ΠΟΙΝΙΚΟ - ΑΠ 939/2015 - Ανθρωποκτονία από αμέλεια
Αναίρεση απόφασης λόγω έλλειψης
ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν εκθέτει με την
επιβαλλόμενη σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που
αποδείχτηκαν
από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση
του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος ιατρός τήρησε όλες τις
επιβαλλόμενες από τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης ενέργειες για την
αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας της θανούσης.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:
Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία
Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Πάνο Πετρόπουλο
(κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Χρυσούλας Παρασκευά), και Αρτεμισία
Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2015,
με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη
(γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου,
για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί
αναιρέσεως της ΑΤ 2186/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Με κατηγορούμενο τον Ν. Κ. του Χ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον
πληρεξούσιο δικηγόρο του .... και με πολιτικώς ενάγοντα
τον Π. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο
του .....
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως
άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο
αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής,
για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία
22/11-9-2014 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του
Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη
και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 841/2014.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε
να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των
διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 Π Κ, όποιος
επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον
τριών μηνών. Επίσης, κατά το άρθρο 28 Π Κ, από αμέλεια πράττει όποιος,
από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και
μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η
πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, αλλά πίστεψε ότι αυτό δεν θα
επερχόταν. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για να
θεμελιωθεί η αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται:
α) Να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική
κρίση προσοχή, την οποία ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος
οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους
νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την
κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) Να
μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις,
ικανότητες και περιστάσεις και ιδίως λόγω της υπηρεσίας ή του
επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα,
το οποίο από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε
το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Και γ) Να
υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη
και του αποτελέσματος που επήλθε.
Με τις προϋποθέσεις αυτές, ποινική
ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά την άσκηση του
επαγγέλματος του υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το σχετικό
αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων
κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί
αμφισβήτηση και εφόσον η σχετική ενέργεια ή παράλειψη του δεν ήταν
σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, που
απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος του και ανάγεται σε νομική
υποχρέωση αυτού από επιτακτικούς νομικούς κανόνες, όπως είναι ο α.ν.
1565/1939 "περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" και το Νόμο
3418/2005" "Κώδικα Ιατρικής δεοντολογίας". Ειδικότερα, κατά το άρθρο 9
παρ 1 και 3 του άνω Κώδικα "Υποχρεώσεις του ιατρού προς τον ασθενή" 1. Ο
ιατρός δίνει προτεραιότητα στην προστασία της υγείας του ασθενή 3. Ο
ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση
επειγόντων περιστατικών ανεξάρτητα από την ειδικότητα του. Η υποχρέωση
αυτή βαρύνει τον ιατρό, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα
για την άσκηση της ιατρικής, και ισχύει μέχρι την πάρα πομπή του ασθενή
σε ιατρό κατάλληλης ειδικότητας ή τη μεταφορά του σε κατάλληλη μονάδα
παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης. Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός
οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες,
δυνατότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης. Επομένως, ο
ιατρός ενεργεί με αμέλεια, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων,
που όφειλε να γνωρίζει ή από απρονοησία δεν ακολούθησε γενικά
παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή σύγχρονες μεθόδους και η
σχετική επιπολαιότητα, άγνοια ή απρονοησία τον οδήγησαν σε εσφαλμένη
διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για την αποτροπή προσβολών ή
κινδύνων κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής. Κατά το
άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει
την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479
ΚΠΔ παρ. 2 (αρθ. 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε έναν μήνα από την
καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο
του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ (ΟλΑΠ 6/2002). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει
ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά
οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού
δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510
παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της απαιτούμενης από τα
άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και
εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Ειδικά,
προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που
θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ.
53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη
αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έλλειψη της
απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής
και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το
άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν α) είτε δεν αναφέρονται
στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα
πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία
και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και
υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον
κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος
τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά,
καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο
της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει
στο πόρισμα, ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και
υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης.
Επίσης, η αθωωτική απόφαση, για να είναι
αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται σε αυτή ή να συνάγεται από ολόκληρο
το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το
δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της
αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών
μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο
μερικών από αυτά, επιλεκτικά. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το
δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε
για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται
στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους
κάποια έγγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων. Δεν συνιστούν
έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας
κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να
σχηματίσει την κρίση του ή αιτιάσεις για παράλειψη χωριστής αναφοράς και
αξιολόγησης ή αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες,
με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη
κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1102/2014). Στην προκείμενη
περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς εξέδωσε με την
προσβαλλόμενη AT 2186/2014 αθωωτική απόφαση του, η οποία καταχωρήθηκε
καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ την
18/7/2014, όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση του γραμματέως του
ποινικού τμήματος. Κατά της απόφασης αυτής ο Εισαγγελέας του Αρείου
Πάγου άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την κρινόμενη από 11-9-2014 αίτηση
αναίρεσης (αφού ο μήνας Αύγουστος δεν υπολογίζεται στην προθεσμία), με
μοναδικό λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όπως
δε προκύπτει από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα που
διαβάσθηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς
ενάγοντος, τις καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και την
απολογία των κατηγορουμένων, για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του
το δικαστήριο δέχτηκε τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά:
"Πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της
ανθρωποκτονίας εξ αμελείας και πρέπει να κηρυχθούν αθώοι. Ειδικότερα ο
πρώτος κατηγορούμενος Ν. Κ. γνώριζε τη θανούσα Ε. Κ. ως και το σύζυγο
της Π. Κ. από 15ετίας διότι ήταν θεράπων παθολόγος οικογενειακός γιατρός
αυτής (ως συμβεβλημένος ιατρός του Δημοσίου (βλ. απολογία αυτού) καθόλο
το προρρηθέν διάστημα "εκουράριζε" την θανούσα και γνώριζε ότι αυτή
είχε αυξημένη αρτηριακή πίεση την οποία ρύθμισε με τη χορήγηση των
κατάλληλων φαρμακευτικών σκευασμάτων. Ο ως άνω ιατρός που δεν είχε
ειδικότητα καρδιολόγου δεν γνώριζε ότι η θανούσα είχε πρόβλημα
καρδιολογικό -καρδιοπάθεια- αφού ο πολιτικώς ενάγων δεν τον ενημέρωσε
σχετικώς. Όταν δε ο πολιτικώς ενάγων με τη σύζυγο του επισκέφθηκε το
δεύτερο κατηγορούμενο ιατρό Π. Γ. στις 25-8-2011 (διότι καθημερινά ο
πρώτος κατηγορούμενος έκανε χρήση των θερινών Διακοπών ... Αθηνών).
Επεσημάνθη από τον ως άνω ιατρό καρδιολόγο του πολιτικώς ενάγοντος ότι
μετά την υποβολή αυτού σε υπερηχοκαρδιογράφημα triplex καρδιάς έπασχε
από σημαντικού βαθμού στένωση αορτικής βαλβίδας του συνέστησε δε λόγω
της σοβαρότητος της κατάσταση να υποβληθεί άμεσα σε προεγχειρητικό
έλεγχο και ακολούθως να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση σ' ένα
κατάλληλο καρδιοχειρουργικό κέντρο και μάλιστα ως χαρακτηριστικώς του
ανέφερε αυτό έπρεπε να γίνει "χθες". Ο πολιτικώς ενάγων επιδεικνύων
συμπεριφορά που προφανώς κατέτεινε στο να μην θορυβήσει την παθούσα
σύζυγο του και παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης της ζήτησε από τον ως
άνω ιατρό να μην επεκταθεί περαιτέρω λέγοντας του ότι θα απευθυνθεί προς
τους δικούς του ιατρούς. Καθόλο δε το διάστημα από τη λήψη της ως άνω
γνωματεύσεως (υπερηχοκαρδιογράφημα -triplex) μέχρι τις 13-9-2011 ουδέν
έπραξαν, αν και τους είχε επισημανθεί η σοβαρότητα της κατάστασης της
συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος. Στις 13-9-2011 και περί ώρα 19.30 η
θανούσα τηλεφώνησε στον πρώτο κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι ήδη
έκανε φυσικοθεραπείες για την σπονδυλαρθρίτιδα και ότι κατά τη διάρκεια
της τελευταίας φυσικοθεραπείας που (είχε κάνει) τη μέρα εκείνη
αισθάνθηκε ένα πόνο στο στήθος δίχως όμως η ίδια ή ο πολιτικώς ενάγων
σύζυγο της να ζητήσει από τον πρώτο κατηγορούμενο να την επισκεφθεί στην
οικία της προκειμένου να την εξετάσει και να διαπιστώσει την κατάσταση
της αρκούμενοι (αυτή και ο σύζυγος της στην τηλεφωνική αναφορά των ως
άνω). Προέκυψε δε ανενδοίαστα ότι ο πολιτικώς ενάγων και σύζυγος δεν
είχαν ενημερώσει τον πρώτο κατηγορούμενο για την ως άνω καρδιολογική
εξέταση (το υπερηχοκαρδιογράφημα -triplex) συνεπώς με βάση το ιστορικό
της θανούσας και μη έχων γνώση της ως άνω σοβαρότητα της κατάστασής της
της συνέστησε να κάνει επάλειψη του στήθους με ελαφρά αλοιφή τύπου
Voltaren. Και ενώ ως ο πολιτικώς ενάγων ομολογεί στην κατάθεση του δεν
ζήτησε από τον πρώτο κατηγορούμενο να επισκεφθεί τη σύζυγο του στην
οικία της και μάλιστα καθώς σε νεότερη τηλεφωνική συνομιλία του (ο
πολιτικώς ενάγων) του είπε ότι η σύζυγος του είναι εντάξει και ότι
ηρέμησε. Δεν προέκυψε από πουθενά ότι ο πολιτικώς ενάγων ενημέρωσε τον
πρώτο κατηγορούμενο για την ως άνω διάγνωση του δεύτερου κατηγορουμένου
ούτε ότι είχε αναφέρει στο κέντρο φυσικοθεραπείας το ιστορικό της
ασθενούς συζύγου του ώστε να κρίνουν αυτοί εάν ήτο φρόνιμο και ιατρικά
ενδεδειγμένο ενόψει του ιστορικού της να υποβληθεί σε συνεδρίες
φυσικοθεραπείας. Μάλιστα ενώ ο πολιτικώς ενάγων δε ζήτησε από τον α'
κατηγορούμενο να επισκεφθεί τη σύζυγο του στην οικία τους ούτε μερίμνησε
να τη μεταφέρει πιο γρήγορα στην ιδιωτική κλινική "Άγιος Νικόλαος" που
βρίσκεται πλησίον της οικίας της (βλέπε κατάθεση ιατρού Β. Π.) αντ'
αυτού κάλεσε τη γραμμή 1016 (ιατροί S.O.S) που ουσιαστικά απέκοψε
οποιαδήποτε πιθανότητα έγκαιρης επέμβασης για τη σύζυγο του και δήλωσε
ότι όταν προσήλθε ο ιατρός Π. η σύζυγος του είχε ήδη αποβιώσει. Το
διαπίστωσε αυτός ακολούθως. Μετά δε το θάνατο της συζύγου του ζήτησε από
τον πρώτο κατηγορούμενο να εκδώσει πιστοποιητικό θανάτου, όπερ και
έπραξε, προς διευκόλυνση του παρότι ο θάνατος διαπιστώθηκε από τον ιατρό
Β. Π. (χωρίς τη διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής). Με βάση τα αναλυτικά
προλεχθέντα προκύπτει ανενδοίαστα ότι οι κατηγορούμενοι πλήρωσαν στο
ακέραιο τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον κώδικα δεοντολογίας
του ιατρικού λειτουργήματος σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής
επιστήμης ήτοι ενήργησαν lege artis και ουδεμία αμέλεια τους βαρύνει
σχετικά με τον επισυμβάντα θάνατο της Ε. Κ.. Επομένως οι κατηγορούμενοι
ιατροί - ως προελέχθη - κατέβαλαν την κατ' αντικειμενική κρίση
επιβαλλομένη προσοχή ώστε ηδύναντο με βάση τα στοιχεία που ετέθησαν
υπόψιν τους (βλέπε ανωτέρω) να προβλέψουν και να αποφύγουν το αξιόποινο
αποτέλεσμα (μάλιστα ο δεύτερος είχε προβεί σε σαφείς επισημάνσεις προς
τον πολιτικώς ενάγοντα τις οποίες αυτός παρέβλεψε και δεν ενημέρωσε τον
πρώτο κατηγορούμενο, ούτε υφίσταται οιοσδήποτε αιτιώδης σύνδεσμος ως
προελέχθη μεταξύ της συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος
του θανάτου της ως άνω (βλέπε εκτενώς ΑΠ 236/2012 δημοσιευμένη στη
ΝΟΜΟΣ). Με βάση τ' ανωτέρω οι κατηγορούμενοι δεν φέρουν καμία ευθύνη για
το θάνατο της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος δεν συντρέχουν στο
πρόσωπο τους τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως
του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (βλέπε ΑΠ 669/2011
δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ). Πρέπει να κηρυχθούν αθώοι ...".
Υπό τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη
απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με τον
κατηγορούμενο Ν. Κ., αφού δεν εκθέτει με την επιβαλλόμενη σαφήνεια και
πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική
διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο
κατηγορούμενος ιατρός τήρησε όλες τις επιβαλλόμενες από τους κανόνες της
ιατρικής επιστήμης ενέργειες για την αντιμετώπιση του συμπτώματος του
έντονου πόνου στο στήθος. Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση, 1) ενώ
δέχεται ότι η ασθενής ηλικίας 72 ετών είχε από 15ετίας αυξημένη
αρτηριακή πίεση, την οποία ρύθμιζε με φάρμακα που της χορηγούσε ο ίδιος ο
άνω ιατρός, δεν αιτιολογεί πως ο εν λόγω ιατρός το αναφερθέν σύμπτωμα
"του έντονου πόνου στο στήθος", με δεδομένη τουλάχιστον την γνωστή σ'
αυτόν χρόνια προαναφερόμενη πάθηση της αυξημένης αρτηριακής πίεσης,
περιορίσθηκε να το αντιμετωπίσει με την εξ αποστάσεως και δη δια
τηλεφώνου διάγνωση και την εντεύθεν χορήγηση οδηγιών θεραπείας με
αλοιφή, χωρίς να την επισκεφθεί ή να ζητήσει την μετάβαση της στο
ιατρείο του, ώστε να την εξετάσει και να έχει σαφή κλινική εικόνα των
συμπτωμάτων της ή χωρίς να την προτρέψει να μεταφερθεί σε κατάλληλη
μονάδα παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης ώστε να ελεχθούν τα
κλινικά της συμπτώματα. 2) Δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το
Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε την κατάθεση του πολιτικώς
ενάγοντος αφού οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προσκρούουν σε
όσα ο πολιτικώς ενάγων εισέφερε στην αποδεικτική διαδικασία (βλ. σελ 2
και 3 των πρακτικών της απόφασης),στοιχείο απαραίτητο για την ύπαρξη
ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με τα πιο πάνω
αναφερόμενα.
Οι προαναφερόμενες ελλείψεις και
ασάφειες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα ή μη
της αθωωτικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας και στερούν την
προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως είναι βάσιμος ο λόγος
της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του
ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω των
αναφερθεισών ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων. Συνακολούθως πρέπει να
γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και
να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο
θα συγκροτηθεί από δικαστές που δεν μετείχαν στη σύνθεση που έχει
δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 2186/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα
εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι
δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2015. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου