ΠΟΙΝΙΚΟ - ΑΠ 347/2018 - Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος να χτίζει σε δάσος
Δεν υπάρχει αναγκαιότητα ανάγνωσης
του εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει
από το περιεχόμενο
άλλου έγγραφου, που αναγνώστηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης
στο ακροατήριο.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:
Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα,
Δημήτριο Τζιούβα, Μαρία Γκανιάτσου και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου -
Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση
στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία του
Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η
Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να
δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Τ. του Ξ.,
κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2547/2017 απόφασης του Τριμελούς
Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων)
Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’
αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για
τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2017, που
επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 21 Σεπτεμβρίου 2017,
έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../21-9-2017 αίτησή της αναιρέσεως, και
καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της
αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον
Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων
Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη με αριθμ.
2547/2017 απόφαση του, καταδίκασε την κατηγορούμενη και τώρα
αναιρεσείουσα σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την εκτέλεση της
οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια και σε συνολική χρηματική ποινή
επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης του
άρθρου 71 παρ. 1 Ν. 998/1979, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο
46 παρ. 1 Ν. 2145/1993, 23 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938, όπως η παρ. 1
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 Α.Ν. 263/1968 και 17 παρ. 8α Ν.
1337/1983, όπως η παρ. 8 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 4 Ν.
3212/2003.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 71 του
Ν. 998/1979, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 46 παρ. 1 Ν.
2145/1993, εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και
κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ υπέρβαση των υπό του
παρόντος νόμου προβλεπόμενων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε
κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή
πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής
εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός
έτους και με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι
πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του Α.Ν.
1539/1938, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του
Α.Ν. 263/1968, ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου
κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου,
τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέλτως, δια φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6)
μηνών, ης δεν συγχωρείται η μετατροπή, και δια χρηματικής ποινής,
τουλάχιστον εκατόν χιλιάδων (100.000) δραχμών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο
17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, όπως η παρ. 8 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5
παρ. 4 του Ν. 3212/2003, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων
και οι εργολάβοι τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6)
μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) μέχρι πενήντα
χιλιάδες (50.000) δραχμές ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και
το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Εξάλλου,
από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364
παρ. 1 και 369 του Κ.Π.Δ., συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση που
το δικαστήριο λάβει υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά
με την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την
προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζεται η άσκηση
του απορρέοντος από την διάταξη του άρθρου 358 του άνω Κώδικα
δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και να παρέχει
εξηγήσεις επί του αποδεικτικού αυτού μέσου και επέρχεται απόλυτη
ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, ιδρύουσα
λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ. Όταν, όμως,
δεν πρόκειται για αποδεικτικό της κατηγορίας έγγραφο, αλλά για έγγραφο
που συνάπτεται με την κατηγορία και αποτελεί, κατ’ αυτή, προσδιοριστικό
στοιχείο του υλικού αντικειμένου του εγκλήματος, δεν υπάρχει
αναγκαιότητα ανάγνωσής του, αφού το κατηγορητήριο προεπιδίδεται στον
κατηγορούμενο, ο οποίος είναι, κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης
(κατηγορίας), γνώστης αυτού και επομένως μπορεί, κατά την απόκρουση της
κατηγορίας, να εκθέσει τις απόψεις του και να παράσχει τις απαιτούμενες
επί του εγγράφου αυτού εξηγήσεις, οπότε δεν παραβλάπτονται τα
υπερασπιστικά του δικαιώματα και δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.
Επίσης, δεν υπάρχει αναγκαιότητα ανάγνωσης του εγγράφου, το περιεχόμενο
του οποίου προκύπτει από το περιεχόμενο άλλου έγγραφου, που αναγνώστηκε
κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος
λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, περί απόλυτης ακυρότητας της
διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την
περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του στην με αριθμ. .../12-8-1986
απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η οποία μνημονεύεται στο
σκεπτικό και διατακτικό της χωρίς να αναφέρεται στα αναγνωστέα έγγραφα,
είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων
της δικογραφίας, εν λόγω απόφαση αναφέρεται στο ... κατηγορητήριο,
αποτελεί δηλαδή στοιχείο αυτού, το οποίο προεπιδόθηκε στην
κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, η οποία ήταν, κατά την προφορική συζήτηση
της υπόθεσης (κατηγορίας), γνώστης αυτού και επομένως μπορούσε, κατά την
απόκρουση της κατηγορίας, να εκθέσει τις απόψεις της και να παράσχει
τις απαιτούμενες επί του εγγράφου αυτού εξηγήσεις. Επιπροσθέτως, κατά το
άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 98/1979, η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων
ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου Νομάρχη, καθοριζούσης σαφώς τα όρια
της εκτάσεως, η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης
υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν
φωτοσμικρύνσει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Στη συγκεκριμένη
περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης
απόφασης, προκύπτει ότι αναγνώστηκε το με αριθμ. 781/9-9-1986 Φ.Ε.Κ,
στο οποίο περιέχεται η προαναφερόμενη με αριθμ. .../12-8-1986 απόφαση
του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα η
περιγραφόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση έκταση, καθώς και το
σχεδιάγραμμα που την συνόδευε.
Συνεπώς, η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της
ως άνω απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και, συνακόλουθα, και εξ
αυτού του λόγου είναι αβάσιμος ο προμνημονευόμενος, εκ του άρθρου 510
παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης. Η επί μέρους
σχετική αιτίαση της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας, ότι στα αναγνωστέα
έγγραφα αναφέρεται ότι η .../7-2-2000 Πράξη χαρακτηρισμού είναι του ...,
ενώ στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό ότι είναι
του ..., που είναι και το ορθό, είναι ομοίως αβάσιμη, δοθέντος ότι η εν
λόγω διαφοροποίηση ουδεμία ασκεί νόμιμη επιρροή, αφού από προφανή
παραδρομή αναφέρεται στα αναγνωστέα έγγραφα ότι συντάχθηκε από το ....
Πέραν αυτού, και η παραπάνω πράξη αναφέρεται στο ... κατηγορητήριο, που
προεπιδόθηκε στην κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, η οποία ήταν, κατά την
προφορική συζήτηση της υπόθεσης (κατηγορίας), γνώστης αυτού και επομένως
μπορούσε, κατά την απόκρουση της κατηγορίας, να εκθέσει τις απόψεις της
και να παράσχει τις απαιτούμενες επί του εγγράφου αυτού εξηγήσεις.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η
αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 71 παρ. 1 Ν.
998/1979, ήτοι, για το ότι προέβη στην κατασκευή κτίσματος εντός δασικής
έκτασης που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, χωρίς να έχει δικαίωμα,
προκαλώντας έτσι ανεπίτρεπτη μεταβολή στη χρήση δάσους, η οποία
(παράνομη παρέμβαση σε αναδασωτέα έκταση) είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής
της πράξης της αυθαίρετης κατασκευής χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής,
της παράβασης, δηλαδή, του άρθρου 17 παρ. 1 8α του Ν. 1337/1983, για την
οποία ορθώς επίσης καταδικάστηκε, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές
πράξεις (ΑΠ 25/2008), που συρρέουν αληθώς μεταξύ τους.
Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με
τον σχετικό περί διπλής καταδίκης για την ίδια πράξη, λόγο της αίτησης
αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί η αναιρετική
πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, από
το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ., απαραδέκτως προβάλλονται.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων
93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και
εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης
από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με
πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά
περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη
συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος,
οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους
οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική
διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι
παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που
αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα
γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα
απ’ αυτά χωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο
(Πλημμελημάτων) Αθηνών με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, όπως
προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτά
συμπληρώνουν την αιτιολογία της, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα
αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε κατά την
αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά
περιστατικά: "Σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία του μήνα Ιουνίου 2010, η
κατηγορούμενη με πρόθεση, κατέλαβε αυτογνωμόνως, χωρίς δικαίωμα, δημόσια
έκταση, εμβαδού 291,481 τ.μ. η οποία βρίσκεται στη θέση "... της
κτηματικής περιφέρειας του ... και η οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με
την υπ’ αρθ. .../12-8-1986 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και
την υπ’ αριθ..../7-2-2000 πράξη χαρακτηρισμού του ... και κατασκεύασε
στο πρανές ρεύματος, χωρίς να έχει εφοδιαστεί με την απαιτούμενη κατά
νόμο άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, περίφραξη με
τσιμεντόλιθους, μήκους 70 μ. περίπου, επάνω στους οποίους τοποθέτησε
περίφραξη με δικτυωτό σύρμα, στηριζόμενη σε πασσάλους ύψους 1,50 μ.,
περίπου, επεκτείνοντας με τον προαναφερόμενο τρόπο τη νότια πλευρά
αγροτικού ακινήτου της. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των
αποδιδόμενων σε αυτή πράξεων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο
διατακτικό ...". Στη συνέχεια, με το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη
απόφαση κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη επί λέξει του ότι "στην Δασική
θέση "..." της περιφέρειας του ..., το μήνα Ιούνιο του έτους 2010, σε μη
επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες
πράξεις : Α) Εντός δασικής έκτασης χωρίς δικαίωμα ανήγειρε κτίσμα.
Συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη εντός δημόσιας δασικής έκτασης εμβαδού
291,181 τ. μ. που βρίσκεται στην ανωτέρω θέση, προέβη στην κατασκευή στο
πρανές ρεύματος περίφραξης με τσιμεντόλιθους, μήκους 70,00 μ περίπου
και πάνω σε αυτούς τοποθέτησε περίφραξη με διχτυωτό σύρμα στηριζόμενη σε
πασσάλους ύψους 1.50 μ. περίπου, με αποτέλεσμα την επέκταση του
αγροτικού ακινήτου στη νότια πλευρά, η δε ανωτέρω έκταση είχε κηρυχθεί
αναδασωτέα με την υπ’ αρθ. .../12-8-1986 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής
Αττικής και την υπ’ αριθ..../7-2-2000 πράξη χαρακτηρισμού του .... Β)
Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, κατέλαβε αυτογνωμόνως δημόσιο κτήμα,
ευρισκόμενο αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου και συγκεκριμένα,
κατέλαβε αυτογνωμόνως κτήμα και δη δημόσια έκταση, εμβαδού 291,181 τ.
μ. κείμενο στην ανωτέρω θέση, προβαίνοντας στην κατασκευή στο πρανές
ρεύματος περίφραξης με τσιμεντόλιθους μήκους 70,00 μ περίπου και πάνω σε
αυτούς τοποθέτησε περίφραξη με διχτυωτό σύρμα στηριζόμενη σε πασσάλους
ύψους 1.50 μ περίπου, το οποίο (κτήμα) βρίσκεται αναμφισβητήτως υπό την
κατοχή του Δημοσίου. Γ) Στον ίδιο ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση
προέβη ως ιδιοκτήτρια στην εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών και
ειδικότερα, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά της προέβη στην ανωτέρω
δασική έκταση στην κατασκευή στο πρανές ρέματος περίφραξης με
τσιμεντόλιθους μήκους 70,00 μ περίπου και πάνω σε αυτούς τοποθέτησε
περίφραξη με διχτυωτό σύρμα στηριζόμενη σε πασσάλους ύψους 1.50 μ
περίπου, με αποτέλεσμα την επέκταση του αγροτικού ακινήτου στην νότια
πλευρά, χωρίς να εφοδιασθεί προηγουμένως με την απαιτούμενη κατά νόμο
άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο
(Πλημμελημάτων) Αθηνών στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε σ’ αυτήν
την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και
του Κ.ΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται σε
αυτήν, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό
της, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την
αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η
κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και
υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα
θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις
εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. Ια, 27
παρ. 1 ΠΚ, άρθρ. 71 παρ. 1 Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ.
46 παρ. 1 του Ν. 2145/1993, 23 παρ, 1 ΑΝ 1539/1938, όπως
αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 2 ΑΝ. 263/1968 και 17 παρ. 1, 8 α Ν.
1337/1983, όπως η παρ. 8 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 5 παρ. 4
Ν.3212/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε
ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, αιτιολογείται η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της
ουσίας, για τις ως άνω πράξεις, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης
απόφασης ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη προέβη στην πράξη της
παράνομης κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης εμβαδού 291,181τ.μ. στην
ανέγερση κτίσματος μέσα σε αυτή και εκτέλεση οικοδομικών εργασιών χωρίς
την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, καθώς και ότι
η έκταση αυτή, εντός της οποίας προέβη εκείνη στην κατά τα άνω
παρέμβαση είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ’ αριθμό .../12-8-2006
Απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και την με αριθμ. .../7-2-2000
Πράξη χαρακτηρισμού του ..., στοιχεία που στοιχειοθετούν τη νομοτυπική
μορφή των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε η
αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το
άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, σχετικός λόγος της αίτησης
αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη
ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Με τα δεδομένα
αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο
σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η
αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμ. πρωτ.
.../21-9-2017 αίτηση της Μ. Τ. του Ξ., κατοίκου ..., οδός ..., για
αναίρεση της με αριθμ. 2547/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου
(Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου ....
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου ....
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου