ΠΟΙΝΙΚΟ - ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ - ΑΠ 427/2020 - Έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων - Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευσή τους
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο
οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την
έννοια της αμφιβολίας, της
πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί
αποδοχής, της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του
δράστη να προβεί στην έκδοση ή αποδοχή των πλαστών ή εικονικών
φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:
Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-
Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη
Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο
Κατάστημα του στις 4 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα
του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Πεπόνη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του
Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του
αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Ν. του Α., κατοίκου ... που
εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ..., για
αναίρεση της υπ' αριθμ. 203, 224/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου
Κακουργημάτων Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων
Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ'
αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της
αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12-10-2018
αίτησή του, καθώς και στους από 16-11-2018 πρόσθετους λόγους που
καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1332/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του
αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον
Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης
και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-10-2018 και με αριθμ.
εκθ. 7/2018 αίτηση του Κ. Ν. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 203,
224/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων
Πειραιώς καθώς και οι από 16-11-2018 πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν με
χωριστό δικόγραφο στις 16-11-2018, έχουν ασκηθεί νομότυπα και
εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1
εδ. α' και 4 του Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη
φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", που δεν μεταβλήθηκαν με τις
τροποποιήσεις που επήλθαν στη συνέχεια στον άνω νόμο με τα άρθρα 40 παρ.
1 Ν. 3220/2004 και 3 παρ. 2 Ν. 3943/2011, " 1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή
εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά
φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν
διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης
τουλάχιστον τριών (3) μηνών.... 4.Εικονικό είναι το στοιχείο που
εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής....".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του
ανωτέρω εγκλήματος, που συνιστά μία από τις προβλεπόμενες στο νόμο
περιπτώσεις φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το
δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών
φορολογικών στοιχείων ή η νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων.
Εικονικό δε είναι και το φορολογικό στοιχείο, εκτός άλλων, όταν
εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολο της ή και για μέρος αυτής.
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω
και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας
των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής, της εικονικότητας αυτών και
περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση ή
αποδοχή των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση
γνήσιων στοιχείων. Ήδη, δια του άρθρου 8 του Ν. 4337/2015
(Φ.Ε.Κ. Α129/17-10-2015), αντικαταστάθηκαν οι παραπάνω διατάξεις με την
αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5, που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013
"Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ", με την οποία προβλέπονται τα
εξής: "(εδ. α ). Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία,
καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει
τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου,
τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν
τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη
κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης
τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος, (εδ. β')
Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για
ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με
φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των
εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε
χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το
ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. (εδ. γ' )
Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία
που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις
πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την
τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.... (εδ. στ' ) Εικονικό είναι το
φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της
ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα
μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο,
με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε
έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.... (εδ. θ'). Δεν είναι
εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική
συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που
αναγράφεται στο στοιχείο....". Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 66
παρ. 5 εδ. α7 , β7 και γν του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει, κατά τα άνω,
προκύπτει ότι από 17- 10-2015 και εφεξής η πράξη της εκδόσεως πλαστών ή
εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών
φορολογικών στοιχείων ή της νοθεύσεως τέτοιων στοιχείων, έχει γίνει
ανέγκλητη στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω
φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξεως
φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ίδιου νόμου (δηλαδή αποφυγής
πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου
πλοίων), οπότε δεν είναι πλέον αυτοτελώς κολάσιμη, αλλά απορροφάται από
την άλλη εγκληματική φορολογική πράξη, η οποία καλύπτει και την απαξία
της πρώτης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από
τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και
εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως
από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με
σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά
περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία
στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών
και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο
κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις
υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές
διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η
αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα
οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να
προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς
να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία
του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ούτε αξιολογική συσχέτιση και
σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο
βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε
χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα
αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ'
αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση
παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση
του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του,
διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για
την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών
περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν
αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση
του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της
πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με
υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ
εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της αποδοχής εικονικών
φορολογικών στοιχείων, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται
σε απλό δόλο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510
παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής
ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο
αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ
εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο,
δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι
αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης
εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω
αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ
πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα
της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και
του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του
εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που
καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή
του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, δεν αποτελούν
λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η
εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των
εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού
στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων
μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της
ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η
αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως
προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεώς του, το
Τριμελές Εφετείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων
των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή,
δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος (Κ. Ν.), ο
οποίος διατηρούσε, στο ... (επί της οδού ...), ατομική επιχείρηση, με
αντικείμενο δραστηριότητας τον εξοπλισμό καταστημάτων χονδρικής εμπορίας
και κατασκευής ψυκτικών θαλάμων, κατά τις φορολογικές χρήσεις των ετών
2003 και 2005, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του
ίδιου εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, στο πλαίσιο της ανωτέρω
επιχειρηματικής δράστηριότητάς του, αποδέχθηκε, με πρόθεση, εικονικά
φορολογικά στοιχεία ως ακολούθως: α) κατά τη χρήση του έτους 2003, αυτός
αποδέχθηκε 4 φορολογικά στοιχεία (3 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και ένα
τιμολόγιο - δελτίο αποστολής), συνολικής καθαρής αξίας 25.350 ευρώ
(πλέον Φ.Π.Α. 4.563 ευρώ), τα οποία είχε εκδώσει για ανύπαρκτες
συναλλαγές, προς αυτόν, η εκδότρια επιχείρηση με την επωνυμία "...", η
οποία ήταν εικονική επιχείρηση στο σύνολο της, αφού ουδέποτε απέκτησε
πραγματική οικονομική υπόσταση, ούτε είχε θεωρήσει βιβλία και στοιχεία
του Κ.Β.Σ., μάλιστα, αυτή υπέβαλλε δήλωση διακοπής δραστηριότητας για
την περίοδο από 23-4-2003 και εντεύθεν, και β) κατά τη χρήση του έτους
2005, αυτός αποδέχθηκε 41 φορολογικά στοιχεία (δελτία αποστολής -
τιμολόγια), συνολικής καθαρής αξίας 427.782,50 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α.
80.674,51 ευρώ), τα οποία είχε εκδώσει, για ανύπαρκτες συναλλαγές, προς
αυτόν, η εκδότρια εταιρία με επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", η οποία εικονική
επιχείρηση στο σύνολο της, αφού ουδέποτε απέκτησε πραγματική οικονομική
υπόσταση, ούτε είχε θεωρήσει βιβλία και στοιχεία του Κ.Β.Σ., μάλιστα,
ουδέποτε αυτή προέβη στην αγορά κάποιων εμπορευμάτων ή πρώτων υλών. Τα
προεκτεθέντα φορολογικά στοιχεία, όπως αυτά περιλαμβάνονται στο σύνολο
τους στην υπ' αριθ. πρωτ. 608 από 30-01-2008 έκθεση κατάσχεσης βιβλίων -
στοιχείων, αναφέρονται καθ' όλα τα στοιχεία τους στους πίνακες που
παρατίθενται στο διατακτικό, και η συνολική αξία αυτών (εικονικών
φορολογικών στοιχείων) ανέρχεται σε 453.132,50 ευρώ, δηλαδή υπερβαίνει
το ποσό των 150.000 ευρώ (και ήδη των 200.000 ευρώ). Σημειωτέον ότι ο
κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι τα προαναφερθέντα φορολογικά στοιχεία
δεν αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές, δηλαδή ήταν εικονικά, έλαβε αυτά
και τα καταχώρησε στα τηρούμενα φορολογικά βιβλία από την ανωτέρω
επιχείρηση, που αυτός διατηρούσε. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο
κατηγορούμενος της αντίστοιχης αξιόποινης πράξης της φοροδιαφυγής
(αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση) για την
οποία κατηγορείται και καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, όπως ειδικότερα
εκτίθεται στο διατακτικός".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον
κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Ο κατηγορούμενος,
υπό την ιδιότητα του ως υπευθύνου ατομικής επιχείρησης, με αντικείμενο
δραστηριότητας εξοπλισμοί κατ/των χονδρικής, με έδρα στον ... (επί της
οδού ...), κατά τις φορολογικές χρήσεις των ετών 2003 και 2005, με
περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος,
της φοροδιαφυγής, για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, τέλεσε εκ
προθέσεως έγκλημα, τιμωρούμενο εκ του νόμου με στερητική της ελευθερίας
ποινή. Συγκριμένα, εικονικό είναι το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή
έχει ληφθεί από εικονική εταιρία (εμπορική επιχείρηση), καθώς και αυτό
που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για συναλλαγή που
πραγματοποιήθηκε από άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν
έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει
στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο
στοιχείο διεύθυνση, Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Ειδικότερα, στον
ανωτέρω τόπο (επί της οδού ... στον ...), όπου αυτός διατηρούσε ατομική
επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή ψυκτικών θαλάμων, κατά
τους κάτωθι ειδικότερα αναφερόμενους χρόνους, που αντιστοιχούν στην
κάτωθι αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης εκάστου φορολογικού στοιχείου: α)
κατά τη χρήση του έτους 2003, αυτός αποδέχτηκε τέσσερα (4) φορολογικά
στοιχεία (3 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και ένα τιμολόγιο - δελτίο
αποστολής), συνολικής καθαρής αξίας 25.350 ευρώ, τα οποία είχε εκδώσει
για ανύπαρκτες συναλλαγές προς αυτόν, η εκδότρια επιχείρηση με την
επωνυμία "...", η οποία ήταν εικονική επιχείρηση στο σύνολο της, αφού
ουδέποτε απέκτησε πραγματική οικονομική υπόσταση, ούτε είχε θεωρήσει
βιβλία και στοιχεία του Κ.Β.Σ. και β) κατά τη χρήση του έτους 2005,
αυτός αποδέχτηκε σαράντα ένα (41) φορολογικά στοιχεία (δελτία αποστολής -
τιμολόγια), συνολικής καθαρής αξίας 427.782,50 ευρώ, τα οποία είχε
εκδώσει, για ανύπαρκτες συναλλαγές, προς αυτόν, η εκδότρια εταιρία με
την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", η οποία ήταν εικονική επιχείρηση στο σύνολο
της, αφού ουδέποτε απέκτησε πραγματική οικονομική υπόσταση, ούτε είχε
θεωρήσει βιβλία και στοιχεία του Κ.Β.Σ., όπως αυτά ενσωματώθηκαν στο
σύνολο τους στην υπ' αριθ. πρωτ. 608 από 30-01-2008 έκθεση κατάσχεσης
βιβλίων - στοιχείων, η συνολική αξία των οποίων (εικονικών φορολογικών
στοιχείων) ανέρχεται σε 453.132,50 ευρώ, δηλαδή υπερβαίνει το ποσό των
150.000 ευρώ (και ήδη των 200.000 ευρώ). Ειδικότερα, τα προαναφερθέντα
φορολογικά στοιχεία παρατίθενται καθ' όλα τα στοιχεία τους στους
ακόλουθους πίνακες (υπ' αριθ. 1 και 2):
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη
απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και
εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια,
πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον
αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν
κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και
υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της αποδοχής εικονικών
φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο
αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη
νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν
και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των
αποδειχθέντων περιστατικών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές
διατάξεις, τις οποίες το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν
παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές
αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων
αποδέχθηκε εξακολουθητικά, καταχωρώντας στα φορολογικά βιβλία της
επιχειρήσεώς του, τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση
φορολογικά στοιχεία, των οποίων εκτίθεται η εικονικότητα με αναφορά των
περιστατικών, από τα οποία προκύπτει αυτή, ως αφορώντων ανύπαρκτες
συναλλαγές, συνολικής καθαρής αξίας 453.132,50 ευρώ, ενώ το Δικαστήριο
δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως το δόλο του, διότι αυτός
(δόλος) ενυπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη θέληση παραγωγής των
περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω
εγκλήματος και προκύπτει από τις αναφερόμενες ειδικότερες συνθήκες
τελέσεώς του, αφού από το νόμο δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για τη
θεμελίωση της υποκειμενικής του υποστάσεως. Η ειδικότερη αιτίαση περί
έλλειψης της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και
εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ειδικότερα, ότι
εσφαλμένα και χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία δεν εφαρμόστηκε, ως
ευμενέστερη βάσει του άρθρου 2 Π.Κ., η διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ.
α' του Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρ. 8 Ν. 4337/2015, κατά
την οποία ο αναιρεσείων δεν θα έπρεπε να τιμωρηθεί για αποδοχή εικονικών
φορολογικών στοιχείων αλλά μόνο για κάποια, χωρίς να προσδιορίζεται
ειδικότερα, από τις πράξεις των παραγράφων 1-4 του ίδιου άρθρου (άρθρ.
66 παρ. 1 στοιχ. β' Ν. 4174/2013, όπως ισχύει), αφού για τη διάπραξη
κάποιας από αυτές επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν τα ένδικα φορολογικά αυτά
στοιχεία, είναι αβάσιμη καθόσον, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από την
επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, τα οποία δεν προσβάλλονται
ως πλαστά ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους, σχετικός ισχυρισμός-αίτημα δεν
προβλήθηκε ούτε εκτέθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά
θεμελιωτικά εφαρμογής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα του ως άνω άρθρου
(66 παρ. 5 Ν.4174/2013), στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει
παραδοχή, ότι τα επίμαχα εικονικά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν
πράγματι για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις
φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 και
επομένως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της πράγματι ευνοϊκότερης για τον
αναιρεσείοντα ως άνω διάταξης, ενώ η μοναδική μνεία στο σκεπτικό της
προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτός (αναιρεσείων) καταχώρησε τα ένδικα
εικονικά φορολογικά στοιχεία στα τηρούμενα φορολογικά βιβλία της
επιχείρησής του, αφορά τα παραγωγικά της βουλήσεως αυτού αίτια, που τον
ώθησαν στην πράξη του για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και όχι την
πράγματι χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων εικονικών φορολογικών στοιχείων
για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιου από τα αδικήματα φοροδιαφυγής
των παραγράφων 1-4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013, δια της χρήσεως τούτων
(ΑΠ 1752/2017). Άλλωστε, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του
αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα
υπ'αριθμ. 1661/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς,
που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν προκύπτει
καταδίκη του αναιρεσείοντα για κάποια από τα αδικήματα φοροδιαφυγής των
παραγράφων 1-4 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, αλλά καταδίκη αυτού για
μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (ΑΠ 130/2017). Περαιτέρω, για την
κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα για την
παραπάνω αξιόποινη πράξη, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα
εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν υπήρχε δε, κατά νόμο, ανάγκη να τα
παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πλέον συγκεκριμένα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης
απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο ουδόλως προέβη σε
επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων αλλ'αντιθέτως τα
έλαβε όλα υπόψη του και ειδικότερα συναξιολόγησε με τα υπόλοιπα
αποδεικτικά μέσα τόσο την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Ν. και την
προαναφερθείσα με αριθμό 1661/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλη
μ/των Πειραιώς μετά του από 31- 10-2012 κλητηρίου θεσπίσματος της
Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς όσο και τις αναγνωσθείσες υπό στοιχ. 7
στη σελίδα 4 των πρακτικών τρεις (3) επιταγές, στις οποίες, σημειωτέον,
δεν στηρίχθηκε κάποιος παραδεκτά προταθείς ισχυρισμός, το γεγονός δε
ότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν συντάχθηκε με το, κατά
τον αναιρεσείοντα, συναγόμενο εξ αυτών συμπέρασμα, δεν σημαίνει ότι τα
αποδεικτικά αυτά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν με τα
υπόλοιπα, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, κατά τις οποίες το
Δικαστήριο δέχτηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα
αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει ν' απορριφθούν,
προεχόντως, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη
εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης. Επομένως, οι
σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος,
δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και μοναδικός πρόσθετος λόγος, με
τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης λόγω
μη απάντησης σε υποβληθέν, πράγματι όμως μη υποβληθέν ως ήδη εκτέθηκε,
αίτημα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα καθώς και για έλλειψη
αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής
διατάξεως του άρθρου 66 παρ. 5 του ν. 4174/2013 ως νυν ισχύει, είναι
απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 548 του ΚΠΔ το δικαστήριο
μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τέτοια
απόφαση είναι και η αναβλητική απόφαση του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠΔ για
νέες αποδείξεις.
Συνεπώς και αυτή η απόφαση μπορεί να
ανακληθεί κατά τη νέα μετ'αναβολή συζήτηση της υποθέσεως. Η ανάκληση
μπορεί να είναι και σιωπηρή. Εξάλλου, κατ'άρθρο 364 παρ. 1 ΚΠΔ, ορίζεται
ότι στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων
που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους καθώς και τα υπόλοιπα
έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας
και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Επίσης, κατά την παρ. 2 του
ίδιου άρθρου διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που
είχε αναβληθεί. Όμως η διάταξη αυτή δεν έχει τεθεί επί ποινή ακυρότητας
της διαδικασίας και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1
στοιχ. Α' ΚΠΔ, ει μη μόνο αν υπάρχει έλλειψη ακρόασης, ήτοι αν ζητηθεί
από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του ή τον Εισαγγελέα η ανάγνωση των
πρακτικών αυτών και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να τα αναγνώσει,
όλα δε αυτά προϋποθέτουν υποβολή έγγραφης ή προφορικής αιτήσεως των
ανωτέρω, που προκύπτει εκ των πρακτικών της συνεδρίασης (ΑΠ 688/2015, ΑΠ
284/2015). Αντίθετα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας επέρχεται για
παραβίαση των αρχών της δημοσιότητας και προφορικότητας της διαδικασίας,
αν συνεκτιμηθούν από το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου
έγγραφα ή περιεχόμενες σ' αυτά καταθέσεις μαρτύρων χωρίς να προκύπτει
από τα πρακτικά της δίκης ότι αυτά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον
τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της
διαδικασίας στο ακροατήριο και έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης
απόφασης επειδή το Δικαστήριο που την εξέδωσε αφενός μεν παρέλειψε να
αναγνώσει τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης, που, με τη με αριθμό
310/26-9-2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, είχε αναβληθεί για
κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να κληθεί και προσέλθει ο μάρτυρας
κατηγορίας Κ. Ν. αφετέρου δε παρέλειψε να αξιολογήσει αποδεικτικά την
περιεχόμενη στα πρακτικά της ως άνω αναβλητικής απόφασης κατάθεση του
μάρτυρα υπεράσπισης Ο. Φ.. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση και τα
πρακτικά αυτής, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του
αναιρετικού ελέγχου, ναι μεν δεν προκύπτει ανάγνωση των πρακτικών της ως
άνω προπαρασκευαστικής απόφασηςjούτε όμως και υποβολή εκ μέρους του
συνηγόρου, που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο ή άλλου παράγοντα της
δίκης αιτήματος ανάγνωσης αυτών καθώς και της περιεχομένης σ'αυτά
καταθέσεως του ως άνω μάρτυρα. Επομένως, εκ της μη αναγνώσεως της ως άνω
απόφασης αφ'εαυτής ουδεμία απόλυτη ακυρότητα δημιουργήθηκε, ορθά δε το
Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την περιεχομένη στα πρακτικά αυτής
κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα αφού δεν αναγνώσθηκε ούτε ζητήθηκε η
ανάγνωσή της. Μάλιστα, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 22-5-2018,
οπότε η δίκη διεξήχθη εξ αρχής, ερωτηθείς ο συνήγορος του κατηγορουμένου
και ήδη αναιρεσείοντα από τον Πρόεδρο αν κλήτευσε μάρτυρες υπεράσπισης,
απάντησε αρνητικά. Επομένως, ο παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ η
περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στους
προβληθέντες κατά τη δικάσιμο της 26-9-2017, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε
για την 22-5-2018, ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, τυγχάνει απορριπτέα
προεχόντως ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται ποιοι συγκεκριμένα ήταν οι
προταθέντες αυτοί ισχυρισμοί. Τέλος, οι λοιπές κατά της ως άνω με αριθμό
310/2017 συμπροσβαλλόμενης προαπαρασκευαστικής απόφασης αιτιάσεις
απαραδέκτως προβάλλονται ελλείψει του απαιτούμενου στο πρόσωπο του
αναιρεσείοντα εννόμου συμφέροντος, αφού, ως ήδη ελέχθη, λόγω της μη
αναγνώσεώς της, η ως άνω απόφαση δεν αξιοποιήθηκε αποδεικτικά για την
ενοχή του, πέραν του ότι, λόγω της εξ αρχής μετ' αναβολή διεξαγωγής της
δίκης ουδέν υπερασπιστικό του δικαίωμα στερήθηκε.Μετά από αυτά και
εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι, κύριοι ή πρόσθετοι, αναίρεσης προς
έρευνα, πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολο τους η κρινόμενη αίτηση και οι
πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά
έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2018
και με αριθμ. εκθ. 7/2018 αίτηση του Κ. Ν. του Α., κατοίκου ..., οδός
..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 203, 224/2018 απόφασης του Τριμελούς
Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς καθώς και τους από 16-11 -2018
πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 16-11-2018.
Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου