ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ - ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ - ΣτΕ 495/2016 - Αίτηση αναίρεσης κατάσχεσης από το ΝΑΤ
Αίτηση αναίρεσης για χρέη στο ΝΑΤ με σύνταξη έκθεσης κατασχέσεως σε πρόγραμμα πλειστηριασμού
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ'
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του
στις 11 Ιουνίου 2012, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος,
Πρόεδρος του Στ' Τμήματος, Κ. Φιλοπούλου, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Φ.
Γιαννακού, Κ. Μαρίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του
Στ' Τμήματος.
Για να δικάσει την από 18 Ιουλίου 2001
αίτηση: του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.), που εδρεύει στον
Πειραιά (Εθν. Αντιστάσεως 1) το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Σωτ.
Βλαχογιάννη (Α.Μ. 7099 που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά των: 1)
....... 2) ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «ΣΕΦΑΛΛΟΝΙΑΝ ΣΚΑΥ ΝΑΥΤΙΚΗ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στον Πειραιά (Καποδιστρίου 2), οι οποίοι
παρέστησαν με τον δικηγόρο ...
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ταμείο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1964/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Φρ. Γιαννακού.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον
πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος Ταμείου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά
τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση
και τον πληρεξούσιο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη
της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, με την
κρινομένη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, κατά το
νόμο, καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 1964/2000 αποφάσεως
του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του
ήδη αναιρεσείοντος Ταμείου κατά της 280/1999 αποφάσεως του Διοικητικού
Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει εν μέρει
δεκτή η από 18.5.1998 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων, καθ’ ό μέρος αφορά α)
στην 7470/23.4.1993 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου Δικαστικού
Επιμελητή Αθηνών και β) στο από 4.3.1998 πρόγραμμα πλειστηριασμού που
εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Γενικών Εσόδων Πειραιώς, και
ακυρώθηκε το ως άνω πρόγραμμα πλειστηριασμού, ως στηριχθέν στη μη έχουσα
πλέον ισχύ ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατασχεσεως.
2. Επειδή, η υπόθεση
συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 12ης Απριλίου 2010, εισήχθη δε για
ανασυζήτηση κατά τη δικάσιμο της 11ης Ιουνίου 2012, σύμφωνα με τις
διατάξεις των άρθρων 20, 21 παρ. 4-5 και 40 του π.δ/τος 18/1989 (Α' 8)
και 307 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α' 182), διότι
δεν κατέστη δυνατή η περάτωση της διασκέψεως έως την αποχώρηση από την
υπηρεσία μέλους του Δικαστηρίου, το οποίο μετείχε της συνθέσεως.
3. Επειδή, οι
αναιρεσίβλητοι προβάλλουν με το από 19.4.2010 υπόμνημα ότι το
αναιρεσείον στερείται εννόμου συμφέροντος, διότι έχει διαγραφεί η
7470/1993 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως από το βιβλίο του
Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, έχουν δε προσκομίσει σχετικώς α) την από
13.6.2001 αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς το Τμήμα Κατασχέσεων του
Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, με την οποία ζητεί, ενόψει της εκδόσεως της
280/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς και
της 1964/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, όπως προβεί ο
οικείος Υποθηκοφύλακας στη διαγραφή και άρση της ως άνω εκθέσεως
αναγκαστικής κατασχέσεως και β) το 9428/19.6.2001 πιστοποιητικό του
Μεταγραφοφύλακα Πειραιώς, στο οποίο πιστοποιείται ότι για το επίδικο
ακίνητο, το οποίο «αναφέρεται και περιγράφεται στην υπ’ αριθ. 7470/1993
Έκθεση Αναγκαστικής Κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή Πρωτ. Αθηνών,
... ουδεμία φαίνεται να υπάρχει μέχρι χθες εγγραφή...». Όμως, από τα
ανωτέρω προβαλλόμενα δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ταμείο συνέπραξε
ούτε ότι συνήνεσε με οιονδήποτε τρόπο στην έκδοση του προαναφερθέντος
πιστοποιητικού (το οποίο, μάλιστα, εκδόθηκε προφανώς σε συμμόρφωση προς
την 1964/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, διαρκούσης όμως
της προθεσμίας προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αυτής). Κατ’
ακολουθία, το Ν.Α.Τ. διατηρεί το έννομο συμφέρον του προς άσκηση της
κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Εξάλλου, η εγγραφή στο οικείο βιβλίο
κατασχέσεων δεν συνιστά, σύμφωνα με τις ειδικές προς τούτο διατάξεις των
άρθρων 35-39 του ν.δ/τος 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε., Α' 90) και ιδίως της παρ. 4
του άρθρου 39 αυτού, στοιχείο του κύρους της εκθέσεως αναγκαστικής
κατασχέσεως ακινήτου (βλ. αντίθ. άρθρο 995 παρ. 2 του Κώδικος Πολιτικής
Δικονομίας) και, επομένως, η έκδοση του ως άνω πιστοποιητικού δεν επιδρά
επί του κύρους της 7470/1993 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως. Κατ’
ακολουθία, πρέπει να απορριφθούν τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από
τους αναιρεσιβλήτους.
4. Επειδή, σύμφωνα με
το άρθρο 44 του ν.δ/τος 496/1974 (Α' 204) «1. Πάν χρέος προς το ν.π.
παραγράφεται, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του
παρόντος...», σύμφωνα δε με το άρθρο 46 του ιδίου ν.δ/τος «1. Η
παραγραφή διακόπτεται δια τους λόγους τους προβλεπομένους υπό της
ισχυούσης περί των αξιώσεων του Δημοσίου νομοθεσίας, πλην της καθ’
οιονδήποτε τρόπον αναγνωρίσεως της αξιώσεως υπό του υποχρέου. Η
παραγραφή διακόπτεται επίσης, δια της επιβολής κατασχέσεως επί
περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτου ή του εγγυητού αυτού, ευρισκομένων
είτε εις χείρας τούτων είτε εις χείρας τρίτων. Από της δια της
κατασχέσεως ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως μέχρι της τελεσιδικίας
του πίνακος κατατάξεως, πάσα πράξις της εκτελέσεως διακόπτει την
παραγραφήν, η οποία άρχεται εκ νέου από της τελευταίας διαδικαστικής
πράξεως της εκτελέσεως ... 2. Επί πλειόνων οφειλετών εις ολόκληρον, η
διακοπή της παραγραφής ως προς τον ένα εξ αυτών, ενεργεί και κατά των
λοιπών. Επίσης η διακοπή της παραγραφής ως προς τον πρωτοφειλέτην
ενεργεί και κατά του εγγυητού και αντιστρόφους».
5. Επειδή, κατά την
έννοια των ως άνω διατάξεων των άρθρων 44 παρ. 1 και 46 παρ. 1-2 του
ν.δ/τος 496/1974, η διακοπή της παραγραφής των βεβαιωμένων χρεών προς το
ν.π.δ.δ. επέρχεται με μόνη τη σύνταξη της εκθέσεως κατασχέσεως και την
έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού, χωρίς να απαιτείται η
κοινοποίηση αυτών στον οφειλέτη και η τήρηση των διατυπώσεων
δημοσιότητας που προβλέπονται, όσον αφορά στο πρόγραμμα πλειστηριασμού,
στη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε.. Η ρύθμιση δε αυτή δεν
αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 της
Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το
ν.δ. 53/1974 (Α' 256), διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν επιβάλλει
περιορισμό στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας του οφειλέτη, πάντως,
εκτός του ότι του παρέχεται η δυνατότητα δικαστικής προστασίας κατά το
στάδιο βεβαιώσεως του χρέους, και αρξαμένης της αναγκαστικής εκτελέσεως ο
οφειλέτης δύναται να ανακόψει τον πλειστηριασμό, στον οποίο κατατείνουν
όλες οι πράξεις εκτελέσεως, στρεφόμενος κατά των πράξεων αυτών, μεταξύ
των οποίων περιλαμβάνεται και το πρόγραμμα πλειστηριασμού (πρβλ. ΣτΕ
313/2016 7μ., 1508/2002). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ως άνω
διατάξεων, η παραγραφή των αξιώσεων του ν.π.δ.δ. που διεκόπη με πράξη
εκτελέσεως, όπως η σύνταξη εκθέσεως κατασχέσεως και προγράμματος
πλειστηριασμού, άρχεται εκ νέου ευθύς από της συντάξεως της εκθέσεως ή
του προγράμματος και όχι από της λήξεως της χρήσεως εντός της οποίας
έγινε η σύνταξη αυτού (πρβλ. ΣτΕ 1508/2002).
6. Επειδή, εν
προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με την
7440/23.4.1993 (προφανώς εκ παραδρομής αντί του ορθού: 7470/23.4.1993)
έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών, η οποία
κοινοποιήθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις 26.4.1993, κατασχέθηκε ποσοστό
συνιδιοκτησίας 30% επί ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κειμένου στον
Πειραιά, ως μέτρο αναγκαστικής διοικητικής εκτελέσεως, προς ικανοποίηση
απαιτήσεων του αναιρεσείοντος Ταμείου, που βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ.
Γενικών Εσόδων Πειραιώς για ποσό 26.507.002 δραχμών, βάσει του
16/Κ/1228/82/28.2.1983 φύλλου εκκαθαρίσεως του ΝΑΤ.. Ακολούθως, εκδόθηκε
το από 4.3.1998 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του Προϊσταμένου
της Δ.Ο.Υ. Γενικών Εσόδων Πειραιώς, το οποίο κοινοποιήθηκε στον πρώτο
αναιρεσίβλητο στις 7.5.1998. Κατά των πράξεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι
άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς την από
18.5.1998 ανακοπή, η οποία έγινε δεκτή καθ’ ο μέρος στρεφόταν κατά της
εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως και του προγράμματος αναγκαστικού
πλειστηριασμού και απορρίφθηκε καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά του φύλλου
εκκαθαρίσεως του Ν.Α.Τ.. Το Διοικητικό Εφετείο, επιληφθέν της από
17.6.1999 εφέσεως του Ν.Α.Τ., έκρινε ότι, κατά την έννοια των διατάξεων
των άρθρων 44 παρ. 1 και 46 παρ. 1 του ν.δ/τος 496/1974, ενώ για την
έναρξη του χρόνου παραγραφής κρίσιμος είναι ο χρόνος της κατασχέσεως,
δηλαδή, η έναρξη του χρόνου παραγραφής ταυτίζεται καταρχήν με την
ημερομηνία, η οποία αναφέρεται ως ημερομηνία συντάξεως της εκθέσεως
κατασχέσεως, για την κρίση περί του εάν συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής
μέχρι την έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού κρίσιμη δεν είναι, επί
διοικητικής εκτελέσεως, η ημερομηνία της φερομένης εκδόσεως του
προγράμματος πλειστηριασμού, αλλά η ημερομηνία επιδόσεως του
προγράμματος αυτού στον οφειλέτη, αφού μόνον έτσι διασφαλίζεται αυτός
από το ενδεχόμενο προχρονολογήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού.
Περαιτέρω, έκρινε το Δικαστήριο ότι, από της δια κατασχέσεως ενάρξεως
της αναγκαστικής εκτελέσεως μέχρι της τελεσιδικίας του πίνακα
κατατάξεως, διακόπτει τον χρόνο παραγραφής, η οποία αναφέρεται στο
στάδιο της εκτελέσεως και όχι σε αυτό του καταλογισμού της οφειλής, κάθε
πράξη της εκτελέσεως και όχι άλλη διαδικαστική πράξη, αναφερόμενη στο
θέμα του καταλογισμού της οφειλής, όπως είναι η αίτηση αναιρέσεως κατά
της εκτελουμένης τελεσίδικης αποφάσεως ή απόφαση επί της αιτήσεως
αναιρέσεως. Πράξεις, όπως οι τελευταίες, έκρινε το Δικαστήριο, μπορούν
αντιθέτως, από τη φύση τους και εφόσον το προβλέπει ο νόμος, να
συνιστούν μόνον λόγους διακοπής του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος
προς βεβαίωση (καταλογισμού) της οφειλής. Με τα ως άνω δεδομένα, το
Δικαστήριο έκανε δεκτά τα εξής: «Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο λαμβάνοντας
περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι, ενώ η επίμαχη έκθεση κατασχέσεως
εκδόθηκε την 23.4.1993, το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού
κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο την 7.5.1998, δηλαδή, μετά την παρέλευση
της πενταετίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 1
του ν.δ/τος 496/1974 και συνεπώς, κατά την ως άνω χρονολογία (7.5.1998)
είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος εισπράξεως του
επίδικου ποσού, με βάση την προαναφερθείσα κατάσχεση, καθόσον καμία
πράξη αναγκαστικής εκτελέσεως δεν μεσολάβησε από της συγκεκριμένης
κατασχέσεως, εξαιτίας της οποίας να έχει διακοπεί ο χρόνος παραγραφής
αυτής». Με την ως άνω αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον
ισχυρισμό του Ν.Α.Τ. περί διακοπής της παραγραφής κατά τον χρόνο
εκδόσεως (4.3.1998) του επιδίκου προγράμματος αναγκαστικού
πλειστηριασμού. Ακολούθως, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του
Ν.Α.Τ. περί συμπληρώσεως της εικοσαετούς παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο
88 παρ. 7 του π.δ/τος 913/1978, με την αιτιολογία ότι η περίπτωση αυτή
αφορά στον χρόνο παραγραφής του προς βεβαίωση (καταλογισμού) της ένδικης
οφειλής δικαιώματος και όχι στον χρόνο παραγραφής του δικαιώματος προς
είσπραξη της οφειλής, μετά και με βάση την ως άνω από 23.4.1993 γενομένη
κατάσχεση. Με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη
κρίση, θεωρώντας ότι, αφού παρεγράφη το προς είσπραξη της ένδικης
οφειλής δικαίωμα του Ν.Α.Τ., με βάση την ως άνω από 23.4.1993 κατάσχεση,
κατέστη άκυρη (παρά το ότι αυτή εξακολουθεί να είναι, τυπικώς και
μόνον, έγκυρη), η τελευταία αυτή πράξη, αλλά και το επίμαχο πρόγραμμα
αναγκαστικού πλειστηριασμού. Όμως, η ως άνω κρίση του δικάσαντος
Διοικητικού Εφετείου, κατά την οποία δεν είχε συμπληρωθεί, εν
προκειμένω, η πενταετής παραγραφή του δικαιώματος εισπράξεως της ένδικης
οφειλής, διότι κρίσιμος είναι ο χρόνος εκδόσεως (4.3.1998) και όχι ο
χρόνος κοινοποιήσεως του προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού
(7.5.1998), έχει εκδοθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή
των προπαρατεθεισών διατάξεων. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν
δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η διακοπή της παραγραφής των βεβαιωμένων
χρεών προς το Ν.Α.Τ. επέρχεται με μόνη τη σύνταξη της εκθέσεως
κατασχέσεως και την έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού, χωρίς να
απαιτείται η κοινοποίηση αυτών στον οφειλέτη και η τήρηση των
διατυπώσεων δημοσιότητας, που προβλέπονται όσον αφορά στο πρόγραμμα
πλειστηριασμού. Επομένως, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της
εκδόσεως του προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού (4.3.1998) δεν
είχε συμπληρωθεί, κατά τα ανωτέρω, ο πενταετής χρόνος παραγραφής για την
είσπραξη της επίδικης οφειλής, που άρχισε στις 23.4.1993, με την έκδοση
της εκθέσεως κατασχέσεως. Για τον λόγο δε αυτό, βασίμως προβαλλόμενο,
πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό,
ακολούθως δε, ενόψει του ότι η υπόθεση χρήζει διευκρινίσεως ως προς το
πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο Τριμελές Διοικητικό Εφετείο
Πειραιώς, που είναι αρμόδιο, κατά το άρθρο 218 του, κυρωθέντος με το
άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α' 97), Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας,
όπως η παρ. 1 αυτού τελικώς αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 47
του ν. 4055/2012 (Α' 51), η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω δυνάμει των
διατάξεων των άρθρων 110 παρ. 15 και 113 του τελευταίου αυτού νόμου.
Διά ταύτα
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.
Αναιρεί την 1964/2000
απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, στο οποίο
παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα στο αιτιολογικό
και
Επιβάλλει εις βάρος των
αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, η οποία
ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2012 και στις 8 Φεβρουάριου 2016
Θεωρήθηκε 17.03.2016
Ο Πρόεδρος του Στ΄Τμήματος
Αθ. Ράντος
Αθ. Ράντος
Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
Ελ. Γκίκα
Ελ. Γκίκα
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Φεβρουάριου 2016.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος
Δ. Μαρινάκης
Δ. Μαρινάκης
Η Γραμματέας
Δ. Κατσάνη
Δ. Κατσάνη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου