Απόφαση ΑΠ 1289/2019 - Συκοφαντική δυσφήμηση - Πώληση μηχανής
Ως γεγονός θεωρείται κάθε
συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο
παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό
απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή..
συμπεριφορά, αναφερόμενη
στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται
στην ηθική και την ευπρέπεια
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:
Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα,
Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο
Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο
Κατάστημα του στις 15 Μαΐου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του
Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της
Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του
αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι Φ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος
παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καραγκούνη, δικηγόρο
Αθηνών, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8339/2018 αποφάσεως του Α' Τριμελούς
Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ. Α. του Α.,
κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Α' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων
Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ'
αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της
αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2019
αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου
Αθηνών, Βασιλικής Κονδύλη έλαβε αριθμ. πρωτ. 44/2019, που καταχωρίστηκε
στο οικείο πινάκιο με αριθμό 581/2019.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του
αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον
Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των
διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων,
"όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για
κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του
τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη
δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός
είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με
φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της
συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου
ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου,
είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε
προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των
πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του
εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις
αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση
ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις
αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την
υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος,
που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης
ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη, με την
έννοια της βεβαιότητας, ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την
τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος
δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις
διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική
και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το
άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'
αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από
την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η
κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και
υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν
και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην
εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας
αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το
διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα,
που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση,
για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους,
(μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή
τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να
προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και
όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η
αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και
των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται
ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Στο
έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης για την πληρότητα της αιτιολογίας
είναι η αναγκαία η αναφορά, ότι το γεγονός, που αποτέλεσε περιεχόμενο
του ισχυρισμού ή της διάδοσης, είναι ψευδές και ότι ο ισχυρισμός ή η
διάδοση έγιναν ενώπιον τρίτου. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά
το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του
εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως,
αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που
συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται,
ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως,
όπως συμβαίνει και επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης,
αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση
του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της
πράξης, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται
ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το
στοιχείο της γνώσης. Και τούτο, διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση,
επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του
δράστη, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της
κατάθεσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η
απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει,
όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με
τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός
του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε
δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του
δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση,
περιστατικών. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση
των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των
μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και
αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη
συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις
αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς
ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Στην προκείμενη
περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμό
8339/2018 απόφασής του το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που
δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των
μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά
την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα
ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την πράξη της
συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, η οποία αποτελεί αντικείμενο
της υπό κρίση, από 1-4-2019, αίτησης αναίρεσης του Ι. Φ.: "Η εταιρεία
του κατηγορούμενου έχει την αποκλειστική αντιπροσωπεία στην Ελλάδα των
μηχανημάτων της ιταλικής εταιρείας ... και περί το έτος 2010 πώλησε στον
Λ. Σ. ένα μηχάνημα (ηλεκτρονικό σύστημα για τον προγραμματισμό
εγκεφάλου αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, μάρκας DM SPORT, με σειριακό
αριθμό …29), το τίμημα του οποίου ο ανωτέρω κατέβαλε ολοσχερώς. Εξ
αφορμής αυτής της πώλησης ο κατηγορούμενος γνωρίστηκε με τον πολιτικώς
ενάγοντα, καθόσον τότε εργαζόταν στην επιχείρηση του Λ. Σ.. Το έτος 2012
ο πολιτικώς ενάγων αποχώρησε από την επιχείρηση και κατά την αποχώρηση
του ο Λ. Σ. του παραχώρησε το άνω μηχάνημα, αντί κάποιας αποζημίωσης.
Λίγο καιρό αργότερα ο κατηγορούμενος άρχισε να ενοχλεί τον πολιτικώς
ενάγοντα, αξιώνοντας από αυτόν να του καταβάλει ποσό 21.000 ευρώ, το
οποίο, όπως ισχυριζόταν ο κατηγορούμενος, του όφειλε ο Λ. Σ. για το
τίμημα του μηχανήματος, στη συνέχεια, όμως, κατόπιν μεσολάβησης του Λ.
Σ. αποδέχθηκε ότι το τίμημα του μηχανήματος είχε εξοφληθεί. Το φθινόπωρο
του έτους 2013, ο πολιτικώς ενάγων μετέβη, μαζί με τον φίλο του Δ. Μ.,
που εξετάστηκε ως μάρτυρας, ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει ένα τέτοιο
μηχάνημα και ήθελε να ενημερωθεί, στις εγκαταστάσεις της
κατασκευάστριας εταιρείας στην …. Λόγω του ότι το κόστος αγοράς του
καινούργιου μηχανήματος ήταν μεγάλο, ο Δ. Μ. αποφάσισε να αγοράσει το
μεταχειρισμένο μηχάνημα του πολιτικώς ενάγοντος. Πριν, όμως, προβεί στην
αγορά και ενώ ακόμα βρίσκονταν στην …, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον
κατηγορούμενο, τον ενημέρωσε για την πρόθεσή του να αγοράσει το μηχάνημα
και τον ρώτησε αν υπήρχε κάποια οφειλή του πολιτικώς ενάγοντος σε σχέση
με το μηχάνημα αυτό και έλαβε από αυτόν την απάντηση ότι ήταν πλήρως
εξοφλημένο. Κατόπιν αυτού έγινε η αγοραπωλησία του μηχανήματος και ο Δ.
Μ. το παρέλαβε στην κατοχή του και άρχισε να το χρησιμοποιεί. Περί τα
μέσα Μαΐου του έτους 2014 ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον πολιτικώς
ενάγοντα και του είπε ότι θέλει τα λεφτά του και ότι αν δεν πληρωθεί
στις αρχές Ιουνίου θα κλειδώσει το μηχάνημα. Κατόπιν αυτού ο πολιτικώς
ενάγων προέβη σε έρευνα και διαπίστωσε ότι το χρέος, στο οποίο
αναφερόταν ο κατηγορούμενος, δεν αφορούσε το παραπάνω μηχάνημα, το
οποίο, όπως προεκτέθηκε, ο Λ. Σ. του το είχε καταβάλει, αλλά αναφερόταν
σε χρέος Ό. Α. ύψους 2.200 ευρώ. από αγορά που η τελευταία είχε
πραγματοποιήσει τον Ιούλιο του έτους 2013 από την εταιρεία του
κατηγορούμενου, για το οποίο είχε εκδοθεί σχετικό τιμολόγιο. Παρότι ο
πολιτικώς ενάγων επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε
σχετικά, εκείνος κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάιο μέχρι το μήνα
Ιούλιο του έτους 2014 άρχισε να στέλνει ηλεκτρονικά μηνύματα στα
Αγγλικά στην Ιταλική εταιρεία και συγκεκριμένα στον G. D. L.,
ισχυριζόμενος εν γνώσει του ψευδώς ότι ο πολιτικώς ενάγων είναι
απατεώνας και του έχει "φάει" 21.000 ευρώ για το τίμημα του ανωτέρω
μηχανήματος. Επίσης, τον ίδιο ψευδή ισχυρισμό πρόβαλε και προς τον Δ.
Μ., τον Π. Δ., τον Α. Π. και τον Χ. Τ., με τους οποίους επικοινώνησε
τηλεφωνικά, αν και γνώριζε ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν του όφειλε κανένα
χρηματικό ποσό και ήταν φερέγγυο άτομο στις συναλλαγές. Τα ανωτέρω που ο
κατηγορούμενος ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς προς τα προαναφερόμενα
πρόσωπα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς
ενάγοντος, ως επαγγελματία και ως έντιμου και ηθικού ατόμου, καθόσον τον
εμφανίζουν ως άτομο που μετέρχεται ανήθικες πράξεις. Για όλα τα ανωτέρω
περιστατικά, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από τα
παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου δεν κρίνει αναγκαία την
προσέλευση των μαρτύρων που ζήτησε ο κατηγορούμενος, γι' αυτό και το
σχετικό αίτημα αυτού πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει αυτών, ο
κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της συκοφαντικής
δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση που του αποδίδεται, όπως ορίζεται στο
διατακτικό.
ΙΙΙ. Στη συνέχεια, το
παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον τότε κατηγορούμενο και
ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης
κατ' εξακολούθηση και, αφού δέχθηκε τη συνδρομή στο πρόσωπο του της
ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, επέβαλε σ' αυτόν
ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με
το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν έ ν ο χ ο του ότι: Σε
περισσότερους τόπους μεταξύ των οποίων και η Αθήνα, κατά το χρονικό
διάστημα από τον μήνα Μάιο του έτους 2014 έως τον μήνα Ιούλιο του έτους
2014 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του
ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση διέδωσε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον
ψευδή γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη του και ενώ
γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και
χρόνο με πρόθεση ψευδώς ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων (μεταξύ των οποίων Χ.
Τ., Α. Π., Δ. Μ., Ο. Α., G. D. L., Π. Δ., Λ. Σ.), ότι ο νυν εγκαλών Μ.
Α. έχει φάει 21.000 ευρώ από τον κατηγορούμενο και ότι είναι απατεώνας
και επικίνδυνος, παρότι γνώριζε ότι αυτά είναι αναληθή (ενώ τα αληθή
είναι ότι ο εγκαλών δεν οφείλει χρήματα στον κατηγορούμενο και είναι
φερέγγυο πρόσωπο στις συναλλαγές) και οι ισχυρισμοί αυτοί μπορούν να
βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς φέρεται ότι
τελεί ανήθικες πράξεις και με τον τρόπο αυτό θίγεται η υπόληψη και η
κοινωνική του υπόσταση, ως εμπόρου αλλά και ως έντιμου και ηθικού
ατόμου".
ΙV. Με αυτά που δέχθηκε
το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την
απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική
και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά παραδεκτή
αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και
χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που
αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την
αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το
οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης
κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα
περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την
υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16,
17, 18, 26 παρ. 1 εδ. α', 27 51, 53, 98, 362-363 και 368 του ΠΚ.
Ειδικότερα, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα γεγονότα που ο
αναιρεσείων ισχυρίστηκε προς τα πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτήν για το
πρόσωπο του εγκαλούντος ήταν ψευδή, ενώ παρατίθενται τα αληθή γεγονότα.
Περαιτέρω, αναφέρεται η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των
γεγονότων, η οποία θεμελιώνεται τόσο από τη φύση της συγκεκριμένης
υπόθεσης, όσο και από την προσωπική πεποίθηση αυτού, έτσι ώστε να μη
χρειάζεται να παρατεθούν και άλλα, σχετικά με τη γνώση του, περιστατικά.
V. Κατά το άρθρο 171
παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από
το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη,
προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ)
την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και
την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή
Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των
Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά
Δικαιώματα" (όπως το στοιχ. δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2
του Ν. 3904/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής
Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το
Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του
Συντάγματος, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι
είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με
το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά
Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997,
"κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι
είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις ως
άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών
υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ'
όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί
της δίωξης που ασκήθηκε εις βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το
δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η
ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων
της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο
κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η
αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει στο
δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio
pro reo). Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναίρεσης
της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας,
απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510
παρ. 1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ. 1
στοιχ. δ', ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης.
Εν προκειμένω, οι παρατεθείσες στο
σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραδοχές του Δικαστηρίου της
ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσής του προς απόδειξη της
ενοχής ούτε μετακύλυση στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του
βάρους απόδειξης της αθωότητάς του και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του
κατοχυρωμένου, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τεκμηρίου αθωότητας
αυτού, όπως ο ίδιος αβάσιμα διατείνεται, αφού από το σύνολο των
παραδοχών της τελευταίας προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και
συνεκτιμώντας ανελέγκτως το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε
στην κρίση περί της ενοχής του με την προεκτεθείσα ειδική και
εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό
της παραπάνω απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, διότι
αποδείχθηκε η ενοχή του και όχι, διότι αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει
την αθωότητά του, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον ίδιο,
ενώ από τις προεκτεθείσες παραδοχές της εν λόγω απόφασης ουδόλως
προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς
την ενοχή του αναιρεσείοντος, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού
κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo". Τα υποστηριζόμενα από τον
αναιρεσείοντα, κατά την ανάπτυξη του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ότι
δηλαδή αυτός είχε αθωωθεί αμετακλήτως με την εκκαλούμενη απόφαση, που
δέχθηκε, ότι ο εγκαλών όφειλε σ' αυτόν το ποσό των 2.200 €, ουδεμία
επιρροή ασκούν εν προκειμένω, καθόσον ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από
την επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης εκείνης, είχε αθωωθεί για τη
σχετιζόμενη με το εν λόγω χρηματικό ποσό πράξη της εκβίασης με απειλή
βλάβης του επαγγέλματος του εξαναγκαζομένου, που είναι ανεξάρτητη από
αυτή της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, για την οποία
καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, ο πρώτος
λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη
απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο
ακροατήριο, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου
και ήδη αναιρεσείοντος, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με
άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
VΙ. Με το δεύτερο λόγο
της ένδικης αίτησης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση,
ότι διέλαβε ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, (άρθρ. 510 παρ. 1
στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ), καθόσον α) δεν αποσαφηνίζει το ύψος της οφειλής του
εγκαλούντος προς αυτόν, που αποτελεί κρίσιμο στοιχείο, αφού συνέχεται
με το δόλο του, β) δεν προσδιορίζει το, κατά τους ισχυρισμούς του,
ακριβές ύψος της οφειλής και, αν αυτός γνωστοποίησε αυτή και την αιτία
προέλευσής της προς τον πολιτικώς ενάγοντα και ειδικότερα, αν ζήτησε το
ποσό των 21.000 € ή των 2.200 €, γ) δεν παρέχει εξηγήσεις ως προς το πώς
και γιατί θα προχωρούσε στο κλείδωμα ενός μηχανήματος που ανήκε σε
τρίτο [Δ. Μ.], για οφειλή του εγκαλούντος ή πολύ περισσότερο της Ό. Α.,
δ) δεν διευκρινίζει τις σχέσεις των τελευταίων προσώπων με αυτόν
(κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα) και το μηχάνημα, που δεν έγινε γνωστό,
αν ανήκε στον εγκαλούντα ή την Ό. Α. ή τον Δ. Μ., ε) δεν δίδει απάντηση
για το πώς, ενώ το έτος 2013 ο κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί απέναντι
στο Δ. Μ., ότι δεν όφειλε το μηχάνημα και ο εγκαλών κανένα ποσό προς τον
ίδιο, το έτος 2014 στον ίδιο άνθρωπο επικαλέσθηκε ότι ο εγκαλών του
όφειλε 21.000 ευρώ και ότι έτσι δεν συγκροτείται η αντικειμενική
υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ δημιουργούνται αμφιβολίες ως
προς την ενοχή του, που, σύμφωνα με την αρχή in dubio pro reo, έπρεπε να
ερμηνευθούν υπέρ αυτού. Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης ο
αναιρεσείων απέδωσε στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη ειδικής και
εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας,
(άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Α' Κ.Ποιν.Δ.), διότι, ενώ προέβαλε σειρά
υπερασπιστικών ισχυρισμών σε σχέση με την πράξη της συκοφαντικής
δυσφήμησης και ειδικότερα τα οφειλόμενα 21.000 € και αναφέρθηκε σε σειρά
εγγράφων και δικογράφων, καθώς και το εκεί e.mail, διατεινόμενος, ότι
ουδέποτε αξίωσε το εν λόγω χρηματικό ποσό ούτε κατηγόρησε τον πολιτικώς
ενάγοντα για άρνηση καταβολής, το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε επ'
αυτών, στερώντας από αυτόν το δικαίωμα να τύχει δίκαιης δίκης, το οποίο
παρέχεται από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1
της Ε.Σ.Δ.Α. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης ο
αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στερείται ειδικής
και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα (άρθρ. 510
παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ), διότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έλαβε
υπόψη της και συνεκτίμησε τα ακόλουθα αναγνωσθέντα επ' ακροατηρίου
έγγραφα, ήτοι την από 4.7.2014 αγωγή του Δ. Μ., την από 22.7.2015 αίτηση
του ιδίου για λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Πειραιά, την
υπ' αρ. 2026/2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Ό. Α. στο Ειρηνοδικείο
Πειραιά, την από 4.7.2016 έγκληση της Ό. Α., την υπ' αρ. 95/2016 απόφαση
του Ειρηνοδικείου Πειραιά και τα πρακτικά αυτής και τέλος την από
4-11-2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά,
από τα οποία προέκυπτε, ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, γεννήθηκε
έντονη αντιδικία μεταξύ του κατηγορουμένου και των Δ. Μ. και Ό. Α., που
αφορούσε το "κλείσιμο" του μηχανήματος DΙMSPORT και ότι, ενώ αναφέρεται
ο αποκλεισμός του μηχανήματος, δεν προβάλλεται αξίωση από αυτόν για
πληρωμή ποσού 21.000 € από τα εκεί πρόσωπα. Οι εμπεριεχόμενοι, όμως,
στους παραπάνω δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης ισχυρισμοί του
αναιρεσείοντος, περί του ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει η
εκ μέρους του τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, καθώς και οι
συναφείς διάσπαρτες αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που
συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της
προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του
αποδεικτικού πορίσματός της, καθόσον αναφέρονται σε διαφορετική
αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος
ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών αιτιάσεων, πλήττεται
ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του
Δικαστηρίου της ουσίας, ενώ, εξάλλου, τους προβαλλόμενους από τον
αναιρεσείοντα αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν
έχριζαν ιδιαίτερης αιτιολογάις, ως μη "αυτοτελείς", αντιμετώπισε το
Δικαστήριο της ουσίας, απαντώντας σ' αυτούς με την πλήρως αιτιολογημένη
κύρια απόφαση του επί της ενοχής . Επιπροσθέτως, στην προσβαλλόμενη
απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανώμοτη
κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα
κατηγορίας, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και λοιπά αναγνωσθέντα στο
ακροατήριο έγγραφα, από τα οποία το άνω Δικαστήριο συνήγαγε τα
περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση,
χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από
το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ
από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο,
ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως
αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της, μεταξύ των οποίων
και τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και δεν προέβη σε
επιλεκτική αξιολόγηση αυτών. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι παραπάνω
δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
VΙΙ. Από τις
συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 δ', 333, 334 ΚΠοινΔ και 6
παρ. 1 και 3β' της ΕΣΔΑ προκύπτει, ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος
δικαιούται δίκαιης δίκης και έχει όλα τα εκ του νόμου οριζόμενα
δικαιώματα, πλην όμως, ούτε αυτός ούτε ο συνήγορός του μπορούν, καθώς
από τον σκοπό των εν λόγω διατάξεων, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 25
παρ. 3 Συντάγματος, συνάγεται, να τα ασκούν καταχρηστικά και ειδικότερα
να παρελκύουν την συζήτηση της υπόθεσης με το να επανυποβάλλουν ήδη
τεθείσες από αυτούς ερωτήσεις προς τους μάρτυρες ή τοιαύτες άσκοπες ή
εκτός θέματος, διότι, έτσι, παραβιάζεται, το μεν η αρχή της ταχείας
διεξαγωγής της ποινικής δίκης, το δε αυτή της ανεύρεσης της ουσιαστικής
αλήθειας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση
των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται σχετικώς τα
ακόλουθα "Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου Γ.
Φ., αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την
επανεξέταση του πολιτικώς ενάγοντος για να του υποβάλλει ερωτήσεις. Η
Πρόεδρος κάλεσε τον πολιτικώς ενάγοντα, αλλά έκρινε ότι οι ερωτήσεις του
συνηγόρου υπεράσπισης προς αυτόν είναι άσκοπες, καθόσον έχουν ήδη
υποβληθεί κατά τη διάρκεια της εξέτασης του και απαντηθεί από αυτόν και
δεν επέτρεψε σ' αυτόν (συνήγορο υπεράσπισης) να τις υποβάλλει εκ νέου.
Κατόπιν αυτού ο ανωτέρω συνήγορος προσέφυγε στο Δικαστήριο, προκειμένου
να του επιτραπεί να υποβάλλει ερωτήσεις προς τον πολιτικώς ενάγοντα. Η
Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί
το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου για την προσφυγή στο
Δικαστήριο, κατ' άρθρο 335 παρ. 2 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 333 παρ.
2 ΚΠΔ.". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, με
παρεμπίπτουσα απόφαση, την προσφυγή στο Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 335 παρ. 2
Κ.Ποιν.Δ, του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, έχουσα το
ακόλουθο σκεπτικό: "Στην προκείμενη περίπτωση, η διευθύνουσα τη συζήτηση
δεν επέτρεψε στον ανωτέρου συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου την
υποβολή ερωτήσεων προς τον πολιτικώς ενάγοντα, καθόσον οι ερωτήσεις
αυτές έχουν επανυποβληθεί και κατόπιν αυτού ο συνήγορος υπεράσπισης
προσέφυγε στο Δικαστήριο. Η προσφυγή του συνηγόρου υπεράσπισης πρέπει να
απορριφθεί ως αβάσιμη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις,
δεδομένου ότι οι ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης προς τον πολιτικώς
ενάγοντα κρίνονται άσκοπες, καθόσον ήδη υποβλήθηκαν και ο πολιτικώς
ενάγων έχει απαντήσει επ' αυτών, όπως ειδικότερα αναφέρεται παραπάνω
στην κατάθεση του.". Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η μεν Διευθύνουσα τη
διαδικασία Εφέτης επέτρεψε την επανεξέταση του πολιτικώς ενάγοντος και
την υποβολή σ' αυτόν ερωτήσεων από το συνήγορο υπεράσπισης του
κατηγορουμένου, πλην διαπιστώνοντας, ότι αυτές είχαν ήδη υποβληθεί και
απαντηθεί, τις απαγόρευσε ως άσκοπες, ο δε συνήγορος υπεράσπισης του
κατηγορουμένου προσέφυγε στο Δικαστήριο για να επιτραπεί σ' αυτόν η
υποβολή ερωτήσεων προς τον πολιτικώς ενάγοντα, αορίστως, χωρίς
ειδικότερο προσδιορισμό. Το Εφετείο, που ακροάστηκε την προσφυγή του
συνηγόρου του κατηγορουμένου σε ολόκληρο το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα
απόφαση, έκρινε ομοίως με την προσήκουσα αιτιολογία, άσκοπες τις
υποβληθείσες ερωτήσεις, καθόσον είχαν επανυποβληθεί και απαντηθεί και
απέρριψε το σχετικό αίτημα.
Συνεπώς, ο σχετικός πέμπτος λόγος της
ένδικης αίτησης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Α' Κ.Ποιν.Δ, με
τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση για
έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα
της διαδικασίας, λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του
κατηγορουμένου, είναι αβάσιμος.
VΙΙΙ. Με τον έκτο λόγο
της ένδικης αίτησης ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι το Εφετείο με την
προσβαλλόμενη απόφασή του υπερέβη την εξουσία του, καθόσον, ενώ από το
περιεχόμενο της έγκλησης δεν προέκυπτε, ότι αυτός ισχυρίστηκε προς
τρίτους τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, τον καταδίκασε για
την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ο λόγος αυτός από το άρθρο 510 παρ. 1
στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ, είναι αβάσιμος, διότι εδράζεται σε αναληθή
προϋπόθεση, αφού από το περιεχόμενο της ένδικης, από 11-9-2014,
έγκλησης, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας και παραδεκτώς
επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού
ελέγχου, σαφώς προκύπτουν τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική
και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης,
για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.
ΙΧ. Κατ' ακολουθία,
αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να
απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο
αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται,
ότι ο πολιτικώς ενάγων, Μ. Α., δεν παραστάθηκε στην αναιρετική δίκη,
καίτοι είχε κληθεί νόμιμα προς τούτο και όφειλε να εμφανιστεί στην
παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από το από 22-04-2019 αποδεικτικό
επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου,
Α. Σ., που υπάρχει στον φάκελο της Δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01 Απριλίου 2019 αίτηση του Ι Φ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 8339/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Απορρίπτει την από 01 Απριλίου 2019 αίτηση του Ι Φ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 8339/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου