Σάββατο 22 Μαΐου 2021

Τα ασφαλιστικά μέτρα μετά το ν. 4335/2015 και επίκαιρα ζητήματα της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον ειρηνοδικείου*

Τα ασφαλιστικά μέτρα μετά το ν. 4335/2015 και  

επίκαιρα ζητήματα της δίκης των ασφ

αλιστικών μέτρων ενώπιον ειρηνοδικείου* 

 Γεωργίου Διαμαντόπουλου 

Καθηγητή Πολιτικής Δικονομίας Α.Π.Θ. 

 

  Ι. Τα ασφαλιστικά μέτρα μετά το ν. 4335/2015 Α. Προλεγόμενα  

Η μεταρρυθμιστική δράση του ν. 4335/2015 στο πέμπτο βιβλίο του ΚΠολΔ (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων∙ άρθρα 682 επ.) αποδείχθηκε περιορισμένη. Και τούτο διότι δεν αναιρείται η βασική αποστολή της προσωρινής δικαστικής προστασίας, δηλαδή η λήψη μέτρων, επώνυμων ή ρυθμιστικών (ΚΠολΔ 731 επ.) μέχρι την έκδοση οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης. Μάλιστα, η ευόδωση των δομικών αλλαγών στο πεδίο της τακτικής διαδικασίας (βλ. προπάντων ΚΠολΔ 237), που θα έχει ως αυτόθροη συνέπεια την ταχεία πλέον περάτωση της διαγνωστικής δίκης, ενδέχεται να περιορίσει δραστικά το μέχρι πρότινος καταιγιστικό πλήθος των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων1.  

Πάντως, αφενός η νέα ρύθμιση της ΚΠολΔ 724 και αφετέρου το γεγονός ότι μετά την κατάργηση της αίτησης αναστολής εκτέλεσης επί έμμεσης εκτέλεσης (ΚΠολΔ 938) έρχονται στο προσκήνιο με ιδιαίτερη ένταση οι ρυθμίσεις των ΚΠολΔ 731‐732, δικαιολογούν την εξαίρεσή τους από την παρούσα εισήγηση, καθιστώντας επιβεβλημένη την εγγύτερη προσέγγισή τους αυτοτελώς2. Στην πρώτη ενότητα της παρούσας θα προχωρήσουμε, καταρχήν, σε επισκόπηση των λοιπών διατάξεων των 

                                                

* Εισήγηση σε επιμορφωτικό σεμινάριο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών υπό τον τίτλο 

«Νέοι ειρηνοδίκες», το οποίο έλαβε χώρα στις 5.2.2020 στη Θεσσαλονίκη. 

Μακρίδου/Απαλαγάκη/Διαμαντόπουλος, Πολιτική Δικονομία2 (2018) σ. 100. 

Εγγύτερη, αυτοτελή προσέγγισή τους, λόγω και της ιδιαίτερης πλέον δημοφιλίας τους, βλ. σε Διαμαντόπουλο, Αστικό δικονομικό δίκαιο και νομολογιακό γίγνεσθαι (2019) σ. 407 επ. και 439 επ. αντίστοιχα. 

ασφαλιστικών μέτρων, που επηρεάστηκαν από τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του ν. 4335/20153. 

Β. Ζητήματα προδικασίας 

Ως γνωστόν, ενώπιον των ειρηνοδικείων η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επιτρεπτώς υποβαλλόταν και προφορικώς, οπότε ήταν αναγκαία η σύνταξη σχετικής έκθεσης (ΚΠολΔ 686 § 1 πριν τη μεταρρύθμιση του ν. 4335/2015)4. Καθώς με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εισελαύνει στο δικαιοδοτικό μηχανισμό αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας αυτονοήτως θα πρέπει να διασφαλίζεται και το προς υπεράσπιση δικαίωμα του καθ’ ου η εκτέλεση. Έτσι, με το ν. 4335/2015 προκρίθηκε ο ίδιος βαθμός τυπικότητας σε ό,τι αφορά στην άσκηση της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ενώπιον πρωτοβάθμιων δικαστηρίων5, ώστε πλέον να αξιώνεται αφενός η υποβολή γραπτής αίτησης και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων6, αλλά και η υποχρέωση παράστασης με δικηγόρο, όπως επίσης η κατάθεση σημειώματος στην ενλόγω δίκη7.  

Περαιτέρω, για τους ίδιους ακριβώς λόγους και η άσκηση κύριας παρέμβασης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι επιτρεπτή, μόνο εφόσον κατατίθεται αυτοτελές δικόγραφο8. Η γενική υποχρέωση τήρησης προδικασίας (ΚΠολΔ 111) και ενώπιον των ειρηνοδικείων, προκύπτει καταρχήν από τη γενική διάταξη της ΚΠολΔ 115 § 1, όπου καθιερώνεται ανεξαιρέτως η αρχή τήρησης γραπτής προδικασίας. Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και εξ αντιδιαστολής της ανωτέρω ρύθμισης προς τη νέα διατύπωση της ΚΠολΔ 686 § 6, δυνάμει της οποίας «στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στο μονομελές πρωτοδικείο ή στο ειρηνοδικείο η πρόσθετη 

3.

συμπόσιο προς τιμή του Καθηγητή Ν. Νίκα (2016) σ. 99 επ. = ΕλλΔνη 2016.20 επ.∙ Καγιούλη, Οι τροποποιήσεις στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το ν. 4335/2015, ΕλλΔνη 2016.138. 

Πρβλ. σχετικώς και την ΚΠολΔ 686 § 5 για την περίπτωση που η αίτηση ασκείτο ενώπιον του δικαστηρίου της κύριας δίκης∙ βλ. προπάντων ΕιρΘεσ 2434/1989, ΤΝΠ Νόμος. 

Βλ. και Αιτιολογική ΄Εκθεση υπό VI.2. 

Μακρίδου/Απαλαγάκη/Διαμαντόπουλος, ό.π. σημ. 1, σ. 102. 

ΕιρΧαν 92/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ αντιθέτως, για την αναγκαιότητα παράστασης με δικηγόρο, Κατράς, Παρατηρήσεις υπό ΜΠρΜεσολ 8/2016, ΕλλΔνη 2016.250. –Κατά τα λοιπά, δυνάμει της ΚΠολΔ 686 § 4 προβλέπεται η κλήτευση του διαδίκου και με ηλεκτρονικά μέσα, κατά τρόπο αντίστοιχο αυτών που ορίζεται στις γενικές διατάξεις των άρθρων 119 και 122 του ΚΠολΔ, εκσυγχρονίζοντας έτσι και στο πεδίο των ασφαλιστικών μέτρων τον τρόπο διεξαγωγής της δίκης. 

ΜΠρΗρακλ 1048/2018, ΤΝΠ Νόμος. 

παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά». Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγείται κάποιος ανατρέχοντας και στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/20159, όπου η σχετική υποχρέωση της γραπτής, δηλαδή, υποβολής της αίτησης συνδέεται με την αποφυγή αοριστιών και ακυροτήτων καθώς και τη διασφάλιση της βεβαιότητας της διαδικασίας. Επομένως, κάθε άλλη διαδικαστική πράξη (αυτοτελής αίτηση, όπως επίσης η κύρια παρέμβαση) ασκείται μόνο γραπτώς. Κατ’ εξαίρεση, εντούτοις, η πρόσθετη παρέμβαση, ως δευτερεύουσα διαδικαστική πράξη, εξακολουθεί να ασκείται και προφορικά, κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, κατά τη ρητή διάταξη της ΚΠολΔ 686 § 6. 

Η τήρηση προδικασίας και η κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου, κατελάμβανε από την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και την ανταίτηση, η οποία υπό τον τελευταίο νόμο δεν μπορούσε να ασκηθεί πλέον προφορικά, κατά τη συζήτηση της αίτησης, ούτε καν με σημείωμα, που κατετίθετο πριν από αυτήν. Εφόσον το άρθρο 686 § 6 ΚΠολΔ καθόριζε περιοριστικά τη μία και μοναδική διαδικαστική πράξη η οποία επιτρεπτώς ασκείτο στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προφορικώς, κατά τη συζήτηση και αυτή ήταν η πρόσθετη παρέμβαση, κατά κρατούσα νομολογιακή εκδοχή10, κάθε άλλη αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας (και αυτοτελής είναι και η ανταίτηση) καταλαμβανόταν από τις γενικές διατάξεις της γραπτής προδικασίας11.  

Ήδη, όμως, μετά την τροποποίηση του άρθρου 686 § 6 ΚΠολΔ από το άρθρο 3 ν. 4509/2017, στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου τόσο η πρόσθετη παρέμβαση, όσο και η ανταίτηση, ασκούνται πλέον επιτρεπτώς και προφορικώς.  

4335/2015, υπό VI.2. 

Βλ. αντί πολλών ΜΠρΑμαλ 40/2016, ΕλλΔνη 2016.1443, με παρατηρήσεις Κατρά∙ ΜΠρΣύρ 101/2016, ΕλλΔνη 2017.565∙ ΜΠρΣερ 117/2016, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΘεσ 4953/2016, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΘεσ 6733/2016, www.katraslaw.gr, με παρατηρήσεις Κατρά∙ ΜΠρΠειρ 179/2017, ΤΝΠ Ισοκράτης∙ ΜΠρΘεσ 16924/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΘεσ 19743/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ αντιθέτως, πάντως, ΜΠρΠατρών 737/2016, ΤΝΠ Ισοκράτης, δεχθείσα ακούσιο νομοθετικό κενό, εφάρμοσε αναλογικώς την ΚΠολΔ 686 § 5∙ ΜΠρΠατρ 424/2016, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΓυθ 36/2016, Αρμ 2017.632 = ΤΝΠ Ισοκράτης. 

Για το ζήτημα αυτό βλ. αναλυτικότερα Κράνη, Ζητήματα ανταίτησης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ΝοΒ 2015.1431 επ. και μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015 τον ίδιο, Η άσκηση ανταίτησης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μετά τις τροποποιήσεις του ν. 4335/2015, Αρμ 2017.533 επ. 

Συνεπώς, από την αντιπαραβολή των παλαιών προς τις νέες ρυθμίσεις (ΚΠολΔ 686 πριν το ν. 4335/2015, αλλά και μετά το ν. 4509/2017) καθίσταται σαφές ότι καταργήθηκε πλέον η δυνατότητα άσκησης κύριας παρέμβασης χωρίς έγγραφη προδικασία, ενώ πλέον μόνο για την πρόσθετη παρέμβαση και την ανταίτηση υπάρχει η δυνατότητα προφορικής άσκησής τους, τόσο στο μονομελές πρωτοδικείο, όσο και στο ειρηνοδικείο. 

Γ. Ασφαλιστέο δικαίωμα που αφορά μέλλουσα απαίτηση 

Με το ν. 4335/2015 για πρώτη φορά προβλέπεται ότι το δικαίωμα που εισελαύνει στο πεδίο της προσωρινής παροχής έννομης προστασίας με το όχημα αίτησης, ανταίτησης ή κύριας παρέμβασης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ή να διατηρηθεί με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, επιτρεπτώς αφορά και μέλλουσα απαίτηση. Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 διευκρινίζεται ρητώς ότι, ενώ υπό την αρχική διατύπωση της διάταξης δεν καλύπτονται οι μελλοντικές απαιτήσεις, δηλαδή εκείνες για τις οποίες δεν έχουν συντρέξει τα παραγωγικά γεγονότα, πλέον εξασφαλίζεται και το δικαίωμα προσδοκίας (υπό τη νέα δομή της ΚΠολΔ 682 § 1 εδ. β΄). Ως χαρακτηριστική, μάλιστα, περίπτωση μελλοντικής απαίτησης αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 η κατ’ άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.  

Η νέα ρύθμιση επικρίθηκε για δύο κυρίως λόγους. Αφενός επειδή υπερακοντίζει και αυτά ακόμη τα όρια της παροχής προκαταβολικής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της τακτικής δίκης (ΚΠολΔ 69) και αφετέρου επειδή έτσι μπορεί η προσωρινή δικαστική προστασία να μετατραπεί σε οριστική, διότι στις μελλοντικές απαιτήσεις δεν έχει ακόμη γεννηθεί το δικαίωμα και, συνεπώς, είναι ανέφικτη η άσκηση κύριας αγωγής, στο πλαίσιο της ΚΠολΔ 693. Αξίζει, πάντως, να υπογραμμιστεί ότι ειδικώς η αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα, την οποία μνημονεύει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μελλοντικής απαίτησης και δικαιώματος προσδοκίας η ίδια η αιτιολογική έκθεση του νόμου, προστατεύεται ήδη από την ειδική ρύθμιση του άρθρου 1262 αριθ. 4 AK, αφού αυτή παρέχει στο σύζυγο νόμιμο τίτλο εγγραφής υποθήκης για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά το άρθρο 1400 του ΑΚ. Με άλλα λόγια, εφόσον παρέχεται το μείζον (εγγραφή υποθήκης με νόμιμο τίτλο την αξίωση εκ του νόμου με μόνη την άσκηση της αγωγής) το παράδειγμα της αιτιολογικής έκθεσης δεν κρίνεται αντιπροσωπευτικό και επιτυχές.  

Είναι γεγονός ότι η έννομη τάξη προσφέρει πολλά παραδείγματα προσδοκίας δικαιώματος, με ιδιαίτερα αντιπροσωπευτική την επιφύλαξη κυριότητας (ΑΚ 532), την προσδοκία για μεταβίβαση κυριότητας στη χρηματοδοτική μίσθωση, το κληρονομικό καταπίστευμα (ΑΚ 1923), τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας κ.ο.κ.. Η αδυναμία να απονεμηθεί σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οριστική δικαστική προστασία, παρά το γεγονός ότι υπάρχει ασφαλιστέο δικαίωμα, σε κάποιες περιπτώσεις καθιστά επιβεβλημένη την ανάγκη λήψης ασφαλιστικών μέτρων, ως αντιστάθμισμα της αδυναμίας άσκησης κύριας αγωγής, έστω και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 69 ΚΠολΔ, οι οποίες όντως ενδέχεται να μη συντρέχουν. Γι’ αυτό άλλωστε, και πριν τη μεταρρύθμιση του ν. 4335/2015 μερίδα της θεωρίας και της νομολογίας υποστήριζε ότι επιτρεπτώς παρέχεται δικαστική προστασία και για δικαίωμα που δεν έχει ακόμη γεννηθεί. 

Ωστόσο, εφόσον πρόκειται για προσδοκία δικαιώματος, θα πρέπει η λήψη των ασφαλιστικών μέτρων: α) να έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και να ερευνάται ενδελεχώς η ύπαρξη επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης), β) να επιλέγεται από το δικαστήριο το λιγότερο επαχθές ασφαλιστικό μέτρο (βλ. άλλωστε άρθρο 692 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση να τηρείται η απαγόρευση πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος (άρθρο 692 § 4 ΚΠολΔ). 

Χαρακτηριστικό, εξάλλου, παράδειγμα στο οποίο ενδέχεται να τεθεί ζήτημα εφαρμογής της νέας ΚΠολΔ 682 § 1 εδ. β΄ προσφέρει η περίπτωση της καταδολιευτικής αγωγής (ΑΚ 939 επ.). Με την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων επιδιώκεται να πιθανολογηθεί η συνδρομή ασφαλιστέου δικαιώματος, ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω μεταβίβαση του καταδολιευτικώς μεταβιβασθέντος πράγματος. Και εδώ προστατεύεται στην πραγματικότητα ένα δικαίωμα προσδοκίας του δανειστή και, συγκεκριμένα, η μελλοντική αξίωσή του να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση (βλ. άρθρο 992 ΚΠολΔ), όταν θα διαθέτει εκτελεστό τίτλο για την απαίτησή του υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι θα έχει διαρρηχθεί τελεσιδίκως η καταδολιευτική απαλλοτρίωση.  

Υπό τον όρο, λοιπόν, ότι θα συντρέχουν οι γενικές διαδικαστικές προϋποθέσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, η ευρύτερη πλέον διατύπωση του άρθρου 682 ΚΠολΔ μπορεί να ενταχθεί ομαλά στην προληπτική δικαστική προστασία, πόσο μάλλον αν αναλογιστεί κάποιος ότι δεν φαίνεται με τη σχετική διάταξη να προστίθεται κάτι πρωτόγνωρο από όσα θεωρία τε και νομολογία δεχόνταν και πριν την πρόσφατη μεταρρύθμιση21. Δ. Προσωρινή διαταγή 

Το μαγνητικό πεδίο του ν. 4335/2015 επεκτάθηκε και στην προσωρινή διαταγή. Το σύνολο των σχετικών ρυθμίσεων αποσπάστηκε από την αρχική διάταξη του άρθρου 691 ΚΠολΔ (στην οποία οι τελευταίες βασικές τροποποιήσεις, ως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων και το χρόνο δημοσιεύσεως αυτής είχαν επέλθει ιδίως με το ν. 4055/2012) και περιλαμβάνεται, πλέον, στο νέο άρθρο 691Α ΚΠολΔ, το οποίο υπό τη σημερινή του μορφή διαμορφώθηκε δυνάμει του άρθρου 1 άρθρο πέμπτο § 3 του ν. 4335/2015.  

Πάντως, με τη νέα ρύθμιση δεν τροποποιούνται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το δικαστήριο δικαιούται να εκδώσει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, μετά την κατάθεση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων (ή ακόμη και με την κατάθεση αυτοτελούς αίτησης με μοναδικό αίτημα την έκδοση προσωρινής διαταγής), τη σχετική προσωρινή διαταγή. Απλώς, στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 691Α ΚΠολΔ καθίσταται πιο απομακρυσμένο το ενδεχόμενο να παραλειφθεί η προηγούμενη κλήτευση του καθ’ ού η αίτηση, αν και ο νόμος φαίνεται κατά τη γραμματική του τουλάχιστον διατύπωση να καταλείπει την κλήτευση στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή. Τάσσονται, εντούτοις, δύο σημαντικοί περιορισμοί: ο ένας αφορά στη χρονική απόσταση, που πρέπει να υφίσταται μεταξύ του χρόνου έκδοσης της προσωρινής διαταγής και της συζήτησης της κύριας αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία και ορίζεται σε 30 ημέρες. Πρόκειται για νόμιμη αποσβεστική προθεσμία, η οποία δεν θα πρέπει να καταστρατηγείται, και εάν παρέλθει άπρακτη έχει ως συνέπεια την αυτοδίκαιη, ex nunc, απώλεια της ισχύος της προσωρινής διαταγής. Ο δεύτερος περιορισμός αφορά στην αδυναμία αναβολής της δικασίμου για την κύρια αίτηση, εκτός εάν το δικαστήριο χορηγήσει την αναβολή και διατηρήσει την ισχύ της προσωρινής διαταγής. 

Ε. Προθεσμία για την άσκηση αγωγής 

Συνεχίζοντας ο δικονομικός νομοθέτης τις παλινωδίες του σε ό,τι αφορά στη ρύθμιση του άρθρου 693 ΚΠολΔ, η τελευταία και πάλι, αυτή τη φορά με το ν. 4335/2015, ανακτά την αρχική της μορφή. Έτσι, εάν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο δικαστής δικαιούται να ορίσει κατά την κρίση του προθεσμία για την άσκηση της κύριας αγωγής, σε καμία ωστόσο περίπτωση το χρονικό αυτό όριο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τριάντα ημερών. Η κύρωση της μη τήρησης της συγκεκριμένης δικαστικής αποσβεστικής προθεσμίας είναι η απώλεια της ισχύος του ασφαλιστικού μέτρου (ex nunc), εκτός εάν, εντός της προθεσμίας των 30 ημερών, επιδοθεί στον υπόχρεο διαταγή πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 630Α ΚΠολΔ (η διάταξη είχε τροποποιηθεί ενδιάμεσα από το άρθρο 48 του ν. 3994/2011 και το άρθρο 105 § 3 του ν. 4172/2013, καθιερώνοντας ως υποχρεωτική σε κάθε περίπτωση την άσκηση αγωγής). 

΄Ηδη, λοιπόν, ο ν. 4335/2015 προέκρινε την επάνοδο στο προηγούμενο νομοθετικό σύστημα, όπου δηλαδή διατηρούνται σε ισχύ οι επιμέρους ειδικές ρυθμίσεις για την υποχρεωτική άσκηση αγωγής στις περιπτώσεις της συντηρητικής κατάσχεσης (ΚΠολΔ 715 § 5), της δικαστικής μεσεγγύησης (ΚΠολΔ 727) και της προσωρινής επιδίκασης απαίτησης (ΚΠολΔ 729 § 5). Όπως χαρακτηριστικώς επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, ο θιγόμενος από τη διατήρηση του ασφαλιστικού μέτρου διάδικος δικαιούται ή να ζητήσει την ανάκλησή του, επικαλούμενος ως μεταγενέστερο πραγματικό περιστατικό την αδράνεια του δικαιούχου στην άσκηση της κύριας αγωγής, ή να ασκήσει ο ίδιος αρνητική αναγνωριστική αγωγή. 

Στ. Αίτηση ανάκλησης  

Καταρχήν, στην προσωρινή δικαστική προστασία της νομής, όπου, κατ’ απόκλιση της απαγόρευσης του άρθρου 699 ΚΠολΔ, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης, εντός σύντομης δεκαήμερης προθεσμίας (κατά τους ορισμούς του άρθρου 734 § 3 ΚΠολΔ), το ένδικο βοήθημα της ανάκλησης δείχνει ασύμβαστο. Επομένως, παρέλκει και η ανάκλησή τους, από το δικαστήριο της κύριας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 697 του ΚΠολΔ, ενώ η ανάκλησή τους από το δικαστήριο, που τα διέταξε, ακόμη και όταν υπάρχει μεταβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, κατ’ άρθρο 696 § 3 ΚΠολΔ, επίσης δεν επιτρέπεται. Και ενώ το άρθρου 734 § 5 ΚΠολΔ, στην αρχική του μορφή, απαγόρευε μόνο την κατ’ άρθρο 697 ΚΠολΔ υποβολή αίτησης ανάκλησης και επέτρεπε, ρητά, την αίτηση ανάκλησης του άρθρου 696 § 3 ΚΠολΔ, πλέον, μετά τη μεταρρύθμιση του ν. 4335/2015, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της ΚΠολΔ 734 § 5, δεν χωρεί οποιασδήποτε μορφής ανάκληση στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων νομής (συνεπώς ούτε και αυτή της ΚΠολΔ 696 § 3). 

Στα λοιπά ασφαλιστικά μέτρα, τώρα, στο σημαντικότερο ένδικο βοήθημα για τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης στο πλαίσιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας αναδεικνύεται η αίτηση ανάκλησης, για την οποία, με αφορμή τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 4335/2015, αξίζει να σημειωθούν τα ακόλουθα:  

Πέραν της διαγραφής της δεύτερης (πράγματι περιττής) παραγράφου από το άρθρο 696 ΚΠολΔ, η σημαντικότερη αλλαγή αφορά στην αίτηση ανάκλησης του άρθρου 697 ΚΠολΔ. Η τελευταία υπάγεται πάντοτε στην αποκλειστική δικαιοδοσία του δικαστηρίου της κύριας δίκης, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για μονομελές ή πολυμελές πρωτοδικείο, ή ακόμη και για δικαστήριο του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας. Υπό τη νέα, λοιπόν, διατύπωση της ΚΠολΔ 697, στο ως άνω δικαστήριο παρέχεται η ευχέρεια να ανακαλέσει ή να μεταρρυθμίσει όχι μόνο την απόφαση η οποία δέχεται, αλλά και την απόφαση η οποία απορρίπτει την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων. Κατά τούτο, λοιπόν, διαφοροποιείται πλέον η συγκεκριμένης μορφής αίτηση ανάκλησης από εκείνες του άρθρου 696 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, ιδίως δε από την τελευταία, η οποία εξαρτά την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση από την μεταβολή των πραγματικών περιστατικών. 

Στην περίπτωση των γνήσιων ασφαλιστικών μέτρων, η καθολική απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων αντισταθμίζεται από την εξουσία του δικαστηρίου της κύριας δίκης να προβεί στην ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης, που τα διέταξε. Μέχρι την τροποποίηση του άρθρου 697 ΚΠολΔ από το ν. 4335/2015 το δικαστήριο είχε τη συγκεκριμένη εξουσία (ανάκλησης, ή μεταρρύθμισης) μόνο της απόφασης, που έκανε δεκτή την αίτηση όχι όμως και εκείνης που την απέρριπτε. Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, η εξήγηση που δίδεται γι’ αυτή τη μεταρρύθμιση συνίσταται στο γεγονός ότι «το δικαστήριο της κύριας δίκης έχει τη δυνατότητα και ευχέρεια, εκτιμώντας το ενώπιον του εισφερθέν αποδεικτικό υλικό, να καταστήσει ανενεργό εν όλω ή εν μέρει την απόφαση που εσφαλμένα απέρριψε το ασφαλιστικό μέτρο και να διατάξει κατόπιν σχετικώς υποβληθέντος αιτήματος τη λήψη νέου ή τροποποιημένου ασφαλιστικού μέτρου»29.  

Το άρθρο 697 ΚΠολΔ λειτουργεί όντως, κατ’ αποτέλεσμα, ως οιονεί ένδικο μέσο. Και τούτο διότι το δικαστήριο της κύριας δίκης (πρώτου ή δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας) το οποίο, μετά την εκκρεμοδικία έχει πλήρη εποπτεία της διαφοράς, ώστε εάν διαπιστώσει ότι βαρύνεται με πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, δικαιούται να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει την αρχική απόφαση, και χωρίς τη συνδρομή νέων πραγματικών περιστατικών30. Η επέκταση της εξουσίας ανάκλησης από το δικαστήριο της κύριας δίκης και στις απορριπτικές αποφάσεις επεψέγη και η ρύθμιση θεωρήθηκε ατυχής, διότι σε αντίθεση με το πνεύμα του νόμου, που έχει ως στόχο την επιτάχυνση της παροχής δικαστικής προστασίας, η δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης και των αποφάσεων που απορρίπτουν την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, θα επιβαρύνει υπέρμετρα το δικαστήριο της κύριας δίκης ενώ, στην πραγματικότητα με έμμεσο τρόπο εισάγεται το ένδικο μέσο της έφεσης31. Είναι αλήθεια ότι η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της διάταξης ενδέχεται να αυξήσει το φόρτο εργασίας των δικαστηρίων. Από το άλλο μέρος, ωστόσο, η αιτιολογική έκθεση δίδει μία πειστική εξήγηση, υπογραμμίζοντας ότι η εξουσία ανάκλησης από το δικαστήριο της κύριας δίκης και της απορριπτικής απόφασης, επειδή αυτή βαρύνεται με νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες, αποκαθιστά την ισότητα όπλων μεταξύ των διαδίκων32. Το επιχείρημα είναι ουσιώδες και ακριβές. Περαιτέρω, δεν θα πρέπει να διαλάθει της προσοχής και η νέα δομή της τακτικής διαδικασίας, ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων. Υπό τις ασφυκτικές προθεσμίες των άρθρων 215, 238 και 237 του ΚΠολΔ, η διάρκεια της κύριας δίκης έχει συντμηθεί ουσιωδώς. Εάν, παρά την αναμενόμενη έκδοση οριστικής απόφασης λίαν συντόμως, ο διάδικος επιθυμεί να αναζητήσει από το δικαστήριο της κύριας δίκης την ανάκληση της ανεξαρτήτως διατακτικού απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, τότε θα πρέπει να υποβάλλει γραπτή αίτηση και σε αυτοτελή στάση δίκης, εκτός εάν επιλέξει να 

4335/2015, υπό VI.9. 

Πάγια νομολογία∙ από τις εντελώς πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις τελείως ενδεικτικώς βλ. ΜΕφΑθ 2647/2018, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΕφΠατρ 84/2018, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΕφΛαμ 84/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ ΠΠρΑθ 955/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΣερ 281/2018, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΑθ 7131/2017, ΤΝΠ Νόμος. 

Βλ. Κράνη, ό.π. σημ. 3, στον τόμο: Η πολιτική δίκη σε κρίσιμη καμπή. Επιστημονικό συμπόσιο προς τιμή του Καθηγητή Ν. Νίκα (2016) σ. 101. 32. Αιτιολογική ΄Εκθεση ν. 4335/2015, υπό VI.9. 

ζητήσει την ανάκληση (και με τις προτάσεις∙ βλ. άρθρο 686 § 5 ΚΠολΔ) κατά τη συζήτηση της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 237 § 6 ΚΠολΔ. 

Ζ. Ειδικές ρυθμίσεις 

Από τις τροποποιήσεις των ειδικών διατάξεων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων αξίζει να επικεντρώσουμε σε τρεις περιπτώσεις: 

α. Στη ρύθμιση του άρθρου 702 § 3 ΚΠολΔ, που παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να περιορίσει την εκτέλεση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων σε ορισμένα μόνο περιουσιακά στοιχεία. Στη διάταξη το ρήμα «πείθεται» αντικαταστάθηκε από το «πιθανολογεί». Η τροποποίηση έλαβε χώρα στο πλαίσιο συντονισμού της ρύθμισης με το αποδεικτικό καθεστώς της προσωρινής δικαστικής προστασίας, αφού στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αρκεί η πιθανολόγηση (ΚΠολΔ 690). Με άλλα λόγια, υφίστατο αναντιστοιχία ως προς το βαθμό δικανικής πεποίθηση που απαιτούσε η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου και εκείνης που αξιωνόταν για την επίλυση διαφορών από την εκτέλεσή του. 

β. Στον πλήρη πλέον συντονισμό των ρυθμίσεων που αφορούν στη συντηρητική κατάσχεση και τη δικαστική μεσεγγύηση. Παρά το γεγονός ότι και στην αρχική του μορφή ο ΚΠολΔ εξομοίωνε διαδικαστικά τη λειτουργία του επώνυμου ασφαλιστικού μέτρου της δικαστικής μεσεγγύησης με αυτό της συντηρητικής κατάσχεσης, επιλέγοντας μέσω του άρθρου 727 ΚΠολΔ την παραπομπή σε διατάξεις που αφορούν στην συντηρητική κατάσχεση, υπήρχαν διαδικαστικές αποκλίσεις σε ό,τι αφορούσε αφενός στα πλοία και τα αεροσκάφη (ΚΠολΔ 713) και αφετέρου στα ακίνητα (ΚΠολΔ 714), σε τρόπο ώστε πραγματικά ως προς αυτά τα δύο να ανακύπτει κενό. ΄Ηδη το άρθρο 727 ΚΠολΔ συμπληρώνεται και παραπέμπει μεταξύ των άλλων και σε αυτές τις συγκεκριμένες διατάξεις (ΚΠολΔ 713, 714) προκειμένου, όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/201536, να διασφαλιστεί η ενιαία νομοθετική ρύθμιση των δύο επώνυμων ασφαλιστικών μέτρων. Και τούτο παρότι, κατά κανόνα, με τη συντηρητική κατάσχεση διασφαλίζεται το δικαίωμα του δανειστή για έμμεση αναγκαστική εκτέλεση, σε αντίθεση προς τη δικαστική μεσεγγύηση, όπου θωρακίζεται το δικαίωμα άμεσης εκτέλεσης37.  

γ. Στην επέκταση του επιτρεπτού κατάσχεσης για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων (κατ’ άρθρο 730 § 3 ΚΠολΔ). Το αποτέλεσμα της προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 730 § 1 ΚΠολΔ εξαρτάται πάντα από το αποτέλεσμα της κύριας δίκης, και αυτή την αυτονόητη προϋπόθεση, που καθιερώνεται γενικά στο άρθρο 695 του ΚΠολΔ, επαναλαμβάνει και η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 730 ΚΠολΔ. Εκτός, όμως, από την απώλεια της ισχύος του ασφαλιστικού μέτρου για το μέλλον, η διάταξη καθιέρωνε και καθιερώνει και το προς επαναφορά δικαίωμα του ηττηθέντος στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων διαδίκου, ο οποίος όμως εξέρχεται νικητής στην κύρια δίκη. Αυτός έχει δικαίωμα να αξιώσει την επιστροφή των καταβληθέντων, στο πλαίσιο της προσωρινής επιδίκασης, χωρίς να ερευνάται, εάν σώζεται ή όχι ο πλουτισμός38. Έτσι, εάν ευδοκιμήσει η αίτηση και διαταχθεί επιστροφή των επιπλέον προσωρινώς καταβληθέντων, ο αρχικός υπόχρεος καθίσταται δανειστής και αποκτά εκτελεστό τίτλο, για την είσπραξή τους με τα μέσα της έμμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως (κατ’ άρθρο 951 ΚΠολΔ). Μεταξύ των τελευταίων συγκαταλέγεται και η κατάσχεση απαιτήσεων του καθ’ ου (υποχρέου προς επαναφορά) στα χέρια τρίτου. Μια τέτοια απαίτηση είναι και οι απαιτήσεις διατροφής, που κατάσχονται στο μέτρο που προσδιορίζει η ΚΠολΔ 982 § 2 εδ. δ΄. 


Αιτιολογική ΄Εκθεση ν. 4335/2015, υπό VI.12. 

Κρίσιμη αναδεικνύεται και η περαιτέρω διευκρίνιση της αιτιολογικής έκθεσης στο σημείο αυτό, ότι, δηλαδή, συγκεκριμένα πέραν της αυτονόητης εγγραφής στα δημόσια βιβλία ως συστατικού στοιχείου της δικαστικής μεσεγγύησης θα πρέπει, παράλληλα, εφόσον πρόκειται για το συγκεκριμένο ασφαλιστικό μέτρο, το υπό δικαστική μεσεγγύηση αντικείμενο να αφαιρείται και να αποδίδεται στο μεσεγγυούχο. 

Καθ’ ύλην αρμόδιο να διατάξει την επαναφορά, δηλαδή την επιστροφή των επιπλέον καταβληθέντων είναι διαζευκτικά, είτε το δικαστήριο της κύριας δίκης (ΚΠολΔ 914), είτε το δικαστήριο που επεδίκασε προσωρινά την απαίτηση. Το τελευταίο μπορεί να εκδικάσει το σχετικό αίτημα επαναφοράς και σε αυτοτελή στάση δίκης, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων∙ βλ. προπάντων Απαλαγάκη, Επαναφορά και αποζημίωση (1994), σ. 200/201. 

δικαιούται να διατάξει ακόμη και την κατάσχεση ακατάσχετων πραγμάτων ή απαιτήσεων. Με άλλα λόγια, μπορεί να επιτραπεί στον υπόχρεο να συμψηφίσει την απαίτηση, που οφείλει να καταβάλει δυνάμει της οριστικής απόφασης, με την αξίωση επιστροφής των καταβληθέντων, στο πλαίσιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας39. 

 

ΙΙ. Επίκαιρα ζητήματα της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον ειρηνοδικείου 

Στο επίκεντρο του δεύτερου μέρους της παρούσας εισήγησης θα τεθούν δύο επίκαιρες θεματικές της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον ειρηνοδικείου και ειδικώς κομβικά ζητήματα από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής (υπό Α.), όπως επίσης ρυθμιστικά μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης αρμοδιότητας ειρηνοδικείου, υπαγόμενα στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, που έχουν ταλανίσει προσφάτως τη νομολογία των δικαστηρίων μας (υπό Β.). 

Α. Κομβικά ζητήματα της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής 

Ως γνωστόν, η προστασία του νομέα έναντι της αποβολής ή διατάραξης από τη νομή του ρυθμίζεται στα άρθρα 987 και 989 ΑΚ, τα οποία παρέχουν δυνατότητα άσκησης τακτικής αγωγής για την προστασία της νομής40. Οι ανωτέρω αγωγές υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου (κατ’ άρθρ. 16 αριθ. 12 ΚΠολΔ). Εκτός, όμως, από την προσφυγή στη δικαιοσύνη για οριστική δικαστική προστασία της νομής ή της κατοχής, ο ΚΠολΔ καθιερώνει και την προσωρινή προστασία τους, καθιερώνοντας ασφαλιστικά μέτρα σε κάθε είδους υποθέσεις νομής ή κατοχής (ΚΠολΔ 733). Πρόκειται για ρυθμιστικό ασφαλιστικό μέτρο41 που παρέχεται σε κάθε φύσης διαφορές νομής, οιονεί νομής ή κατοχής τόσο 

 

Μάλιστα τις αγωγές αυτές κατά των τρίτων έχει και ο κάτοχος του πράγματος, δηλαδή εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής, ως θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση. 

Ως γνωστόν, τα ασφαλιστικά μέτρα διακρίνονται σε συντηρητικά και ρυθμιστικά. Συντηρητικά είναι τα ασφαλιστικά μέτρα τα οποία δεσμεύουν προσωρινά περιουσιακής φύσης στοιχεία του οφειλέτη για να διασφαλίσουν την απαίτηση του δανειστή από τον κίνδυνο να μείνει ανικανοποίητη, όταν στο μέλλον εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο. Τα μέτρα αυτά είναι: α) η εγγυοδοσία (ΚΠολΔ 704705), β) η προσημείωση υποθήκης (ΚΠολΔ 706)∙ γ) η συντηρητική κατάσχεση (ΚΠολΔ 707‐724)∙ δ) η δικαστική μεσεγγύηση (ΚΠολΔ 725‐727)∙ ε) η σφράγιση, αποσφράγιση, απογραφή και δημόσια κατάθεση (ΚΠολΔ 737‐738). –Ρυθμιστικά είναι τα ασφαλιστικά μέτρα που ρυθμίζουν προσωρινά μια κατάσταση μέχρι να κριθούν οριστικά οι εριζόμενες έννομες σχέσεις, για τις οποίες υπάρχει άμεση και 

επί κινητών όσο και επί ακινήτων42. Στο πλαίσιο των άρθρων 733‐734 ΚΠολΔ μπορούν παραδειγματικά να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία νομής ακινήτου, της νομής αυτοκινήτου, της νομής μετοχών, της οιονεί δουλείας διοχέτευσης ύδατος, της προστατευόμενης κατοχής κατ’ άρθρ. 970 ΑΚ κ.ο.κ.43.  

α. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις παραδεκτής άσκησης που απασχόλησαν 

θεωρία και νομολογία 

Η αποκλειστική καθ’ ύλην αρμοδιότητα για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε κάθε είδους υποθέσεις νομής ή κατοχής ανήκει στο ειρηνοδικείο (ΚΠολΔ  733). Μάλιστα μετά την κατάργηση του άρθρου 22 ν. 1539/1938 από το ν. 4335/2015 και την παύση της αρμοδιότητας του εισαγγελέα πρωτοδικών για την προσωρινή 


733‐734)∙ δ) προσωρινή ρύθμιση οικογενειακών σχέσεων (ΚΠολΔ 735‐736). –Έχει υποστηριχθεί [βλ. προπάντων Μπέη, Τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας (1980) σ. 15∙ πρόσθ. και ΜΠρΚω 101/2016, ΤΝΠ Νόμος] ότι τα λεγόμενα συντηρητικά μέτρα συνδέονται αποκλειστικά με την ύπαρξη επικείμενου κινδύνου, ενώ τα ρυθμιστικά με την συνδρομή επείγουσας περίπτωσης. Κρατούσα όμως μπορεί να θεωρηθεί η θέση ότι οι ανωτέρω έννοιες αλληλοσυμπλέκονται και δεν επιφυλάσσεται ιδιαίτερη συνέπεια στο χαρακτηρισμό και την ένταξη βιοτικών καταστάσεων ή γεγονότων στη μία ή την άλλη έννοια, αλλά σημασία έχει η σύνδεση αυτών με το προσήκον κάθε φορά μέτρο (βλ. χαρακηριστικώς Κράνη, Λειτουργικές δομές των ασφαλιστικών μέτρων, Δ 2003.1225 επ.) 

Με την εισαγωγή του ΚΠολΔ καταργήθηκαν όλες οι διατάξεις περί προσωρινών μέτρων του προϊσχύσαντος δικαίου και μεταξύ αυτών οι διατάξεις του ν. ΓΨΝΖ/1911 «περί προσωρινών μέτρων εν ταις περί διακατοχής διαφοραίς». 

Αντίθετα, πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο αποδεικνύεται η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης (άρθρ. 731‐732) και όχι το ασφαλιστικό μέτρο προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) στις διαφορές για την προστασία της κυριότητας∙ β) στις διαφορές του γειτονικού δικαίου (ΚΠολΔ 15), εκτός αν η διατάραξη συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της νομής ή κατοχής του γειτονικού ακινήτου∙ γ) στις διαφορές μεταξύ περισσότερων συννομέων ή συγκατόχων αναφορικά με τα όρια της προσήκουσας σε κάθε ένα χρήσης του πράγματος, δηλαδή οι διαφορές με τη μορφή διατάραξης μεταξύ των συννομένων ή συγκατόχων, οι οποίες επιλύονται με τη βάση τις διατάξεις για την κοινωνία δικαιώματος (ΑΚ 994 εδ. β΄)∙ δ) οι διαφορές από τη σχέση οροφοκτησίας, δηλαδή προσβολές κατά συγκεκριμένης ιδιοκτησίας, που προέρχονται από άλλο ιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας. Αν όμως η διαφορά αναφορικά με τη χρήση των κοινών ιδιοκτησιών της οριζόντιας ιδιοκτησίας ανακύψει μεταξύ των οροφοκτητών και του μισθωτή μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας, ο μισθωτής είναι τρίτος έναντι των ιδιοκτητών (νομέων) των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών, οπότε είναι δυνατή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής εναντίον του∙ ε) οι διαφορές αναφορικά με το δικαίωμα χρήσης κοινόχρηστων πραγμάτων (ΑΚ 967), το οποίο δεν συνιστά νομή, οιονεί νομή ή κατοχή, αλλά έκφανση της ελευθερίας της προσωπικότητας∙ στ) οι διαφορές που προκύπτουν μεταξύ νομέα και κατόχου στο πλαίσιο της μεταξύ τους ενοχικής σχέσης, όπως λ.χ. η άρνηση του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή για παράβαση των όρων της μίσθωσης. Λήψη των ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής είναι εδώ δυνατή μόνον αν η άρνηση του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή υποκρύπτει αντιποίηση της νομής του εκμισθωτή (νομέα)∙ βλ. σχετικώς Πίψου, Ασφαλιστικά μέτρα. Σημειώσεις για την υποβοήθηση της διδασκαλίας στο ΑΠΘ, τεύχος ΙΙ (2019) σ.

45/46. 

ρύθμιση των διακατοχικών πράξεων επί δημόσιων κτημάτων και γι’ αυτές τις υποθέσεις αποκλειστικά αρμόδιο καθίσταται πλέον το ειρηνοδικείο.  

Κατά τη μάλλον κρατούσα γνώμη, αν και η αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου εισάγεται ως απόκλιση από τη γενική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου (ΚΠολΔ 683 § 1), δεν αποκλείεται, εντούτοις, η εφαρμογή των ρυθμίσεων των ΚΠολΔ 684 και 686 § 544. Έτσι, αν η κύρια δίκη εκκρεμεί στο αρμόδιο πρωτοδικείο (μονομελές ή πολυμελές), τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να εκδικαστούν και να διαταχθούν από αυτό, δυνάμει της ΚΠολΔ 684, υπό την οπτική ότι το δικαστήριο αυτό έχει συνολικότερη εποπτεία της υπόθεσης45. Υποστηρίζεται, όμως, και η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο νομοθέτης, με την εξαιρετική διάταξη του άρθρου 733 ΚΠολΔ αναθέτει αποκλειστικά στο ειρηνοδικείο τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής, προκειμένου να διευκολύνει την επιτόπια θεώρηση των επίδικων πραγμάτων (ιδίως των ακινήτων) από το δικαστήριο, η οποία (επιτόπια θεώρηση) στο συγκεκριμένο ασφαλιστικό μέτρο διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο (για την εκτίμηση της κατάστασης). Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης δημιούργησε ένα πλήρες, ειδικό και συνάμα αποκλειστικό πλαίσιο που διέπει την εκδίκαση των υποθέσεων νομής ή κατοχής από το ειρηνοδικείο, το οποίο μπορεί να ανταποκριθεί ευκολότερα στην εξυπηρέτηση μιας τέτοιας ανάγκης, κατ’ αποκλεισμό τόσο του γενικού κανόνα του άρθρου 683 § 1 ΚΠολΔ, όσο και της ρύθμισης του άρθρου 684 ΚΠολΔ46.  

Η δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομής και κατοχής αποτελεί μια συνοπτική και συνάμα λυσιτελή διαδικασία που αποσκοπεί μέσω της προσωρινής ρύθμισης, στην αποφυγή διενέξεων και βιαιοπραγιών μεταξύ των διαδίκων μέχρι και την έκδοση οριστικής απόφασης. Η κύρια δίκη και η δίκη των ασφαλιστικών μέτρων σε διαφορές νομής έχουν αμφότερες ως πηγή, την αξίωση από τη νομή ή την κατοχή47. Δηλαδή, ειδοποιός διαφορά τους αποτελεί η «διαδικασία» στην οποία κατάγονται 

 

Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (‐Κράνης) ΚΠολΔ τ. ΙΙ (2000) άρθρ. 684 αριθ. 4, με την εκεί νομολογία, στην οποία πρόσθ. και ΠΠρΣπάρτ 42/2015, ΤΝΠ Νόμος. –Ότι, πάντως, η αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να συζητείται αυτοτελώς ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της κύριας υποθέσεως, αλλά μόνο μαζί με την εκκρεμούσα σ’ αυτό κύρια υπόθεση, βλ. εγγύτερα Νίκα‐Μακρίδου, γνμδ., Αρμ 2013.205 επ.  

Μ. Μαργαρίτης/Α. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ τ. ΙΙ (2012) άρθρ. 733 αριθ. 3∙ Χαμηλοθώρης, 

Ασφαλιστικά μέτρα (2010) σ. 399. 

Απ. Γεωργιάδης, Εμπράγματο δίκαιο2 (2010) σ. 287‐290. 

και όχι η ουσία της διαφοράς, αφού με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επιδιώκεται η προσωρινή, και όχι η οριστική, παροχή έννομης προστασίας, η οποία και θα αποτρέψει την επερχόμενη διασάλευση της κοινωνικής ειρήνης. Ιδίως, βεβαίως, ο τελολογικός σύνδεσμος τους με τη διαγνωστική δίκη δεν παύει να αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των ασφαλιστικών μέτρων48. Μάλιστα κύρια δίκη, κατά κρατούσα εκδοχή, είναι αυτή που αφορά τη δεσμευτική διάγνωση της αξιούμενης νομής και όχι η δίκη της κυριότητας49. 

Η προσωρινή ρύθμιση της νομής ή της κατοχής προϋποθέτει τη συνδρομή επείγουσας περίπτωσης50. Επείγουσα περίπτωση συντρέχει όταν υφίσταται άμεση ανάγκη να αποκατασταθεί προσωρινά η ομαλή εξουσίαση του πράγματος, προκειμένου να αποτραπούν καθοριστικές αλλοιώσεις της υλικής κυρίως μορφής του και δυσβάστακτες γενικότερα συνέπειες σε σχέση με το αποτέλεσμα της κύριας δίκης. Ο κίνδυνος διαπληκτισμού και συγκρούσεων μεταξύ των διαδίκων, που συνήθως προβαλλόταν υπό το προϊσχύσαν δίκαιο για να δικαιολογηθεί η προσωρινή ρύθμιση της νομής ή κατοχής κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 3 ν. ΓΨΝΖ/1911, δεν θεωρείται επαρκής για τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου, διότι αυτό δεν έχει αστυνομικό χαρακτήρα∙ λαμβάνεται, όμως, υπόψη όταν εμποδίζεται η ομαλή εξουσίαση του πράγματος51.  Η απλή αμφισβήτηση της νομής ή κατοχής, η οποία δεν συνδυάζεται με αντίστοιχο κίνδυνο προσβολής ή απειλών κατά του νομέα ή κατόχου, δεν δικαιολογεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής, αλλά ενδεχομένως την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής. 

β. Αοριστία της αίτησης ασφαλιστιών μέτρων νομής ή κατοχής και δυνατότητες θεραπείας της 

69‐70, τον ίδιο, Απαγόρευση ικανοποίησης του ασφαλιστέου δικαιώματος και Σύνταγμα, Δ 1996.249 επ., όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «[ε]ίναι επίσης κοινός τόπος ότι τα ασφαλιστικά μέτρα τελούν εν τελεολογικώ συνδέσμω προς κυρίαν δίκην, παρούσαν ή μέλλουσαν, ώστε να διασφαλίζεται δι’ αυτών ο σκοπός της κύριας δίκης και κατ’ ακολουθίαν να εξαρτάται η τύχη αυτών εκ της εκβάσεως της». 49. ΕφΑθ 7217/2007, ΕφΑΔ 2008.346, με παρατ. Γιακουμή∙ ΕφΑθ 2633/2007, ΕλλΔνη 2008.272∙ ΠΠρΘεσ 2679/2008, ΕΠολΔ 2009.503, με παρατ. Γιαννόπουλου. 

Βλ. ενδεικτικώς ΠΠρΜυτιλ 27/2010, ΑρχΝ 2010.454· ΜΠρΠειρ 45/2017, ΕλλΔνη 2017.1506· ΕιρΚρωπίας 36/2017, ΤΝΠ Ισοκράτης· ΕιρΛαρ 79/2017, ΤΝΠ Νόμος· ΕιρΑθ 724/2014, ΤΝΠ Νόμος· ΕιρΘεσ 7880/2013, ΤΝΠ Ισοκράτης· ΕιρΧαν 685/2013, ΤΝΠ Νόμος· ΕιρΛαρ 47/2011, ΤΝΠ Νόμος. 

Βλ. εγγύτερα Γκαμέρα, Προσωρινή ρύθμισις νομής‐κατοχής (1967) σ. 23 επ.∙ ΜΠρΑθ 1486/2013, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕιρΣαμ 22/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕιρΡόδ 148/2014, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕιρΧαν 685/2013, ΕφΑΔ 2014.728∙ Ειρ Σαμ 2/2011, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕιρΡόδ 36/2008, ΤΝΠ Νόμος∙∙ πρβλ., όμως, ΕιρΠατρ 284/2008, ΤΝΠ Νόμος. 

Το περιεχόμενο της αίτησης για λήψη του ασφαλιστικού μέτρου νομής ή κατοχής προσδιορίζεται με οδηγό τη ρύθμιση του άρθρου 688 § 1 ΚΠολΔ, ενώ είναι αναγκαία και η εξατομίκευση του επίδικου πράγματος. Έτσι, στην αίτηση απαιτείται να αναγράφονται, επί ποινή απαράδεκτου, το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται, το ονοματεπώνυμο και η κατοικία του αιτούντος και του καθ’ ου η αίτηση, όπως επίσης το αντικείμενο της δίκης κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο52. Ειδικότερα, στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ή κατοχής πρέπει να αναγράφεται: α) η ταυτότητα του υλικού αντικειμένου της νομής ή της κατοχής53, β) ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι βρισκόταν στη νομή του πράγματος κατά το χρόνο της προσβολής54, γ) ο επικείμενος κίνδυνος ή η επείγουσα περίπτωση που συντρέχει για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων55, δ) ότι ο καθ’ ού ενήργησε συγκεκριμένες πράξεις που συνιστούν προσβολή της νομής ή της κατοχής του αιτούντος56 που φθάνουν μέχρι την ολική ή μερική απώλεια της νομής, είτε σε διατάραξη που στοιχειοθετείται από την παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας του πράγματος, χωρίς να επιφέρει τη στέρησή της57. 

Είναι γεγονός ότι κατά κρατούσα εκδοχή58 η αοριστία της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων νομής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με το γραπτό σημείωμα, ούτε με την παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου υπάρχοντος εγγράφου ή σε σχεδιαγράμματα, εάν αυτά δεν προσαρτώνται στην αίτηση, αλλά ούτε βάσει της 

· ΜΠρΠειρ 45/2017· ΕιρΡοδ 36/2015· ΕιρΡοδ 30/2015, όλες 

στην ΤΝΠ Νόμος. 

ΑΠ 479/2019· ΑΠ 462/2019· ΑΠ 1597/2018· ΑΠ 935/2018, όλες στην ΤΝΠ Ισοκράτης· ΑΠ 1023/2018· ΑΠ 452/2016· ΑΠ 1728/2012· ΑΠ 833/2010· ΑΠ 2002/2006· ΑΠ 491/1995· ΑΠ 598/1979· ΕφΛαρ 168/2007· ΠΠρΡόδου 345/2009· ΠΠρΡόδου 285/2006· ΜΠρΛαμ 99/2019· ΜΠρΠειρ 45/2017, όλες στην ΤΝΠ Νόμος. Χαρακτηριστική η ΠΠρΜυτ 75/2003, ΤΝΠ Νόμος, στην οποία κρίθηκε ότι «…με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αίτηση, είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον δεν γίνεται σ’ αυτή ακριβής περιγραφή της επίδικης εδαφικής λωρίδας έτσι ώστε οι καθ’ ών η αίτηση να μπορέσουν να αμυνθούν περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου όσον και το δικαστήριο να προχωρήσει στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως». 

ΑΠ 1995/2006, ΕλλΔνη 2009.694· ΕιρΡοδ 176/2017· ΕιρΡοδ 30/2015, όλες στην ΤΝΠ Νόμος. 

Βλ. ενδεικτικώς ΠΠρΜυτιλ 27/2010, ΑρχΝ 2010.454· ΜΠρΠειρ 45/2017, ΕλλΔνη 2017.1506· ΕιρΚρωπίας 36/2017, ΤΝΠ Ισοκράτης· ΕιρΛαρ 79/2017, ΤΝΠ Νόμος· ΕιρΑθ 724/2014, ΤΝΠ Νόμος· 

ΕιρΘεσ 7880/2013, ΤΝΠ Ισοκράτης· ΕιρΧαν 685/2013, ΤΝΠ Νόμος· ΕιρΛαρ. 47/2011, ΤΝΠ Νόμος. 

ΕιρΑθ 135/2018· ΕιρΘεσ 110/2018, αμφότερες στην ΤΝΠ Νόμος. 

Απ. Γεωργιάδης, ό.π. σημ. 47, σ. 238‐244· ΑΠ 1386/1998, ΕλλΔνη 1999.339∙ ΕιρΘεσ 5/2018, ΤΝΠ Νόμος· ΔιατΕισΕφΠειρ 1/2000, ΝοΒ 2000.1001. 

ΑΠ 1363/1997· ΑΠ 915/1980· ΕφΑθ 1888/2000· ΕιρΡοδ 203/2017· ΕιρΑταλ 30/2015· ΕιρΡοδ 30/2015 όλες στην ΤΝΠ Νόμος· ΕιρΚαβ 164/2017· ΕιρΚερκ 143/2007· ΕιρΛαρ 175/2004, όλες στην ΤΝΠ Ισοκράτης. 

εκτιμήσεως των εμμάρτυρων αποδείξεων ή της δικαστικής ομολογίας του καθ’ ού. Εντούτοις, ειδικά στα ασφαλιστικά μέτρα, όπως αυτά τα περί νομής ή κατοχής, κατ’ άρθρο 691 § 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δεν περιορίζεται μονάχα στους πραγματικούς ισχυρισμούς που εισφέρουν οι διάδικοι, αλλά μπορεί να αντλεί πληροφορίες από οποιαδήποτε άλλη πηγή, και να θέτει στον έλεγχο της αλήθειας όλες τις πληροφορίες. Έχει δε την αποκλειστική εξουσία να αποφασίζει ελεύθερα για τα αποδεικτικά μέσα που θα αξιοποιηθούν για την απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών. Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με την κρατούσα γνώμη, το άρθρο 691 § 1 ΚΠολΔ δεν υποκαθιστά πλήρως την συζητητική αρχή. Καθιερώνεται, βεβαίως, η δυνατότητα του δικαστηρίου να συνδράμει τους διαδίκους στην αποδεικτική τους προσπάθεια, δίχως, όμως, να φθάνει στο σημείο να λαμβάνει υπόψη του πραγματικά περιστατικά που δεν έχουν προταθεί από τους ίδιους τους διαδίκους. Η διαδικασία, λοιπόν, εκδίκασης των ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής χαρακτηρίζεται από ευελιξία, παρέχουσα ευρύτερες δυνατότητες στον εκάστοτε δικαστή, ώστε να διασώσει το δικόγραφο και να μην το απορρίψει ως αόριστο χάριν ενός τυπικού, και χωρίς ουσιώδη επιρροή, σφάλματος.  

Άλλωστε, ο βασικός σκοπός των ασφαλιστικών μέτρων, δηλαδή η προστασία ενός δικαιώματος που βρίσκεται σε κίνδυνο, δεν θα πρέπει να δυσχεραίνεται ή να ανακόπτεται από αυστηρές δικονομικές απαιτήσεις. Σε κάθε περίπτωση, εντούτοις, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 691 § 1 ΚΠολΔ δεν θα πρέπει να φθάνει στο σημείο να θέτει υπό διακινδύνευση τα δικαιώματα του καθ’ ού. Η ευθεία, λοιπόν, εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 691 § 1 ΚΠολΔ, αλλά και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 236 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται ευθέως στο συζητητικό σύστημα ‐το οποίο (συζητητικό σύστημα) στις δίκες ασφαλιστικών μέτρων δεν υποκαθίσταται πλήρως, σύμφωνα με τη γνώμη που επικρατεί‐ υποδηλώνουν τη βούληση του νομοθέτη προς αποφυγή ενεργοποίησης της ποινής της αοριστίας, σε δικόγραφα που έχουν οριστέο περιεχόμενο, πλην όμως παρουσιάζουν ασάφειες ή ελλείψεις, επουσιώδεις για την κατ’ ουσία κρίση του δικαστή. Στο ίδιο πνεύμα κινείται, άλλωστε, και η νομοθετική μεταβολή που επήλθε με το ν. 4602/2019 για την υποχρεωτική επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, που αποτελεί, μάλιστα, όρο παραδεκτού του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου (βλ. χαρακτηρισιτκώς π.χ. άρθρ. 6 § 2 ν. 2664/1998), ενώ αναμένεται να δώσει λύση στα ζητήματα ορισμένης περιγραφής του ακινήτου στην κύρια δίκη (τακτική διαδικασία), αφού από αυτό πλέον θα προκύπτει με σαφήνεια η ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης και θα επιλύονται τα ζητήματα σε επίπεδο παραδεκτού, από την προσκόμιση ή μη αυτού (τοπογραφικού διαγράμματος) και όχι από το ορισμένο ή μη της περιγραφής του ακινήτου. 

γ. Συνέπειες από την άσκηση αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων 

νομής∙ ειδικώς το ζήτημα της διακοπής της ενιαύσιας παραγραφής της ΑΚ 992  Με την υποβολή της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων νομής δημιουργείται εκκρεμοδικία για την αξίωση του αιτούντος να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει είτε την προσωρινή καταδίκη του καθ’ ου, προκειμένου να αποδώσει την πιθανολογούμενη νομή, από την οποία ο αιτών αποβλήθηκε παράνομα, είτε την προσωρινή καταδίκη του καθ’ ου, ώστε να πάψει τη διατάραξη της πιθανολογούμενης νομής και να παραλείπει την επανάληψή της στο μέλλον. Κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 222 ΚΠολΔ, η συζήτηση της αίτησης αναστέλλεται, όταν εκκρεμεί προγενέστερη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, μέχρις ότου αυτή περατωθεί. Αντίθετα, η εκκρεμής αγωγή για τη νομή δεν έχει ως συνέπεια την αναστολή της εκδίκασης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για το ίδιο επίδικο πράγμα. 

Η κυρίαρχη στη νομολογία γνώμη, την οποία υιοοθετεί και ικανή μερίδα της θεωρίας, δέχεται ότι η υποβολή της αίτησης δεν διακόπτει την ενιαύσια παραγραφή της αξίωσης (ΑΚ 992), διότι στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων δεν εισάγεται προς διάγνωση η αξίωση του ουσιαστικού δικαίου. Συνεπώς, η παραγραφή της αξίωσης εξακολουθεί να τρέχει και μετά την υποβολή της αίτησης, την έκδοση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ακόμα και την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης. Έτσι, αν συμπληρωθεί η παραγραφή, δυνατή είναι, πλέον, μόνο η προβολή αξιώσεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αντιθέτως, κατά τη μάλλον επικρατούσα θέση στη θεωρία, που υιοθετείται και από μερικές δικαστικές αποφάσεις, η υποβολή της αίτησης διακόπτει την παραγραφή, διότι ο αιτών δεν αδράνησε, αλλά προσέφυγε στο δικαστήριο ζητώντας έστω την προσωρινή επίλυση της διαφοράς, οπότε δεν θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες παραγραφής της αξίωσής του. Τέλος, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων συνιστά όχληση και δημιουργεί την ευθύνη των άρθρων 340‐344 ΑΚ, όχι όμως και του άρθρου 345 ΑΚ, καθώς η απαίτηση δεν είναι χρηματική.  

δ. Απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής 

 Τα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής αποτελούν ειδικότερη εκδήλωση του ασφαλιστικού μέτρου της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης (ΚΠολΔ 731‐732). Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε ασφαλιστικό μέτρο κρίνει πρόσφορο, με παροχή ή χωρίς παροχή εγγυοδοσίας. Τα συνηθέστερα ασφαλιστικά μέτρα αναφέρονται ενδεικτικά στο άρθρο 734 § 2 ΚΠολΔ και συνίστανται στην απαγόρευση πράξεων νομής ή κατοχής ή στην (προσωρινή) επιδίκαση της νομής ή κατοχής στον αιτούντα (ή και στον καθ’ ου η αίτηση, εφόσον αυτός έχει υποβάλει ανταίτηση). Παρά το γεγονός ότι η προσωρινή επιδίκαση της νομής αποκλίνει από το θεμελιώδη κανόνα του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ69, η εξουσία του δικαστηρίου δεν είναι απεριόριστη. Έτσι το δικαστήριο δεν δικαιούται να διατάξει μέτρα που οδηγούν στην πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος, όπως λ.χ. την κατεδάφιση ακινήτου, μπορεί όμως να διατάξει τη διακοπή κάθε οικοδομικής εργασίας σε ακίνητο μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση70.  

Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής έχει προσωρινή και άμεση ισχύ, η οποία διαρκεί από τη δημοσίευσή της μέχρι και την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμισή της71. Η κρίση του δικαστηρίου δημιουργεί δεδικασμένο αναφορικά με το διαπλαστικό δικαίωμα του αιτούντος προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής. Αντίθετα, η αναγνώριση του αιτούντος ως προσωρινού νομέα ή κατόχου και η συνακόλουθη επιδίκαση σ’ αυτόν της νομής ή κατοχής αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της δίκης και δεν δημιουργεί δεδικασμένο ούτε, βεβαίως, δεσμεύει το δικαστήριο της κύριας δίκης72.  

ε. Προσβολή της απόφασης με έφεση∙ το ένδικο βοήθημα της αίτησης 

ανάκλησης 

Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής προσβάλλεται με έφεση εντός δέκα ημερών από την επομένη της επίδοσής της (κατ’ άρθρο 734 § 3 ΚΠολΔ). Η δεκαήμερη αυτή προθεσμία δεν αναστέλλεται τον Αύγουστο (πρβλ. άρθρ. 147 § 2 ΚΠολΔ). Όταν, όμως, δεν επιδοθεί η δικαστική απόφαση, ισχύει η καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 518 § 2 ΚΠολΔ (διετής προθεσμία). Η προθεσμία και η άσκηση της έφεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, η οποία είναι αμέσως εκτελεστή, εκτός αν το ειρηνοδικείο, 


αξίωσης (2019) σ. 283‐284, από δε τη νομολογία ΜΠρΡόδ 458/2012, ΤΝΠ Νόμος. 

ΠΠρΑθ 1357/2010, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕιρΆνδρ 1/2002, ΑρχΝ 2005.74∙ ΕιρΣάμ 24/2002, ΑρχΝ 2003.271∙ πρβλ. και ΕφΑθ 7841/1995, ΕλλΔνη 1996.1120. 

Γεωργίου, ό.π. σημ. 64, σ. 617 για τα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής και γενικότερα για τα ασφαλιστικά μέτρα ΑΠ 1291‐1292/2019, ΤΝΠ Νόμος∙ ΑΠ 724/2002, ΕλλΔνη 2002.1619. 

Βλ. προπάντων ΑΠ 1312/2003, ΧρΙΔ 2004.245 = ΕλλΔνη 2005.158∙ ΑΠ 439/2003, ΕλλΔνη 2003.1592∙ ΕφΛαρ 168/2007, ΤΝΠ Νόμος. 

μετά την άσκηση της έφεσης, αναστείλει την εκτελεστότητα της απόφασής του, κατά τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 912 και 734 § 4 ΚΠολΔ. Σε περίπτωση, όμως, ευδοκίμησης της έφεσης (και εφόσον είχε εκτελεστεί η πρωτοβάθμια απόφαση), το δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, υποχρεούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, πριν την εκτέλεση της απόφασης κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στα ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον ο καθ’ ού η εκτέλεση έχει υποβάλει σχετική αίτηση73. Πάντως, και η διαδικασία που ακολουθείται στη δευτεροβάθμια εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής επίσης δεν διακόπτει, κατά κρατούσα εκδοχή, την ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ74. 

 Δεν επιτρέπεται η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, αναίρεσης  ή αναψηλάφησης κατά της απόφασης που διέταξη ή απέρριψε ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής75. Περαιτέρω, κατά ρητή διάταξη του άρθρου 734 § 5 ΚΠολΔ, στα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής δεν εφαρμόζεται το άρθρο 693 § 3 ΚΠολΔ, δηλαδή, δεν επιτρέπεται ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής από το δικαστήριο που τα διέταξε, σε περίπτωση μεταβολής των πραγματικών συνθηκών, ακόμα και αν αυτή υπό άλλες συνθήκες θα δικαιολογούσε την ανάκληση. Δικαιολογητικός λόγος της εξαίρεσης είναι ότι οι διάδικοι διαθέτουν ήδη επαρκή προστασία με το ένδικο μέσο της έφεσης, ώστε να παρέλκει και το δικαίωμα ανάκλησης της απόφασης. Μετά την τροποποίηση της διάταξης από το ν. 4335/2015, όπως προεκτέθηκε (υπό Ι.Στ.), στις εξαιρούμενες διατάξεις προστέθηκε και αυτή του άρθρου 697 ΚΠολΔ, η οποία παρέχει γενικά στους διαδίκους το δικαίωμα να ζητήσουν την ανάκληση της απόφασης από το δικαστήριο της κύριας δίκης. Υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, λοιπόν, οι αποφάσεις που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής δεν ανακαλούνται ούτε μεταρρυθμίζονται από το δικαστήριο της κύριας δίκης. Η διόρθωση της εσφαλμένης απόφασης μπορεί να συντελεστεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο μετά την άσκηση έφεσης. στ. Εκτέλεση της απόφασης 

74. Γεωργίου, ό.π. σημ. 64, σ. 632∙ ΠΠρΑθ 2246/2002, Αρμ 2003.1430, με περαιτέρω παραπομπές. 75. ΕιρΓιαν 147/1998, ΑρχΝ 1999.418∙ Γεωργίου, ό.π. σημ. 64, σ. 624, 625∙ Χαμηλοθώρης, ό.π. σημ. 46, σ. 419. 

 Η εκτέλεση της απόφασης που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής διέπεται από τη ρύθμιση του άρθρου 700 ΚΠολΔ και λαμβάνει χώρα δυνάμει αντιγράφου ή απλού αποσπάσματος της δικαστικής απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής. Κατά ρητή επιταγή του νόμου για την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης απαιτείται προηγούμενη επίδοση στον καθ’ ου επιταγής προς εκούσια συμμόρφωση, προκειμένου να περάσουν άπρακτες είκοσι τέσσερις ώρες από την επίδοσή της (ΚΠολΔ 700 § 2). Ο τρόπος διενέργειας της εκτέλεσης ρυθμίζεται από τα άρθρα 941 επ. ΚΠολΔ. 

 Κατά κρατούσα εκδοχή, η εκτέλεση της απόφασης δεν μεταβάλλει την έννομη σχέση της νομής ή κατοχής, δηλαδή ο αποβληθείς σε εκτέλεση της απόφασης λογίζεται ότι διατηρεί τη νομή ή την κατοχή που είχε προηγουμένως και μόνο η άσκησή της αναστέλλεται προσωρινά. Κατά την αντίθετη ερμηνευτική αντίληψη, ο διάδικος που επιλήφθηκε της νομής ή της κατοχής σε εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων είναι πλέον νομέας ή κάτοχος και δικαιούται να προστατευθεί έναντι των τρίτων ή έναντι μεταγενέστερων προσβολών του αντιδίκου του με τις αγωγές νομής ή κατοχής ή και με επανειλημμένη εκτέλεση της ίδιας απόφασης. Η προστασία του, πάντως, δεν είναι απεριόριστη και λήγει με την παραγραφή της αξίωσης (ΑΚ 992), οπότε η νομή ή κατοχή του καθίσταται πλέον επιλήψιμη έναντι του αντιδίκου του. 

Τέλος, οι διαφορές περί την εκτέλεση της απόφασης, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 702  § 1 ΚΠολΔ, δικάζονται από το δικαστήριο που την εξέδωσε και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρ. 686 επ. ΚΠολΔ. 

  

Β. Ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης αρμοδιότητας ειρηνοδικείων 

Θα ολοκληρώσουμε την παρούσα εισήγηση με αναφορές σε δύο ζητήματα που απασχόλησαν πρόσφατα τη νομολογία: αφενός ποια χρονικά διαστήματα κρίνονται «νεκρά», ώστε να μην συνυπολογίζονται στην προθεσμία του άρθρου 1019 § 1 ΚΠολΔ (βλ. υπό α.) και αφετέρου αν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η απαγόρευση αναστολής επί εκτελέσεως την οποία διενεργεί ειρηνοδίκης ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος (βλ. υπό β.). 

α. Η αίτηση ανατροπής κατάσχεσης (ΚΠολΔ 1019) 

Η ανατροπή της αναγκαστικής κατάσχεσης, κατ’ άρθρο 1019 ΚΠολΔ79, σύμφωνα με την άποψη που κυριαρχεί σε θεωρία και νομολογία, διαρρυθμίζεται ως οιονεί ποινή για την αδράνεια του επισπεύδοντος, αλλά και των λοιπών δανειστών, επειδή δεν πρόλαβαν, εντός του εύλογου χρονικού διαστήματος, του οριζόμενου από την κείμενη νομοθεσία, να αποπερατώσουν την διαδικασία ρευστοποίησης του κατασχεθέντος80. Με το θεσμό της ανατροπής της αναγκαστικής κατάσχεσης αποτρέπεται η διαιώνιση της εκτελεστικής διαδικασίας και αποφεύγεται ο κίνδυνος το κατασχεθέν να καταστεί αντικείμενο οιονεί εκτός συναλλαγής, λόγω της αδυναμίας του επισπεύδοντος να επισπεύσει τη διαδικασία ρευστοποίησης81. 

Με άλλα λόγια, ο δικονομικός νομοθέτης με τη ρύθμιση του άρθρου 1019 ΚΠολΔ αποβλέπει στην αποδέσμευση του κατασχεθέντος, ώστε αυτό να επανενταχθεί στον κύκλο των συναλλαγών προς όφελος της κοινωνικής οικονομίας82. Μάλιστα ο 

 ν. 2145/1993 και 4 § 33 ν. 2298/1995, αντίστοιχα, ο θεσμός της ανατροπής κατάσχεσης, ο οποίος ίσχυε και στο προϊσχύσαν δίκαιο με την προσθήκη σχετικής διάταξης στο άρθρο 997 ΠολΔ Maurer, δυνάμει του άρθρου 3 α.ν. 1139/1938 (βλ. Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεσις, τ. Ε2 (1982) σ. 2179 επ.∙ ΓέσιουΦαλτσή, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως, τ. ΙΙα3 (2018) σ. 344, 365 επ.∙ Ευστρατιάδη, Η ανατροπή της κατασχέσεως, Αρμ 2005.1881), τέθηκε σε νέες βάσεις∙ πρόσθ. και Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ. Ερμηνευτικήνομολογιακή ανάλυση κατ’ άρθρο, τ. Στ΄ (1997) άρθρο 1019 αριθ. 1. –Αντίστοιχη διάταξη περιελάμβανε και ο ΚΠολΔ/1968 στην αρχική του μορφή, υπό το άρθρο 1082, η οποία και τροποποιήθηκε με το άρθρο 67 § 2 ν.δ 958/1971, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του οποίου: «[τ]ο άρθρο 1082 διετυπώθη κατά τρόπον ώστε να μη υπολογίζεται ο χρόνος αναστολής του πλειστηριασμού εις τον δια την ανατροπήν απαιτούμενον, δι’ ο και περιορίσθη ούτος, προεβλέφθη ταχεία διαδικασία δια την ανατροπήν της κατασχέσως και εξησφαλίσθη η ταχεία γνωστοποίησίς της εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και η εις το βιβλίον κατασχέσεων σημείωσίς της». 

Μητσόπουλος, Ανατροπή κατασχέσεως και επίδρασίς της επί του πλειστηριασμού, γνμδ., Μελέται γενικής θεωρίας δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου, τ. ΙΙ (1997) σ. 423 επ. (425)∙ Μπρίνιας, προηγ. σημ., σ. 2180∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (‐Νικολόπουλος), ΚΠολΔ τ. ΙΙ (2000) άρθρ. 1019 αριθ. 1∙ Ευστρατιάδης, προηγ. σημ., Αρμ 2005.1882∙ ΕιρΛαρ 95/2011, ΕΠολΔ 2011.658∙ ΕιρΧρυσ 5/1995, ΤΝΠ Νόμος. 

Βλ. χαρακτηριστικώς ΑΠ 1531/1995, ΕλλΔνη 1997.1549: «εισάγεται ο θεσμός της ανατροπής της κατασχέσεως, εφόσον ο πλειστηριασμός δεν γίνει μέσα στο καθοριζόμενο από αυτήν χρονικό διάστημα, με σκοπό την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, την αποφυγή της παρελκύσεώς της από τον επισπεύδοντα, που ενδεχομένως αδρανεί, και την αποτροπή της μακροχρόνιας δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη»∙ ομοίως ΑΠ 1508/2018, ΧρΙΔ 2019.287∙ πρόσθ. σχετικώς και ΕιρΚαλαυρ 6/2003, ΝοΒ 2003.1469.  

Κεραμεύς, Ανατροπή της κατασχέσεως μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού και εμπράγματη τύχη του πλειστηριασθέντος, Αρμ 1987.289 επ.∙ Γέσιου‐Φαλτσή, ό.π. σημ. 79, σ. 344/345∙ Νίκας, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως, τ. ΙΙ: Ειδικό μέρος2 (2018) σ. 285, με πλούσιες παραπομπές σε θεωρία και νομολογία στη σημ. 1. 

Γεώργιος Μητσόπουλος υπογράμμιζε ότι «εκ της ιδίας κρίσεως του έχοντος έννομον συμφέρον και ουχί εκ του είδους της διαδικασίας [ΚΠολΔ ή ν.δ. 17.7./13.8.1923] θα εξαρτηθή η ανατροπή της κατασχέσεως, έστω και αν η αποκαθήλωσις του αντικειμένου συναρτάται προς εκτέλεσιν δυναμένην να συνεχισθή παραλλήλως προς άλλην»83, επισήμανση που έχει καταστεί ιδιαίτερα επίκαιρη, ενόψει της καθιέρωσης (με το ν. 4335/2015) του συστήματος των πολλαπλών κατασχέσεων (ΚΠολΔ 958 § 2 και 997 § 5)84. 

Έτσι, ο νομοθέτης, με τη διάταξη του άρθρου 1019 § 1 ΚΠολΔ, προσδιορίζει ότι το χρονικό διάστημα του έτους επαρκεί, ώστε ο επισπεύδων δανειστής να αποπερατώσει την εκτελεστική διαδικασία από την κατάσχεση έως και τον πλειστηριασμό, όπως επίσης δέχεται ότι επαρκεί η προσθεσμία του εξαμήνου ώστε να αποπερατωθεί ο αναπλειστηριασμός από το χρονικό σημείο διεξαγωγής του πλειστηριασμού85. Κριτήρια αποτελούν, μεταξύ άλλων, οι κατ’ ιδίαν διαδικαστικές πράξεις, που παρεμβάλλονται κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, η συνήθης χρονική απόστασή τους, όπως επίσης οι προβλεπόμενες προπαρασκευαστικές προθεσμίες.  

Βεβαίως πρέπει να σημειωθεί ότι η ανατροπή της αναγκαστικής κατάσχεσης δεν στηρίζεται σε ελαττώματα ουσιαστικής ή τυπικής φύσεως και συνεπώς δεν αποτελεί μορφή ανισχύρου ή δικονομικής ακυρότητας. Επομένως, η πάροδος της προβλεπόμενης στην ΚΠολΔ 1019 § 1 προθεσμίας δεν συνιστά αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση του κύρους της κατασχέσεως ή των διαδικαστικών πράξεων που έπονται αυτής και ιδίως του πλειστηριασμού, αλλά απλώς δημιουργεί λόγο κατάργησης της εκτελεστικής διαδικασίας δίχως τη διενέργεια πλειστηριασμού86, ενδεχομένως, όμως, και μετά τη διενέργειά του87. Ο δικαιολογών έννομο συμφέρον 


Μητσόπουλος, ό.π. σημ. 80∙ βλ. σχετικώς και Κεραμέα, προηγ. σημ., Αρμ 1987.289.  

Ότι, πάντως, η δυναμική της ΚΠολΔ 1019 θα εξασθενήσει περαιτέρω, αφού ο θεσμός της ανατροπής δεν συμβιβάζεται με το σύστημα των πολλαπλών κατασχέσεων βλ. κυρίως Νίκα, προηγ. σημ., σ. 286∙ πρόσθ. στην ίδια κατεύθυνση και Γέσιου‐Φαλτσή, ό.π. σημ. 79, σ. 346, η οποία προβλέπει 

«περαιτέρω πρακτική συρρίκνωση». 

Για την περίπτωση του αναπλειστηριασμού βλ. ΟλΑΠ 51/1990, Δ 1991.1093. 

Μπρίνιας, ό.π. σημ. 79, σ. 2181∙ Βαθρακοκοίλης, ό.π. σημ. 79, άρθρ. 1019 αριθ. 2∙ Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1882. 

Βλ. σχετικώς και Κεραμέα, ό.π. σημ. 82, Αρμ 1987.290‐292, για την περίπτωση ανατροπής της κατασχέσεως μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, οπότε οι μέχρι τότε διενερηθείσες πράξεις εκτέλεσης (π.χ. ακόμη και η σύνταξη του πίνακα κατάταξης) δεν επηρεάζονται. 

ειρηνοδικείου, όπου και επιβλήθηκε η κατάσχεση (άρθρ. 1019 § 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ)88. Η απόφαση της ανατροπής είναι διαπλαστική και ισχύει erga omnes89. 

Οι προϋποθέσεις, τώρα, της ανατροπής αναγκαστικής κατάσχεσης, κατ’ άρθρο 1019 ΚΠολΔ, έχουν ως ακολούθως: α) ύπαρξη έγκυρης κατάσχεσης, ή άκυρης που δεν ακυρώθηκε μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως ανατροπής με δικαστική απόφαση, καθώς εξακολουθεί να παράγει συνέπειες∙ β) πάροδος προθεσμίας ενός έτους από την επιβολή της κατάσχεσης, και πιο συγκεκριμένα από τη σύνταξη της κατασχετήριας έκθεσης, έστω και αν επακολούθησε αναγγελία με βάση εκτελεστό τίτλο, επέχουσα θέση αυτοτελούς κατασχέσεως. Μάλιστα η προθεσμία τρέχει ανεξάρτητα από το πρόσωπο που επισπεύδει τον πλειστηριασμό∙ γ) μη διενέργεια του πλειστηριασμού εντός έτους από την κατάσχεση ή μη διενέργεια του αναπλειστηριασμού εντός εξαμήνου από τον πλειστηριασμό και δ) δικαστική απόφαση που απαγγέλλει την ανατροπή90. 

Σε ό,τι αφορά στην προθεσμία της ΚΠολΔ 1019 § 1 πρόκειται για καταχρηστική προθεσμία, η έναρξη και η λήξη της οποίας  προσδιορίζεται κατ’ άρθρα 144 § 1 και 145 ΚΠολΔ, καθώς ετέθη για την εξυπηρέτηση γενικότερων συμφερόντων, και ειδικότερα την προς το συμφέρον των συναλλαγών ελευθέρωση του κατασχεμένου από το βάρος της απαγόρευσης διαθέσεως91. Έτσι, ο υπολογισμός της δικονομικής προθεσμίας γίνεται αφενός ημεροχρονολογιακώς, ώστε να αφετηριάζεται στην επομένη της επιβολής της αρχικής κατάσχεσης92 και αφετέρου συναπτώς, ώστε να 

79, σ. 376. –Για τη διαφορετική στάση της νομολογίας μέχρι το 1975, η οποία σταθερά θεωρούσε ότι κατά την αληθή έννοια του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, ακόμη και αν δεν εκδοθεί η απόφαση περί ανατροπής της κατάσχεσης, μετά την πάροδο των προβλεπόμενων σε αυτήν χρονικών διαστημάτων, δεν είναι σύννομη η εκπλειστηρίαση του ακινήτου, διότι η κατάσχεση υφίσταται τύποις, συνεπαγόμενη μόνον απαγόρευση διαθέσεως, κρίνοντας ότι εάν παρά ταύτα διενεργηθεί πλειστηριασμός, αυτός πάσχει από ακυρότητα∙ βλ. αντί άλλων ΟλΑΠ 608/1968, ΝοΒ 1969.287 και εγγύτερα για το ζήτημα βλ. Διαμαντόπουλο, Η ανακοπή κατά αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου κατά τον ΚΠολΔ (2009) σ. 484 επ. 

Κεραμεύς, ό.π. σημ. 82, Αρμ 1987.293∙ Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1894∙ ΑΠ 1669/1988, ΝοΒ 1990.70∙ ΑΠ 206/1980, ΝοΒ 1980.1482∙ ΜΠρΚατ 204‐206/2019, αδημ.∙ ΜΠρΧαλκιδ 150/2009, Αρμ 2010.1206.  

Βλ. εγγύτερα για όλες τις ανωτέρω προϋποθέσεις Μπρίνια, ό.π. σημ. 79, σ. 2186 επ.∙ ΓέσιουΦαλτσή, ό.π. σημ. 79, σ. 348 επ.∙ Νίκα, ό.π. σημ. 82, σ. 286 επ.∙ Βαθρακοκοίλη, ό.π. σημ. 79, άρθρ. 1019 αριθ. 5∙ Ευστρατιάδη, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1883∙ ΟλΑΠ 51/1990, Δ 1991.1093∙ ΜΠρΘεσ 25189/2000, Αρμ 2001.106∙ ΜΠρΚατ 204‐206/2019, αδημ. 

Μπρίνιας, ό.π. σημ. 79, σ. 2188∙ Νίκας, ό.π. σημ. 82, σ. 287∙ Βαθρακοκοίλης, ό.π. σημ. 79, άρθρ. 1019 αριθ. 11∙ ΕιρΠολυκ 17/1987, Αρμ 1988.894. 

Και δεν ξεκινά ο υπολογισμός της από την ημέρα εγγραφής ή καταχώρισής της στα βιβλία κατασχέσεων ή στα κτηματολογικά φύλλα, ούτε συναρτάται με τις κοινοποιήσεις της κατασχετήριας 


τρέχει δίχως να αφαιρούνται οι εξαιρέσιμες εορτές. Η προθεσμία αναστέλλεται μόνον εντός των ρητά προβλεπόμενων χρονικών διαστημάτων (ΚΠολΔ 1019 § 2) και όσων χάριν ταυτότητας του λόγου αναστέλλουν κατ’ αναλογική εφαρμογή την προθεσμία93. 

Ειδικότερα, λοιπόν, ο δικονομικός νομοθέτης ρητά δεν συνυπολογίζει στην προθεσμία του άρθρου 1019 § 1 ΚΠολΔ «νεκρά» χρονικά διαστήματα απροσδιόριστης διάρκειας, που παρεμποδίζουν ή ακινητοποιούν κατά νόμο την εκκρεμή διαδικασία του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, και στα οποία ο δανειστής αδυνατεί για νομικούς ή πραγματικούς λόγους να συνεχίσει την εκτελεστική διαδικασία. Έτσι, δεν συνυπολογίζεται κατ’ άρθρο 1019 § 2 ΚΠολΔ: α) το χρονικό διάστημα από την έκδοση δικαστικής απόφασης, η οποία διατάσσει, κατ’ άρθρο 966 §§ 3‐4 ΚΠολΔ νέο (τρίτο ή τέταρτο, αντίστοιχα) πλειστηριασμό, μέχρι την ορισθείσα από αυτήν ημέρα διεξαγωγής του νέου πλειστηριασμού∙ β) ο χρόνος αναστολής εκτελέσεως, που χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση, ήτοι ο χρόνος αναστολής που διατάσσεται στο πλαίσιο των άρθρων 937 § 1 στοιχ. β΄ και γ΄, 1000, 632 § 3, 546 § 2, 565 § 2 και 913 § 1 ΚΠολΔ, ακόμη και αν αυτός είναι μεγαλύτερος του εξαμήνου∙ γ) το χρονικό διάστημα αναστολής του πλειστηριασμού, που επήλθε με κοινή συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη και πιστοποιείται με συμβολαιογραφική πράξη, εφόσον όμως γνωστοποιήθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού∙ δ) το χρονικό διάστημα από την 1η έως την 31η Αυγούστου, κατά το οποίο απαγορεύεται η διενέργεια πλειστηριασμού (βλ. και άρθρο 940Α ΚΠολΔ)94.        Η ανωτέρω νομοθετική επιλογή αποτελεί απόρροια του γεγονότος ότι δεν αποκλείεται η εμφάνιση νεκρών χρονικών διαστημάτων στο διάβα της εκτελεστικής 


1531/1995, ΕλλΔνη 1997.1548∙ ΜΠρΚατ 204‐206/2019, αδημ.∙ ΜΠρΧαλκ 150/2009, Αρμ 2010/1206∙ ΕιρΑταλ 16/2017, ΤΝΠ Νόμος. –Στην αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται με τις διατάξεις του ν.δ. 17.7./13.8.1923 η προθεσμία για τον υπολογισό του χρόνου της ανατροπής αρχίζει από την εγγραφή της επιταγής, που επέχει θέση αναγκαστικής κατάσχεσης στα οικεία βιβλία ή φύλλα∙ βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (‐Νικολόπουλο), ό.π. σημ. 80, άρθρ. 1019 αριθ. 12, με τον εκεί υπομνηματισμό. 

Μπρίνιας, ό.π. σημ. 79, σ. 2187. 

Βλ. για την ανωτέρω περιπτωσιολογία βλ. ενδεικτικώς από μεν τη θεωρία Μπρίνια, ό.π. σημ. 79, σ. 2189 επ.∙ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (‐Νικολόπουλο), ό.π. σημ. 80, άρθρ. 1019 αριθ. 6∙ Νίκα, ό.π. σημ. 82, σ. 288 επ.∙ Βαθρακοκοίλη, ό.π. σημ. 79, άρθρ. 1019 αριθ. 13∙ Ευστρατιάδη, ό.π. σημ. 79, Αρμ 

2005.1889, από δε τη νομολογία ΜΠρΚατ 204‐206/2019, αδημ.∙ ΕιρΜεγ 20/2001, ΑρχΝ 2002.531

ΕιρΧαλανδρ 396/1992, ΑρχΝ 1992.566∙ ΕιρΑθ 2171/1991, ΑρχΝ 1992.145. 

διαδικασίας∙ γι’ αυτό, άλλωστε, με ειδική νομοθετική διάταξη έξι έτη μετά τη θέση σε ισχύ του ΚΠολΔ αφαιρέθηκε από τη 12μηνη προθεσμία το χρονικό διάστημα του μήνα Αυγούστου95. Βέβαια, όπως και ο αείμνηστος Ιωάννης Μπρίνιας επεσήμαινε, η ετήσια ή η εξάμηνη προθεσμία είναι ικανή και εξυπηρετεί ανέτως ολόκληρο το μήκος της διαδικασίας96. Όμως αν και με ειδική διάταξη (ΚΠολΔ 1019 § 2) καθορίζονται ρητά οι εξαιρέσεις, δικαιολογώντας έτσι ενδεχόμενη ερμηνευτική εκδοχή ότι πρόκειται για περιοριστική απαρίθμηση, εντούτοις η ταυτότητα του νομικού λόγου, καθιστά επιτρεπτή την αναλογική εφαρμογή της διάταξης και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, όταν διαπιστώνεται απροσχεδίαστο από το νόμο (και συνεπώς διορθωτέο μέσω της ερμηνείας) κενό.  

Με άλλα λόγια, η εξαιρετική φύση και η περιοριστική απαρίθμηση των περιπτώσεων του άρθρου 1019 § 2 ΚΠολΔ δεν εμποδίζουν, κατά κρατούσα εκδοχή97, την αναλογία, καθόσον ο σκοπός της καθιέρωσης των εξαιρέσεων του άρθρου αυτού, δηλαδή η αφαίρεση του χρόνου της παρεμπόδισης της προόδου της εκτελεστικής διαδικασίας συντρέχει και σε άλλες περιπτώσεις μη προβλεπόμενες στο άρθρο 1019 § 2 ΚΠολΔ.΄Οπως χαρακτηριστικά επεσήμαινε ο Ιωάννης Μπρίνιας «αι υπό κρίσην περιπτώσεις προσομοιάζουν προς τας δια κανόνος εξαιρετικού ρυθμιζομένας και η αναλογική εφαρμογή ικανοποιεί τα προς ρύθμιση κοινωνικά συμφέροντα λαμβανομένου υπόψιν και του υπό του νόμου επιδιωκόμενου σκοπού»98. Άλλωστε, η μη χρήση στη διατύπωση της ΚΠολΔ 1019 § 2 του στερητικού μορίου «μόνο» ενισχύει την εκδοχή ότι η απαρίθμηση δεν είναι περιοριστική99.  

         Ενόψει των ανωτέρω, και για την ταυτότητα του νομοθετικού λόγου επισημαίνεται ότι δεν υπολογίζεται στο χρόνο της ανατροπής: το χρονικό διάστημα από την πτώχευση μέχρι την παύση της διαδικασίας της πτώχευσης100∙ το χρονικό 

 του ν.δ. 490/1974∙ βλ. και Γέσιου‐Φαλτσή, ό.π. σημ. 

79, σ. 351 με σημ. 34 και σ. 367. 

Μπρίνιας, ό.π. σημ. 79,  σ. 2193∙ ομοίως και Βαθρακοκοίλης, ό.π. σημ. 79, άρθρ. 1019 αριθ. 1. 

Μπρίνιας, ό.π. σημ. 79,  σ. 2193∙ Βαθρακοκοίλης, ό.π. σημ. 79, σ. 533∙ Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1889/1890∙ ΜΠρΚατ 204‐206/2019, αδημ.∙ ΕιρΖακ 12/2015, ΕφΑΔ 2015.366∙ ΕιρΜεγ 20/2001, ΑρχΝ 2002.531. 

Μπρίνιας, ό.π. σημ. 79,  σ. 2193. 

Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1889/1890∙ Βαθρακοκοίλης, ό.π. σημ. 79, σ. 533∙ ΜΠρΚατ 204‐206/2019, αδημ.∙ ΕιρΖακ 12/2015, ΕφΑΔ 2015.366∙ ΕιρΜεγ 20/2001, ΑρχΝ 2002.531. 

Μπρίνιας, ό.π. σημ. 79, σ. 2195∙ Νίκας, ό.π. σημ. 82, σ. 289∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Νικολόπουλος), ό.π. σημ. 80, άρθρ. 1019 αριθ. 6∙ Βαθρακοκοίλης, ό.π. σημ. 79, άρθρ. 1019 αριθ. 14

Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1890. 

διάστημα, κατά το οποίο ο δανειστής εμποδίζεται για νομικούς λόγους να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, όπως συμβαίνει λ.χ. στο χρόνο από τη δημοσίευση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που ακύρωσε την κατάσχεση, έως τη δημοσίευση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε των πρωτοβάθμια απόφαση101∙ το χρονικό διάστημα μεταξύ της τελευταίας ημερομηνίας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και της νέας ημερομηνίας διενέργειάς του, όταν αυτός ματαιώθηκε λόγω έλλειψης πλειοδοτών102∙ το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ανεστάλησαν νομοθετικά οι πλειστηριασμοί, π.χ. λόγω διενεργείας εκλογών103, λόγω της ανάγκης προστασίας ορισμένων δανειοληπτών [όπως κατ’ άρθρ. 30 ν. 2789/2000104 ή κατ’ άρθρ. 5 της από 16.9.2009 π.ν.π. σε συνδυασμό με τους ν. 3814/2010, 3858/2010 (άρθρ. 40), 3986/2011 (άρθρ. 46) και τις από 4.1.2011, 1.7.2011, 16.12.2011 και 18.12.2012 π.ν.π., για το χρονικό διάστημα από 16.9.2009 μέχρι 31.12.2013105] κ.ο.κ.106∙ και γενικά κάθε χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο δανειστής βρισκόταν σε νομική η πραγματική αδυναμία συνεχίσεως της εκτελεστικής διαδικασίας107.  

         Αντίθετα, εύστοχα γίνεται δεκτό, δεν υφίσταται πλέον περιθώριο εφαρμογής του θεσμού της ανατροπής της αναγκαστικής κατάσχεσης στην περίπτωση του 

80, άρθρ. 1019 αριθ. 6∙ Νίκας, ό.π. σημ. 82, σ. 289∙ Βαθρακοκοίλης, ό.π. σημ. 79, άρθρ. 1019 αριθ. 14∙ Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1891. –Ότι, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφαιρείται από το χρόνο διάρκειας της αναγκαστικής εκτέλεσης το χρονικό διάστημα της καθυστέρησης, που προκαλείται λόγω ακύρωσης, έπειτα από την προσβολή με ανακοπή μιας πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, δεδομένου ότι και αυτή η καθυστέρηση αποδίδεται σε σφάλμα του επισπεύδοντος δανειστή βλ. Τσικρικά, Συνυπολογισμός του χρόνου καθυστερήσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως στις προθεσμίες ανατροπής της κατασχέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 1019 ΚΠολΔ λόγω διορθώσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, Δ 1995.98 επ. (101). 

Νίκας, ό.π. σημ. 82, σ. 289∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (‐Νικολόπουλος), ό.π. σημ. 80, άρθρ. 1019 αριθ. 6∙ Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1891. 

ΜΠρΚατ 204‐206/2019, αδημ.: «ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει … την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες, εκτός αν πρόκειται για πλοία, αεροσκάφη και για πράγματα που μπορεί να υποστούν φθορά»∙ ΕιρΘεσ 809/2011, αδημ.∙ Νίκας, ό.π. σημ. 82, σ. 289. 

Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1891. –Για περιπτώσεις παλαιών συναφών νομοθετημάτων βλ. Μπρίνια, ό.π. σημ. 79, σ. 2196 επ. 

ΕιρΖακ 12/2015, ΕφΑΔ 2015.366∙ ΕιρΛαρ 95/2011, ΕφΑΔ 2011.658. 

Π.χ. επειδή η καθ’ ης εταιρεία είχε τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης (άρθρ. 46 § 4 ν. 1892/1990)∙ έτσι. ΕιρΚρωπ 538/2007, Δ 2008.428. 

ΕιρΑθ 471/1990, Δ 1990.433∙ ΕιρΧρυσ 5/1995, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕιρΛαρ 95/2011, ΕΠολΔ 2011.658

ΕιρΖακ 12/2015, ΕφΑΔ 2015.366∙ Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1892. 


άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ, αφού μετά την αναδιατύπωσή του από τον ν. 4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο «όγδοο» § 2) δεν μπορούν να ζητηθούν πλέον πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας με τη διορθωτική αυτή ανακοπή και δεν ορίζεται από τη σχετική απόφαση νέος πλειστηριασμός108. Επίσης δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις και υπολογιζόταν κανονικά στη διαδρομή της προθεσμίας της ΚΠολΔ 1019 § 1 το χρονικό διάστημα μετά το οποίο προσδιοριζόταν ο πλειστηριασμός κατόπιν έκδοσης της απόφασης επί της διορθωτικής ανακοπής της του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ για το πριν τη θέση σε εφαρμογή του ν. 4335/2015 χρόνο (διόρθωση της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης)109, κάτι που γινόταν δεκτό και ακόμη παλαιότερα, υπό την ισχύ του καταργηθέντος πλέον άρθρου 961 ΚΠολΔ110. Τέλος, υποστηρίζεται ότι ούτε και ο χρόνος της τετράμηνης προθεσμίας για αποποίηση της κληρονομίας αφαιρείται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 1019 § 1 ΚΠολΔ προθεσμία111. 

Ενόψει όλων των ανωτέρω καθίσταται πρόδηλο ότι η ετήσια προθεσμία της ΚΠολΔ 1019 § 1 έχει την έννοια ότι η εκπλειστηρίαση του κατασχεθέντος πρέπει να διεξαχθεί, κατά κανόνα, εντός αυτής της προθεσμίας. Ενόψει δε του γεγονότος ότι ο πλειστηριασμός, κατ’ άρθρα 969 § 1 και 1002 § 1 ΚΠολΔ, περατώνεται με την κατακύρωση, η για οποιοδήποτε άλλο λόγο ματαίωση της κατακύρωσης σημαίνει ότι ο πλειστηριασμός δεν περατώθηκε και η διαδρομή της προθεσμίας συνεχίζεται. Όπως προεκτέθηκε, κριτήρια για την παραπάνω προθεσμία αποτέλεσαν, μεταξύ άλλων, οι κατ’ ιδίαν διαδικαστικές πράξεις, που παρεμβάλλονται κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, η συνήθης χρονική απόστασή τους, όπως επίσης οι 

 

Βλ. ενδεικτικώς από μεν τη θεωρία Βαθρακοκοίλη, ό.π. σημ. 79, άρθρ. 1019 αριθ. 15, από δε τη νομολογία ΜΠρΦλωρ 14/2014, ΕΠολΔ 2014.778, όπου: «[σ]ημειώνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση προσμετρήθηκε στην ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 1019 ΚΠολΔ το χρονικό διάστημα από την έκδοση της με αρ. 235/2011 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου (19.7.2011) που εκδόθηκε κατόπιν ανακοπής του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ του αιτούντος, έως την 7.2.2012, οπότε εκδικάστηκε η με αρ. 172/16.10.2013 αίτηση της καθ` ης η ανταίτηση‐τράπεζας, του άρθρου 966 § 3 ΚΠολΔ και εκδόθηκε η με αρ. 18/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που διορθώθηκε δυνάμει της υπ` αρ. 46/2013 απόφασης, καθόσον το αντίστοιχο χρονικό διάστημα δεν εμπίπτει σ’ αυτά που αναφέρονται στην § 2 του 1019 ΚΠολΔ και δεν υπολογίζονται στην προθεσμία της § 1 του ιδίου άρθρου»∙ ομοίως και ΕιρΓρεβ 37/2010,ΤΠΝ Νόμος. 

Μπρίνιας, ό.π. σημ. 79, σ. 2198∙ Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (‐Νικολόπουλος), ό.π. σημ. 80, άρθρ. 1019 αριθ. 6. 

Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (‐Νικολόπουλος), ό.π. σημ. 80, άρθρ. 1019 αριθ. 6∙ Νίκας, ό.π. σημ. 82, σ. 290∙ Γέσιου‐Φαλτσή, ό.π. σημ. 79, σ. 350∙ ΕιρΑργ 126/1973, ΑρχΝ 1974.172∙ αντιθέτως, όμως, Μπρίνιας, ό.π. σημ. 79, σ. 2195∙ Βαθρακοκοίλης, ό.π. σημ. 79, άρθρ. 1019 αριθ. 14∙ Ευστρατιάδης, ό.π. σημ. 79, Αρμ 2005.1891. 

προβλεπόμενες προπαρασκευαστικές προθεσμίες. Περαιτέρω, ας μην παροράται ότι η προθεσμία του άρθρου 1019 § 1 ΚΠολΔ ήταν 18μηνη στον ΚΠολΔ/1968 και μειώθηκε σε ετήσια από το ν.δ. 958/1971, επαναφέροντας έτσι ο δικονομικός μας νομοθέτης την προθεσμία που ίσχυε υπό την ΠολΔ του Maurer112. Και τούτο διότι κρίθηκε πως το χρονικό διάστημα του έτους επαρκεί ώστε ο επισπεύδων δανειστής να αποπερατώσει την εκτελεστική διαδικασία από την κατάσχεση έως και τον πλειστηριασμό. 

Αν, λοιπόν, ο νομοθέτης του ν. 4335/2015 ήθελε είτε την επιμήκυνση της ενιαύσιας προθεσμίας κατά 7‐8μήνες, όπως για παράδειγμα έπραξε υπό την αρχική μορφή του ΚΠολΔ/1968 (από 12μηνη σε 18μηνη), είτε την μετατόπιση της αφετηρίας της από την επιβολή της κατάσχεσης στην αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία του πλειστηριασμού, θα το όριζε ρητά. Όταν ο δικονομικός νομοθέτης ορίζει (ΚΠολΔ 954 § 2 και 993 § 2) ότι ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να διεξαχθεί πριν την παρέλευση 7 μηνών από την επιβολή της κατασχέσεως και πάντως πριν το 8μηνο, τελεί εν γνώσει του χρονικού πλαισίου της ΚΠολΔ 1019 § 1, ώστε να μην μπορεί να γίνεται καν λόγος για απροσχεδίαστο από το νόμο (και συνεπώς διορθωτέο μέσω της ερμηνείας) κενό113. Εμμένοντας στην ενιαύσια προθεσμία είναι βέβαιον ότι προσδοκά την ολοκλήρωση της εκτελεστικής διαδικασίας εντός 12μηνου. Και όπως ο αείμνηστος Ιωάννης Μπρίνιας επεσήμαινε «σκοπός της ανατροπής είναι πρωτίστως η αποφυγή της διαιωνίσεως της εκτελεστικής διαδικασίας. Δανεισταί, οι οποίοι δεν ηδυνήθησαν ή δεν ηθέλησαν εντός της προθεσμίας του άρθρου 1019 να φθάσουν μέχρι του 

 

113. Για την αναλογία ως μέθοδο πλήρωσης των κενών του νόμου ενδεικτικώς βλ. Tσάτσο, Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου2 (1978) σ. 201 επ.· Aραβαντινό, Η αναλογία ως δικανικός συλλογισμός. Εράνιον Μαριδάκη (Συμπλήρωμα∙ 1972) σ. 217 επ. Tαμπάκη, Δοκίμιον δογματικής του νομοθέτου (1980), σ. 11 και 101/102· Kaufmann, Analogie und «Natur der Sache»2 (1982), passim· Bydlinski Juristische Methodenlehre und Rechtsbegriff (1982), σ. 473 επ.· Sauer, Juristische Methodenlehre (1940) σ. 304 επ. ‐Ως γνωστόν, η λογική διάρθρωση του αναλογικού συλλογισμού έχει ως εξής: Ως μείζων πρόταση τίθεται η αρχή ότι εάν δύο πραγματικές καταστάσεις παρουσιάζουν από τη σκοπιά ορισμένου νομικού κανόνα ομοιότητα, πρέπει να έχουν την ίδια έννομη συνέπεια: αρχή της όμοιας μεταχείρισης όμοιων καταστάσεων. H αξιολογική κρίση ότι η υπό ρύθμιση περίπτωση συμφωνεί κατά τα ουσιώδη σημεία της με την ρυθμισμένη αποτελεί το περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης. Ως συμπέρασμα ακολουθεί η διακρίβωση ότι η ρυθμιστέα περίπτωση πρέπει να έχει την ίδια έννομη συνέπεια με τη ρυθμισμένη περίπτωση· βλ. Διαμαντόπουλο, Η αντιφατική συμπεριφορά των διαδίκων στην πολιτική δίκη (1996) σ. 261 σημ. 187. 

πλειστηριασμού, δεν έχουν ανάγκην προστασίας και δεν πρέπει να διατηρούν το κατασχεθέν πράγμα οιονεί εκτός συναλλαγής».  

Εφόσον, λοιπόν, ο πρόσφατος δικονομικός νομοθέτης (ν. 4335/2015) ορίζοντας (κατ’ άρθρ. 954 § 2 και 993 § 2 ΚΠολΔ) ότι ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να διεξαχθεί πριν την παρέλευση 7 μηνών από την επιβολή της κατασχέσεως και πάντως πριν το 8μηνο, τελούσε εν γνώσει του χρονικού πλαισίου της ΚΠολΔ 1019 § 1, ώστε να μην μπορεί να γίνεται καν λόγος για μη ρυθμισθείσα περίπτωση και για απροσχεδίαστο από το νόμο κενό. Υπό την αντίθετη εκδοχή ο κίνδυνος η διάταξη να απομακρυνθεί από το ρυθμιστικό της σκοπό, που δεν είναι άλλος από την προστασία του οφειλέτη, των άλλων δανειστών αλλά και τρίτων προσώπων από τις παρελκυστικές τακτικές του επισπεύδοντος μέσω της αποτροπής διαιώνισης της εκτελεστικής διαδικασίας, είναι ορατός. Η αδυναμία ολοκλήρωσης της εκτελεστικής διαδικασίας λόγω μη επίτευξης κατακύρωσης καλύπτει πλήρως το δανειστή μέσω των εξαιρέσεων της ΚΠολΔ 1019 § 2.  

 Έτσι, λοιπόν, η ερμηνευτική εκδοχή την οποία υιοθέτησαν πρόσφατα οι ΕιρΑθ 817 και 818/2019, οι οποίες δεν προσμετρούν στο 12μηνο το διάστημα των 7‐8 μηνών από την επιβολή της κατασχέσεως εντός του οποίου δεν δύναται να ολοκληρωθεί ο πλειστηριασμός είναι εσφαλμένη και μη επιδοκιμαστέα. Και τούτο διότι οδηγεί σε διαιώνιση της εκτελεστικής διαδικασίας, με προφανή τον κίνδυνο το κατασχεθέν να καταστεί αντικείμενο οιονεί εκτός συναλλαγής, δεδομένα τα οποία δεν συνάδουν με τη ratio καθιέρωσης του θεσμού της ανατροπής της κατάσχεσης. Όπως προεκτέθηκε, όταν ο δικονομικός νομοθέτης ορίζει (ΚΠολΔ 954 § 2 και 993 § 2) ότι ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να διεξαχθεί πριν την παρέλευση 7 μηνών από την επιβολή της κατασχέσεως και πάντως πριν το 8μηνο, τελεί εν γνώσει του χρονικού πλαισίου της ΚΠολΔ 1019, ώστε να μην μπορεί να γίνεται καν λόγος για απροσχεδίαστο από το νόμο και συνεπώς διορθωτέο μέσω της ερμηνείας κενό, όπως εσφαλμένως υπέλαβαν οι ΕιρΑθ 817 και 818/2019. 

Για τις δυνατότητες, τώρα, ελέγχου αυτής της εσφαλμένης κρίσης των ΕιρΑθ 817 και 818/2019 και κάθε ανάλογης κρίσης αξίζει να σημειωθούν τα κάτωθι: Είναι γεγονός ότι κατά τη μεταρρύθμιση του ν.δ. 958/1971 (άρθρ. 67 § 2) μεταβλήθηκε η τηρητέα διαδικασία για τη δίκη της ανατροπής αναγκαστικής κατάσχεσης από τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στο πεδίο της οποίας η ΚΠολΔ 699 δεν επιτρέπει τα ένδικα μέσα για τις αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων116. Η απαγόρευση αυτή, όμως, καταλαμβάνει μόνο τη δικαστική απόφαση που έκρινε γνήσια ασφαλιστικά μέτρα και όχι και τις διαφορές στις οποίες εφαρμόζονται κάποιες διατάξεις του βιβλίου των ασφαλιστικών μέτρων (ΚΠολΔ 686 επ.).  

Ως γνωστόν, ο νόμος σε ορισμένες περιπτώσεις επιτρέπει την εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για την επίλυση διαφορών ιδιωτικού δικαίου. Τέτοιες διαφορές είναι λ.χ. η ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης για παράνομη χρήση δημόσιου κτήματος117, η διαφορά μεταξύ Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και δικαιούχου αποζημίωσης από απαλλοτρίωση118, η διαφορά από την άρση ή την κατάπτωση δικαστικής εγγυοδοσίας119, η διαφορά για απαγωγή παιδιού κατά τους όρους της από 25.10.1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", που κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το ν. 2102/1992 όπως αυτή συμπληρώνεται με το άρθρ. 11 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003)120, η διαφορά από την κήρυξη εκτελεστότητας κτηματολογικού τίτλου του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου121, το αίτημα του εταίρου ΕΠΕ για έξοδο από την εταιρία λόγω σπουδαίου λόγου122, υπόθεση συνδιαλλαγής του Πτωχευτικού Κώδικα123 κ.ά. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι αποφάσεις που εκδίδονται επί των διαφορών αυτών και τις τέμνουν οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο που προβλέπει την εκδίκασή τους κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπόκεινται τόσο στο ένδικο μέσο της εφέσεως, όσο και σε αυτό της αναιρέσεως. 

82, Αρμ 1987.293. 

117. ΟλΑΠ 21‐22/2002, ΤΝΠ Νόμος∙ ΟλΑΠ 38/2002, ΤΝΠ Νόμος∙ ΑΠ 668/2018, ΤΝΠ Νόμος∙ ΑΠ 1655/2013, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΕφΠειρ 474/2016, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΕφΑθ 2286/2016, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΕφΛαρ 148/2015, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΕφΙω 151/2015, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΕφΠειρ 610/2015, ΤΝΠ Νόμος∙ πρβλ. στην ίδια κατεύθυνση (υπό το προϊσχύσαν δίκαιο) και ΟλΑΠ 1222/1975, ΝοΒ 1975.186. 118. ΑΠ 647/2014, ΤΝΠ Νόμος∙ ΑΠ 691/2008, ΤΝΠ Νόμος∙ ΑΠ 1716/1998, ΤΝΠ Νόμος. 

ΑΠ 465/2009, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕφΠειρ 298/2014, ΤΝΠ Νόμος. 

ΑΠ 317/2016, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΕφΑθ 2352/2019, ΤΝΠ Νόμος. 

ΑΠ 697/1994, ΤΝΠ Νόμος. 

ΟλΑΠ 754/1986, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΕφΑθ 2286/2016, ΤΝΠ Νόμος. 

ΕφΘεσ 1103/2011, ΤΝΠ Νόμος, με πλούσιες παραπομπές. 

Έτσι, λοιπόν, ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθ. 1495/2002 απόφασή του έθεσε ως αφετηρία την ερμηνευτική θέση, που έχει υιοθετήσει παγίως η προεκτεθείσα νομολογία του, ότι, δηλαδή, ο αποκλεισμός των ενδίκων μέσων κατ’ άρθρο 699 ΚΠολΔ δεν επεκτείνεται στις διαφορές, οι οποίες στερούνται το χαρακτήρα γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου, με την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ, αλλά παραπέμπονται προς εκδίκαση στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μόνο για λόγους ταχύτητας. Τούτο μάλιστα ακόμη και όταν πρόκειται για το ρυθμιστικό μέτρο της ανατροπής της αναγκαστικής κατάσχεσης, ακριβώς ενόψει της οριστικής διάπλασης που σηματοδοτεί η απόφαση του ειρηνοδικείου, δυνάμει της οποίας ανατρέπεται η επιβληθείσα κατάσχεση. Το Ακυρωτικό μας, λοιπόν, έκρινε εύστοχα ότι και στην περίπτωση του άρθρου 1019 ΚΠολΔ η παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν περιλαμβάνει και την απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, ώστε η δικαστική απόφαση του άρθρου 1019 ΚΠολΔ για την ανατροπή να είναι εκκλητή. Ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε τα εξής: «[κ]αι ορίζεται μεν στο άρθρο 699 του ΚΠολΔ ότι οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, πλην ο αποκλεισμός δεν επεκτείνεται και στις διαφορές οι οποίες δεν αποτελούν αληθώς ασφαλιστικό μέτρο, με την έννοια του άρθρου 682 του ΚΠολΔ, αλλά παραπέμπονται προς εκδίκαση στη διαδικασία αυτή απλώς και μόνο λόγω ταχύτητας, οπότε δεν παράγεται δεδικασμένο δια μόνης της εκδόσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως αφού με αυτή ούτε διατάσσεται ασφαλιστικό μέτρο, ούτε ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται τέτοιο, αλλά τέμνεται οριστικώς η διαφορά. Επομένως στην περίπτωση αυτή (1019 ΚΠολΔ) μόνη η παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν αφορά και τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 754/1986), ώστε στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση είναι εκκλητή».  

Η εκδοχή έχει τύχη προσφάτως της επιδοκιμασίας (στο πλαίσιο επιστημονικού διαλόγου επί ζητημάτων αναγκαστικής εκτέλεσης) και από επιφανή εκπρόσωπο της καθήμενης δικαιοσύνης σε πρόσφατο συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων. Συγκεκριμένα, συνοψίζοντας τα πρακτικά του συνεδρίου η πρόεδρος εφετών Ευδοξία Κιουπτσίδου‐Στρατουδάκη εύστοχα υπογράμμισε ότι: «[ε]άν αποπειραθούμε δε να συναγάγουμε ένα συμπέρασμα από αυτά θα διαπιστώσουμε ότι η νομολογία επιδεικνύει εύλογη ευλιγισία, δεχόμενη επιλεκτικά [στα ρυθμιστικά μέτρα της εκτέλεσης] την εφαρμογή ορισμένων απ’ αυτές τις διατάξεις [των ΚΠολΔ 682 επ.] ή αποκλείοντας άλλες κατά περίπτωση. Αυτό γίνεται προδήλως αφού σταθμισθεί ποιών διατάξεων ο χαρακτήρας προσιδιάζει κάθε φορά στο αιτούμενο ή λαμβανόμενο ρυθμιστικό μέτρο αναλόγως του σκοπού του. Έτσι, κρίθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου [1495/2002] ότι η απόφαση της ανατροπής της κατάσχεσης υπόκειται σε έφεση, έστω και με την ελλιπή αιτιολογία ότι η ανατροπή δεν αποτελεί γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο, απόφαση όμως που καταλήγει σε εύλογο αποτέλεσμα ενόψει της οριστικής διάπλασης καταστάσεως, την οποία επιφέρει». 

Αξιοσημείωτο, τέλος, είναι και το ιστορικό της ΟλΑΠ 4/2004, όπου είχε ασκηθεί έφεση κατά απόφασης, η οποία επίσης είχε απορρίψει αίτηση ανατροπής της κατάσχεσης, κατ’ άρθρο 1019 ΚΠολΔ, σε συνέχεια της οποίας μάλιστα εκδόθηκε σημείωμα αναστολής της εκτέλεσης (της τότε ισχύουσας ΚΠολΔ 938 § 2) και παρά ταύτα η υπάλληλος του πλειστηριασμού προχώρησε στη διεξαγωγή του αναγκαστικού πλειστηριασμού. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στην υπ’ αριθ. 4/2004 απόφασή της έκρινε ότι ο διενεργηθείς πλειστηριασμός ήταν άκυρος, γιατί έλαβε χώρα μετά τη γνωστοποίηση της σχετικής απόφασης περί αναστολής127, επικυρώνοτας την απόφαση του Εφετείου, που είχε κρίνει ομοίως128, δεχόμενη εμμέσως ότι και έφεση κατά της απόφασης που απέρριψε την αίτηση ανατροπής της κατάσχεσης επιτρέπεται, όπως επίσης και ότι η έκδοση σημειώματος της τότε ισχύουσας ΚΠολΔ 938 § 2 ήταν δικαιολογημένη. 

Ωστόσο, χαμηλόβαθμα δικαστήρια ουσίας έχουν κρίνει προσφάτως με μεμονωμένες αποφάσεις ότι στην ΚΠολΔ 1019 εφαρμόζεται η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, άπασες με αφορμή την ερημοδικία του καθ’ ου η αίτηση, ώστε να μην τίθεται ζήτημα ορισμού παραβόλου ερημοδικίας. Παραβλέπουν, όμως, την εύστοχη επιλογή του Ακυρωτικού μας, το οποίο κρίνει ότι ο σκοπός της επιλογής του νομοθέτη να επιλέξει την εκδίκαση των κρινόμενων υποθέσεων με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν συνάδει με την αποστέρηση του δικαιώματος ελέγχου της ορθότητας της σχετικής δικαστικής κρίσης, πόσο μάλλον που αυτή επιφέρει οριστική διάπλαση καταστάσεως. Η ratio της επιλογής είναι αποκλειστικά η ταχύτητα και η απλότητα, χωρίς όμως να η απόφαση που εκδίδεται μετουσιώνεται σε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων με τις εντεύθεν συνέπειες, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή όλων ανεξαιρέτως των διατάξεων των ασφαλιστικών μέτρων.  

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η εκδοχή, η οποία υποστηρίζει ότι η απόφαση της ΚΠολΔ 1019 δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, παραδέχεται ότι η απορριπτική της αίτησης ανατροπής αναγκαστικής κατάσχεσης απόφαση υπόκειται σε ανάκληση μετά από αίτηση του αιτούντος, εφόσον αυτός επικαλείται μεταβολή πραγμάτων δικαιολογούσα την ανάκληση, κατά τους ορισμούς της ΚΠολΔ 696 § 1.  

Να σημειωθεί, τέλος, και η μεμονωμένα υποστηριχθείσα αντίθετη εκδοχή, ότι, δηλαδή, σε ανάκληση υπόκεινται μόνο οι αποφάσεις που διέταξαν (και όχι αυτές που απέρριψαν) ασφαλιστικά ή ρυθμιστικά μέτρα. Η τελευταία ερμηνευτική αντίληψη, μετά την μεταρρύθμιση του ν. 4335/2015, δείχνει έωλη. Ως γνωστόν, μέχρι την τροποποίηση του άρθρου 697 ΚΠολΔ από το ν. 4335/2015 το δικαστήριο είχε τη συγκεκριμένη εξουσία (ανάκλησης ή μεταρρύθμισης) μόνο της απόφασης, που έκανε δεκτή την αίτηση όχι όμως και εκείνης που την απέρριπτε. Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, η εξήγηση που δίδεται γι’ αυτή τη μεταρρύθμιση συνίσταται στο γεγονός ότι «το δικαστήριο της κύριας δίκης έχει τη δυνατότητα και ευχέρεια, εκτιμώντας το ενώπιον του εισφερθέν αποδεικτικό υλικό, να καταστήσει ανενεργό εν όλω ή εν μέρει την απόφαση που εσφαλμένα απέρριψε το ασφαλιστικό μέτρο και να διατάξει κατόπιν σχετικώς υποβληθέντος αιτήματος τη λήψη νέου ή τροποποιημένου ασφαλιστικού μέτρου». Το άρθρο 697 ΚΠολΔ λειτουργεί όντως, κατ’ αποτέλεσμα, ως οιονεί ένδικο μέσο. Και τούτο διότι το δικαστήριο της κύριας δίκης (πρώτου ή δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας) το οποίο, μετά την εκκρεμοδικία έχει πλήρη εποπτεία της διαφοράς, ώστε εάν διαπιστώσει ότι βαρύνεται με πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, δικαιούται να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει την αρχική απόφαση, και χωρίς τη συνδρομή νέων πραγματικών περιστατικών. Η επέκταση της εξουσίας ανάκλησης από το δικαστήριο της κύριας δίκης και στις απορριπτικές αποφάσεις επεψέγη και η ρύθμιση θεωρήθηκε ατυχής, διότι σε αντίθεση με το πνεύμα του νόμου, που έχει ως στόχο την επιτάχυνση της παροχής δικαστικής προστασίας, η δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης και των αποφάσεων που απορρίπτουν την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, θα επιβαρύνει υπέρμετρα το δικαστήριο της κύριας δίκης ενώ, στην πραγματικότητα με έμμεσο τρόπο εισάγεται το ένδικο μέσο της έφεσης. Είναι αλήθεια ότι η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της διάταξης ενδέχεται να αυξήσει το φόρτο εργασίας των δικαστηρίων. Από το άλλο μέρος η αιτιολογική έκθεση δίδει μία πειστική εξήγηση, υπογραμμίζοντας ότι η εξουσία ανάκλησης από το δικαστήριο της κύριας δίκης και της απορριπτικής απόφασης, επειδή αυτή βαρύνεται με νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες, αποκαθιστά την ισότητα όπλων μεταξύ των διαδίκων136. Το επιχείρημα είναι ουσιώδες και ακριβές. Περαιτέρω, δεν θα πρέπει να διαλάθει της προσοχής και η νέα δομή της τακτικής διαδικασίας, ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων. Υπό τις ασφυκτικές προθεσμίες των άρθρων 215, 238 και 237 του ΚΠολΔ, η διάρκεια της κύριας δίκης έχει συντμηθεί ουσιωδώς. Εάν, παρά την αναμενόμενη έκδοση οριστικής απόφασης λίαν συντόμως, ο διάδικος επιθυμεί να αναζητήσει από το δικαστήριο της κύριας δίκης την ανάκληση της ανεξαρτήτως διατακτικού απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, τότε θα πρέπει να υποβάλλει γραπτή αίτηση και σε αυτοτελή στάση δίκης, εκτός εάν επιλέξει να ζητήσει την ανάκληση (και με τις προτάσεις∙ βλ. άρθρο 686 § 5 ΚΠολΔ) κατά τη συζήτηση της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 237 § 6 ΚΠολΔ. 

Εφόσον, λοιπόν, ο πρόσφατος δικονομικός νομοθέτης (ν. 4335/2015) προκρίνει τον έλεγχο της ορθότητας απορριπτικής απόφασης γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου, ερμηνευτική εκδοχή που οδηγεί στην αποστέρηση του δικαιώματος ελέγχου της ορθότητας δικαστικής κρίσης, όταν μάλιστα αυτή επιφέρει οριστική διάπλαση καταστάσεως, δεν δείχνει πειστική. 

Ενόψει των ανωτέρω, εντελώς πρόσφατα οι ΜΠρΑθ 628 και 807/2020 κάνοντας δεκτές εφέσεις κατά των ΕιρΑθ 817 και 818/2019, με την αιτιολογία ότι «ναι μεν η διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ απαγορεύει την άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, όμως η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όταν δεν πρόκειται, στην πραγματικότητα, για αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, αλλά για αποφάσεις που λύνουν οριστικά τη διαφορά σε υποθέσεις που για λόγους ταχύτητας και μόνον παραπέμφθηκαν στη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ προς οριστική επίλυση, όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας η υποβληθείσα αίτηση του άρθρου 1019 ΚΠολΔ δεν εισάγει προς διάγνωση γνήσια υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων, διότι με αυτή ούτε διατάσσεται ασφαλιστικό μέτρο, ούτε ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται τέτοιο, αλλά τέμνεται οριστικά η διαφορά, λόγω της οριστικής διάπλασης κατάστασης την οποία επιφέρει, η δε από το ίδιο άρθρο, παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων γίνεται για την ανάγκη της ταχείας επίλυσης της διαφοράς. Κατά συνέπεια, παραδεκτά μεν εκκαλείται η προσβαλλομένη απόφαση, μη εφαρμοζόμενης της διάταξης του άρθρου 699 ΚΠολΔ (ΑΠ 1495/2002)» ανέτρεψαν την προεκτεθείσα κρίση τους. Αποφάνθηκαν ορθά ότι δεν προσμετράται στο χρονικό πλαίσιο της ΚΠολΔ 1019 § 1 το διάστημα που οριοθετείται στις ρυθμίσεις των άρθρων 954 § 2 και 993 § 2 ΚΠολΔ (σύμφωνα με τις οποίες ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να διεξαχθεί πριν την παρέλευση 7 μηνών από την επιβολή της κατασχέσεως και πάντως πριν το 8μηνο). 

β. Ο ειρηνοδίκης ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος για αναγκαστική εκτέλεση επισπευδόμενη κατ’ άρθρο 46 § 1 ν.δ. 3077/1954 «περί γενικών αποθηκών» 

Δυνάμει του άρθρου 207 ν. 4512/2018 μπορεί να προκρίθηκε σύστημα διενέργειας του πλειστηριασμού μόνον ηλεκτρονικώς, εντούτοις, ο παραδοσιακός πλειστηριασμός δεν εκπαραθυρώθηκε πλήρως. Αυτός εξακολουθεί να ισχύει σε κάποιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στον πλειστηριασμό που διενεργείται κατ’ άρθρο 46 § 1 ν.δ. 3077/1954 «περί γενικών αποθηκών». Έτσι, όταν πρόκειται για εκπλειστηρίαση αποθηκευθέντων κινητών139, θα διενεργηθεί παραδοσιακός και όχι ηλεκτρονικός πλειστηριασμός, ενώπιον ειρηνοδίκη (ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού), ακριβώς διότι οι σχετικές ρυθμίσεις του ν.δ. 3077/1954 (άρθρα 45 επ.) διατηρήθηκαν σε ισχύ, δυνάμει του άρθρου 52 αριθ. 2 ΕισΝΚΠολΔ. Η τελευταία διάταξη δεν καταργήθηκε, ούτε, άλλωστε, τροποποιήθηκε από τους πρόσφατους νόμους που προέκριναν την ηλεκτρονική εκπλειστηρίαση και των κινητών140. 

Ζητήματα, όμως, συνταγματικής τάξης έχουν εγείρει αφενός η διάταξη του ν.δ. 3077/1954, δυνάμει της οποίας ο κομιστής ενεχυρογράφου δύναται, κατ’ άρθρο 45 § 2 ν.δ. 3077/1954, με μια απλή δηλοποίηση πλειστηριασμού (μετά από προηγούμενη έκδοση διαμαρτυρικού, η οποία, πάντως, μπορεί και να παραλειφθεί εφόσον τον πλειστηριασμό επισπεύδει η ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «Π.Α.Ε.Γ.Α.Ε.»), δίχως οποιαδήποτε διατύπωση ή επιταγή, να επισπεύσει «μετά 10 ημέρας από της δημοσιεύσεώς της εις επί τόπου (ή του πλησιεστέρου τοιούτου) εκδιδομένην Εφημερίδα, και της τοιχοκολλήσεως της βεβαιουμένης υπό δικαστικού κλητήρος εις το κατάστημα των Γενικών Αποθηκών και το Ειρηνοδικείον του τόπου» του 

. σε Πατεράκη, Η αποθήκευση. Αστική‐εμπορική 

παρακαταθήκη (2010) σ. 38 επ. 

140. Διαμαντόπουλος, Αστοχίες του συστήματος ηλεκτρονικής εκπλειστηρίασης κινητών ή ακινήτων, στον τόμο: Ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης (πρακτικά 43ου Πανελλήνιου Συνεδρίου ΕΕΔ∙ 2019) σ. 223. 

πλειστηριασμού141 και αφετέρου η ρύθμιση του άρθρου 50 § 3 του ανωτέρω ν.δ. (3077/1954), σύμφωνα με την οποία: «[ο]υδεμία αναστολή ή αναβολή εκτελέσεως του κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου ενεργουμένου πλειστηριασμού επιτρέπεται ουδεμίαν δε δικαιοδοσίαν ή αρμοδιότητα έχει το Δικαστήριον ή ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών, να αποφασίση και διατάξη τοιαύτην, ακόμη και αν προβάλλωνται αντιρρήσεις κατά πλειστηριασμού εις οιονδήποτε λόγον ή αιτίαν στηριζόμενα». Για το τελευταίο θέμα θα αναφέρουμε τις κάτωθι σκέψεις. 

Ειδικώς, λοιπόν, για την απαγόρευση της δυνατότητας αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης από το ενλόγω νομοθετικό διάταγμα αξίζει να υπογραμμιστεί ότι η κατ’ άρθρο 20 Συντάγματος δικαστική προστασία «περιλαμβάνει, πέραν της αξίωσης για δικαστική διάγνωση και της αξίωσης για για αναγκαστική εκτέλεση, και την αξίωση για παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, στην έκταση που η τελευταία είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική παροχή της οριστικής δικαστικής προστασίας»142. Με άλλα λόγια, η προσωρινή έννομη προστασία αντιμετωπίζεται σήμερα σε συνάρτηση με τον θεμελιώδη σκοπό κάθε έννομης τάξεως, που είναι η πληρότητα και η αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης έννομης προστασίας. Και τούτο διότι αποσκοπεί στην εφαρμογή του δικαιϊκού κανόνα, όταν η διάρκεια της δίκης είναι ικανή να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση του στόχου αυτού και να αποστερήσει έτσι τις δικαστικές αποφάσεις από το πρακτικό τους αντίκρισμα. Τα γενικότερα επακόλουθα αυτής της προσέγγισης είναι ότι η προσωρινή προστασία στο ελληνικό δίκαιο γίνεται πλέον παγίως αντιληπτή ως μια από τις τρεις μορφές παροχής έννομης προστασίας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 Συντάγματος. Στο γενικότερο αυτό πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί η παγιωμένη πλέον άποψη ότι και οι αναστολές που προβλέπει ο ΚΠολΔ, ως οι δορυφόροι των δικών περί την εκτέλεση, είναι συνταγματικά 


2019.1318 επ. 

142. Καλαβρός, Η παράλειψη παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, στον τόμο: Η δραστικότητα της προσωρινής δικαστικής προστασίας (επιμέλεια Κ. Μπέης, 1995) σ. 91 επ. (111). 

κατοχυρωμένες. Η απαγόρευση αναστολής δεν είναι συνεπώς σύμφωνη με το Σύνταγμα.  

Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά ακόμη και όταν δίδεται το δικαίωμα αναστολής υπό την προϋπόθεση συγκατάθεσης της επισπεύδουσας, πόσο μάλλον όταν απαγορεύεται παντάπασι. Χαρακτηριστική είναι η αιτιολογία κορυφαίου δημοσιολόγου ότι: «Η αίτηση αναστολής είναι το μόνο πρόσφορο μέσο αποτελεσματικής παρέμβασης του οφειλέτη στην εξελισσόμενη σε βάρος του ελαττωματική εκτελεστική διαδικασία. Περαιτέρω η ρύθμιση του άρθρου 9 ν. 4332/1929 προβλέπει μεν την δυνατότητα αναστολής, εξαρτά όμως την αποδοχή της αιτήσεως από την συγκατάθεση της επισπεύδουσας ΑΤΕ. Η προϋπόθεση αυτή είναι φανερό ότι αναιρεί τη δυνατότητα αιτήσεως αναστολής και υπό την έννοια αυτή βρίσκεται σε αντίθεση προς το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος. Η προϋπόθεση αυτή είναι κατά συνέπεια ανίσχυρος και πρέπει να αγνοηθεί κατά την εφαρμογή της διατάξεως» . 

Ομοίως, λοιπόν, και η διάταξη του άρθρου 50 § 3 ν.δ. 3077/1954, σύμφωνα με την οποία: «[ο]υδεμία αναστολή ή αναβολή εκτελέσεως του κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου ενεργουμένου πλειστηριασμού επιτρέπεται ουδεμίαν δε δικαιοδοσίαν ή αρμοδιότητα έχει το Δικαστήριον ή ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών, να αποφασίση και διατάξη τοιαύτην, ακόμη και αν προβάλλωνται αντιρρήσεις κατά πλειστηριασμού εις οιονδήποτε λόγον ή αιτίαν στηριζόμενα», τυγχάνει αντισυνταγματική, ως καταστρατηγούσα τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αξίωση για παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, στην έκταση που η τελευταία είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική παροχή της οριστικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος), με συνέπεια να κρίνεται επιτρεπτή η αίτηση αναστολής εκτελέσεως. 

Επικαιροποιώντας, πάντως, τα ανωτέρω για το ένδικο βοήθημα της αναστολής της εκτέλεσης, μετά τη θέση σε ισχύ από την 1.1.2016 του ν. 4335/2015, θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:  

Στην αγωνιώδη προσπάθεια του δικονομικού νομοθέτη (ν. 4335/2015) να επιταχυνθεί, πλην της διαγνωστικής δίκης, και η εκτελεστική διαδικασία, αποφασίστηκε να περιορισθούν τα ένδικα βοηθήματα που θα μπορούσαν να ασκηθούν κατά των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού θεωρήθηκαν υπεράριθμα τα μέχρι πρότινος προβλεπόμενα145. Έτσι, επελέγη να καταργηθεί η δορυφορούμενη την ανακοπή των άρθρων 933 και 936 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής, αφού απαλείφθηκε η διάταξη του άρθρου 938 ΚΠολΔ146, ενώ προβλέφθηκαν ειδικές μόνον περιπτώσεις αναστολών [για παράδειγμα, ειδικώς ρυθμίσθηκε η αναστολή εκτέλεσης ως προς την ανακοπή εκτέλεσης που αφορά στην κατάσχεση πλοίων (1011). Καθώς η διενέργεια πλειστηριασμού ορίζεται εδώ μετά την πάροδο σαράντα (40) ημερών από την κατάσχεση (1011Α), η αίτηση αναστολής εκτελέσεως υποβάλλεται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κατάσχεση (ΚΠολΔ 1011Α §§ 2 εδ. β΄και γ΄). 

Η άσκηση των ανακοπών των άρθρων 933 ή 936 ΚΠολΔ δεν δύναται να αναστείλει (όπως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο) σε κάθε περίπτωση (υπό τις οριζόμενες στο νόμο προϋποθέσεις) τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πλέον δυνατότητα (δικαστικής) χορήγησης αναστολής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προβλέπεται, κατ’ άρθρο 937 § 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ, μόνο για την άμεση εκτέλεση. Αντιθέτως, στην έμμεση εκτέλεση (δηλαδή, στην επισπευδόμενη για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, που είναι και η συνηθέστερη) η αίτηση αναστολής υποβάλλεται και ενδέχεται να χορηγηθεί είτε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε την κατ’ άρθρο 933 ή 936 ΚΠολΔ ανακοπή147, είτε από τα δικαστήρια των έκτακτων ενδίκων μέσων (ΚΠολΔ 937 § 1 περ. β΄ εδ. γ΄).  

Η καινοφανής αυτή μεθόδευση βασίσθηκε στην εσφαλμένη αντίληψη ότι, εφόσον η κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή ασκείται εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από τη συντέλεση της κατάσχεσης (ΚΠολΔ 934 § 1 περ. α΄) και ο αναγκαστικός 

4335/2015, υπό  ΙΧ.6∙ πρόσθ. σχετικώς και ΕιρΡόδ 120/2016, ΤΝΠ Νόμος. 

146. Για τη νομοθετική στοχοποίηση της ΚΠολΔ 938 τα τελευταία έτη βλ. ιδίως Ορφανίδη, Η αναστολή εκτελέσεως για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων ματά το ν. 4335/2015 (2017) σ. 5/6 σημ. 8. 147. Βλ. χαρακτηριστικώς ΜΕφΘεσ 2277/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕφΔωδ 109/2017, ΕφΑΔ 2017.1083 = ΤΝΠ Νόμος. 

πλειστηριασμός θα προσδιορίζεται πλέον υποχρεωτικά εντός επτά ή οκτώ μηνών από την περάτωση της κατάσχεσης (ΚΠολΔ 954 § 2 περ. ε΄ και 993 § 2 εδ. α΄ για κινητά και ακίνητα αντιστοίχως), μεσολαβεί ικανός χρόνος, ώστε να 
έχει εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής (ΚΠολΔ 933 ή 936) πριν τη διεξαγωγή του αναγκαστικού πλειστηριασμού [λαμβανομένων υπόψη των σύντομων, αλλά και υποχρεωτικών, προθεσμιών που προβλέπονται (ΚΠολΔ 933 § 2) τόσο για τη συζήτηση (60 ημέρες από την κατάθεση) όσο και για την έκδοση (ΚΠολΔ 933 § 6) της απόφασης (60 ημέρες από τη συζήτηση) επί της ανακοπής], με συνέπεια να κρίνεται μη αναγκαία η αίτηση αναστολής148. Μάλιστα η απόφαση θα προερχόταν από τη μήτρα της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, γι’ αυτό και εδικαιολογείτο η κατάργηση της δίκης της αναστολής. Ουσιαστικώς αυτή θα απορροφώνταν από τη δίκη της ανακοπής, που έτσι κι αλλιώς θα ήταν ταχύτατη, αφού θα διεπόταν από τις διατάξεις των ΚΠολΔ 686 επ. 149. 

Η προσδοκία, όμως, του νομοθέτη ότι οι όποιες αντιρρήσεις κατά της εκτελεστικής διαδικασίας θα έχουν κριθεί μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού διαψεύστηκε150. Αφενός η μη τήρηση των ανωτέρω υποχρεωτικών προθεσμιών (που δεν συνοδεύεται από κυρώσεις) και αφετέρου το ενδεχόμενο αναβολής της δίκης της ανακοπής (κατά την ΚΠολΔ 241, αφού αυτή δεν μπορεί να αποκλεισθεί, στο μέτρο που εξακολουθεί να ισχύει στις ειδικές διαδικασίες, άρα και στη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ΚΠολΔ 614 επ., με την οποία δικάζεται η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ), δεν προσφέρουν τα εχέγγυα μη προσβολής του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου η αναγκαστική εκτέλεση. Η δικαστηριακή πρακτική, άλλωστε, ήδη απέδειξε ότι οι πρωτοβάθμιες αποφάσεις επί των ασκούμενων ανακοπών δεν εκδίδονται έγκαιρα, ήτοι πριν τη διενέργεια του αναγκαστικού πλειστηριασμού, ενώ ακόμη κι όταν εκδοθεί οριστική απόφαση η νομική κατάσταση δεν είναι μη αναστρέψιμη, όσο επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων (έφεσης, εφόσον ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής και επιπροσθέτως 

 

Βλ. εγγύτερα Κολοτούρο, Η υπαγωγή της κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής στο σύστημα της προσωρινής δικαστικής προστασίας, ΕΠολΔ 2014.251 επ. 

Πρβλ. χαρακτηριστικώς ΜΠρΑμαλ 58/2017, ΕΠολΔ 2017.411 = ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΑθ 8259/2017, 

ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΑθ 7766/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕιρΧαν 554/2017, ΤΝΠ Νόμος. 

αναίρεσης ή και αναψηλάφησης, όταν πρόκειται για άλλο εκτελεστό τίτλο: ΚΠολΔ 

937 § 1 εδ. β΄).  

Όπως σοφά διδάσκει κορυφαίος δικονομολόγος, «η εύκαιρη άκαιρη σπουδή αποτελεί πάντοτε κακό σύμβουλο. Η εσπευσμένη κατάργηση του άρθρου 938 χωρίς εξονυχιστική στάθμιση των άμεσων και έμμεσων παρενεργειών στο οικοδόμημα της αναγκαστικής εκτελέσεως και η ελλειπής κανονιστική οργάνωση του θεσμού της αναστολής σε νέες βάσεις, γρήγορα αποκάλυψαν αρρυθμίες και κενά, που δύσκολα μπορούν να καλυφθούν. Ο νομοθέτης επικεντρώθηκε στη ρύθμιση της αναστολής, στην εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, που αποτελεί κατά τεκμήριο και το συνηθέστερο είδος εκτελέσεως. Συνέδεσε δε τον αποκλεισμό της υποβολής της αιτήσεως αναστολής στον πρώτο βαθμό με την ελπίδα ότι θα έχει ήδη πραγματοποιηθεί πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, (που οδηγεί σε πέρας την εκτελεστική διαδικασία), η αποσαφήνιση της πραγματικής και νομικής καταστάσεως με την εκδίκαση και την έκδοση της αποφάσεως επί της ανακοπής κατά της εκτελέσεως. Όταν η προσδοκία αυτή επαληθεύεται, δεν είναι, πράγματι, αναγκαία η προσωρινή, μέσω της αναστολής εκτελέσεως, έννομη προστασία του οφειλέτη. Απομακρύνεται, τότε, ο κίνδυνος δημιουργίας ανεπανόρθωτων καταστάσεων. Ο κίνδυνος δημιουργίας ανεπανόρθωτων καταστάσεων, που αποτελεί τη δικαιολογική αιτία της αναστολής, είναι αυτόδηλος, όταν διαψευσθούν οι προσδοκίες και ο πλειστηριασμός θα πρέπει να διεξαχθεί, μολονότι δεν έχουν διασκεδασθεί οι αντιρρήσεις του οφειλέτη για το σύννομο της εκτελέσεως». 

Αξίζει να επισημανθεί ότι η αναγκαστική εκτέλεση ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή ως δραστική παρέμβαση στην προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και, για το λόγο αυτόν, ο νομοθέτης του ΚΠολΔ παγίως θεωρούσε ότι δεν πρέπει να επιτρέπει την έναρξη ή τη συνέχισή της, όταν ο οφειλέτης προβάλλει λόγους, οι οποίοι, μετά τη διάγνωσή τους ως βάσιμων κατά την προσήκουσα διαδικασία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ακύρωση της εκτέλεσης. Όμως, ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να υποστεί εκτέλεση, χωρίς να μπορεί να αμυνθεί έγκαιρα, του στερεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που δικαιούται, κατ’ άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος. Στέρηση που ορισμένες φορές μπορεί να λάβει το χαρακτήρα έντονης αδικίας, αν π.χ. ο οφειλέτης επικαλείται εξόφληση ή την υπαγωγή του σε καθεστώς που ενέχει απαγόρευση λήψης διωκτικών μέτρων εναντίον του κ.λπ.  

Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκολα θα μπορούσε να ευσταθεί συνταγματικά η εκδοχή που συντάσσεται με την πρόσφατη νομοθετική επιλογή (του ν. 4335/2105), καθόσον επιπλέον, ως έχει η γραμματική διατύπωση του νόμου, η προσωρινή προστασία του οφειλέτη δεν εξαρτάται από το νομικό και ουσιαστικό βάρος των αντιρρήσεών του και την έκταση της βλάβης που θα υποστεί, αλλά από τυχαίο γεγονός, ποιο, δηλαδή, μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύδει κάθε φορά ο δανειστής ως πιο πρόσφορο για την ικανοποίησή του. Περαιτέρω, αποτελεί θεμελιώδη νομοθετική επιλογή ότι στο άρμα της αναγκαστικής εκτέλεσης, ιδίως όταν αυτή επισπεύδεται με «ευάλωτο» τίτλο, πρέπει να προσαρμόζεται υποχρεωτικά η δυνατότητα της δικαστικής της αναστολής. Κρατούσα, λοιπόν, διαμορφώνεται τόσο στη δικονομική επιστήμη153, όσο και στη νομολογία154, η ερμηνευτική εκδοχή ότι ως μορφή προσωρινής ένδικης προστασίας ο θεσμός της αναστολής εκτέλεσης κατοχυρώνεται και από το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος. 

Αδήριτη παρίσταται η ανάγκη παροχής προσωρινής προστασίας με το ένδικο βοήθημα της αναστολής εκτέλεσης και σε άλλες περιπτώσεις: α) στην ανακοπή του 

161 (164/165)∙ Δαγτόγλου, γνμδ., Δ 1991.75 επ.∙ Γέσιου/Φαλτσή, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως, τ. Ι: Γενικό μέρος2 (2017) σ. 896∙ την ίδια, γνμδ, ΔΕΕ 2002.1077 επ. (1078)∙ Νίκα, ό.π. σημ. 151, σ. 717∙ τον ίδιο, Το παραδεκτό της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως (ΚΠολΔ 938) ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, Αρμ 1995.552 επ. (554)∙ Νικολόπουλο, Αναγκαστική εκτέλεση2 (2012) σ. 226 με σημ. 304∙ Καράση, γνμδ., Αρμ 1995.1504 επ.∙ Μάζη, Τύχη μισθώσεων σε ενυπόθηκα ακίνητα επιχειρήσεων με βάση τον πρόσφατο ν. 2538/1997 (άρθρο 31), ΔΕΕ 1998.133 επ. (136)∙ Ε. Μπέη, Προσωρινή δικαστική προστασία κατά τον ΚΔιοικΔ, Δ 2000.643 επ.. 

154. Βλ. αντί πολλών, υπό το καθεστώς του ν. 4335/2015, ΜΠρΒόλ 499/2018, ΕλλΔνη 2018.1099∙ ΜΠρΑμαλ 58/2017, ΕΠολΔ 2017.411 = ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΛαμ 395/2017, ΤΝΠ Νόμος (ειδικώς για την ανακοπή της ΚΠολΔ 936)∙ ΜΠρΑθ 7766/2017, ΤΝΠ Νόμος και διαχρονικώς ΜΠρΚαβ 1948/2001, ΕπισκΕΔ 2002.276 = ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΚαβ 2071/2002, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΚαβ 511/2004, ΕπισκΕΔ 2004.242 = ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΚεφ 138/2013, ΕλλΔνη 2013.829 = Αρμ 2013.1251 = ΤΝΠ Νόμος∙  ΜΠρΛαμ 287/2014, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜονΠΔραμ 102/2015, ΤΝΠ Νόμος∙ επίσης στην ίδια κατεύθυνση στο πεδίο της διοικητικής δίκης και ΣτΕ 590/2010, ΤΝΠ Νόμος∙ ΣτΕ 837/2009, ΤΝΠ Νόμος∙ ΣτΕ 479/2006, ΤΝΠ Νόμος∙ ΣτΕ 718/1993, Αρμ 1993.1169 = ΕλλΔνη 1993.1576 = ΔΔικ 1994.81 = ΕΔΚΑ 1993.754 = ΤοΣ 1994.480 = ΤΝΠ Νόμος∙  ΔιοικΕφΘεσ 33/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ ΔιοικΕφΠειρ 51/2013, ΤΝΠ Νόμος∙ ΔιοικΕφΑθ 23/2012, ΤΝΠ Νόμος∙ ΔιοικΕφΑθ 1392/2009, ΤΝΠ Νόμος∙ ΔιοικΠρΑθ 427/2015, ΤΝΠ Νόμος∙ ΔιοικΠρΠειρ 

1440/2012, ΤΝΠ Νόμος∙ ΔιοικΠρΘεσ 152/2010, ΤΝΠ Νόμος∙ ΔιοικΠρΠειρ 427/2005, ΤΝΠ Νόμος. 

τρίτου (ΚΠολΔ 936), που μπορεί να οδηγήσει σε πλειστηριασμό αλλότριου πράγματος155, β) στην κατάσχεση χρημάτων (ΚΠολΔ 957), που ενδέχεται να ικανοποιήσει άμεσα τον επισπεύδοντα με τη διανομή των κατασχεθέντων χρημάτων, κατ’ άρθρθο 971 ΚΠολΔ 971156 (), γ) στην προσωπική κράτηση (ΚΠολΔ 1047), όπου πριν την έκδοση της οριστικής επί της ανακοπής απόφασης ενδέχεται να έχει συμπληρωθεί ο χρόνος προσωποκράτησης του καθ’ ού157 και, βεβαίως, δ) στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου, αφού η καταφατική δήλωση του τρίτου συνεπάγεται την ex lege εκχώρηση της απαίτησης στον κατασχόντα και ενδέχεται να οδηγήσει ακαριαία (ΚΠολΔ 988 § 1), στην είσπραξη του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση158.  

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις η έννομη προστασία του οφειλέτη, εξασφαλιζόταν στο προϊσχύσαν δίκαιο με την ανακοπή κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης, την οποία δορυφορείτο η αίτηση αναστολής, με δυνατότητα, μάλιστα, έκδοσης και προσωρινής διαταγής, ακόμη και σημειώματος προ πάσης εκτελέσεως (με άλλα λόγια, και πριν την ακρόαση για την έκδοση προσωρινής διαταγής). Μετά την κατάργηση, όμως, της ρύθμισης του άρθρου 938 ΚΠολΔ ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης παραμένει απροστάτευτος. Το αγγλικό ρητό too little, too late, «ταιριάζει γάντι» στη δήθεν δυνατότητα χορήγησης αναστολής στο δεύτερο βαθμό159. Και τούτο, διότι, όπως σοφά διδάσκεται, «[δ]ικαστική προστασία που έρχεται αργοπορημένα, παύει να είναι αποτελεσματική, παύει να είναι έννομη» 160.  

Κι ενώ είναι αναντίρρητο ότι στις ανωτέρω περιπτώσεις, όπως, βεβαίως, και στην περίπτωση που ο χρονικός ορίζοντας εκδίκασης της ανακοπής κατά της επισπευδόμενης έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, δια κατασχέεως κινητού ή ακινήτου (για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης), απέχει από τον προσδιορισθέντα από το δικονομικό νομοθέτη, θα πρέπει να χορηγείται στον 


επισπευδόμενης κατά τις δατάξεις του ΚΕΔΕ εκτέλεσης, κατόπιν άσκησης ανακοπής τρίτου, παρά την έλλειψη ειδικής πρόβλεψης στον ισχύοντα ΚΠολΔ, βάσει της συνδυασμένης εφαρμογής των άρθρων 

74 ΚΕΔΕ και 937 § 1 περ. β΄ ΚΠολΔ. 

Βλ. εγγύτερα Ορφανίδη, ό.π. σημ. 146, σ. 68/69. 

Βλ. χαρακτηριστικώς ΜΠρΘεσ 14846/2017, αδημ. 

Βλ. ΣυμβΑΠ 142/2016, αδημ.∙ ΣυμβΑΠ 11/2017, ΕλλΔνη 2017.415, με παρατηρήσεις Καλαβρού = ΝοΒ 2017.657, με παρατηρήσεις Χατζηιωάννου και διεξοδικότερα βλ. Νίκα, ό.π. σημ. 151, σ. 721 επ.∙ Ορφανίδη, ό.π. σημ. 146, σ. 60 επ.. 

Διαμαντόπουλος, ό.π. σημ. 2, σ. 478. 

Νίκας, ό.π. σημ, 151, σ. 722. 

οφειλέτη δικαίωμα αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας, δυνάμει των υπερνομοθετικών ρυθμίσεων των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, διχογνωμίες ανέκυψαν ως προς τη όχημα που θα οδηγήσει στην επίτευξη της επιθυμητής αναστολής161. 

Προεξάρχοντος του Αρείου Πάγου, υποστηρίχθηκε ότι αν για οιονδήποτε λόγο, καθυστερήσει η έκδοση της δικαστικής απόφασης επί της ανακοπής (ΚΠολΔ 933 § 6) και δεν εκδοθεί αυτή πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, «ο καθ’ ού η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης, και πιθανολογείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου (άρθρα 982 επ. ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από ανακοπή του 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις»162.  

Η δυνατότητα άμεσης, ή και αναλογικής, εφαρμογής των διατάξεων για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης (ΚΠολΔ 731‐732) αποκλείστηκε από μερίδα της 


διατάξεων που  συνθέτουν το νομικό πλαίσιο της Κοινοτικής έννομης τάξης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ήτοι από τα άρθρα 5 § 2 της Συνθήκης Ε.Κ.Α.Ε., το άρθρο 6 της  Συμβάσεως της Ρώμης, το άρθρο 47 του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ε.Ε. (που κυρώθηκε από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες), σχετικά με το "δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου", προκύπτει ως γενική αρχή  του Κοινοτικού Δικαίου, ότι κάθε πολίτης κοινοτικής χώρας έχει δικαίωμα  προηγούμενης δικαστικής ακροάσεως και διασφαλίσεως δίκαιης δίκης, κατά την προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και γενικότερα των εννόμων αυτού  συμφερόντων. Από το πλέγμα των διατάξεων αυτών, που έχουν επαυξημένη τυπική δύναμη για την ελληνική έννομη τάξη, οι διατάξεις του ν.δ. 3077/1954 που απαγορεύουν την έννομη προστασία του καθού ο πλειστηριασμός, αλλά και οι λοιπές που αναγορεύουν τους τίτλους αποθηκεύσεως σε εκτελεστούς τίτλους άνευ παρεμβολής δικαστικής εγγυήσεως, είναι ανίσχυρες». 

162. ΣυμβΑΠ 142/2016, αδημ.∙ ΣυμβΑΠ 11/2017, ΕλλΔνη 2017.415, με παρατηρήσεις Καλαβρού = ΝοΒ 2017.657, με παρατηρήσεις Χατζηιωάννου∙ υπέρ της ίδιας εκδοχής, μεταξύ πολλών άλλων, και ΜΠρΑθ 928/2018, ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΚαλ 202/2017, ΕΠολΔ 2017.407∙ ΜΠρΘεσ 14846/2017, αδημ.∙ Μακρίδου/Απαλαγάκη/Διαμαντόπουλος, ό.π. σημ. 1, σ. 125/126∙ Διαμαντόπουλος, ό.π. σημ. 2, σ. 478∙ Κόντης, Παρατηρήσεις υπό ΜΠρΑθ 3859/2017, ΕΠολΔ 2017.525. Υπέρ της ίδιας εκδοχής παλαιότερα και Καλαβρός, Η παράλειψη παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, στον τόμο: Η δραστικότητα της προσωρινής δικαστικής προστασίας (επιμέλεια Κ. Μπέης, 1995) σ. 91 επ. (106). 

θεωρίας163 και της νομολογίας164, με κύριο επιχείρημα την έλλειψη ασφαλιστέου δικαιώματος. Επισημάνθηκε ότι ο θεσμός της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης δεν εφαρμόζεται ως τρόπος παροχής προσωρινής προστασίας στις δίκες περί την εκτέλεση, καθώς η προσωρινή ρύθμιση προϋποθέτει ως ασφαλιστικό μέτρο έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου. Με άλλα λόγια, η επιδιωκόμενη με τα ασφαλιστικά μέτρα ένδικη προστασία είναι πρωτογενής με την έννοια της δημιουργίας το πρώτον εκτελεστού τίτλου, ενώ η προσωρινή προστασία στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως είναι δευτερογενούς φύσεως, προϋποθέτουσα την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου. Προβαλλόταν μάλιστα, πριν τη μεταρρύθμιση του ν. 4335/2015, η άποψη ότι θα ήταν περιττή η ρύθμιση του άρθρου 938 ΚΠολΔ, αν η ανάγκη μπορούσε να καλυφθεί με τις διατάξεις των άρθρων 731‐732 ΚΠολΔ165.  

 Είναι αλήθεια ότι, κατά κανόνα, η αναστολή συνοδεύει την ασκηθείσα κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή και δεν αναφέρεται σε αξίωση του ουσιαστικού δικαίου, η οποία, εντούτοις, δεν αποκλείεται να συντρέχει και, βεβαίως, να αποδεικνύεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις από τον καθ’ ού οφειλέτη166. Η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, που επέλεξε ο Άρειος Πάγος για την πλήρωση των σχετικών κενών, δεν πρέπει να αποδοκιμάζεται. Αν ο οφειλέτης αμφισβητεί την εκτελούμενη αξίωση, είτε για λόγους που αφορούν στην αρχική υπόστασή της, είτε για λόγους, που οδήγησαν στην απόσβεσή της μετά την κοινοποίηση της επιταγής (εξόφληση, συμψηφισμός κ.λπ.), διανοίγονται δύο δρόμοι: Ο ένας να προσβάλει την επιταγή με ανακοπή κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης, οπότε όμως δεν θα μπορεί να αναχαιτίσει την προέλασή της μέσω της αναστολής εκτέλεσης, αφού αυτή δεν δείχνει να επιτρέπεται στον πρώτο βαθμό. Έχει, όμως, ο οφειλέτης επιπροσθέτως τη δυνατότητα να ασκήσει 

146, σ. 82 επ. πρόσθ. και Κολοτούρο, Συνέπειες της αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, ΕΠολΔ 2016.127 επ. (159)]. 

Ενδεικτικώς βλ. ΜΠρΛαμ 395/2017, ΤΝΠ Νόμος∙ ΕιρΧαν 554/2017, ΕλλΔνη 2018.1099. 

ΜΠρΚεφ 146/2012, ΕλλΔνη 2013.823∙ ΜΠρΑθ 9184/2006, Δ 2007.336∙ ΜΠρΑθ 1056/2003, ΕλλΔνη 2005.286∙ ΜΠρΑθ 3977/2002, ΝοΒ 2002.2035∙ ΜΠρΑθ 1368/1995, Δ 1996.204∙ ΜΠρΑθ 5112/1988, Δ 1990.589∙ ΜΠρΑθ 11256/1987, ΕλλΔνη 1989.846∙ ΜΠρΑθ 6672/1987, Δ 1999.97∙ ΜΠρΑθ 18729/1986, Δ 1987.143∙ Μητσόπουλος, Η φύση του «σημειώματος» περί αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως κατ’ άρθρον 938 § 1 ΚΠολΔ, Αρμ 1989. 429 (433 επ.)∙ Δημητρίου, Η δικαστική αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως, (1993) σ. 77‐78. 

Βλ. χαρακτηριστικώς το ιστορικό της ΜΠρΑθ 928/2018, ΤΝΠ Νόμος, η οποία και προέκρινε ορθώς την εφαρμογή των διατάξεων περί προσωρινής ρύθμισης: ΚΠολΔ 731. 

(αρνητική) αναγνωριστική αγωγή, ζητώντας την αναγνώριση της ανυπαρξίας του χρέους του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση έχει μάλιστα και την ευχέρεια να ανακόψει την πρόοδο της αναγκαστικής εκτέλεσης με το ασφαλιστικό μέτρο της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης167.  

Και όπως ευφυώς επισημαίνεται, «αφού, λοιπόν, η αναστολή εκτελέσεως μπορεί να επιτευχθεί ανεμπόδιστα μέσω της τεθλασμένης, η οικονομία της δίκης υπαγορεύει να κατορθωθεί η αναστολή αυτή και μέσω της ορθόδοξης οδού της ανακοπής κατά της εκτελέσεως, όταν παρενείρονται λόγοι αποτελεσματικότητας της αξιώσεως έννομης προστασίας του οφειλέτη. Αν όμως διανοιγεί η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως, όταν η σχετική ανακοπή κατά της εκτελέσεως αφορά στην απαίτηση, θα ήταν παράδοξο να μην επιτραπεί η αναστολή αυτή και όταν η ανακοπή εκτελέσεως αφορά σε άλλα τυπικά ελαττώματα εν γένει της εκτελεστικής διαδικασίας. Η διαπίστωση, εξάλλου, ότι η ανακοπή δεν αναφέρεται σε ουσιαστική αξίωση του οφειλέτη δεν είναι τόσο, όσο νομίζεται, κρίσιμη»168.  

Πάντως, για την αποφυγή του σκοπέλου από την προβληματική που αναπτύχθηκε με αφορμή την αναλογική εφαρμογή των ΚΠολΔ 731‐732 μερίδα της νομολογίας επιχειρεί την πλήρωση του σχετικού κενού με αναλογία δικαίου και με βάση τη γενική αρχή παροχής προσωρινής έννομης προστασίας, που αποτυπώνουν οι διατάξεις των άρθρων 1011Α § 2 εδ. γ΄ ΚΠολΔ (αναστολή στα πλοία)169, 937 § 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ (αναστολή στην άμεση εκτέλεση)170 και 937 § 1 περ. β΄ εδ. γ΄ ΚΠολΔ (αναστολή στη βαθμίδα των ενδίκων μέσων)171. Μάλιστα, η παραπομπή των ανωτέρω ρυθμίσεων στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την εκδίκαση των σχετικών ανακοπών, καθιστά επιτρεπτή και την εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου 691Α ΚΠολΔ για την έκδοση προσωρινής διαταγής172.  

 

Νίκας, ό.π. σημ,. 151, σ. 724/725. 

Έτσι ΜΠρΒόλ 499/2018, ΕλλΔνη 2018.1099∙ ΕιρΧαν 554/2017, ΤΝΠ Νόμος. 

Έτσι ΜΠρΑμαλ 58/2017, ΕΠολΔ 2017.411∙ ΜΠρΑθ 7766/2017, ΤΝΠ Νόμος. 

Βλ. σε αυτή την κατεύθυνση Νίκα, ό.π. σημ. 151, σ. 724∙ Ορφανίδη, ό.π. σημ. 146, σ. 84, 87 επ. 

Ορφανίδης, ό.π. σημ. 146, σ. 85∙ Διαμαντόπουλος, ό.π. σημ. 2, σ. 481. 

Ορθά, συνεπώς, κατά την πάγια θέση της νομολογίας173, αλλά και κατά απολύτως κρατούσα στη νομική επιστήμη θέση174, η διάταξη του άρθρου 50 § 3 ν.δ. 3077/1954, σύμφωνα με την οποία «[ο]υδεμία αναστολή ή αναβολή εκτελέσεως του κατά τας διατάξεις του παρόντος ενεργούμενου πλειστηριασμού επιτρέπεται, ουδεμίαν δε δικαιοδοσίαν ή αρμοδιότητα έχει το δικαστήριον ή ο πρόεδρος των πρωτοδικών, να αποφασίση και διατάξη τοιαύτην, ακόμη και αν προβάλλωνται αντιρρήσεις κατά του πλειστηριασμού, εις οιονδήποτε λόγον και αιτίαν στηριζόμεναι» κρίνεται ανίσχυρη και δεν πρέπει να εφαρμόζεται, λόγω της αντίθεσής της σε κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος και, ειδικότερα, λόγω της αντίθεσής της, αφενός, στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «[κ]αθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν’ αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». 

 Στο γενικότερο αυτό πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί η παγιωμένη πλέον άποψη ότι και οι αναστολές που προβλέπει ο ΚΠολΔ, ως οι δορυφόροι των δικών περί την εκτέλεση, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες. Και η απαγόρευση αναστολής δεν είναι συνεπώς σύμφωνη με το Σύνταγμα. Υπό το ν. 4335/2015 η αναστολή εκτελέσεως, ενόψει της ασκηθείας ανακοπής της ΚΠολΔ, θα χορηγηθεί είτε κατ’ ανάλογη εφαρμογή των ΚΠολΔ 731‐732, είτε με πλήρωση του νομοθετικού κενού με αναλογία δικαίου και με βάση τη γενική αρχή παροχής προσωρινής έννομης προστασίας, που αποτυπώνουν οι διατάξεις των άρθρων 1011Α § 2 εδ. γ΄ ΚΠολΔ (αναστολή στα πλοία), 937 § 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ (αναστολή στην άμεση εκτέλεση) και 937 § 1 περ. β΄ εδ. γ΄ ΚΠολΔ (αναστολή στη βαθμίδα των ενδίκων μέσων). Μάλιστα, η παραπομπή των ανωτέρω ρυθμίσεων στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την εκδίκαση των σχετικών ανακοπών, καθιστά επιτρεπτή και την εφαρμογή της ΚΠολΔ 691 Α περί χορηγήσεως προσωρινής διαταγής, όπως ορθά έκριναν δικαστές 

511/2004, ΕπισκΕΔ 2004.242 = ΤΝΠ Νόμος∙ ΜΠρΔραμ 102/2015, ΤΝΠ Νόμος. 

174. Παμπούκης, Παρατηρήσεις προ ΜονΠΚαβ 511/2004, ΕπισκΕΔ 2004.242 επ.∙ Τέλλης, Επίσπευση πλειστηριασμού εμπορευμάτων από τις Γενικές Αποθήκες λόγω υποτιθέμενης λήξης του χρόνου αποθηκεύσεως, ΕπισκΕΔ 2002.101 επ.∙ Μάζης, Ανεκκαθάριστες ενστάσεις στην ανακοπή άρθρου 632 ΚΠολΔ. Επίσπευση πλειστηριασμού εμπορευμάτων αποτεθειμένων στις «Γενικές Αποθήκες», ΕπισκΕΔ 

2002.95 επ. 

τόσο των δικαστηρίων του Κιλκίς, όσο και της Θεσσαλονίκης, ενώπιον των οποίων ήχθη το ανωτέρω ζήτημα. 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: