ΑΠ 624/2018 - Σχηματισμός κοινόχρηστων χώρων - Νομικό πλαίσιο
Τα τακτικά δικαστήρια, καλούμενα να αποφανθούν για το κύρος σύμβασης για μεταβίβαση κυριότητας γηπέδου, για την οποία προβάλλεται ότι συντρέχει λόγος ακυρότητας από τους αναφερόμενους στο άρθρο 20 παρ. 1 του ν.δ. 17-7-1923, δεν έχουν εξουσία να αποφανθούν για την ακυρότητα της σύμβασης, εφόσον προηγουμένως δεν έχει αποφανθεί ο αρμόδιος Νομάρχης με διαπιστωτική πράξη, εκτός εάν στη δίκη συνομολογείται από τους ενδιαφερόμενους διαδίκους η συνδρομή τέτοιου λόγου ακυρότητας.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Α., κατοίκου ....
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ..., ο οποίος ανακάλεσε την από 23-1-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ....
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2016 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν.δ. της 17-7-1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους", που αντιστοιχεί στη διάταξη του άρθρου 411 του Κώδικα βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ της 14-7-1999-Δ580), δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας μέρους ή του όλου γηπέδου, πάνω στο οποίο ο ιδιοκτήτης σχημάτισε ή αναγνώρισε σχηματισθέντες τυχόν χωρίς τη θέλησή του κοινόχρηστους χώρους (ιδιωτικές οδούς, πλατείες κ.λπ.) ή δεν σχημάτισε, ούτε αναγνώρισε μεν τέτοιους, αλλά επιδιώκει τον σχηματισμό ή την αναγνώρισή τους με μια τέτοια μεταβίβαση. Στην έννοια του σχηματισμού κοινόχρηστων χώρων περιλαμβάνεται ο περιορισμός ή παραίτηση δικαιωμάτων πάνω στα ειρημένα γήπεδα, που έγινε με οποιοδήποτε τρόπο με ιδιωτική πρωτοβουλία ή με συμφωνία για να σχηματισθούν άμεσα ή έμμεσα οι χώροι αυτοί. Κάθε μεταβίβαση της κυριότητας που έγινε, παρά τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αυτοδικαίως άκυρη. Η διάταξη για την ακυρότητα αυτή ισχύει και αν ακόμη δεν έγινε σε κάποια επίσημη πράξη σαφής μνεία για τον σχηματισμό των ως άνω κοινόχρηστων χώρων, αλλά έμμεσα προκύπτει από τις γενόμενες μεταβιβάσεις ότι αυτές έγιναν για ένα τέτοιο σχηματισμό και γενικά για την εφαρμογή ιδιωτικού δικαίου ρυμοτομίας. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις της ανωτέρω παρ. 1 δεν ισχύουν προκειμένου για καλλιεργούμενα γήπεδα, που βρίσκονται έξω από τα εγκεκριμένα σχέδια των πόλεων, κωμών κ.λπ., πάνω στα οποία σχηματίζονται ιδιωτικοί δρόμοι για τη μεταφορά των προϊόντων, εφόσον από τα πράγματα προκύπτει, ότι ο σχηματισμός αυτών αποσκοπεί στη μεταφορά των πραγμάτων αυτών, όχι δε στην εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας και τη με βάση αυτό κατάτμηση των γηπέδων σε μικρά τμήματα. Επίσης δεν ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 1 α)... και β)... Τέλος, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, αρμόδιος να αποφανθεί για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αν η μεταβίβαση της κυριότητας των γηπέδων έγινε για το σχηματισμό πάνω σ’ αυτά κοινόχρηστων χώρων και γενικά για την εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή για απλή μεταφορά προϊόντων, αν επήλθε ή όχι αύξηση της έκτασης των κοινόχρηστων αυτών χώρων και ποιά η θέση και η έκταση αυτών και ειδικότερα πότε υφίσταται περίπτωση εφαρμογής των εξαιρέσεων α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου, είναι ο της Συγκοινωνίας Υπουργός, ο οποίος αποφαίνεται για όλα τα ζητήματα αυτά, μετά από γνώμη του Συμβουλίου των Δημοσίων έργων. Σε περίπτωση ενστάσεων των ενδιαφερομένων κατά της απόφασης του Υπουργού δύναται αυτός να αναθεωρήσει την αρχική του απόφαση μόνο μια φορά (εφάπαξ). Περίληψη των άνω αποφάσεων του Υπουργού και της σχετικής γνωμοδότησης του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση του αναγκαίου κρατικού ελέγχου επί του πολεοδομικού σχεδιασμού και της δόμησης εν γένει, και, ειδικότερα, στην παρεμπόδιση, κατ’ αρχήν, της καθ’ οιονδήποτε τρόπο δημιουργίας ιδιωτικών οδών ή άλλων κοινοχρήστων χώρων με ιδιωτική βούληση (ΣΤΕ 748/2014), προκύπτει, ότι τα τακτικά δικαστήρια, καλούμενα να αποφανθούν σε σχετική ενώπιον τους δίκη για το κύρος σύμβασης για μεταβίβαση κυριότητας γηπέδου, για την οποία προβάλλεται ότι συντρέχει λόγος ακυρότητας από τους αναφερόμενους στο άρθρο 20 παρ. 1 του ν.δ. 17-7-1923, δεν έχουν εξουσία να αποφανθούν για την ακυρότητα της σύμβασης, εφόσον προηγουμένως δεν έχει αποφανθεί ο αρμόδιος Υπουργός (τώρα Νομάρχης κατά την .../16-8-1977 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων) με διαπιστωτική πράξη, ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή του ως άνω λόγου, εκτός εάν στη δίκη συνομολογείται από τους ενδιαφερόμενους διαδίκους η συνδρομή τέτοιου λόγου ακυρότητας, οπότε τα δικαστήρια δικαιούνται και υποχρεούνται με βάση την ομολογία αυτή να αποφανθούν για την ακυρότητα της σύμβασης (ΑΠ 913/2014, 1632/2005, 971/1983). Κατά το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, εξάλλου, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή με το να εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ7/2016). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: ": Ο Χ. Κ. του Β., πατέρας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και παππούς του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), με το υπ’ αριθμ. .../31.12.1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Οιχαλίας Ι. Μ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Οιχαλίας στον τόμο 351 και με αριθμούς ..., μεταβίβασε ένα οικόπεδο το οποίο βρίσκεται εντός του δ.δ. ... του δήμου ..., επιφανείας 526,22 τ.μ. μετά της ισόγειας κατοικίας που υπάρχει σ’ αυτό κατά την ψιλή κυριότητα στους δύο υιούς του, ήτοι στον ενάγοντα και στον Α. Χ. Μ., πατέρα του εναγομένου και δη σε καθέναν από αυτούς κατά το 1/2 ιδανικό μερίδιο, παρακρατώντας εφ’ όρου ζωής του την επικαρπία αυτού. Το ως άνω ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως 3.000 τ.μ. περίπου, την οποία (έκταση) ο Χ. Κ. από το έτος 1966 οπότε απέκτησε ένα τμήμα της επιφανείας 1.000 τ μ λόγω αγοράς δυνάμει του με αριθμό .../23.04.1966 συμβολαίου αγοράς του τότε συμβολαιογράφου Α. Β. Κ. Μ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Οιχαλίας στον τόμο … και αριθμό …, άρχισε να νέμεται ως ένα ενιαίο ακίνητο ασκώντας με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, χωρίς ποτέ να διαταραχθεί από κανένα, και έτσι κατέστη κύριος του όλου μεγαλύτερου ακινήτου σε κάθε περίπτωση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Στο από 15-12-1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού μηχανικού Ν. Ν., που προσαρτήθηκε στην συμβολαιογραφική πράξη της γονικής παροχής, το μεταβιβασθέν ακίνητο φέρεται να συνορεύει στη νότια πλευρά του και κατά την περιγραφή που γίνεται στο συμβόλαιο με κοινοτικό δρόμο. Ωστόσο, κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω συμβολαίου δεν υπήρχε, όπως άλλωστε ούτε σήμερα υπάρχει, δρόμος στη νότια πλευρά του επίδικου ακινήτου, το οποίο συνόρευε με το ρέμα "...". Το ακίνητο του παρέχοντος-μεταβιβάζοντος Χ. Κ. του Β., ολικής επιφανείας 736,17 τ.μ., εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία ... στο από ημερομηνία 31/8/2009 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Ν., και συνορεύει γύρωθεν, σύμφωνα μ’ αυτό, ανατολικά σε πλευρά 31,67 μ. με νυν ιδιοκτησία Μ. Κ. - Χ. (πρώην ιδιοκτησία του και πέραν αυτού με δημοτικό δρόμο, δυτικά σε πλευρές μέτρων 3,00 μ. με οδό ... και 10,93 μ. και 8,58 μ. με ιδιοκτησία Γ. Δ. και βόρεια σε πλευρές 14,20 μ., με ιδιοκτησία Γ. Δ. και 5,34 μ. και 16,06 μ. με ιδιοκτησία Κ. Ι.. Με το συμβόλαιο γονικής παροχής μεταβιβάστηκε τμήμα επιφανείας 526,22 τ.μ. που εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Μ, Β στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Ν. και καταλείφθηκε εκτός μεταβίβασης μία εδαφική λωρίδα στο νότιο τμήμα του όλου ακινήτου, επιφανείας 210.17 τ.μ., η οποία εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία ... στο ίδιο ως άνω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα. Δρόμος υπάρχει μόνο στη δυτική πλευρά του ακινήτου, κατά την οποία συνορεύει σε πλευρά μήκους τριών (3.00) μέτρων με την κοινοτική οδό ..., η οποία αναφέρεται στον τίτλο κτήσης του παρέχοντος - μεταβιβάζοντος Χ. Κ., ήτοι στο .../23-4-1966 συμβόλαιο αγοράς. Επί της δυτικής πλευράς του επίδικου ακινήτου και στο τμήμα αυτής, κατά το οποίο συνορεύει με την αμέσως προαναφερόμενη κοινοτική οδό (...), υπήρχε, τουλάχιστον μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2006, σιδερένια πόρτα, η οποία απέκλειε σε τρίτους την είσοδο στο φερόμενο, στο συμβόλαιο της γονικής παροχής, ως κοινοτικό δρόμο, όπως διαπιστώνεται στο με αριθμό πρωτοκόλλου .../14-12-06 έγγραφο της Πολεοδομίας Μεσσηνίας. Από τις φωτογραφίες δε, που προσκομίζονται νομίμως από τον ενάγοντα, προκύπτει ότι στην αφετηρία του κοινοτικού δρόμου που φέρεται, με βάση το προαναφερόμενο συμβόλαιο, να διέρχεται κατά μήκος της νότιας πλευράς του μεταβιβασθέντος ακινήτου, και στο σημείο όπου αυτός θεωρητικά συμβάλλεται με την 7η επαρχιακή οδό ... είχε τοποθετηθεί ήδη από πολύ παλιά, περί το έτος 1980, ξύλινη πόρτα με σύρμα, η οποία αργότερα, περί το έτος 2001, αντικαταστήθηκε με σιδερένια πόρτα, ενώ επιπλέον είχε τοποθετηθεί περίφραξη από σιδερένιους πασσάλους μήκους πέντε (5) μέτρων περίπου στη νότια πλευρά του ακινήτου στο όριο με το ρέμα ..., η οποία σχηματίζει ορθή γωνία με την πόρτα, και ως εκ τούτου είχε αποκλειστεί παντελώς η πρόσβαση σε τρίτους εντός της επίμαχης εδαφικής λωρίδας επιφανείας 210,17 τ.μ, η οποία άλλωστε οδηγεί αποκλειστικά στις κατοικίες του ενάγοντος και των αδελφών του και πέραν αυτών στο υπόλοιπο κτήμα του Χ. Κ. αποτελούμενο από ελαιόδεντρα. Η δε πρόσβαση στις ιδιοκτησίες των τρίτων που βρίσκονται ανατολικότερα γίνονταν παλαιότερα μέσα από την κοίτη του ξερού ποταμού, ενώ ήδη αυτές εξυπηρετούνται από τον δρόμο, που έχει ανοιχθεί παραπλεύρως του ρέματος και στη δεξιά πλευρά του, ώστε, υπό τα ως άνω δεδομένα, δεν υπήρχε ούτε πρακτικά λόγος να διέλθει κάποιος τρίτος μέσα από την επίδικη λωρίδα γης. Επίσης, στο όριο του επίδικου ακινήτου με το ρέμα "..." υφίσταται χαμηλού ύψους τοιχίο από πέτρες το οποίο είχε κατασκευαστεί από τον Χ. Κ., όπως προέκυψε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επιπλέον, στις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου, απεικονίζονται εμφανώς εντός της επίδικης εδαφικής λωρίδας μία αχλαδιά, ένας στύλος της Δ.Ε.Η. και στο βάθος αυτής ελαιόδεντρα, τα οποία απέκλειαν παντελώς την προσπέλαση με τροχοφόρα μέσα κατά μήκος αυτής (λωρίδας). Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο Χ. Κ. και η οικογένειά του χρησιμοποιούσαν την επίδικη λωρίδα γης, που βρίσκεται νότια από τις κατοικίες τους, ως χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων τους και περαιτέρω εναπόθεταν σε αυτήν καλαμωτά, στα οποία έλιαζαν τα σύκα. Τέλος, με την υπ’ αριθμόν .../2.07.2008 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, επικυρώθηκε η οριογραμμή του ρέματος "..." σε επαφή με το επίδικο ακίνητο με τα στοιχεία ... που αποτυπώνονται στο από Οκτωβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Μ., χωρίς να εμφανίζεται να υπάρχει ενδιάμεσος κοινοτικός δρόμος. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα απέκτησε τον χαρακτήρα κοινόχρηστου κοινοτικού δρόμου, με έναν από τους προβλεπόμενους από το νόμο τρόπους, δηλαδή είτε με έγκριση ρυμοτομίας και συντέλεση απαλλοτρίωσης, είτε με την βούληση του ιδιοκτήτη, που πρέπει να εκδηλωθεί με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά τους όρους του άρθρου 1033 ΑΚ (αιτιώδη συμβολαιογραφική σύμβαση) ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως ή και με μονομερή παραίτηση από την κυριότητα, προς τον σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία όμως παραίτηση απαιτείται να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, είτε τέλος με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), κατά το προϊσχύσαν του Αστικού Κώδικα Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Ωστόσο, παρ’ ότι, με βάση όσα προαποδείχθησαν, δεν υπήρχε κοινόχρηστος δρόμος στη νότια πλευρά του επίδικου ακινήτου και πριν το ρέμα "...", εντούτοις αποτυπώθηκε το νότιο τμήμα αυτού, επιφανείας 210,17 τ. μ. ως κοινοτικός δρόμος στο από 15-12-1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού μηχανικού Ν. Ν., που προσαρτήθηκε στο επίμαχο συμβόλαιο γονικής παροχής και στο οποίο αναφέρεται ως όριο του, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο, αφ’ ενός μεν να εξασφαλιστεί η πρόσβαση στα ακίνητα του παρέχοντος, που βρίσκονταν ανατολικότερα από το επίδικο, αφετέρου δε το τελευταίο να καταστεί οικοδομήσιμο χωρίς περιορισμούς.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη κοινοτικού δρόμου στη νότια πλευρά του επιδίκου ακινήτου επιβεβαιώνεται από την περιγραφή του όμορου στα δυτικά του επιδίκου ακινήτου ιδιοκτησίας του Γ. Δ., που γίνεται στον τίτλο κτήσης του τελευταίου και δη στο υπ’ αριθμ ...1976 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Φ., πλην όμως, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης του πωλητή - δικαιοπαρόχου του τελευταίου, Ι. Κ., ήτοι το υπ’ αριθμ. .../1976 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Οιχαλίας Π. Α. Τ., το όμορο στο επίδικο ακίνητο περιγράφεται να συνορεύει με έναν δρόμο, που προφανώς είναι η επαρχιακή οδός .... Επομένως, με βάση όλα τα προαναφερόμενα, το εδαφικό τμήμα επιφανείας 210,17 τ.μ., που αποτυπώνεται ως κοινοτικός δρόμος στο συνημμένο στην επίμαχη συμβολαιογραφική πράξη (γονικής παροχής) τοπογραφικό διάγραμμα, αποτελεί το νότιο τμήμα του επίδικου ακινήτου συνολικής έκτασης 736,17 τ.μ. και ως εκ τούτου, οι συμβάσεις, που καταρτίστηκαν για την μεταβίβαση του βόρειου τμήματος του επιφανείας 526,22 τ μ. δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../31.12.1990 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Οιχαλίας Ι. Μ., είναι αυτοδικαίως άκυρες (174 και 180 ΑΚ), διότι δι’ αυτών οι συμβαλλόμενοι προέβησαν στο σχηματισμό κοινόχρηστου κοινοτικού δρόμου, που όμως στην πραγματικότητα δεν υπήρχε, προς το σκοπό εφαρμογής ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας......" Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την από 20-1-2014 έφεση του αναιρεσείοντος και επεκύρωσε την 152/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας) Δικαστηρίου, το οποίο, είχε κάνει δεκτή την από 15-9-2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα των συμβάσεων που καταρτίστηκαν δυνάμει του .../31-12-1990 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Οιχαλίας Ι. Μ.. Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή η επίμαχη δικαιοπραξία είναι άκυρη, ως αντικείμενη στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του ν.δ/τος της 17-7-1923, διότι με αυτή δημιουργήθηκε κοινόχρηστος κοινοτικός δρόμος, εσφαλμένα την ερμήνευσε και την εφήρμοσε, εφόσον δεν δέχθηκε επιπλέον ότι είχε προηγηθεί για την εν λόγω ακυρότητα η προβλεπόμενη από την παρ.4 αυτής, σχετική διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου Νομάρχη, (της οποίας άλλωστε δεν γίνεται και επίκληση στην προαναφερθείσα αγωγή), ούτε ομολογία των διαδίκων γι’ αυτό, ούτε και προκύπτουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η ύπαρξη των οποίων όμως, ήταν απαραίτητες για την εξουσία του Εφετείου να αποφανθεί σχετικώς. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την ανωτέρω αιτίαση.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 87/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου