεταβίβαση καταχωρούνται τα στοιχεία του μεταβιβάζοντος και εκείνου, προς τον όποιο γίνεται η μεταβίβαση και έναντι της εταιρείας θεωρείται μέτοχος ο αναγραφόμενος στο εν λόγω βιβλίο ως προς ον η μεταγραφή......
Εν προκειμένω η ιδιότητα των εναγόντων ως μετόχων της εταιρείας και η μη μεταβίβαση των μετοχών αυτών μπορούσε να ελεγχθεί την ίδια ημέρα κατά τη διάρκεια της Γεν. Συνελεύσεως ή κατά τη μετά τη διακοπή αυτής ημερομηνία της 20.10.2011. Η εναγομένη δεν ανταπέδειξε τη μη ύπαρξη της μετοχικής ιδιότητας των εναγόντων και τη μεταβίβαση αυτών (άρθρο 338 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τον κρίσιμο χρόνο (1η.10ου.2011). Κατά τη συνεδρίαση της 20ης. 10ου.2011, κατά την οποία συνεχίσθηκε η διακοπείσα Α' επαναληπτική Γεν. Συνέλευση της 1ης.10ου.2011, αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά το ποσό του 1.199.998,08 Ευρώ με την καταβολή μετρητών και η έκδοση 409.556 νέων ονομαστικών μετοχών αξίας 2,93 Ευρώ εκάστης.
Συνεπώς η μη παροχή της αιτηθείσης άδειας συμμετοχής στη Γεν. Συνέλευση αποσκοπούσε στον αποκλεισμό των μετόχων της μειοψηφίας (εναγόντων) από αυτή, ώστε να επιτευχθεί η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Καταστατικού πλειοψηφία των 2/3 των εκπροσωπουμένων σ' αυτή (Γ.Σ) ψήφων για την παράταση της εταιρείας και την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου...Από τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ότι η άρνηση παροχής της αιτηθείσης άδειας συμμετοχής των εναγόντων, στη Γενική Συνέλευση (συνδυαζόμενη με τη δημοσίευση της προσκλήσεως σε μία μόνο εφημερίδα, που εκδίδεται στην Αθήνα και όχι σε τοπική εφημερίδα κατά παράβαση της μακροχρόνιας πρακτικής) με την προαναφερθείσα αιτιολογία, ήταν προσχηματική και αποσκοπούσε στον αποκλεισμό αυτών , οι οποίοι ήσαν ανεπιθύμητοι και ιδίως ο πρώτος τούτων, του οποίου η ψήφος είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού κατείχε ποσοστό 44,70% των ονομαστικών μετοχών, μη εξυπηρετούσα τον σκοπό του άρθρου 28 παρ.1 του Ν. 2190/1920, που συνίστατο να δώσει στους μετόχους ένα μέσο αποδείξεως του δικαιώματος παραστάσεως αυτών στη Γεν. Συνέλευση, στην οποία κατά την ένδικη ημερομηνία επρόκειτο να συζητηθούν θέματα, που αφορούσαν το μέλλον της εταιρείας και ελήφθη απόφαση αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου αυτής). Έγινε προς εξυπηρέτηση των στενών οικονομικών συμφερόντων της πλειοψηφίας και όχι του εταιρικού συμφέροντος και του συμφέροντος της μειοψηφίας, την οποία οι μέτοχοι της πλειοψηφίας επιθυμούσαν να αποκλείσουν από την λήψη της αποφάσεως παρατάσεως της διάρκειας της εταιρείας και εν συνεχεία αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου με συνέπεια μετά την αύξηση αυτού και τη μη άσκηση του δικαιώματος προτιμήσεως από αυτούς να αποδυναμωθεί η θέση τους, αφού κατέχουν πλέον αμφότεροι ποσοστό 30,85% (28,75 ο Α'+2,10 ο Β') των ονομαστικών μετοχών της εταιρείας, ενώ κατείχαν πριν από την αύξηση ποσοστό 47,96% (44,70 + 3,26%, αντίστοιχα). Η προαναφερόμενη δε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ψήφου των μετοχών της πλειοψηφίας υπερβαίνει προφανώς τα εκ του σκοπού του δικαιώματος ψήφου καθοριζόμενα όρια".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ. ΑΠ 28/1998, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 1551/2018). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το Δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ" ουσία και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1551/2018). Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΑΠ 259/2019, ΑΠ 736/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το υπό στοιχείο (Α) μέρος του και τον πέμπτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να δεχθεί καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος της πλειοψηφίας των μετόχων να αρνηθούν τη χορήγηση αδείας στους αναιρεσίβλητους μετόχους για συμμετοχή τους στη Γενική Συνέλευση με θέμα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και να ακυρώσει τη σχετική απόφασή της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ότι στερείται των απαιτούμενων αιτιολογιών στην κρίση της για την κατάχρηση της ψήφου της πλειοψηφίας. Οι λόγοι αυτοί από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστοι, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται ούτε και συνοπτικά οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία στήριξε την κρίση του επί του ζητήματος της κατάχρησης εξουσίας της πλειοψηφίας που ήταν ουσιώδες για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να ελεγχθεί εάν συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα δικαίου και εάν πράγματι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως έχουσα ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τουναντίον η αναιρεσείουσα εκθέτει το κατά τη δική της εκδοχή πραγματικό μέρος της υπόθεσης χωρίς να προσδιορίζει το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, τις διατάξεις του οποίου φέρεται να παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα η μη πληρότητα του δικογράφου σε σχέση με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ανεξαρτήτως βεβαίως του ότι και κατ'ουσίαν ερευνόμενοι οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι, αφού με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδεμία από τις προβαλλόμενες πλημμέλειες για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ έχει συντελεσθεί.
Περαιτέρω με το υπό στοιχείο (Β) του πρώτου λογού αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 35α παρ. 1 εδ. α'του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 ν.3604/2007, με το οποίο καθιερώνεται ως λόγος ακυρωσίας της Γενικής Συνέλευσης όταν ελήφθη κατά τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο και το καταστατικό. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς δεν εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 35α παρ. 1 εδ. α' του άνω νόμου, αλλά τη διάταξη του άρθρου 35α παρ. 2 εδ. β' του ίδιου νόμου, που προβλέπει ότι ακυρώσιμη είναι η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που λήφθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ, στην οποία υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά κατά την ανέλεγκτη κρίση του πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε η αγωγή ακύρωσης της απόφασης Γενικής Συνέλευσης ασκείται εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Μητρώο (άρθρο 35α παρ. 7 Ν. 2190/1920, όπως ισχύει). Η ανωτέρω προθεσμία, που αποσκοπεί στη διαφύλαξη της ασφάλειας των συναλλαγών, είναι αποσβεστική ορίζοντας το απώτατο χρονικό σημείο άσκησης της αγωγής και άρα παραδεκτά η αγωγή μπορεί να ασκηθεί και πριν την καταχώρηση του πρακτικού της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, όπως με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο (Γ) μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αγωγή ασκήθηκε πρόωρα, είναι αβάσιμος.
Επίσης η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί νομικής επάρκειας της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 3/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με το υπό στοιχείο (Δ) μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης υπό την επίκληση του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, καθόσον υπό τα ίδια πραγματικά περιστατικά περιείχε αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας και αίτημα ακυρωσίας της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, ένσταση την οποία η αναιρεσείουσα είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι αυτή περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 35α παρ.2 περ. β' και 28 παρ. 1 και 4 του Ν. 2190/1920, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το νεότερο νόμο 3604/2007. Ειδικότερα, στο δικόγραφο εκτίθεται η ιδιότητα των εναγόντων ως μετόχων της εναγομένης εταιρείας και το ποσοστό των μετοχών που κατέχουν καθώς και τα στοιχεία για την κατά κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας ληφθείσα απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, τα οποία κατά το κύριο μέρος των περιέχονται στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν πάσχει αοριστίας από τη διατύπωση του αιτήματος να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, άλλως να ακυρωθεί η ένδικη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, επικουρικό αίτημα κατά το οποίο κρίθηκε νόμιμη και έγινε δεκτή η αγωγή.
Επιπλέον ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ" όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή αυτής (ΑΠ 1274/2018). Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφ' όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 179/2019).
Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη α) τον ισχυρισμό ότι η σύγκληση και συγκρότηση της Γενικής Συνέλευσης ήταν απολύτως νόμιμη και β) την ένσταση καταχρηστικότητας της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον ο μεν πρώτος ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η δε ένσταση του 281 ΑΚ ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων και βεβαίως δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Επί προσθέτως, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 243/2019, ΑΠ 1424/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθινό ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι είναι μέτοχοι της εταιρείας, κατέχοντες ο μεν πρώτος 167.067 μετοχές (ήτοι ποσοστό 44,70%), ο δε δεύτερος 12.221 μετοχές (ήτοι ποσοστό 3,26%). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω παραδοχή και συνακόλουθα στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της βασιμότητας της αγωγής από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτή. Εξάλλου, δεν προβάλλεται ότι αμφισβητήθηκε από την εναγομένη - αναιρεσείουσα το περιστατικό αυτό, που αποτελούσε στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) το πρακτικό της κρίσιμης Γενικής Συνέλευσης και β) το καταστατικό της εταιρείας, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση. Από τη ρητή, όμως, αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2018 αίτηση της εταιρείας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 34/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου