ΑΣΤΙΚΟ - ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ - ΑΠ 610/2019 - Προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης σε ερήμην απόφαση του Εφετείου
Υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου
έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι ..
παρήλθε η
δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην
αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς
διάδικος παραιτήθηκε νομίμως ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή
του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:
Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή
Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση
στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της
γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που
εδρεύει στην ….και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του
πληρεξουσίου δικηγόρου ..., ο οποίος δεν κατέθεσε
προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:
1)Σ. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) Εταιρείας με την επωνυμία " ...
Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … οι οποίοι αμφότεροι
δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από
19-5-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο
Αθηνών. Εκδόθηκαν η 367/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου
δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11748/2017 απόφαση του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η
αναιρεσείουσα με την από 8-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που
εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως
σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία
Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110
παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι,
αν κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν
μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο
ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της
αίτησης αναίρεσης και αν με τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο
απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή
κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την
συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι
διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της
συζήτησης της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη
συζήτηση της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για
συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010). Στην προκειμένη περίπτωση
προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ.
…29/20-4-2018 και …..30/20-4-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής
επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π. ότι η συζήτηση της κρινόμενης
αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 11748/2017 απόφασης του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών επισπεύθηκε με φροντίδα της αναιρεσείουσας η οποία
προς τον σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους
αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης
με πράξη κατάθεσης της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και
προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με
αριθμό πινακίου 21 την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας,
κατά την οποία οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν να παραστούν (αρθ. 122
παρ.1, 123, 126 παρ. 1 περ. α, 128 παρ. 1-4, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1 και
2, 568 ΚΠολΔ). Κατά την δικάσιμο όμως αυτή οι αναιρεσίβλητοι δεν
παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της
υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα
ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου,
για τον λόγο δε αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η
συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τον
συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β, 321 και 495
παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται η απόφαση που είχε
καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου,
δηλαδή κατά τον χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία
του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε
τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε
περαιτέρω εξουσία, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκεινται
στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής
ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην
διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.
Συνεπώς, ερήμην οριστική απόφαση του
Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε
ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση
αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο
δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως
ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση
αυτού, διότι έκτοτε καθίστανται αυτή τελεσίδικη και προσβλητή με
αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ
241/2015, ΑΠ 1466/2010, ΑΠ54/2009). Σε περίπτωση δε που αποδεικνύεται
ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη η αναίρεση
απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση από την
παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας
προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 19-5-2016 αγωγής της ήδη
αναιρεσίουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων με την οποία ζητούσε να
υποχρεωθούν οι τελευταίοι, εις ολόκληρο ο καθένας, να της καταβάλουν
λόγω οφειλόμενης μεσιτικής αμοιβής το ποσό των 2.500 ευρώ πλέον αυτού
των 600 ευρώ λόγω Φ.Π.Α, νομιμοτόκως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 367/10-10-2016
απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η άνω αγωγή.
Ακολούθως και κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως κατά της απόφασης αυτής εκ
μέρους της ενάγουσας (αναιρεσίουσας), εκδόθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων
(αναιρεσιβλήτων) η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση κατ' ουσίαν. Κατά της ανωτέρω
εφετεικής απόφασης η ηττηθείσα εκκαλούσα άσκησε την ένδικη αίτηση
αναίρεσης, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει
καταστεί τελεσίδικη ως προς τους ερημοδικασθέντες εφεσίβλητους και ήδη
αναιρεσίβλητους, δεδομένου ότι αυτοί δικαιούνται να την προσβάλουν με
ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της
δικογραφίας, ούτε άλλωστε γίνεται σχετική επίκληση από την παριστάμενη
αναιρεσείουσα, είτε επίδοση προς αυτούς της προσβαλλόμενης ως άνω
εφετειακής απόφασης και παρέλευση της προς άσκηση ανακοπής προθεσμίας,
είτε παραίτηση αυτών από το σχετικό δικαίωμα. Κατ' ακολουθίαν αυτών και
σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η ένδικη αίτηση αναίρεσης
κρίνεται, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι
ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 8-2-2018 αίτηση για αναίρεση της 11748/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου