ΠΟΙΝΙΚΟ - ΑΠ 1346/2017 - Σωματική βλάβη από αμέλεια ιατρού
Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του
ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της..
σωματικής βλάβης του
ασθενούς απορρέει από το νόμο (άρθρο 24 α.ν.1565/1939 "Περί κώδικος
ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος"), από τον κώδικα δεοντολογίας (άρθρ.
8 του β.δ.156/6.7.1955 και ήδη ν.3418/2005 "Περί κανονισμού ιατρικής
δεοντολογίας") και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια
της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση
της ιατρικής πράξης.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:
Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη -
Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία
Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση
στο κατάστημά του στις 12 Mαΐου 2017, με την παρουσία του
Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η
Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για
να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α.
Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου
δικηγόρου του Λεοντίου Ασλανίδη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 41446,
42790/2016 και 164/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών
και με πολιτικώς ενάγουσα την Π. Λ. του Ν., κάτοικο ..., η οποία
εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ...
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με
την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο
αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για
τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2017 αίτηση
αναιρέσεως και στους από 26 Απριλίου 2017 πρόσθετους λόγους που
καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό ...2017.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των
διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον
Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
και οι πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1
εδ.α’ του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της
υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Κατά δε τη
διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη
της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να
καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η
πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα
επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη
στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, στην
περίπτωση που η αμέλεια δεν είναι συνειδητή, απαιτείται η διαπίστωση
αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ’ αντικειμενική
κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και
ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με
βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές
και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την κοινή πείρα και τη
λογική και αφετέρου ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές
του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το
αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται
αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του
δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Η
παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα
της ευθύνης σκέλος συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε
μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη,
αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε,
για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που
τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15
του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης
απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του
τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης
είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του
αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία
προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής
και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην
παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος
απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτή αποτελεί
πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που
τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου που
επιβάλλει συγκεκριμένη ενέργεια ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που
συνδέονται με ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου που δημιούργησε τον
κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Υπάρχει ποινική ευθύνη
του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις
εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των
κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ...ς επιστήμης, για τους οποίους δεν
μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια ή η παράλειψη του δεν ήταν
σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η
ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο
αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του ασθενούς απορρέει από το νόμο (άρθρο
24 α.ν.1565/1939 "Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος"),
από τον κώδικα ...ς δεοντολογίας (άρθρ. 8 του β.δ.156/6.7.1955 και ήδη
ν.3418/2005 "Περί κανονισμού ...ς δεοντολογίας") και από την εγγυητική
θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που
δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ...ς πράξης. Ο ιατρός ευθύνεται αν
από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπε κατά την
επιστήμη του να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της
...ς επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η
επιπολαιότητα ή η απρονοησία του, τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή
θεραπευτική αγωγή ή σε επέμβαση ή σε μη επέμβαση και μη λήψη μέτρων για
να αποτραπούν προσβολές ή κίνδυνοι κατά της σωματικής ακεραιότητας, της
υγείας ή της ζωής του ασθενούς που επιλήφθηκε. Έτσι ελέγχεται ο
κατηγορούμενος ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του υπό την ανωτέρω
ιδιότητα του ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς, δηλαδή
εάν ενήργησε την ακολουθητέα ... αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή
και άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση της
παρενέργειας ή επιπλοκής που θα ήταν κίνδυνος να επιφέρει βλάβη της
υγείας του ασθενούς, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητάς του θα
έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις, όντας σε γνώση του ιστορικού και των
συμπτωμάτων του ασθενούς και έχοντας τη δυνατότητα και την εμπειρία να
προβλέψει τα δυσμενή αυτά συμπτώματα και τις ακολουθούσες βλάβες που
εμφανίζουν ασθενείς υποβαλλόμενοι σε ... επέμβαση.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις
των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και
εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της
οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του
ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση,
περιέχονται σ’ αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την
ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για
τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του
εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις
οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική
ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Όσον αφορά
τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει, να
προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και
όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να
μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π)
χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε από το
καθένα ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν
υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας
αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το
διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους
αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των
καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε
αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους
αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις
περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου
της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως
προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 41446,
42790/2016 και 164/2017 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο
Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση
όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι
της χωρίς όρκο κατάθεσης της πολιτικώς ενάγουσας, των ενόρκων καταθέσεων
των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, όλων των εγγράφων των οποίων
έγινε ανάγνωση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα πρακτικά και η
απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, της από 17.6.2012 έκθεσης
πραγματογνωμοσύνης του ιατρού - ορθοπεδικού - χειρουργού Δ. Δ., που
διορίστηκε πραγματογνώμων με την υπ’ αριθμ. .../30.4.2012 Διάταξη της
Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, της από 21.3.2013 έκθεσης ... πραγματογνωμοσύνης
του ιατρού ορθοπεδικού - χειρουργού Β. Α. Μ., που διορίσθηκε
πραγματογνώμων με την υπ’ αριθμ. ...27.12.2012 Διάταξη της Ειρηνοδίκη
Αμαρουσίου, καθώς και της απολογίας του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά
την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής:
"Η πολιτικώς ενάγουσα ήδη από το έτος 2002 είχε διαγνωσθεί ότι πάσχει
από hallux rigidus (δύσκαμπτο μεγάλο δάκτυλο) του δεξιού της ποδιού,
ήτοι αρθρίτιδα της πρώτης μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης του άκρου ποδός,
με κύρια χαρακτηριστικά της πάθησης την μείωση της ραχιαίας έκτασης του
μεγάλου δακτύλου και την ανάπτυξη οστεόφυτου, που προκαλούσαν άλγος
στην περιοχή και δυσκολία στην ραχιαία έκταση του μεγάλου δακτύλου της.
Από τους τότε θεράποντες ιατρούς της της είχε συσταθεί να ακολουθήσει
συντηρητική αγωγή, αλλάζοντας τα υποδήματα, τα οποία φορούσε,
λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή, αλλά και να υποβληθεί σε χειρουργική
επέμβαση. Τον Μάιο του έτους 2009, πληροφορούμενη ότι ο κατηγορούμενος, ο
οποίος έχει την ειδικότητα του χειρουργού-ορθοπεδικού- τραυματολόγου,
εφαρμόζει μία ελάχιστα επεμβατική μέθοδο για την αντιμετώπιση της
πάθησής της, επισκέφθηκε το ιατρείο του στο "... Αθηνών". Ο τελευταίος,
αφού έλαβε το ιστορικό της πολιτικώς ενάγουσας, συνεκτιμώντας την από
17.07.2008 ακτινογραφία του Ιδιωτικού Διαγνωστικού Ιατρείου Χαλκίδος
"... Α.Ε.", η οποία ανέφερε ως ευρήματα "αλλοιώσεις εκφυλιστικής
οστεοαρθροπάθειας στην πρώτη μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση αμφοτέρων άκρων
ποδών με σχηματισμό επιχείλιων οστεοφύτων στην έσω επιφάνεια των
αρθρώσεων, μετά οιδήματος των μαλακών μορίων της περιοχής" και την
κλινική εξέταση αυτής και δεδομένου ότι μετά την παρέλευση τόσων ετών
από τότε, που εμφανίστηκε η πάθηση της, όπως και από το σύνολο των άνω
αποδεικτικών μέσων προέκυψε, δεν ήταν πλέον δυνατή η αντιμετώπιση της
μέσω φαρμακευτικής και εν γένει συντηρητικής αγωγής, που επί σειρά ετών
δεν έφεραν αποτέλεσμα, της πρότεινε να υποβληθεί σε διαδερμική
διορθωτική οστεοτομία με τοπική αναισθησία, μέθοδο την οποία εφάρμοζε ο
ίδιος επί σειρά ετών και η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, εμφάνιζε
πλεονεκτήματα σε σχέση με την ανοικτή χειλεκτομή, όπως αυτά αναλύονταν
σε σχετικό φυλλάδιο, που χορήγησε στην πολιτικώς ενάγουσα. Ανέφερε
μάλιστα στην τελευταία χαρακτηριστικά ότι μετά από λίγο καιρό θα φοράει
παπούτσι με τακούνι. Σημειωτέον ότι η πολιτικώς ενάγουσα δεν επιθυμούσε
να υποβληθεί σε ανοικτή επέμβαση (ανοικτή χειλεκτομή) επειδή φοβόταν μια
τέτοια επέμβαση και αναζητούσε λύσεις στο πρόβλημα της αυτό με σύγχρονο
τρόπο, ήτοι με τη διαδερμική μέθοδο, την οποία πληροφορήθηκε ότι
εφάρμοζε, ως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος ιατρός. Ειδικότερα, βάσει
αυτού, με την μέθοδο της διαδερμικής οστεοτομίας δεν, θα απαιτείτο
εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο, η επέμβαση θα γινόταν με τοπική
αναισθησία, με τομές μικρότερες από τρία χιλιοστά (σε πλάγια σημεία του
μεγάλου δακτύλου), οι οποίες δεν δημιουργούσαν μετεγχειρητικές ουλές,
δεν απαιτείτο δεύτερη επέμβαση αφαίρεσης υλικών, αφού δεν
χρησιμοποιούνταν εμφυτεύσιμα υλικά, δεν τοποθετείτο γυψονάρθηκας
μετεγχειρητικά και ο ασθενής θα ηδύνατο να αποκαταστήσει άμεσα και
πλήρως το πόδι μετεγχειρητικά, δίχως να χρειάζονται βακτηρίες,
καθιστώντας ανώδυνη την μετεγχειρητική περίοδο. Η πολιτικώς ενάγουσα,
βασιζόμενη στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ιατρού,
αποφάσισε να υποβληθεί στην σχετική επέμβαση την 21.09.2009. Πράγματι,
κατά την ημέρα αυτή προσήλθε με τον σύζυγο της, Χ. Κ., και την αδελφή
της, Π. Λ., στο ... Αθηνών, προκειμένου να υποβληθεί στην ανωτέρω
επέμβαση. Αφού έγινε τοπική νάρκωση, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να
πραγματοποιεί την επέμβαση, όπως είχε άλλωστε συμφωνηθεί, με την μέθοδο
της διαδερμικής οστεοτομίας, ανοίγοντας μία κυκλοτερή πλάγια οπή,
διαμέτρου πέντε περίπου χιλιοστών, στην εσωτερική επιφάνεια του άκρου
ποδός στο ύψος της πρώτης μεταταρσοφαλαγγικής άρθρωσης, με την χρήση του
υψηλής ενέργειας γλυφάνου. Ωστόσο, από έλλειψη της προσοχής του, την
οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει και κατά
παράβαση των κανόνων της ...ς επιστήμης, κατά τη χρήση του ως άνω
οργάνου διέταμε τον τένοντα του μακρού εκτείνοντα μέγα δακτύλου στο
επίπεδο της κεφαλής του πρώτου μετατάρσιου, 6mm περίπου εγγύς της
μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης, γεγονός, που αμέσως αντιλήφθηκε λόγω της
αλλαγής του ήχου του ως άνω εργαλείου. Αντιλήφθηκε δηλαδή, από την
αλλαγή του ήχου ότι το άνω όργανο προσέβαλε μαλακά μόρια της περιοχής
και δη τον τένοντα. Σημειώνεται ότι ο τένοντας ήταν ήδη εκφυλισμένος
εξαιτίας του οστεοαρθριτικού προβλήματος, που αντιμετώπιζε από ετών η
πολιτικώς ενάγουσα. Μη δυνάμενος, βέβαια, να προβεί σε συρραφή του
τένοντα από την ως άνω πλάγια οπή, που είχε διανοίξει, στην οποία
μπορούσε να εισέλθει μόνο το άνω ιατρικό είδος (γλύφανο) και δίχως να
ενημερώσει την πολιτικώς ενάγουσα για την εξέλιξη αυτή, η οποία καθ’ όλη
τη διάρκεια της επέμβασης είχε τις αισθήσεις της, προέβη σε ανοικτή
πλέον επέμβαση, σε ανοικτή δηλαδή χειλεκτομή επί του μεγάλου δακτύλου,
με μία επιμήκη τομή πέντε περίπου εκατοστών επί της ραχιαίας επιφάνειας
της πρώτης μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης, προκειμένου να συρράψει τον
τένοντα και να ολοκληρώσει την επέμβαση με ανοικτή πλέον χειλεκτομή
έχοντας πλήρη οπτική εικόνα. Κατά την συρραφή αυτού από έλλειψη της
προσοχής του, την οποία μπορούσε και όφειλε να επιδείξει, δεν
πραγματοποίησε τις απαραίτητες και ενδεδειγμένες, σύμφωνα με τους
κανόνες της ...ς επιστήμης, ενέργειες, αλλά απεναντίας συνέρραψε τον
τένοντα με τρόπο μη ενδεδειγμένο, τοποθετώντας ένα ράμμα μόνο και μη
συνεκτιμώντας το γεγονός ότι αυτός είχε υποστεί κάποιες αλλοιώσεις λόγω
της χρόνιας πάθησης της πολιτικώς ενάγουσας, εξαιτίας των οποίων θα
έπρεπε να χρησιμοποιήσει περισσότερα ράμματα. Επίσης, κατά την αφαίρεση
του ραχιαίου οστεόφυτου και ποσοστού της ραχιαίας αρθρικής επιφάνειας,
κατέστρεψε τμήμα της τελευταίας και κυρίως της κεφαλής του 1ου
μετατάρσιου του μεγάλου δακτύλου του δεξιού ποδός της πολιτικώς
ενάγουσας. Σημειώνεται, ότι η όλη διαδικασία της επεμβάσεως διήρκεσε
πολύ περισσότερο χρόνο, από τον αρχικώς εκτιμηθέντα, που απαιτείται επί
επεμβάσεως με τη διαδερμική μέθοδο, τούτο, δε, οφείλεται στο ότι ο
κατηγορούμενος αναγκάστηκε να προχωρήσει στην ανοικτή χειλεκτομή
εξαιτίας των άνω προβλημάτων, που ανέκυψαν στη διάρκεια εφαρμογής της
διαδερμικής μεθόδου ώστε αφενός μεν να αποκαταστήσει τη βλάβη του
τένοντα αφετέρου, δε, να ολοκληρώσει την επέμβαση. Στην συνέχεια, αφού
ολοκληρώθηκε η επέμβαση και χωρίς ο κατηγορούμενος να ενημερώσει την
πολιτικώς ενάγουσα για την εξ αμελείας του, οφειλόμενη σε παράβαση των
κοινώς ιατρικών αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, ανωτέρω διατομή
του τένοντα με τη λάθος χρήση του γλυφάνου, που είχε ως επακόλουθο,
προκειμένου να γίνει η συρραφή αυτού, τη διενέργεια ανοικτής
χειλεκτομής, αντί της αρχικώς συμφωνηθείσας διαδερμικής χειλεκτομής, της
χορήγησε μετεγχειρητικές οδηγίες, που δίδονται επί επεμβάσεως με τη
διαδερμική μέθοδο και όχι επί συρραφής διαταμόντος τένοντα, γεγονός,
ήτοι της διατομής του τένοντα και της συρραφής αυτού, που ουδόλως
γνωστοποίησε στην πολιτικώς ενάγουσα μετά το τέλος της επεμβάσεως, εν
συνεχεία, δε, τοποθέτησε στην τελευταία ειδικό νάρθηκα στο πόδι,
δίδοντας οδηγίες για μη πλήρη φόρτιση του ποδιού και επανεξέταση και
ακολούθως η πολιτικώς ενάγουσα αποχώρησε από το .... Τα ανωτέρω
αποδειχθέντα ενισχύονται και από το περιεχόμενο της από 17.6.2012
έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Δ. Δ., που διορίστηκε
πραγματογνώμων με την υπ’ αριθμ. .../30.4.2012 Διάταξη της Ειρηνοδίκη
Αμαρουσίου, στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε μεν ορθώς
τη χειλεκτομή ως μέθοδο αντιμετώπισης της πάθησης της πολιτικώς
ενάγουσας (δύσκαμπτο δάκτυλο), μέθοδος (αυτή της χειλεκτομής) η οποία
δεν αμφισβητείται ότι έγινε στην προκείμενη περίπτωση, πλην όμως
διαπίστωσε και μία κυκλοτερή ουλή στην εσωτερική επιφάνεια του άκρου
ποδός στο ύψος της πρώτης μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης δίνοντας κατά
την άποψη του την εξήγηση ότι τελικά ο χειρουργός έκανε προσπάθεια για
να διεκπεραιώσει το χειρουργείο διαδερμικά δεν είχε το επιθυμητό
αποτέλεσμα και αναγκάσθηκε να προβεί σε ανοικτή χειλεκτομή, ενώ
αναφορικά με τη διατομή του τένοντα ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να
κρίνει αν αυτή έγινε κατά τη διαδερμική ή την ανοικτή προσπάθεια, άρα
επομένως επήλθε διατομή του τένοντα σε κάθε περίπτωση, η οποία, κατά την
κρίση του Δικαστηρίου, έγινε κατά την εφαρμογή της διαδερμικής μεθόδου
δεδομένου ότι στην ανοικτή χειλεκτομή ο κατηγορούμενος είχε ανοικτή
εικόνα της άρθρωσης και δεν θα ήταν δυνατόν να διατάμει τότε τον
τένοντα, προέβη, δε, στην ανοικτή χειλεκτομή αφενός μεν για να διορθώσει
το πρόβλημα της διατομής του τένοντα, που είχε επέλθει με τη διαδερμική
μέθοδο, το οποίο βέβαια δεν διόρθωσε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα με
τον ιατρικώς ενδεδειγμένο τρόπο, αφετέρου, δε για να ολοκληρώσει την
επέμβαση, που ξεκίνησε αρχικώς με την εφαρμογή της διαδερμικής μεθόδου.
Αναφέρεται, δε, εν τέλει στην άνω πραγματογνωμοσύνη ότι το τελικό
αποτέλεσμα της επέμβασης, όπως κρίνεται και από τα συμπτώματα της
ασθενούς, δεν ήταν το επιθυμητό. Περαιτέρω, στην από 21.3.2013 έκθεση
πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Β. Μ., που διορίσθηκε, επίσης,
πραγματογνώμων με την υπ’ αριθμ. ...27.12.2012 Διάταξη της Ειρηνοδίκη
Αμαρουσίου, ο άνω πραγματογνώμων καταρχήν δεν λαμβάνει σαφή θέση ως προς
το ζήτημα της βλάβης του τένοντα (βλ. σελ. 6). Το ότι ο τένοντας είχε
εκφυλισθεί λόγω της πάθησης της πολιτικώς ενάγουσας, αυτό είναι διάφορο
ζήτημα. Αναφέρεται επίσης στην αμέσως ανωτέρω έκθεση ότι στην προκείμενη
περίπτωση η αποκατάσταση του δύσκαμπτου δακτύλου εγένετο με χειλεκτομή
και όχι με διαδερμική διορθωτική οστεοτομία δεδομένου ότι η οστεοτομία
είναι ενδεδειγμένη επέμβαση για τον βλαισό μεγάλο δάκτυλο και όχι για το
δύσκαμπτο δάκτυλο. Πλην, όμως, στο σημείο αυτό, πέραν του ότι η εξήγηση
είναι θεωρητική και μόνο (ότι δηλαδή η οστεοτομία είναι ενδεδειγμένη
επέμβαση για το βλαισό και άρα δεν έγινε οστεοτομία) δεν εξηγείται στην
προκείμενη περίπτωση επαρκώς σε τι αποδίδεται η ύπαρξη της ανωτέρω
ουλής, η οποία εντοπίστηκε στο μεγάλο δάκτυλο της παθούσας και
αποδεικνύεται σαφώς ότι εντοπίστηκε και από το περιεχόμενο της
πραγματογνωμοσύνης αυτής αλλά και από το σύνολο των άνω αποδεικτικών
μέσων και η οποία βέβαια οπή έγινε, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερθέντα
προκειμένου να εφαρμοσθεί η διαδερμική μέθοδος. Επίσης, το ότι στη
μαγνητική τομογραφία δεν ανευρέθησαν ράμματα δεν αναιρεί το γεγονός ότι
δεν έγινε συρραφή του τένοντος δεδομένου ότι τα ράμματα και ειδικώς αυτό
(ένα ράμμα), που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος ιατρός δεν φαίνονται
στη μαγνητική. Η ρήξη, δε, του τένοντος την οποία υπέστη η παθούσα
οφείλεται αφενός στη διατομή αυτού κατά τη χρήση της διαδερμικής μεθόδου
και αφετέρου στην πλημμελή συρραφή του. Το γεγονός, δε, ότι
καταστράφηκε μέρος της αρθρώσεως, που δεν έπρεπε να καταστραφεί αυτό
επίσης αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο και συνέβη κατά την εφαρμογή
αρχικώς της διαδερμικής μεθόδου στο πλαίσιο της όλης επεμβάσεως.
Αποδείχθηκε, επομένως, ότι οι βλάβες στα άνω όργανα (τένοντα και
άρθρωση) συνέβησαν κατά τη διάρκεια εφαρμογής της διαδερμικής μεθόδου
και η χειλεκτομή ακολούθησε για να συρραφεί ο τένοντας, αλλά και να
ολοκληρωθεί η επέμβαση, ο οποίος δεν συρράφηκε κατά τον ενδεδειγμένο
ιατρικά τρόπο. Ο ισχυρισμός, δε, του κατηγορουμένου ότι αυτός δεν
επιχείρησε ποτέ την εφαρμογή της διαδερμικής μεθόδου αλλά μόνο της
ανοικτής χειλεκτομής κρίνεται αναπόδεικτος και ως εκ του λόγου αυτού
ουσία αβάσιμος. Ακολούθως, μεσολάβησε μία προγραμματισμένη συνάντηση του
κατηγορουμένου με την πολιτικώς ενάγουσα στο ιατρείο του την 6.10.2009,
οπότε για πρώτη φορά τότε η πολιτικώς ενάγουσα αντιλήφθηκε την ύπαρξη
της επιμήκους τομής των πέντε εκατοστών, ζητώντας, δε, αμέσως από τον
κατηγορούμενο εξηγήσεις, ο τελευταίος την καθησύχασε, αναφέροντάς της
μόνο και για πρώτη φορά τότε ότι τελικά χρειάστηκε να κάνει ανοικτή
χειλεκτομή. Στην επόμενη συνάντηση στις 21.10.2009 η πολιτικώς ενάγουσα
παραπονέθηκε στον κατηγορούμενο για έντονους πόνους και για πτώση του
δακτύλου της, ο κατηγορούμενος όμως και πάλι την καθησύχασε. Θορυβούμενη
η πολιτικώς ενάγουσα επισκέφθηκε τον ορθοπεδικό χειρουργό Γ. Σ. στην
Χαλκίδα, κατόπιν, δε, συστάσεών του πραγματοποίησε την 29.10.2009
ακτινογραφία με ευρήματα "ανωμαλία της αρθρικής επιφάνειας του πρώτου
μεταταρσίου οστού του μεγάλου δακτύλου στην πρώτη μεταταρσοφαλαγγική
άρθρωση, και στένωση του έσω τμήματος της άρθρωσης και διεύρυνση του
εξωτερικού τμήματος της άρθρωσης" και την 02.11.2009 μαγνητική
τομογραφία, από την οποία διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν μετεγχειρητικές
αλλοιώσεις στην μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση του πρώτου δακτύλου και
διακοπή της συνέχειας του τένοντα του μακρού εκτείνοντα τον μέγα δάκτυλο
μυός στο ύψος της κεφαλής του πρώτου μετατάρσιου, 6mm περίπου εγγύς της
μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης. Κατόπιν αυτών των εξετάσεων η πολιτικώς
ενάγουσα προσκόμισε την μαγνητική τομογραφία στον κατηγορούμενο, ο
οποίος της ανέφερε ότι, παρ’ όλο που είχε συρράψει τον τένοντα με ένα
ράμμα κατά το χειρουργείο, λόγω των αλλοιώσεων, που είχε υποστεί αυτός,
προφανώς, διερρήχθη, της πρότεινε, δε, να υποβληθεί σε νέα χειρουργική
επέμβαση συρραφής αυτού. Η πολιτικώς ενάγουσα ανήσυχη απευθύνθηκε στον
χειρούργο ορθοπεδικό Ε. Μ., ο οποίος της συνέστησε άμεση χειρουργική
επέμβαση για την συρραφή του τένοντα. Μάλιστα, η πολιτικώς ενάγουσα,
κατά την κατάθεση της στο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά και κατά
τρόπο παραστατικό, ότι μόλις την εξέτασε ο άνω ιατρός (Μ.) άκουσε τον
τελευταίο να λέει αναφερόμενος στον κατηγορούμενο και βλέποντας τη
βλάβη, που είχε υποστεί η παθούσα "δεν κόβουμε και τον τένοντα ρε
κουμπάρε". Πράγματι, την 16.11.2009 υπεβλήθη σε επέμβαση συρραφής
τένοντα από τον ως άνω ιατρό, εξήλθε δε του νοσοκομείου την επομένη
ημέρα με διάγνωση εισόδου "ρήξη τένοντα (μετά από επέμβαση) μεγάλου
δακτύλου δεξιού ποδός" και διάγνωση εξόδου "συρραφή αυτού", με συστάσεις
για ακινησία τις πρώτες εβδομάδες και εκτιμητέο χρόνο αποκατάστασης
περί τους δύο μήνες. Η πολιτικώς ενάγουσα υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπείες,
ωστόσο, επειδή ένιωθε έντονο άλγος, την επισκέφθηκε τον Γ. Μ.,
χειρούργο Ορθοπεδικό, Διευθυντή του Ορθοπεδικού Τμήματος του ΚΑΤ, ο
οποίος διαπίστωσε σύμφωνα και με την από 08.03.2010 ... του γνωμάτευση
ότι μετά την συρραφή του τένοντα την 16.11.2009 κλινικά παρουσίαζε
έντονη δυσκαμψία και έντονο πόνο στην 1Π μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση,
αδυναμία ενεργητικής έκτασης της ονυχοφόρου φάλαγγος του πρώτου δακτύλου
και δυσχέρεια βάδισης, γνωμάτευσε δε ότι, ενώ προεγχειρητικά παρουσίαζε
μικρά επιχείλια οστεόφυτα στην 1η μεταταρσοφαλαγγική άρθρωση, μετά από
την επέμβαση, στην οποία υπεβλήθη από τον κατηγορούμενο, παρουσίαζε
καταστροφή τμήματος της αρθριτικής επιφάνειας και κυρίως της κεφαλής του
1ου μεταταρσίου, εμφάνιζε δε αρθρίτιδα της συγκεκριμένης άρθρωσης
απότοκη της χειρουργικής επέμβασης, της συνέστησε δε νέα χειρουργική
επέμβαση και δη αρθρόδεση. Αποτέλεσμα της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς
του κατηγορουμένου (διατομή του τένοντα, μη ενδεδειγμένη συρραφή αυτού,
καταστροφή τμήματος της αρθρικής επιφάνειας κυρίως της κεφαλής του
πρώτου μεταταρσίου) ήταν αυτή να χρειαστεί να υποβληθεί σε νέα
χειρουργική επέμβαση συρραφής του τένοντα μετά την ρήξη αυτού και να
εμφανίζει περιορισμό της κίνησης της πρώτης μεταταρσοφαλαγγικής άρθρωσης
στην ραχιαία έκταση, το εύρος της κίνησης της πρώτης
μεταταρσοφαλαγγικής άρθρωσης να είναι μειωμένο σε σχέση με το υγιές, να
βαδίζει χωλαίνουσα και να παρουσιάζει δυσχέρεια κατά την βάδιση μεγάλων
αποστάσεων, άλγος στις κινήσεις, στην ορθοστασία και στις αλλαγές του
καιρού και την υγρασία, σύμφωνα με την από 21.03.2013 πραγματογνωμοσύνη
του ορθοπεδικού χειρουργού Β. Μ.. Αποδείχθηκε από όλα τα ανωτέρω
αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι η διάγνωση της πάθησης της πολιτικώς
ενάγουσας, στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος, εξ υπαρχής, ήταν ορθή. Εκ
παραδρομής δε και μόνο δόθηκε στην πρώτη η από 21.09.2009 ...
γνωμάτευση, στην οποία αναγράφεται ότι αυτή έπασχε από βλαισό μέγα
δάκτυλο, σφάλμα το οποίο ακολούθως διορθώθηκε με την από 21.10.2009 ...
του γνωμάτευση, στην οποία αναφέρεται η ορθή πάθηση, ήτοι δύσκαμπτος
μεγάλος δάκτυλος. Περαιτέρω, η χειρουργική επέμβαση, την οποία πρότεινε ο
κατηγορούμενος στην πολιτικώς ενάγουσα και την οποία αρχικώς εφάρμοσε,
ήταν αυτή της διαδερμικής διορθωτικής οστεοτομιας και όχι της ανοικτής
χειλεκτομής, την οποία τελικώς εφάρμοσε εξ ανάγκης λόγω της επελθούσας
διατομής του τένοντα κατά τη διενέργεια της διαδερμικής μεθόδου και
επειδή περαιτέρω έπρεπε να ολοκληρώσει την επέμβαση Ο κατηγορούμενος
ισχυρίστηκε ότι η χειρουργική επέμβαση, την οποία εξ υπαρχής πρότεινε
στην πολιτικώς ενάγουσα, ως ενδεδειγμένη για την πάθηση της, ήταν αυτή
της ανοικτής χειλεκτομής, μάλιστα, δε, ότι όταν η ίδια τον ρώτησε εάν
μπορούσε να εφαρμόσει την μέθοδο της διαδερμικής διορθωτικής οστεοτομίας
σε αυτήν, της διευκρίνισε ότι η μέθοδος αυτή αφορά σε άλλη πάθηση και
δη σε αυτή του βλαισού μεγάλου δακτύλου και δεν εφαρμόζεται στην δική
της περίπτωση, για την οποία προβλέπεται μόνο (ανοικτή) χειλεκτομή.
Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου δεν κρίνονται πειστικοί,
έρχονται δε σε ευθεία αντίθεση με όσα η πολιτικώς ενάγουσα και ο σύζυγος
της, ο οποίος ήταν παρών στην ως άνω πρώτη συνάντηση, κατέθεσαν.
Άλλωστε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε τη σχετική επέμβαση με
τη διαδερμική μέθοδο αποδεικνύεται από το ότι σε πλάγιο σημείο του
μεγάλου δακτύλου είχε ανοιχθεί οπή πέντε χιλιοστών για την εφαρμογή της
εν λόγω μεθόδου, γεγονός, που, ως προαναφέρθηκε, εντοπίζεται και από το
περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης του άνω ιατρού Δ. Δ., ο οποίος
διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. .../30.4.2012 Διάταξη της Ειρηνοδίκη
Αμαρουσίου. Περαιτέρω, ως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος αρχικά
εφάρμοσε την διαδερμική επέμβαση με την χρήση γλυφάνου, γεγονός που, ως
προαναφέρθηκε, προκύπτει από την ύπαρξη μίας κυκλοτερούς ουλής,
διαμέτρου πέντε χιλιοστών στην εσωτερική επιφάνεια του άκρου ποδός στο
ύψος της πρώτης μεταταρσοφαλαγγικής άρθρωσης, η οποία σε καμία περίπτωση
δεν δικαιολογείται στην μέθοδο της ανοικτής χειλεκτομής. Ο ισχυρισμός
ότι η ύπαρξη αυτής της κυκλοτερούς ουλής, πέντε χιλιοστών, έγινε για
παροχέτευση, αναιρείται από το ότι για την επέμβαση αυτή και καθότι
πρόκειται για αναίμακτο χειρουργείο δεν απαιτείται παροχέτευση.
Σημειώνεται ότι αναφορά στη διάνοιξη της οπής αυτής για λόγους
παροχέτευσης δεν γίνεται ούτε στην από 26.03.2013 τεχνική έκθεση Μ.,
στην οποία με λεπτομέρεια επεξηγούνται τα στάδια, που ακολούθησε ο
κατηγορούμενος για να πραγματοποιήσει την επέμβαση. Εξ άλλου,
αποδείχθηκε η ύπαρξη και δεύτερης πλάγιας οπής, η οποία, ωστόσο, με τον
καιρό εξασθένησε και για αυτόν τον λόγο δεν καταγράφεται (η δεύτερη
πλάγια οπή) στην πραγματογνωμοσύνη του Β. Μ.. Η δεύτερη αυτή οπή,
επίσης, μόνο στην εφαρμογή της διαδερμικής μεθόδου μπορεί να αποδοθεί.
Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, κατά την διάρκεια της διαδερμικής μεθόδου,
από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία μπορούσε κατά τις
περιστάσεις και όφειλε να επιδείξει, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο
αποτέλεσμα, που παράχθηκε με την συμπεριφορά του, διέταμε τον τένοντα
κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο σημείο της κεφαλής του πρώτου
μετατάρσιου με το υψηλής ενέργειας γλύφανο, κατά την χρήση του οποίου
δεν είχε οπτική επαφή του εσωτερικού του πεδίου στο οποίο ενεργούσε. Εν
συνεχεία δε από αμέλεια δεν ενήργησε τις απαραίτητες και ενδεδειγμένες
σύμφωνα με τους κανόνες της ...ς επιστήμης ενέργειες, αλλά απεναντίας
συνέρραψε τον τένοντα με τρόπο μη ιατρικώς ενδεδειγμένο, τοποθετώντας
ένα ράμμα μόνο, μη συνεκτιμώντας το γεγονός ότι αυτός είχε υποστεί
κάποιες αλλοιώσεις λόγω της χρόνιας πάθησης της πολιτικώς ενάγουσας,
μετά δε την επέμβαση έδωσε οδηγίες, που αφορούσαν μόνο στην διαδερμική
επέμβαση. Αποτέλεσμα αυτών ήταν, μετά την παρέλευση κάποιων ημερών, να
επέλθει ρήξη του τένοντα, ως αποτέλεσμα της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς
του κατηγορουμένου, η οποία, όπως εμφαίνεται στην από 02.11.2009
μαγνητική τομογραφία, έγινε στο σημείο της πλάγιας οπής, από όπου έγινε η
προσπάθεια διαδερμικής χειλεκτομής, ήτοι στο επίπεδο της κεφαλής του
πρώτου μεταταρσίου 6mm περίπου εγγύς της μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης,
και στο οποίο σημείο έγινε η κατά τα ανωτέρω μη ενδεδειγμένη ...
προσπάθεια συρραφής του από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος
ισχυρίστηκε ότι εάν είχε γίνει διατομή τένοντα η συρραφή αυτού θα
γινόταν με μεταλλικά ράμματα και ότι αυτά θα φαίνονταν στην μαγνητική
τομογραφία. Ωστόσο, όπως προέκυψε, για την συρραφή του τένοντα μπορούν
να χρησιμοποιηθούν όλων των ειδών τα ράμματα (απορροφήσιμα και μη), σε
κάθε δε περίπτωση προέκυψε ότι τα ράμματα δεν φαίνονται στην μαγνητική
τομογραφία. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ο τένοντας δεν διετάμη αλλά
διερρήχθη, λόγω του εκφυλισμού, που είχε υποστεί από το ραχιαίο
οστεόφυτο, ωστόσο, ο επικαλούμενος εκφυλισμός του τένοντα συνετέλεσε
στην δευτερογενή ρήξη του τένοντα μετά την κατά τα ανωτέρω αμελή διατομή
του και πλημμελή συρραφή αυτού. Εξ άλλου, από την ... γνωμάτευση του Ε.
Μ., σύμφωνα με την οποία η πολιτικώς ενάγουσα έπασχε από ρήξη τένοντα
μεγάλου δακτύλου δεξιού ποδός, δεν αντλείται επιχείρημα ότι δεν έγινε
διατομή αλλά ρήξη του τένοντα, καθώς η αναφορά αστή αφορά στην μετά την
αμελή συρραφή από τον κατηγορούμενο ρήξη του τένοντα Τέλος, ο ισχυρισμός
του κατηγορουμένου ότι, σε περίπτωση διατομής, ο τένοντας λόγω της
ελαστικότητας του θα είχε μετακινηθεί πολλά εκατοστά πίσω, φθάνοντας
μέχρι και τον αστράγαλο, οπότε εάν πράγματι είχε συμβεί διεγχειρητικά θα
αποδεικνυόταν από το γεγονός ότι θα είχε ανοίξει τομή για να τον
συρράψει και σε άλλο σημείο, πολλά εκατοστά μακριά από το σημείο της
ανοικτής χειλεκτομής, δεν κρίθηκε πειστικός, δεδομένου ότι σύμφωνα,
ενδεικτικά, με την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα ιατρού, το περιεχόμενο
της οποίας ως προς το ζήτημα αυτό δεν αναιρείται από τα λοιπά
αποδεικτικά μέσα, η μετατόπιση του τένοντα σε άλλο σημείο συμβαίνει μόνο
σε ενεργητική κίνηση αυτού. Σε κάθε δε περίπτωση προέκυψε ότι ο
τένοντας είχε υποστεί κάποια φθορά λόγω της χρόνιας αρθρίτιδας και είχε
χάσει μέρος της ελαστικότητάς του. Τέλος, ο κατηγορούμενος, μη
καταβάλλοντος την οφειλόμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε
και όφειλε κατά τις περιστάσεις και ήταν υπόχρεος να επιδείξει λόγω της
ιδιότητάς του ως ιατρός χειρουργός, κατά την αφαίρεση του ραχιαίου
οστεόφυτου και ποσοστού της ραχιαίας αρθρικής επιφάνειας, κατέστρεψε
τμήμα της τελευταίας και κυρίως της κεφαλής του 1ου μετατάρσιου του
μεγάλου δακτύλου του δεξιού ποδός της πολιτικώς ενάγουσας, με αποτέλεσμα
την ανάπτυξη οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων και εντεύθεν την πρόκληση
δυσκαμψίας στην συγκεκριμένη άρθρωση, πόνου και περιορισμού της
δυνατότητας βάδισης και υπόδησης της πολιτικώς ενάγουσας. Ο ισχυρισμός
ότι αφαιρέθηκε μόνο το ενδεδειγμένο ποσοστό της ραχιαίας άρθρωσης δεν
αποδεικνύεται και η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι καταστράφηκε
τμήμα της άρθρωσης ενισχύεται ενδεικτικώς και από το περιεχόμενο της από
08.03.2010 ...ς γνωμάτευσης του ιατρού Μ., ο οποίος κάνει λόγο για
καταστροφή τμήματος της αρθρικής επιφάνειας και δη της κεφαλής του
πρώτου μεταταρσίου και το περιεχόμενο της οποίας δεν αναιρείται ειδικώς
ως προς το ζήτημα αυτό από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ενώ περί της
καταστροφής αυτής τμήματος της άρθρωσης κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες,
τούτο προκύπτει και από τις σχετικές ακτινογραφίες. Σημειώνεται ότι
αναφορικά με το ζήτημα αυτό ο μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορουμένου
αναφέρθηκε στο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις αφαιρείται και ένα τμήμα της
άρθρωσης και συγκεκριμένα το 20%-30% της αρθρικής επιφάνειας, ωστόσο
στην προκείμενη περίπτωση η καταστροφή αυτή ήταν άνω του ανεκτού αυτού
ποσοστού. Τέλος, το Δικαστήριο, βάσει και των ανωτέρω εκτεθέντων κρίνει
ότι από το σύνολο των άνω αποδεικτικών μέσων δύναται να εξαχθεί ασφαλής
δικανική πεποίθηση και δεν απαιτείται να προσέλθει ο απολειπόμενος από
την αρχή της δίκης υπό στοιχ. 3 μάρτυρας (Μ. Ι.), ο οποίος συνέταξε και
σχετική πραγματογνωμοσύνη (σχετική πραγματογνωμοσύνη, σημειωτέον,
συνέταξε και ο Α. Μ. ως τεχνικός σύμβουλος, που επίσης απουσιάζει),
λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της μεσολαβούσας διακοπής της δίκης.
Κατόπιν τούτων το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να
κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται, όπως τα
πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αμελή συμπεριφορά του και
συγκροτούν τον τρόπο τέλεσης της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης,
προσδιορίστηκαν ακριβέστερα και πληρέστερα από την αποδεικτική
διαδικασία (ΑΠ 442/2014, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1311/2012, ΤΝΠ Δ ΣΑ, ΑΠ 1532/2009, ΑΠ
490/1996, ΝΟΜΟΣ)." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας
κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο με το ελαφρυντικό
του 84 παρ. 2α ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από
αμέλεια από υπόχρεο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα τεσσάρων (14)
μηνών, ανασταλείσα επί μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ
αυτόν ένοχο του ότι: Στο ... στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, αν και ήταν
υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή,
από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε κατά τις
περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, προκάλεσε σωματική κάκωση και
βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που
παράχθηκε με την ανωτέρω συμπεριφορά του. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο
και χρόνο, έχοντας την ιδιότητα του ιατρού και δη του
χειρουργού-ορθοπεδικού-τραυματολόγου, παρέβη τους κοινώς αναγνωρισμένους
κανόνες της ...ς επιστήμης και συγκεκριμένα κατά την πραγματοποίηση της
συμφωνηθείσας με την εγκαλούσα, Π. Λ., χειρουργικής επέμβασης με την
μέθοδο της διαδερμικής οστεοτομίας για την αντιμετώπιση της πάθησής της,
συνιστάμενης σε δύσκαμπτο μεγάλο δάκτυλο δεξιού άκρου ποδός, ο
κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, από αμέλειά του,
λόγω του ότι δηλαδή δεν κατέβαλε την ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή που
όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, και κατά
παράβαση των κοινώς παραδεδεγμένων κανόνων της ...ς επιστήμης, κατά την
αφαίρεση με την ανωτέρω μέθοδο επιχειλίων οστεόφυτων από την 1η
μεταταρσιοφαλαγγική άρθρωση του δεξιού ποδός της, αφενός μεν διέταμε τον
τένοντα του μακρού εκτείνοντα μέγα δακτύλου μυός στο επίπεδο της
κεφαλής του πρώτου μετατάρσιου, 6mm περίπου εγγύς της
μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης, συρράφοντας εν συνεχεία αυτόν δια μέσου
ανοικτής χειλεκτομής, με τρόπο μη ιατρικώς ενδεδειγμένο, αφετέρου, δε,
κατέστρεψε τμήμα της αρθρικής επιφάνειας και κυρίως της κεφαλής του 1ου
μεταταρσίου του δακτύλου αυτού. Αποτέλεσμα της ανωτέρω διατομής και
ακόλουθης πλημμελούς συρραφής του τένοντα, καθώς και της καταστροφής
τμήματος της αρθρικής επιφάνειας και κυρίως της κεφαλής του 1ου
μεταταρσίου του δακτύλου αυτού, ήταν να επέλθει ολική ρήξη του τένοντα
και να χρειασθεί να υποβληθεί η παθούσα σε νέα χειρουργική επέμβαση
συρραφής του, καθώς και να προκληθούν σε αυτήν σοβαρές οστεοαρθριτικές
αλλοιώσεις της 1ης μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης και να παρουσιαστούν
δυσκαμψία, πόνος και εμφανής λειτουργική δυσχέρεια, με περιορισμό της
κίνησης της άρθρωσης στη ραχιαία έκταση κατά τον κύκλο της βάδισης, ήτοι
να προκληθεί σε αυτήν σωματική βλάβη." Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν
δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και
διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από
τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και
εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα
και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που
αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την
αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, για το οποίο
καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προήλθαν τα
περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τις νομικές σκέψεις
υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.
1β, 28, 314 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και
ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλείπεις ή αντιφατικές παραδοχές ή
διατάξεις, παραβίασε.
Ειδικότερα, α) εκθέτει με πληρότητα και
σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά
του αναιρεσείοντος και συγχρόνως παραβίαση των κανόνων της Ιατρικής
επιστήμης, εντοπιζόμενη στο ότι αυτός κατά την διάρκεια της
αντιμετώπισης της αρθρίτιδας της πρώτης μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης
του άκρου δεξιού ποδός της παθούσας, με κύρια χαρακτηριστικά της πάθησης
την μείωση της ραχιαίας έκτασης του μεγάλου δακτύλου και την ανάπτυξη
οστεόφυτου, με την εφαρμογή μιας ελάχιστα επεμβατικής μεθόδου της
διαδερμικής οστεοτομίας στην πρώτη φάση, από έλλειψη της προσοχής, την
οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει και κατά
παράβαση των κανόνων της ...ς επιστήμης, κατά τη χρήση του υψηλής
ενέργειας γλυφάνου διέταμε τον τένοντα του μακρού εκτείνοντα μέγα
δακτύλου στο επίπεδο της κεφαλής του πρώτου μετατάρσιου, 6mm περίπου
εγγύς της μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης, συρράφοντας δε εν συνεχεία
αυτόν (τένοντα) δια μέσου ανοικτής πλέον χειλεκτομής σε δεύτερη φάση, μη
καταβάλλοντας εκ νέου την επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση
επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος
ιατρός, θα κατέβαλε υπό τις ίδιες περιπτώσεις, με βάση τους κοινώς
ανεγνωρισμένους κανόνες της ...ς επιστήμης, τοποθέτησε ένα μόνο ράμμα,
καίτοι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει περισσότερα ράμματα, λόγω του ότι
αυτός (τένοντας) είχε υποστεί κάποιες αλλοιώσεις λόγω της χρόνιας
πάθησης της πολιτικώς ενάγουσας, και τέλος κατά την αφαίρεση του
ραχιαίου οστεόφυτου και ποσοστού της ραχιαίας αρθρικής επιφάνειας, πάλι
αμελώς συμπεριφερόμενος, με βάση τους κοινώς ανεγνωρισμένους κανόνες της
Ιατρικής επιστήμης, κατέστρεψε τμήμα της τελευταίας και κυρίως της
κεφαλής του 1ου μετατάρσιου του δακτύλου αυτού, β) προσδιορίζει
λεπτομερώς την προκληθείσα στην παθούσα σωματική βλάβη, ήτοι ολική ρήξη
του τένοντα, χρεία υποβολής της παθούσας σε νέα χειρουργική επέμβαση
συρραφής του τένοντα, καθώς και πρόκληση σ’ αυτήν σοβαρών
οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων της 1ης μεταταρσιοφαλαγγικής άρθρωσης και
εμφάνιση δυσκαμψίας, πόνου και εμφανούς λειτουργικής δυσχέρειας, με
περιορισμό της κίνησης της άρθρωσης στη ραχιαία έκταση κατά τον κύκλο
της βάδισης. γ) αιτιολογεί με πειστικές σκέψεις τον αιτιώδη σύνδεσμο
μεταξύ αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος ότι δηλαδή
από τους προαναφερθέντες ανωτέρω λανθασμένους και ανεπιτηδείους
χειρισμούς ήτοι της ανωτέρω διατομής και ακόλουθης πλημμελούς συρραφής
του τένοντα, καθώς και της καταστροφής τμήματος της αρθρικής επιφάνειας
και κυρίως της κεφαλής του 1ου μεταταρσίου του δακτύλου αυτού, επήλθε η
σωματική βλάβη της πολιτικώς ενάγουσας.
Οι ειδικότερες, αντίθετες αιτιάσεις του
αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού: Οι αποδείξεις στις οποίες στηρίχθηκε
το δικαστήριο, δηλαδή τα συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα μνημονεύονται
κατ’ είδος στο προοίμιο της ελάσσονος σκέψεως του αιτιολογικού, χωρίς να
παραλείπεται κάποιο από αυτά (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγουσας,
ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα
έγγραφα, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, απολογία κατηγορουμένου). Η
αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων δεν υπήρξε επιλεκτική, αφού όλα
συνεκτιμήθηκαν. Το γεγονός δε ότι στις παραδοχές της προσβαλλόμενης
αποφάσεως γίνεται επίκληση κάποιων από αυτά, δεν σημαίνει ότι δεν
αξιολογήθηκαν και εκείνα που δεν εξαίρονται. Μάλιστα, ανάμεσα σε εκείνα
τα αποδεικτικά μέσα, των οποίων γίνεται έστω μία φορά μνεία στο κείμενο
της αιτιολογίας, είναι και η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Ε. Χ.. Η
εκ μέρους του δικαστηρίου μη υιοθέτηση των απόψεων του μάρτυρα,
συναδέλφου του κατηγορουμένου, δεν δείχνει ότι δεν συνεκτιμήθηκε η
μαρτυρική κατάθεση, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ο οποίος στην
πραγματικότητα βάλλει κατά της ορθότητας της εκτίμησης των αποδεικτικών
μέσων και πλήττει απαραδέκτως την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του
δικαστηρίου της ουσίας. Η αξιολόγηση της Ιατρικής γνωμάτευσης του Ε. Μ.
από το δικαστήριο δεν περιέχει κάποια αντίφαση που να συνεπάγεται
έλλειμμα αιτιολογίας, η δε αντίθετη περί τούτου αιτίαση του
αναιρεσείοντος υποκρύπτει και πάλι ισχυρισμό για εσφαλμένη εκτίμηση των
αποδείξεων. Περαιτέρω, ουδεμία αντιφατική παραδοχή προκύπτει στο
σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά στην ύπαρξη της
"κυκλοτερούς ουλής" διαμέτρου πέντε (5) χιλιοστών στην εσωτερική
επιφάνεια του άκρου ποδός στο ύψος της πρώτης μεταταρσοφαλαγγικής
άρθρωσης, αφού το δικαστήριο, εκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα, ερμηνεύει
ότι η ύπαρξη της κυκλοτερούς ουλής στο σημείο εκείνο μαρτυρεί την αρχική
εφαρμογή της διαδερμικής επέμβασης. Ούτε ως προς την παραδοχή τη
σχετική με την ύπαρξη δεύτερης ουλής υπάρχει αντίφαση. Το δικαστήριο,
που δέχεται την ύπαρξή της, δεν αποφαίνεται ότι "δεν εντοπίσθηκε" (όπως
ανακριβώς ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) αλλά ότι "δεν καταγράφεται" στην
(μετά 3 έτη και 6 μήνες) πραγματογνωμοσύνη του Β. Μ.. Η επισήμανση, στο
σκεπτικό της αποφάσεως, ότι "τα ράμματα και ειδικώς αυτό (ένα ράμμα) που
χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος ιατρός δεν φαίνονται στη μαγνητική"
(προέρχεται από τα συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν δημιουργεί
κάποιο λογικό κενό, ούτε συνιστά αντιφατική παραδοχή θίγουσα την
πληρότητα της αιτιολογίας. Τέλος, η εκ μέρους του δικαστηρίου μη
υιοθέτηση των απόψεων των συναδέλφων του κατηγορουμένου (Μ. και Τ.) δεν
δείχνει ότι δεν συνεκτιμήθηκαν οι καταθέσεις τους που περιλαμβάνονται
στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο
αναιρεσείων, ο οποίος κατ’ ουσίαν στρέφεται κατά της ορθότητας της
εκτίμησης των αποδείξεων και πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του
δικαστηρίου της ουσίας.
Ενόψει όλων των παραπάνω, ο από το άρθρο
510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως της
κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του δικογράφου των προσθέτων
λόγων υπό τις ειδικότερες αιτιάσεις του, περί έλλειψης ειδικής και
εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία
κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος και α
απορριπτέος.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν κατ’
ουσίαν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να
καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθ.583 παρ.1
Κ.Ποιν.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς
ενάγουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.02.2017
αίτηση, καθώς και τους από 26.04.2017 πρόσθετους λόγους του Α. Α. του
Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμ. 41446, 42790/2016 και
164/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείουσα στα
δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική
δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 25 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου