Τρίτη 18 Μαΐου 2021

ΑΠ 284/2017 - Εκκαθάριση κοινού λογαριασμού - Πληρωμή διαφοράς


ΑΠ 284/2017 - Εκκαθάριση κοινού λογαριασμού - Πληρωμή διαφοράς

 Απαράδεκτη η προβολή ένστασης συμψηφισμού το πρώτον στο Εφετείο-Αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού για την καταβολή της διαφοράς από την μεταβίβαση ακινήτου η οποία έγινε για την κάλυψη της διαφοράς κατά την εκκαθάριση κοινού λογαριασμού.



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του ....
Της αναιρεσίβλητης: Ά. χας Δ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ν. Τ., που ανακάλεσε την από 14-9-2015 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4434/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5357/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2015 αίτησή του και τους από 1-9-2015 πρόσθετους λόγους επ' αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 25-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων επ' αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 4.12.2006, ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι, προκειμένου να εξοφλήσει (η ίδια) οφειλή του γιου της Ν. Τ. προς τον εναγόμενο νυν αναιρεσείοντα (επίσης γιό της), η οποία (οφειλή) προερχόταν από κοινό (των τέκνων της) λογαριασμό που είχε κλείσει στις 28.1.2002 και της οποίας (οφειλής) το ακριβές ύψος δεν είχε ακόμη προσδιοριστεί, μεταβίβασε στον εναγόμενο, λόγω γονικής παροχής, με το αναφερόμενο συμβόλαιο, ένα ακίνητο της (οικόπεδο με κατοικία), αξίας 135.660,00 ευρώ, με την προφορική, όμως, συμφωνία ότι, μετά την εκκαθάριση της άνω οφειλής και τον προσδιορισμό του ύψους της, να της επιστρέψει ο εναγόμενος τη διαφορά που θα προέκυπτε μεταξύ του ποσού της οφειλής και της αξίας του του μεταβιβασθέντος ακινήτου (το οποίο, ποσοστό, αυτή προόριζε, πριν από την μεταβίβαση, για τον άνω γιό της Ν.) και ότι ο εναγόμενος, παρά τα συμφωνηθέντα και μολονότι έγινε η εκκαθάριση της άνω απαίτησης του, δεν της απέδωσε τη διαφορά που προέκυψε, ανερχόμενη στο ποσό των 63.660,51 ευρώ, κατά το οποίο είχε καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει το ως άνω ποσό των 63.660,51 ευρώ νομιμοτόκως.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμ. 1549/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αφενός για το ύψος της οφειλής και αφετέρου για το ύψος της εμπορικής αξίας του, ως άνω, μεταβιβασθέντος στον εναγόμενο, ακινήτου.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4434/2011 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 52.658,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Την ανωτέρω απόφαση, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1769/2012 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, προσέβαλε ο εναγόμενος - νυν αναιρεσείων.

Το εφετείο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.] προκύπτει ότι, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αφού δέχθηκε την έφεση εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα:

"Ο εναγόμενος και ο αδελφός του Ν. Τ., τέκνα της ενάγουσας, διατηρούσαν, τον υπ'αριθμ. ... κοινό λογαριασμό στην τράπεζα "XIOS BANK", μετονομασθείσα σε "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", στον οποίο είχαν εισφέρει κεφάλαια διαφορετικού ποσού ο καθένας, τα οποία επένδυαν σε αγοραπωλησίες μετοχών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Στις 2.8.1999 έκλεισαν τον παραπάνω λογαριασμό και την ίδια μέρα άνοιξαν άλλο κοινό λογαριασμό, τον υπ'αριθμ. ..., στην τράπεζα "BARCLAYS BANK" ήδη "HSBC BANK", στον οποίο μετέφεραν το πιστωτικό υπόλοιπο του άνω (πρώτου) λογαριασμού (48.614.618 δρχ.) και τον οποίο έκλεισαν στις 28.1.2002. Κατά την διάρκεια λειτουργίας του παραπάνω λογαριασμού, οι δικαιούχοι προέβαιναν σε καταθέσεις και αναλήψεις, χωρίς, όμως, μετά τον Ιανουάριο 1995, να προβαίνουν σε εκκαθάριση αυτών. Έτσι, μετά το κλείσιμο του δεύτερου λογαριασμού (στις 28.1.2002), προέκυψαν διαφωνίες και διενέξεις μεταξύ των άνω δικαιούχων (αδελφών), κυρίως για το ύψος του ποσού της υπερανάληψης (πέραν της αναλογίας του), στην οποία είχε προβεί, κατά την διάρκεια της λειτουργίας του, ο Ν. Τ. και το οποίο (ποσό) όφειλε στον εναγόμενο. Και πάλιν, όμως, οι εν λόγω δικαιούχοι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν στην εκκαθάριση του κοινού λογαριασμού και στον προσδιορισμό του ύψους του οφειλομένου από τον Ν. Τ. στον εναγόμενο ποσού, το οποίο ο τελευταίος υπολόγιζε σε 45.160 ευρώ. Προς διευθέτηση της κατάστασης αυτής και προκειμένου να εκτονωθεί η ένταση και να σταματήσουν οι διενέξεις που είχαν δημιουργηθεί στην οικογένεια, η ενάγουσα (μητέρα των ανωτέρω) αποφάσισε να μεταβιβάσει στον εναγόμενο ένα ακίνητο (οικόπεδο με κατοικία), ευρισκόμενο στον Δήμο Αρτέμιδος Αττικής, το οποίο ανήκε στην κυριότητά της και προόριζε να μεταβιβάσει στο μέλλον, και στα δύο, ως άνω, τέκνα της, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Ταυτόχρονα, συμφωνήθηκε προφορικά (λόγω της στενής συγγένειάς τους) μεταξύ της ενάγουσας και των εν λόγω δύο τέκνων της ότι, μετά την εξακρίβωση του ποσού της ως άνω οφειλής του Ν. Τ. προς τον εναγόμενο, ο τελευταίος θα επέστρεφε στην ενάγουσα την διαφορά του ποσού αυτού (της οφειλής) και της (πραγματικής) αξίας του 1/2 του ακινήτου που θα του μεταβιβαζόταν και το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, προοριζόταν για τον αδελφό του (Ν. Τ.). Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον εναγόμενο ολόκληρο το παραπάνω ακίνητο, με το υπ' αριθμ. .../30.4.2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Αττικής Μ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Συγκεκριμένα, με το εν λόγω συμβόλαιο, μεταβιβάστηκε ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, εκτάσεως 235,82 τμ, που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως της περιφέρειας του Δήμου Αρτέμιδος-Λούτσας Αττικής (… αρ. …), με την επ' αυτού υπάρχουσα οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο βοηθητικό χώρο, επιφανείας 27,58 τ.μ. και ισόγεια κατοικία, επιφανείας 62,86 τ.μ., η οποία είχε ανεγερθεί από την ενάγουσα, δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1972 οικοδομικής αδείας. Περί το μήνα Φεβρουάριο 2005, ολοκληρώθηκε η διαδικασία του γενόμενου από τον Ν. Τ. ελέγχου για την εξακρίβωση του ύψους της, ως άνω, οφειλής του προς τον εναγόμενο, η οποία, σύμφωνα με το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού, ανερχόταν στο ποσό των 11.339,49 ευρώ. Ο εναγόμενος, όμως, δεν τήρησε τα παραπάνω συμφωνηθέντα με το εν λόγω αδελφό του και την ενάγουσα (μητέρα τους) και δεν επέστρεψε στην τελευταία κανένα ποσό, ως διαφορά μεταξύ οφειλής και αξίας του 1/2 του άνω μεταβιβασθέντος σ' αυτόν ακινήτου. Αντίθετα, μετά τη γενομένη μεταβίβαση του ακινήτου αρνιόταν, και συνεχίζει να αρνείται, ότι αυτή έγινε για την αναφερομένη παραπάνω αιτία (εξόφληση οφειλής του αδελφού του) και με την προεκτεθείσα επιπλέον συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω μεταβίβαση ολοκλήρου του ακινήτου έγινε, αποκλειστικά και μόνο, λόγω γονικής παροχής της μητέρας του (ενάγουσας) προς αυτόν, κατά την έννοια του άρθρου 1509 ΑΚ. Η παραπάνω αιτία, όμως, της μεταβίβασης και η σύναψη της προαναφερομένης συμφωνίας, αποδείχθηκε τόσον από την κατάθεση της, εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρος της ενάγουσας Χ. Τ. (συζύγου του τέκνου της Ν. Τ.), όσον και από τις, ως άνω, ένορκες βεβαιώσεις των Μ. Τ. (θυγατέρας της ενάγουσας) και Α. Ν. (συζύγου της τελευταίας), οι οποίοι, λόγω και της άμεσης συγγένειάς τους με τους διαδίκους, έχουν ιδία αντίληψη για τα όσα σχετικά ανέφεραν, χωρίς αυτά να αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο και, κυρίως, δεν αναιρούνται ούτε από την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρος του εναγομένου Α. Μ. και την ένορκη βεβαίωση του Δ. Τ. (ιδιοκτητών γειτονικών, με το ως άνω μεταβιβασθέν στον εναγόμενο, ακινήτων, οι οποίοι δεν κάνουν σχετική αναφορά), αλλά ούτε και από την ένορκη βεβαίωση της Ε. Κ. (συζύγου του εναγομένου), η οποία, χωρίς βεβαίως να δέχεται την ως άνω αιτία της μεταβίβασης, επιβεβαιώνει ότι, εξ αιτίας της οφειλής του Ν. Τ. προς τον εναγόμενο, δημιουργήθηκαν εντάσεις στην οικογένεια, ενώ αναφέρει, επιπλέον, και ότι ο εναγόμενος ζήτησε από την μητέρα του (ενάγουσα), κατά την παραπάνω κρίσιμη περίοδο (οπότε υπήρχαν και οι εντάσεις στην οικογένεια για την άνω οφειλή) να προβεί και σ' αυτόν σε χρηματική παροχή (12.000.000 δρχ.), όπως είχε κάνει και με τα άλλα δύο τέκνα της, με αποτέλεσμα η ενάγουσα, μη διαθέτοντας το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, να προβεί στην επίμαχη γονική παροχή. Πλην όμως οι, ως άνω, αναφερόμενες χρηματικές παροχές της ενάγουσας προς τα άλλα δύο τέκνα της (Ν. και Μ.) δεν επιβεβαιώνονται από άλλα αποδεικτικά μέσα, ενώ η ανωτέρω, βεβαιώσασα τούτο, δεν είχε άμεση (δική της) σχετική αντίληψη. Εξάλλου, η υπ' αριθμ. …/18.6.2002 ένορκη βεβαίωση της Μ. Τ. (θυγατέρας της ενάγουσας) ότι έλαβε την παραπάνω παροχή από την μητέρα τους αναιρείται από την, προαναφερόμενη νομοτύπως δοθείσα, ένορκη βεβαίωση (μεταγενέστερη) της ιδίας και τα όσα αναφέρει σ' αυτή. Μάλιστα, η ενάγουσα δεν διέθετε εισοδήματα ώστε να είναι σε θέση να παρέχει χρηματικά ποσά στα τέκνα της, ενώ το μεταβιβασθέν στον εναγόμενο ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο. Περαιτέρω, ο ως άνω πραγματογνώμονας Β. Ζ., οικονομολόγος-λογιστής, αφού έκανε λεπτομερή έλεγχο, με βάση τις καταστάσεις κίνησης των παραπάνω κοινών λογαριασμών (από το έτος 1995), τα παραστατικά καταθέσεων και αναλήψεων στις τράπεζες (που του παραδόθηκαν), καταστάσεις κίνησης μετοχών και άλλα έγγραφα στοιχεία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Ν. Τ. έχει προβεί σε υπερανάληψη (από τον λογαριασμό) ποσού 4.426.326 δραχμών ή 12.989,95 ευρώ, το οποίο αποτελεί την οφειλή του προς τον εναγόμενο (βλ. από 20.1.2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης), χωρίς ν' αποδεικνύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο ότι η εν λόγω υπερανάληψη ανέρχεται σε μεγαλύτερο ποσό, όπως ο τελευταίος υποστηρίζει. Όπως προαναφέρθηκε, το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε, κατά τα ανωτέρω, στον εναγόμενο είναι ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, εκτάσεως 235,82 τμ, ευρισκόμενο στην Αρτέμιδα Αττικής εντός σχεδίου πόλεως, σε απόσταση 150 μ. περίπου από την θάλασσα, επί του οποίου υπάρχει μονοκατοικία, ανεγερθείσα (από την ενάγουσα) το έτος 1972, η οποία αποτελείται από ισόγειο, εμβαδού 62,86 τμ και υπόγειο εμβαδού 27,58 τμ. Η εν λόγω μονοκατοικία είναι κατασκευασμένη με φέροντα σκελετό του υπογείου από τοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος, οροφής υπογείου από οπλισμένο σκυρόδεμα και του ισογείου με φέροντα σκελετό από μπατικές τσιμεντόπλινθες και οροφή ισογείου από οπλισμένο σκυρόδεμα. Επίσης, οι εσωτερικές τοιχοποιίες του υπογείου έχουν κατασκευαστεί από τοιχείο μονομπλόκ από οπλισμένο σκυρόδεμα και του ισογείου από δρομικούς οπτόπλινθους (τούβλα), n εν λόγω περιγραφή της κατασκευής της μονοκατοικίας αναφέρεται στην, ως άνω, από 16.3.2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Χ. Γ., πολιτικού μηχανικού, σε συνδυασμό και με το από 13.10.1997 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Β. Κ.. Στην εν λόγω έκθεση του, ο πραγματογνώμονας προσδιορίζει την εμπορική αξία, του άνω ακινήτου (οικοπέδου, ισόγειας μονοκατοικίας και υπογείου), στις 30.4.2002 (χρόνος μεταβίβασης αυτού στον εναγόμενο), στο ποσό των 131.296 ευρώ (70.746+44.002+16,548, αντίστοιχα). Ειδικότερα, προσδιορίζει την εμπορική αξία του οικοπέδου σε 300 ευρώ ανά τ.μ., της ισόγειας κατοικίας σε 700 ευρώ ανά τ.μ. και του υπογείου σε 600 ευρώ ανά τ.μ. Πα να οδηγηθεί στο παραπάνω συμπέρασμα, ο πραγματογνώμονας, αφού ενήργησε αυτοψία στο ως άνω ακίνητο, προέβη σε σχετική έρευνα σε μεσιτικό γραφείο της περιοχής (Γ. Κ.) και έλαβε υπόψη του σχετικές αγγελίες δημοσιευμένες στην εφημερίδα "…" της 28.4.2002 και της 30.4.2002, καθώς και τις κατώτατες τιμές αγοράς ακινήτων στην Αρτέμιδα (Λούτσα) που είναι δημοσιευμένες στην εφημερίδα "…" της 10.4.2004. Εξάλλου, στις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο, από 10.2.2009 και 25.2.2009, τεχνικές εκθέσεις του Σ. Δ., πολιτικού μηχανικού, που διορίστηκε απ' αυτόν ως τεχνικός του σύμβουλος, η εμπορική αξία της ισόγειας μονοκατοικίας προσδιορίζεται, για το έτος 2002, σε 48.230 ευρώ. Οι εν λόγω, όμως, τεχνικές εκθέσεις δεν είναι πλήρως εμπεριστατωμένες και αιτιολογημένες, κυρίως διότι δεν αναφέρονται σ' αυτές τα συγκεκριμένα στοιχεία (αναγόμενα στην κρίσιμη περίοδο του έτους 2002), που λήφθηκαν υπόψη από τον συντάξαντα (τις εκθέσεις) για τον προσδιορισμό της αξίας, στο παραπάνω ποσό. Εξάλλου, οι, περιεχόμενες στις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο εφημερίδες, αγγελίες πώλησης ακινήτων στην περιοχή της Αρτέμιδος, αναφέρονται κυρίως, σε τιμές του έτους 2009 και μετά (δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία), πλην εκείνων που περιέχονται στην εφημερίδα της 10.4.2002, από τις οποίες οι πλέον πρόσφορες είναι αυτές που αφορούν σε μεζονέτα 140 τ.μ., σε οικόπεδο 250 τ.μ., πλησίον της θάλασσας, με τιμή 135.000 ευρώ και σε μονοκατοικία 75 τ.μ., καινούργια, σε οικόπεδο 220 τ.μ., με τιμή 90.000 ευρώ. Επίσης, σχετικά με την αξία του ακινήτου, η, εξετασθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε ότι η τελευταία πωλούσε τούτο, το έτος 2000, στην τιμή των 35.000.000 δραχμών (102.715 ευρώ), ο ενόρκως βεβαιώσας Α. Ν. αναφέρει ότι η πραγματική αξία του ακινήτου, το καλοκαίρι του 2001, ανερχόταν σε 40.000.000 δρχ. (117.388 ευρώ), ενώ η ίδια η ενάγουσα, κατά την εξέταση της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ανέφερε ότι πωλούσε το ακίνητο στην τιμή των 36.000.000 δρχ. (105.650 ευρώ). Τέλος, στις ως άνω προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο, ένορκες βεβαιώσεις, αναφέρεται ότι η ενάγουσα ζητούσε, για την πώληση του ακινήτου της (περί τα έτη 2000, 2001), 15.000.000 - 20.000.000 δραχμές, ενώ η μάρτυρας του εναγόμενου κατέθεσε ότι ζητούσε 20.000.000 - 23.000.000 δρχ. (67.498 ευρώ). Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία (η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται ελεύθερα, κατ' άρθρο 387 Κ.Πολ.Δ.), λαμβανομένης υπόψη και της παλαιότητας της άνω μονοκατοικίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία του όλου ακινήτου, κατά το χρόνο μεταβίβασης του στον εναγόμενο (30.4.2002), ανερχόταν στο ποσό των 115.000 ευρώ. Δηλαδή, η αξία του 1/2 του εν λόγω ακινήτου (που προοριζόταν από την ενάγουσα για τον Ν. Τ. και μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο, κατά τα προαναφερόμενα) ανερχόταν στο ποσό των 57.500 ευρώ, από το οποίο αφαιρείται το παραπάνω ποσό των 12.989,95 ευρώ, το οποίο οφείλει ο Ν. Τ. στον εναγόμενο και απομένει υπόλοιπο 44.510,05 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα (κατά τα παραπάνω συμφωνηθέντα) και κατά το οποίο αυτός έχει καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία (αρθ. 904 ΑΚ). Εξάλλου, ο εναγόμενος, με την ένδικη έφεση του, πρόβαλε, επικουρικά, τον ισχυρισμό περί συμψηφισμού, με την εν λόγω απαίτηση της ενάγουσας, της δικής του απαίτησης εναντίον της, ποσού 3.669,89 ευρώ, που αφορά σε αποζημίωση για την, εκ μέρους της, χρήση ολόκληρης της πατρικής τους οικίας (… - …), της οποίας αυτός έχει καταστεί συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος πατρός του. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθόσον προτείνεται (στο σύνολο του), για πρώτη φορά, στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς ο εναγόμενος να επικαλείται τη συνδρομή κάποιας από τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δ., για την βραδεία προβολή του. Τα πραγματικά, δε, περιστατικά που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό (περί συμψηφισμού) δεν αποδεικνύονται με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία της αντιδίκου (αρθ. 442 ΑΚ), ενώ η υπ'αριθμ. 1473/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έχει επιδικαστεί το παραπάνω ποσό και την οποία επικαλείται ο εναγόμενος, δεν αποδεικνύεται ότι έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού η ενάγουσα άσκησε κατ' αυτής την από 1.6.2011 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να προκύπτει η έκβαση αυτής." I. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ολΑΠ 7/2006). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 30/1997, Ολ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 1/1999 και 24/1992), ενώ ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση την νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1954/2014, 1603/2008). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 556 παρ. 1, 577 παρ.3 και 578 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης 1) από άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ολΑΠ 27/1998 και 1/1995) και 2) από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να καθορίζεται, εκτός άλλων, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού (ΑΠ 205/2006, ΑΠ1040/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου και ειδικότερα με τους πρώτο, τέταρτο, ενδέκατο κατά το τρίτο σκέλος αυτού, δωδέκατο κατά το πρώτο σκέλος αυτού και τον πρόσθετο κατά τα πρώτο και τέταρτο σκέλη αυτού, λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που συνίστανται στο ότι α) "εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μητέρα του προχώρησε δήθεν στη γονική παροχή του ακινήτου επί της οδού … στην Αρτέμιδα Αττικής για λόγους συμψηφισμού της υπεξαιρέσεως που τέλεσε ο αδελφός του έναντι αυτού, ενώ ο ισχυρισμός του ότι η συγκεκριμένη γονική παροχή έγινε αποκλειστικά και μόνο λόγω γονικής παροχής της μητέρας του προς αυτόν κατά την έννοια του άρθρου 1509 ΑΚ, προς το σκοπό δημιουργίας και διατηρήσεως οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας, ουδέποτε απαντήθηκε επαρκώς από δικαστήριο με πλήρη αιτιολόγηση, ενώ το δικαστήριο έσφαλε και παραβίασε κανόνα δικαίου", β) "το δικαστήριο δεν αναφέρει καμμία αιτιολογία ή έχει πλήρως ανεπαρκή αιτιολογία για την αποδοχή της νεότερης ένορκη βεβαίωσης της αδελφής του (αναιρεσείοντος) Μ. Τ.", γ) "το δικαστήριο δέχθηκε εν όλω την πραγματογνωμοσύνη με αριθμ. …/2010 του πραγματογνώμονα οικονομολόγου Χ. Ζ., όσον αφορά στο ποσό της υπεξαιρέσεως που τέλεσε ο Ν. Τ., αν και με την έφεσή του είχε προβεί σε ορθό υπολογισμό του ποσού (ύψους 64.246,73 Ευρώ), που όμως αγνόησε παντελώς η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα το αναφερθέν από τον πραγματογνώμονα (ύψους 12.989,95 Ευρώ)", δ) "εσφαλμένα το δικαστήριο απέρριψε τον επικουρικά προταθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό περί συμψηφισμού απαιτήσεώς του (αναιρεσείοντος) κατά της ενάγουσας, ποσού 3.669,89 ευρώ, που προέρχεται από την αποζημίωση χρήσης της, εκ μέρους της, άνευ της αδείας του, χρήσης ολόκληρης της πατρικής τους οικίας της οποίας αυτός έχει καταστεί συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος πατρός του, και η οποία απαίτηση έχει διαγνωστεί με την υπ' αριθμόν 1473/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και του ποσού των 2.530 Ευρώ που έχει επιδικαστεί με ετέρα απόφαση με αριθμό 1852/2012 του ιδίου δικαστηρίου, η οποία προσκομίσθηκε και είναι τελεσίδικη" και ε) "όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες τρεις ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά και από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που επιβεβαιώνουν τις ένορκες βεβαιώσεις, αποδεικνύεται ο προαναφερθείς κατ' επανάληψη ισχυρισμός του ότι η γονική παροχή του ακινήτου δεν έγινε σε καμμιά περίπτωση από λόγο συμψηφισμού της οφειλής του αδελφού του Ν. προς αυτόν (αναιρεσείοντα), πλην όμως δεν ελήφθησαν υπό υπόψη από το Εφετείο, ο δε ως άνω ισχυρισμός ουδέποτε απαντήθηκε επαρκώς".

Άπαντες οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως πολλαπλώς απαράδεκτοι, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας παραγράφου, διότι 1) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίστανται η παραβίαση (ευθεία ή εκ πλαγίου) του άρθρου 1509 ΑΚ, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, 2) η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας δεν αφορά σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δεν αποτελούν ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά σε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς. Επιπλέον δε οι επικαλούμενες ελλείψεις αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του σαφούς πορίσματος, που εξάγεται από αυτές και 3) υπό την επίφαση της παραβάσεως της επίμαχης διάταξης του άρθρου 1509 ΑΚ πλήττουν (οι ως άνω λόγοι) αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. - ολ ΑΠ 1/1995).

II. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αναιρέσεως που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 Κ.Πολ.Δ., αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι και αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξάλλου, δεν αποτελούν πράγματα τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων ή και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα ως αληθινά χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη τους. Δεν απαιτείται, ωστόσο, το δικαστήριο να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να αναφέρει καθένα από αυτά συγκεκριμένα και να τα αναλύει. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη εκείνης, την οποία ο νόμος αναγνωρίζει σε αυτό και όχι όταν εκτίμησε ελευθέρως τούτο και έκρινε ότι εξ αυτού προέκυψε ή δεν προέκυψε απόδειξη ούτε αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος αποδείξεως (άρθρο 338 Κ.Πολ.Δ.), υποκειμενικό ή αντικειμενικό, είναι δε αόριστος ο λόγος αυτός, αν δεν καθορίζεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί το νόμου περί του βάρους αποδείξεως, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου.

Εν προκειμένω, στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδονται, μεταξύ άλλων, οι πλημμέλειες 1) από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης, που συνίσταται στο ότι δεν έλαβε υπόψη της τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι με την με αριθμό …/4.7.2007 πράξη γονικής παροχής προς τον αδελφό του Ν. εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αποδεικνυόταν πλήρως ότι η γονική παροχή προς αυτόν (αναιρεσείοντα) έγινε αποκλειστικά και μόνο προς το σκοπό δημιουργίας και διατηρήσεως οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας και όχι για λόγους συμψηφισμού με την απαίτηση του αναιρεσείοντος κατά του ως άνω αδελφού του, 2) από τους αριθμούς 8 περ. β', 10 και 12 του ως άνω άρθρου με τον τρίτο, κατά το δεύτερο, τρίτο και πέμπτο αυτού σκέλη, λόγο αναίρεσης, με την επίκληση ότι δεν έλαβε υπόψη της την από 18.06.2002 ένορκη βεβαίωση της αδελφής του αναιρεσείοντος, η οποία αποδεικνύει το βασικό ισχυρισμό του ότι η συγκεκριμένη γονική παροχή προς αυτόν (αναιρεσείοντα) εκ μέρους της μητέρας του έγινε αποκλειστικά και μόνο προς το σκοπό δημιουργίας και διατηρήσεως οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας και όχι προς συμψηφισμό, καθώς και ότι αυθαιρέτως έκρινε ότι η εν λόγω βεβαίωση αναιρείται από νεώτερη τοιαύτη, 3) από τον αριθ. 8 του ως άνω άρθρου με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης που συνίσταται στο ότι όλως αυθαίρετα δέθηκε ότι: "...η ενάγουσα δεν διέθετε εισοδήματα ώστε να είναι σε θέση να παρέχει χρηματικά ποσά στα τέκνα της ...", χωρίς να προσκομίζεται κάποιο αποδεικτικό μέσο που να επιβεβαιώνει το ως άνω συμπέρασμα, 4) από τους αριθμούς 12 και 13 του ως άνω άρθρου με τον έκτο λόγο αναίρεσης που συνίσταται στο ότι κατέληξε στην αποδοχή της ένδικης αγωγής, ότι οφείλει αυτός (αναιρεσείων) το ποσό των 44.510,05 Ευρώ στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, στηρίζοντας την κρίση της στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Τ., Α. Ν., οι οποίοι προσδοκούν άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να τους δοθεί η αποδεικτική αξία που τους προσδόθηκε, 5) από τον αριθ. 8 περ. β' του ως άνω άρθρου με τον ενδέκατο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγο αναιρέσεως, που συνίσταται στο ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ποσό της υπεξαιρέσεως που τέλεσε ο Ν. Τ. κατ' αυτού (αναιρεσείοντος) ανερχόταν σε 64.246,73 ευρώ και όχι το αναφερθέν από τον πραγματογνώμονα ύψους 12.989,95 Ευρώ, που δέχθηκε (η προσβαλλομένη), 6) από τους αριθμούς 8 και 12 του ως άνω άρθρου με τον δωδέκατο κατά το δεύτερο και τέταρτο σκέλη αυτού, λόγο αναιρέσεως, που συνίσταται στο ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού της αναφερόμενης απαιτήσεως του αναιρεσείοντος κατά της ενάγουσας, ποσού 3.669,89 ευρώ, που προέρχεται από την αποζημίωση χρήσης της, εκ μέρους της, άνευ της αδείας του, ολόκληρης της πατρικής τους οικίας της οποίας αυτός έχει καταστεί συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος πατρός του, και η οποία απαίτηση έχει διαγνωστεί με την υπ' αριθμόν 1473/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την ένδικη αγωγική αξίωση και 7) από τον αριθ. 8 περ. β' του αυτού ως άνω άρθρου, με τον μοναδικό πρόσθετο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, αναιρετικό λόγο, που αναφέρεται στον προαναφερθέντα ισχυρισμό του ότι η γονική παροχή του ακινήτου προς αυτόν εκ μέρους της μητέρας του σε καμμιά περίπτωση δεν έγινε από λόγο συμψηφισμού της οφειλής του αδελφού του Ν. προς αυτόν (αναιρεσείοντα).

Άπαντες οι ως άνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν και ειδικότερα: α) οι μεν από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως απαράδεκτοι, διότι δεν αφορούν "πράγματα", δηλαδή ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά ισχυρισμούς που αποτελούν άρνηση της ένδικης αγωγής, πραγματικά επιχειρήματα προς υποστήριξη των εν λόγω ισχυρισμών, αποδεικτικά μέσα και σφάλματα ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων, β) ο δε από τον αριθ. 10 του ιδίου, ως άνω άρθρου, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από αυτά, δηλαδή στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, γ) ο από τον αριθ.12 του ίδιου, ως άνω άρθρου, ως απαράδεκτος, καθόσον η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν υπάγονται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις μπορεί να αποδώσει σε κάθε κατάθεση την βαρύτητα και αξιοπιστία που κρίνει, χωρίς να υποχρεούται να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους που το οδήγησαν στην συγκεκριμένη εκτίμησή του και δ) ο από τον αριθ. 13 του ίδιου, ως άνω άρθρου, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν καθορίζεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίον εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους αποδείξεως, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου.

III. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε οδηγήθηκε στην κρίση του για την εν μέρει παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των μαρτύρων, της χωρίς όρκο εξέτασης της ενάγουσας, των υπ' αριθμ. .../2.4.2013 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας, της .../2.11.2007 ένορκης βεβαιώσεως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και της …/3.4.2013 ομοίας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, της …/2009 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Χ. Γ. και της …/2010 ομοίας του πραγματογνώμονα Β. Ζ. και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από τη βεβαίωση αυτή και την όλη αιτιολογία της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα αναφερόμενα στους δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, τρίτο κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, έβδομο, όγδοο, δέκατο (τον οποίο εκ παραδρομής ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως ερειδόμενο επί του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.), ενδέκατο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, δωδέκατο, κατά το τρίτο σκέλος αυτού και πρόσθετο κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, έγγραφα, γι' αυτό και οι από άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, πέραν του ότι οι επικαλούμενες με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης ένορκες βεβαιώσεις δεν θα ήταν δυνατόν να ληφθούν υπόψη αφού όταν εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υφίσταντο.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόνο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.

Συνεπώς, ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το περιεχόμενο της …/2009 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Χ. Γ., ως περιέχουσα τις περιγραφόμενες σ' αυτόν αντιφάσεις και αναλήθειες, χωρίς καμιά αναφορά οιασδήποτε νομικής πλημμέλειας, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος για επανάληψη της ως άνω πραγματογνωμοσύνης λόγω πλημμελειών αυτής, που υποβάλλεται με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, καθώς και αυτό περί ορισμού πραγματογνώμονος για νέα κρίση, διότι προέκυψαν νέα έγγραφα στοιχεία μετά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο, που υποβάλλεται με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέο, ως απαράδεκτο.

Μετά ταύτα, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος επ' αυτής λόγος, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτης, που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.03.2015 αίτηση καθώς και τον από 1.09.2015 πρόσθετο επ' αυτής λόγο του Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμό 5357/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: