ΑΣΤΙΚΟ - ΑΠ 600/2018 - Εύλογη, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης
Κριτήρια, το είδος της προσβολής, την
έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα
του πταίσματος του υπόχρεου,
το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου
και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών- η σχετική
κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της
διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως
παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:
Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου,
Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία
Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)
Ι. Τ. του Γ., 2) Μ. Τ. του Η. και 3) Γ. Τ. του Ι., κατοίκων ...,
ατομικώς και με την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων
του αποβιώσαντος στις 17-8-2011 Η. - Δ. Τ. του Ι., οι οποίοι
εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ...., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 10-1-2018 δήλωση
του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)
Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
και ειδών εφαρμογής ηλεκτρισμού" και το διακριτικό τίτλο "...", που
εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής
εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται
νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο
της ...., ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε
εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από
14-3-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2012) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων,
που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με
τις από 26-7-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2012) και 5-11-2012
(αριθμ.εκθ.καταθ. .../2012) αγωγές της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς
και με την από 15-10-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2012) αγωγή άλλων
προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 768/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με
Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το
πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων
όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε
την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 3ης των
αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου
μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2
ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί
αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους
διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος
διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να
ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του
απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε
νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και
εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση
επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση
προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που
εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου
Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας, είναι υποχρεωμένος αμέσως
μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των
υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση
του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η
αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως
και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή
δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και,
επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο
απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως
κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η
υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ
546/2015, ΑΠ1726/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της
δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από
12-7-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ.
768/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε
με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς
και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) είχε προσδιοριστεί
αρχικά για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 5-5-2017, με αριθμό
πινακίου 8, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του
Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από τις υπ’ αρ.
.../23-12-2016 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας
του Πρωτοδικείου Αθηνών, Θ. Σ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται
νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία
της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη
συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ’
άρθρ. 124 παρ. 1 και 126 παρ. 1α’ ΚΠολΔ, στον 1ο αναιρεσίβλητο και κατ’
άρθρ. 124 παρ. 1, 126 παρ. 1γ’ και 128 παρ. 1 ΚΠολΔ στην 2η
αναιρεσίβλητη, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Κατά την
ανωτέρω όμως αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ.
226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας
απόφασης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή
πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση
της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν και
πάλι οι απολειπόμενοι και στην προηγούμενη συνεδρίαση 1ος και 2η των
αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242
παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι
επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και η 3η
αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Επομένως, αφού ο 1ος και η 2η των
αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και
κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις
προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α’ και γ’ ΚΠολΔ να
προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς
διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά
την απουσία αυτών.
Εξάλλου, η κρινόμενη από 12-7-2016 (αρ.
κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 768/2016 οριστικής
απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει
να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής
(άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε
περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την
περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την
κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως
για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή
στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η
χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος
λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο
της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο
πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της
οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της
κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το
είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της
αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν
συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική
κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης
χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η
σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό
έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων
(άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια,
ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως,
είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε
περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η
αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης
τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν
πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας,
πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής
νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ
(ΑΠ Ολομ. 9/2015). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου
Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων
του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με
τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1
του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, κατ’
ακριβή αντιγραφή αυτού, ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται
σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας
αυτού, ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό
του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι
προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους, όπως
θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της
χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της
καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή
κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να
τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της
περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και
όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά
συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και
ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική
απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει
νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο,
δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, (πάγια νομολογία του
Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: ... S.A. κ.ά. κατά
Βελγίου, (Α332) (1995) παράγρ. 28 επ., ... κατά Ιρλανδίας (Α222) (1992)
παράγρ. 51 κ.α.). Τέτοιες είναι, κατά το ελληνικό δίκαιο και οι
απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής
ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932
Α.Κ. (ΑΠ Ολ. 40/1998). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται
λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον
οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν
δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή
αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν
εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή
ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ
7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα
σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή
των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την
έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση
κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού
κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’
ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014). Κατά τη διάταξη
του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση
δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει
αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη
επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί
κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος
προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν
στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου
πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν
καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του
εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που
απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν
μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως,
ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις
αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο
της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα
ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται
πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και
να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες
μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως
προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται
σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή,
μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην
απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε
(ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με
την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των
οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν
αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης
διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για
αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος
αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι
το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα
αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος
αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/ 2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ
845/2012). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ
προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών
περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού
δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η
εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20
του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε
αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει
ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις
απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης
που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο
λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το κύριο σκέλος αυτού, οι
αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ
του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών
κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ.1δ’ του ισχύοντος
Συντάγματος, 932 ΑΚ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
της ΕΣΔΑ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε
τις ανωτέρω διατάξεις, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή
τους, από όσα ο νόμος αξιώνει ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εύλογης
χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και επιδίκασε στους 1ο και
2η τούτων - γονείς του θύματος τροχαίου δυστυχήματος το ποσό των 70.000
ευρώ σε καθένα και στον 3ο τούτων, μοναδικό αδελφό του θύματος το ποσό
των 20.000 ευρώ, ποσά που είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα
αιτηθέντα και με τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, κατά παράβαση
της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ορίων
της διακριτικής του ευχέρειας. Επίσης, με το επικουρικό σκέλος του ίδιου
1ου αναιρετικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες
αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559
αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών
κανόνων δικαίου, διότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς
το ουσιώδες ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατά
παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ορίων της
διακριτικής του ευχέρειας επιδικάζοντας τα ανωτέρω ποσά και έτσι στέρησε
την απόφασή του από νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την
επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης
απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που αφορά την
παρούσα αναιρετική δίκη σε σχέση με τους αναιρεσείοντες - συγγενείς,
προκύπτει, ότι σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη, στις 7-7-2011 και ώρα
01:20 π.μ., στα Βριλήσσια Αττικής και ειδικότερα, στο ύψος της
διασταύρωσης της εξόδου της Αττικής Οδού με τη ..., τραυματίστηκε
θανάσιμα ο Η. - Δ. Τ., στενός συγγενής των αναιρεσειόντων και
ειδικότερα, γιος του 1ου και της 2ης τούτων και αδελφός του τρίτου
αναιρεσείοντα, που επέβαινε στη θέση του συνοδηγού, στο με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Π. του Ν.. Σύμφωνα με
την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως προς τα πραγματικά
περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία θα εκτεθούν
αναλυτικά παρακάτω, κρίθηκε, ότι για την ένδικη σύγκρουση αποκλειστικά
υπαίτιος ήταν ο 1οςαναιρεσίβλητος, οδηγός του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ
αυτοκινήτου, τύπου JEEP, ιδιοκτησίας της 2ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης
εταιρείας, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων
κάλυπτε η 3η αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο συγκρούστηκε
με το ανωτέρω με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο
συνεπέβαινε το θύμα, Η. - Δ. Τ., που τραυματίστηκε πολύ σοβαρά και
απεβίωσε, μετά από πολυήμερη παραμονή σε Νοσοκομείο, σε κωματώδη
κατάσταση, στις 17-8-2011. Οι αναιρεσείοντες - συγγενείς του
θύματος-συνεπιβάτη, άσκησαν την από 14-3-2012 (αρ. κατ. .../2012) αγωγή
κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αξίωναν χρηματική ικανοποίηση
λόγω ψυχικής οδύνης και ειδικότερα η 2η τούτων, μητέρα του θύματος το
συνολικό ποσό των 249.960 ευρώ και ο 1ος και 3ος ενάγοντες - πατέρας και
αδελφός αντίστοιχα του θύματος, το ποσό των 199.960 ευρώ καθένας
τούτων. Η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με αγωγή
της οικογένειας του οδηγού του οχήματος, στο οποίο επέβαινε το θύμα, που
επίσης τραυματίστηκε θανάσιμα και με δύο παρεμπίπτουσες αγωγές της 3ης
κυρίως εναγομένης και ήδη 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας του
ζημιογόνου JEEP, (που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη). Επί της
αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η υπ’ αρ. 216/2014 οριστική
απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως
ουσιαστικά βάσιμη, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο ήδη 1ος
αναιρεσίβλητος, διότι τελώντας σε κατάσταση μέθης και με υπερβολική
ταχύτητα παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη κυκλικής σταθερής μορφής για τα
οχήματα, και προσέκρουσε στο όχημα, στο οποίο επέβαινε το θύμα, που
βρισκόταν προσωρινά σταθμευμένο λόγω του ερυθρού σηματοδότη. Κατόπιν
τούτου υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους να καταβάλουν
στους ενάγοντες - γονείς ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το
ποσό των 90.000 ευρώ σε καθένα τούτων και στον 3ο ενάγοντα - αδελφό του
θύματος το ποσό των 70.000 ευρώ (ήδη αναιρεσείοντες). Κατά της απόφασης
του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η 3η εναγομένη και ήδη 3η αναιρεσίβλητη
ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 24-3-2014 (αρ. κατ. .../2014) έφεσή
της κατά των ήδη αναιρεσειόντων, τότε 1ου έως 3ου των εφεσιβλήτων (αλλά
και κατά της οικογένειας του οδηγού Α. Π.), η οποία συνεκδικάστηκε με
την από 14-1-2015 αντέφεση, που ασκήθηκε με τις προτάσεις, των ήδη
αναιρεσειόντων, με τον 2ο λόγο της οποίας οι αντεκκαλούντες -
αναιρεσείοντες ζητούσαν να τους επιδικασθούν τα αγωγικώς αιτούμενα ποσά
χρηματικής ικανοποίησης. Η έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την
αντέφεση διά των προτάσεων της οικογένειας του θύματος - συνεπιβάτη,
συνεκδικάστηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με έφεση της κυρίας του
ζημιογόνου αυτοκινήτου και με αυτοτελή αντέφεση των εφεσιβλήτων αυτής
(οι οποίες δεν αφορούν την παρούσα δίκη, που ερευνάται κατά το κεφάλαιο
της προσβαλλόμενης αναφορικά με την έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας και
την αντέφεση διά των προτάσεων των ήδη αναιρεσειόντων συγγενών του
θύματος, Η. - Δ. Τ.). Επί όλων των δικογράφων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη,
που κατά το μέρος, που αφορά την παρούσα δίκη, δέχθηκε την έφεση της
ασφαλιστικής εταιρείας και απέρριψε την διά των προτάσεων αντέφεση των
ήδη αναιρεσειόντων - συγγενών και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την
εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων,
την οποία δέχτηκε εν μέρει και επιδίκασε σε κάθε γονέα το ποσό των
70.000 ευρώ και στον αδελφό το ποσό των 20.000 ευρώ, περιορίζοντας τα
πρωτόδικα ποσά. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο ως προς τις συνθήκες του
δυστυχήματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ερευνώμενο με τους ανωτέρω
αναιρετικούς λόγους ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης, δέχθηκε
ανελέγκτως αναιρετικά τα ακόλουθα: "Στις 7-7-2011 και περί ώρα 01.20
π.μ. ο προστηθείς στην εταιρεία "...", Ι. Γ., οδηγώντας το υπ’ αριθ.
κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο - τύπου τζίπ, ιδιοκτησίας της ως άνω
εταιρείας "...", εκινείτο επί της Αττικής Οδού, με κατεύθυνση από
Ελευσίνα προς Μαρκόπουλο. Ο προαναφερόμενος οδηγός, είχε αναπτύξει
υπερβολική ταχύτητα, άνω των 150 χλμ. ανά ώρα και ευρισκόταν σε
κατάσταση μέθης, καθώς διαπιστώθηκε κατά την γενόμενη εξέταση αίματος
ότι η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του, ήταν 0,98 γραμμάρια ανά
λίτρο αίματος (και 0,91 κατά τη δεύτερη μέτρηση), γεγονός που οπωσδήποτε
επέδρασε δυσμενώς στην ικανότητα στάθμισης των κινδύνων κατά την
οδήγηση, ενώ μείωσε και την ικανότητα των αντανακλαστικών του. Ο ως άνω
οδηγός φτάνοντας στο ύψος της διασταύρωσης της εξόδου της Αττικής Οδού
και της Λεωφ. Πεντέλης, δεν αντιλήφθηκε τον ερυθρό φωτεινό σηματοδότη
όπου είχε σταθμεύσει προσωρινά το υπ’ αριθ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο
που οδηγούσε ο Α. Π., με συνοδηγό τον Η. - Δ. Τ., και επέπεσε με
σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος που οδηγούσε, στο όπισθεν
μέρος του οχήματος του Α. Π. Το τελευταίο όχημα, εκτράπηκε εμπρός και
δεξιά, διέσχισε την Λεωφ. Πεντέλης και σταμάτησε στο απέναντι
πεζοδρόμιο, ενώ το όχημα που οδηγούσε ο Ι. Γ. προσέκρουσε εκτρεπόμενο
στο ρείθρο πεζοδρομίου, στην αριστερή πλευρά της Αττικής οδού, ανετράπη
και σύρθηκε μέχρι την κολώνα φωτισμού που ευρίσκετο στην άλλη πλευρά της
Λεωφ. Πεντέλης. Από την σύγκρουση καταστράφηκε ολοσχερώς το εμπρόσθιο
μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο Ι. Γ., καθώς και περιμετρικά, ενώ
καταστράφηκε ολοσχερώς το οπίσθιο τμήμα και η αριστερή πλευρά του
οχήματος που οδηγούσε ο Α. Π.. Ο τελευταίος υπέστη σοβαρότατες κακώσεις
σώματος, από τις οποίες, ως μόνη ενεργός αιτία, επήλθε ο θάνατός του,
ενώ ο συνοδηγός του Η. - Δ. Τ., υπέστη βαρειές κακώσεις κεφαλής και μετά
από πολυήμερη παραμονή σε κωματώδη κατάσταση, απεβίωσε στις 17-8-201...
Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, όπως
προαναφέρθηκαν, τα οποία συνομολογούνται από τον οδηγό του ζημιογόνου
οχήματος, αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι ο
Ι. Γ., ο οποίος από αμέλεια, ήτοι έλλειψη προσοχής που ηδύνατο και
όφειλε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και επιμέλεια, αλλά
ενεργώντας κατά παράβαση των υποχρεώσεών του από τις διατάξεις του
Κ.Ο.Κ. τελώντας σε κατάσταση μέθης, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του
οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους
απαιτούμενους χειρισμούς και δεν διέκοψε την πορεία του ενώπιον του
ερυθρού σηματοδότη, με συνέπεια να συγκρουσθεί με το προσωρινά
σταθμευμένο υπ’ αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Π..
Επιπροσθέτως αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο Ι. Γ.
εστερείτο άδειας ικανότητος οδήγησης. Η ισχύς της άδειας την οποία
κατείχε είχε λήξει από 7-12-2009. Για τον λόγο αυτό με την υπ’ αριθ.
.../7-7-1 1 πράξη του τμ. τροχαίας Αγ. Παρασκευής, του επιβλήθηκε
πρόστιμο για παράβαση του άρθρ. 95 παρ. 6 του ΚΟΚ. Περαιτέρω αποδείχθηκε
ότι τόσον ο Α. Π. όσον και ο συνοδηγός του Η. - Δ. Τ. φορούσαν ζώνες
ασφαλείας κατά τον χρόνο της ένδικης συγκρούσεως, ώστε δεν συνέβαλαν με
δικό τους πταίσμα στον θανάσιμο τραυματισμό τους, απορριπτομένων των
αντίθετων ισχυρισμών των εκκαλούντων ως αβασίμων. Τα ως άνω
επιρρωνύονται και από τις προανακριτικές καταθέσεις καθώς και από τις
καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Γ’ Τριμελούς Πλημμελ/κείου Αθηνών
της 19-9-2014...". Περαιτέρω το Εφετείο προκειμένου να καθορίσει και να
επιδικάσει τα ανωτέρω ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης
στους αναιρεσείοντες - συγγενείς δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά
κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τα
προσδιοριστικά στοιχεία και τις συμπαρομαρτούσες συνθήκες της
αδικοπραξίας του τροχαίου δυστυχήματος: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Η. -
Δ. Τ. συνοδηγός στο υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που
οδηγούσε ο Α. Π., νοσηλεύτηκε διασωληνωμένος στο νοσοκομείο ΚΑΤ μέχρι
την 17-8-2011, οπότε και τελικά απεβίωσε, λόγω του βαρύτατου
τραυματισμού του από το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ο ως άνω ήταν 27 ετών
κατά τον χρόνο του θανάτου του και ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος και
αγαπητός σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του, γονείς και αδελφό. Οι
τελευταίοι εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του ως άνω οικείου τους,
δοκίμασαν βαθειά θλίψη και πόνο, καθώς μεταξύ τους υπήρχαν βαθειά
αισθήματα αγάπης και στοργής. Επομένως, δικαιούνται χρηματικής
ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν. Το
Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψιν της συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το
ένδικο τροχαίο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του
ζημιογόνου οχήματος, Ι. Γ., την ηλικία του θανόντος, τον βαθμό
συγγενείας που συνέδεε τους ενάγοντες με αυτόν, την θλίψη που
αισθάνθηκαν από τον αδόκητο θάνατό του, την κοινωνική και οικονομική
κατάσταση των διαδίκων, πλην της ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η
ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες
χρηματική ικανοποίηση, η οποία καθορίζεται στο ποσό των 70.000 ευρώ για
κάθε ένα από τους γονείς του θανόντος και στο ποσό των 20.000 ευρώ για
τον αδελφό του θανόντος, ποσά τα οποία κρίνονται εύλογα και δίκαια, μετά
την στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων (932 ΑΚ)...". Κρίνοντας έτσι το
Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω
ψυχικής οδύνης του 1ου και της 2ης των αναιρεσειόντων - γονέων του
θύματος στο ποσό των 70.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ
πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της
διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή
πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν
υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε
παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης σε γονείς. Επομένως, ο 1ος
λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το κύριο, άλλως, κατά το επικουρικό
σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, πρέπει να
απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ως προς τους 1ο και 2η των
αναιρεσειόντων. Αντίθετα, όμως, το Εφετείο, με το να καθορίσει την
χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης του 3ου αναιρεσείοντα -
αδελφού του θύματος στο ποσό των 20.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ
πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη
τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό
αυτό υπολείπεται καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε
παρόμοιες περιπτώσεις σε αδελφούς θυμάτων. Επομένως, ο 1ος λόγος
αναίρεσης, κατά το κύριο, άλλως κατά το επικουρικό σκέλος του, από τους
αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο 3ος αναιρεσείων,
με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ του
Συντ/τος και 932 ΑΚ αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι
κατά παράβαση της αρχής της Αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων
ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των
ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σ’ αυτόν, ως εύλογη
χρηματική ικανοποίηση το προαναφερόμενο ποσό (20.000 ευρώ), το οποίο
είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με το ποσό που επιδικάζεται σε ανάλογες
περιπτώσεις σε αδελφούς και προκύπτει από τις συνθήκες του τροχαίου
δυστυχήματος, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Για την
ταυτότητα του νομικού λόγου πρέπει, ως προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα -
αδελφό του θύματος, να γίνει δεκτός επίσης, ως ουσιαστικά βάσιμος ο 1ος
αναιρετικός λόγος, κατά το κύριο, άλλως κατά το επικουρικό σκέλος του
για την ευθεία, άλλως εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες παραβίαση του
άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι την Αρχή της
Αναλογικότητας υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η
υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του ανωτέρω άρθρου της ΕΣΔΑ, υπό την
έννοια, ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των
χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το
οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την
περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά
δικαιώματα και ειδικότερα, η απαίτηση από αδικοπραξία για καταβολή
χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 76/2016). Αντίθετα, ως προς τους 1ο και 2η
των αναιρεσειόντων, γονέων του θύματος, ο 1ος αναιρετικός λόγος για την
ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της
ΕΣΔΑ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το ποσό της
εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που τους επιδικάστηκε δεν προσβάλλει το
ενοχικό ως άνω περιουσιακό δικαίωμα αυτών.
Περαιτέρω και πλέον όσων έχουν εκτεθεί
σε προηγούμενη νομική σκέψη, με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, παρέχεται
στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών
περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού
πταίσματος του υπόχρεου, του μεγέθους της προσβολής, της κοινωνικής και
οικονομικής κατάστασης των μερών κ.λπ., να επιδικάσει ή όχι στον
παθόντα, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική
ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ή ψυχική
οδύνη), να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.
Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και
οικονομική κατάσταση των μερών κ.λπ.) λαμβάνονται υπόψη, για να
καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και
επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση
κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην
απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας
της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη
υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 322/2014, ΑΠ 285/2012, ΑΠ
1166/2009).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και
κατά το κύριο σκέλος αυτού, οι 1ος και 2η αναιρεσείοντες - γονείς του
θύματος αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του
άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο
παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου
932 ΑΚ και χωρίς αιτιολογίες ως προς την κοινωνική και οικονομική
κατάσταση των διαδίκων καθόρισε τα προαναφερόμενα ποσά, ως χρηματική
ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που ήταν το ουσιώδες ζήτημα για την
έκβαση της δίκης και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι
δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή υπαγωγή των
πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό
του ανωτέρω κανόνα δικαίου, τον οποίο εφάρμοσε. Ο λόγος αυτός πρέπει να
απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι συνθήκες της αδικοπραξίας, όπως
επίσης η κοινωνική και η οικονομική κατάσταση των μερών για τον
καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, δεν αποτελούν αυτοτελή
στοιχεία, ώστε η παράθεση αυτών να είναι αναγκαία για την πληρότητα της
αιτιολογίας, αλλά το Δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται γι’ αυτά κατά
κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά τους ορισμούς και την έννοια του
άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το
δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον
νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που
δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως
"πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν
στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή,
ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την
έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα
θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε,
έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για
οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1486/2014, ΑΠ 37/2008, ΑΠ
2102/2007).
Με τον ίδιο 2ο αναιρετικό λόγο κατά το
επικουρικό σκέλος αυτού, οι 1ος και 2η των αναιρεσειόντων - γονείς του
θύματος αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του
άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε
υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη
και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη του την ιστορική βάση της αγωγής τους
και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά ως προς τα
προσδιοριστικά στοιχεία της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των
διαδίκων, τα οποία οι αναιρεσείοντες ανέφεραν αναλυτικά στο αγωγικό
δικόγραφο για τον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω
ψυχικής οδύνης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως
απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, με αφορμή την έρευνα
των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης, τα ως άνω κριτήρια δεν συνιστούν
αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.
8 ΚΠολΔ, άλλως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, το
Εφετείο ερεύνησε τα ως άνω κριτήρια, στα οποία στήριξε την κρίση του για
την επιδίκαση της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης
και τους αυτοτελείς αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων - γονέων
του θύματος, που αποτελούσαν τα θεμελιωτικά περιστατικά της ιστορικής
βάσης της αγωγής τους ως προς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των
διαδίκων και χωρίς να έχει υποχρέωση να αναλύσει και να εξειδικεύσει
αυτά κατέληξε με ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση, σε πόρισμα αντίθετο από
εκείνο που υποστήριζαν οι ανωτέρω αναιρεσείοντες. Επομένως, δεν ιδρύεται
η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ και ο 2ος
λόγος αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθεί
ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση
αναίρεσης του 1ου και της 2ης των αναιρεσειόντων - γονέων πρέπει να
απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που
αυτοί κατέθεσαν για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (κατά την αναλογία
τους) στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να
καταδικαστούν λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά
έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας, που παραστάθηκε
και κατέθεσε προτάσεις, ενώ δεν πρέπει να περιληφθεί διάταξη για
δικαστική δαπάνη σε βάρος τους και υπέρ του 1ου και της 2ης των
αναιρεσιβλήτων, διότι οι τελευταίοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν
υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης
του 3ου αναιρεσείοντα - αδελφού του θύματος, Η. - Δ. Τ., πρέπει να γίνει
δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση,
κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την από 14-3-2012 (αρ. κατ. .../2012)
αγωγή του, κατά ουσιαστική παραδοχή ως προς αυτόν του 1ου αναιρετικού
λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή πλέον ως προς
αυτόν την έρευνα του 2ου αναιρετικού λόγου, κατ’ αμφότερα τα σκέλη του,
που αποσκοπούν επίσης, στην παραδοχή της αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο
κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και ανεξάρτητα
από όσα έχουν εκτεθεί ήδη για το απαράδεκτο και ουσία αβάσιμο του 2ου
λόγου της αίτησης αναίρεσης, αναφορικά με τους 1ο και 2η των
αναιρεσειόντων. Στη συνέχεια, πρέπει, ως προς τον 3ο αναιρεσείοντα,
αδελφό του θύματος, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω
μέρος της, που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω
ψυχικής οδύνης, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και
του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3
ΚΠολΔ), να διαταχθεί επίσης, η επιστροφή του παραβόλου, που έχει
καταθέσει ο ως άνω 3ος αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης
(άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι
αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠλΔ) στα δικαστικά
έξοδα αυτού (3ου αναιρεσείοντα), που παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε
προτάσεις, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)
Απορρίπτει την από 12-7-2016
(αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 768/2016
οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, (ειδική διαδικασία
του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), ως προς τον 1ο και την 2η των αναιρεσειόντων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που αυτοί έχουν καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους 1ο και 2η
αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης 3ης αναιρεσίβλητης,
που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.? Β)
Αναιρεί την ανωτέρω υπ’ αρ.
768/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική
διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) ως προς τον 3ο αναιρεσείοντα κατά το
αναιρούμενο μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής
ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το
ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο,
που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε
προηγουμένως.
Διατάσσει να επιστραφεί στον ανωτέρω αναιρεσείοντα το παράβολο, που αυτός κατέθεσε, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους
στα δικαστικά έξοδα του ανωτέρω 3ου αναιρεσείοντα - αδελφού του
θύματος, Η. - Δ. Τ., που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου