ΕΡΓΑΤΙΚΑ - ΑΠ 1695/2018 - Διάκριση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας - σύμβασης μισθώσεως έργου
Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας
σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ...
ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά ανήκει στο δικαστήριο.
ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά ανήκει στο δικαστήριο.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου ...., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΙΑΝΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου ....., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3471/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 680/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως (ΑΠ 127/2015). Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 79/2013). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ` εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και τις διαφάνειας στις προσλήψεις στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε και παρ. 8 με την οποία στα εδάφια α` και γ` ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη, είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3. εδ. α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β`, αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Ν. 2190/1994, και οι οποίες ήδη κατέστησαν συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το, άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης, θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβανόταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, άλλα και κοινής νομοθεσίας (άρθρα 55 έως 82 του π.δ. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστωνόταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον ως άνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, κατ` αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων, που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των παγίων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. 'Eτσι, μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς αυτών που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες άλλα και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ. γ` της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου, χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους υπόλοιπους φορείς, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις, αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 (ΑΠ 244/2015, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 422/2010). Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004). Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού ΠΔ τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ιδίους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης .... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου ΠΔ η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως , ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: 1 περ. α` "1 Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση", 2. "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κειμένη νομοθεσία ......", 3. "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" και 5 του ίδιου άρθρου του ως άνω Π.Δ.. Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ` επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ αυτού (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 696/2013, ΑΠ 64/2010). Αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, η μετατροπή ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όπως από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 αυτού προκύπτει. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001, ΑΠ 79/2013), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 79/2013). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18- 4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψις τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ7/2011, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 696/2013).
2. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 6-10-2010 ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει των αναφερομένων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού και του εναγομένου-αναιρεσίβλητου, οι οποίες στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία του κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, προσλήφθηκε ως οδηγός απορριματοφόρων οχημάτων του εν λόγω Δήμου Παιανίας, για την κάλυψη αναγκών του. Ειδικότερα προσλήφθηκε και παρέσχε την εργασία του με την πιο πάνω ειδικότητα για το χρονικό διάστημα από 9-7-1996 έως 9-3-1997 και στην συνέχεια με αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά διαστήματα από 10-5-2007 έως 11-9-2010. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις έργου στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού από την έναρξη της εργασιακής του σχέσης σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών με διακοπές εργαζόταν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο χαρακτηρισμός δε αυτών ως ορισμένου χρόνου ήταν προσχηματικός και έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. Με βάση δε όσα προαναφέρθηκαν, ζήτησε ο ενάγων -αναιρεσείων να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του οδηγού και να υποχρεωθεί τούτο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μετά τη λήξη της τελευταίας συμβάσεως εργασίας του. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη δεν είναι νόμιμη, αφού κατά τα εκτιθέμενα όσον αφορά τις διαδοχικές αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου του ενάγοντος δυνάμει των οποίων απασχολήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα α)από 10-5-2007 μέχρι 9-1-2008, β)από 10-1-2008 μέχρι 17-3-2008, γ) από 18-3-2008 μέχρι 17-11-2008, δ) από 18-11-2008 μέχρι 11-1-2010 και ε)από 12-1-2010 μέχρι 11-9-2010, αυτές καταρτίστηκαν μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18-4-2001) που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση των ως άνω προσλαμβανομένων ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου ακόμη και σε περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου. Όσον αφορά την μεμονωμένη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου Δήμου για το χρονικό διάστημα από 9-7-1996 μέχρι 9-3-1997, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος των προαναφερομένων διατάξεων του Συντάγματος και του π.δ. 164/2014, η οποία δεν ανανεώθηκε, ούτε καταρτίστηκαν άλλες συμβάσεις με τον εναγόμενο με την ίδια ειδικότητα στο ενδιάμεσο διάστημα μέχρι την 10-5-2007, ήτοι για δέκα έτη και πλέον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ούτε επιπρόσθετα υπήρχε ενεργή τέτοια σύμβαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του π.δ 164/2014, ή τέτοια που να έληξε 3 μήνες πριν την έναρξη ισχύος του, δεν πληροί τις προϋποθέσεις, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα με αριθμό 1 μείζονα σκέψη, να θεωρηθεί ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις λοιπές μεταγενέστερες άνω αναφερθείσες συμβάσεις, αφού αυτή ήταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου και μικρής διάρκειας και το μεσολαβήσαν μεταξύ τους χρονικό διάστημα δέκα ετών και πλέον απ'αυτές, δεν μπορεί να οδηγήσει στον νομικό χαρακτηρισμό από το δικαστήριο, το οποίο αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, ότι αποτελούν όλες μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ούτε κατ'εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α' σε συνδυασμό με την παρ. 5 του π.δ 164/2004, ώστε να είναι εφαρμοστέες στη συνέχεια οι διατάξεις των άρθρων 1,3 και 8 του ν. 2112/1920 και της οδηγίας 1999/70.
Συνεπώς, οι ως άνω συμβάσεις έργου του αναιρεσείοντος δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε το νόμο και στη συνέχεια απέρριψε την έφεσή του, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των άρθρων 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 3, 87 παρ. 2, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 και γι' αυτό οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
3. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ``Πράγματα``, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, 25/2003). Επίσης δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997, ΑΠ 177/2016, 190/2016), oύτε όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ` αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται (ΑΠ 893/2017, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 108/2014,ΑΠ 1392/2014).
4. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη αποδίδεται η πλημμέλεια στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντα "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τα διαλαμβανόμενα στον με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο παραπονείτο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ότι εσφαλμένα έκρινε ότι εξέλιπε το κριτήριο της διαδοχικότητας μεταξύ των συμβάσεων εργασίας του, ώστε να μπορούν να χαρακτηριστούν αυτές ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ενώ α) από την ….6/29-9-2016 βεβαίωση του Δημάρχου …. βεβαιώνεται ότι αυτός απασχολήθηκε καθ'όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως το 2013, β) από την από 16-9-2016 υπεύθυνη δήλωση της πρώην Αντιδημάρχου …. προκύπτει ότι ο Δήμος τον απασχολούσε στην Υπηρεσία Καθαριότητας από το έτος 2002 έως 2006, καθώς και την από 26-9-2016 υπεύθυνη δήλωση του πρώην Δημάρχου …., με την οποία βεβαιώνεται ότι ο Δήμος τον απασχολούσε στην υπηρεσία καθαριότητας από το έτος 1998 έως 2002 και γ) από τις διαταγές πορείας και κίνησης του αυτοκινήτου του δήμου του έτους 1998 και ταχογράφων των ετών 2002, 2003 και 2004 των οχημάτων καθαριότητας του δήμου Παιανίας των οποίων ήταν οδηγός, προκύπτουν τα πραγματικά χρονικά διαστήματα της συνεχούς απασχόλησής του και συνεπώς ο έχων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμός του, ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στο πρόσωπό του η απαγόρευση της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης προβάλλεται, καθόσον ο ενάγων- αναιρεσείων στην αγωγή του, όπως απ` αυτήν προκύπτει (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ), δεν επικαλέσθηκε ότι εργαζόταν στον εν λόγω Δήμο Παιανίας τα άνω χρονικά διαστήματα, που απαράδεκτα και όψιμα με τον εν λόγω πρόσθετο λόγο το πρώτον ενώπιον του Εφετείου επικαλείται και επιχειρεί ανεπίτρεπτα κατ'άρθρο 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της αγωγής του, αλλά όπως προκύπτει σαφώς από την αγωγή του, αυτός ισχυρίζεται, ότι εργάστηκε στον εν λόγω Δήμο Παιανίας, δυνάμει των κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένων συμβάσεων που συνήψε με αυτόν, και δη κατά τα χρονικά διαστήματα από 1)9-7-1996 έως 9-3-1997, 2) από 10-5-2007 έως 9-1-2008, 3) από 10-1-2008 έως 17-3-2008(απλή σχέση εργασίας), 4)από 18-3-2008 έως 17-11-2008, 5) από 18-11-2008 έως 11-1-2010(απλή σχέση εργασίας και 6) από 12-1-2010 έως 11-9-2010. Εξ ετέρου ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος και εκ του λόγου ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη με αριθμό 2 σκέψη, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ώστε να δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και προσέδωσε τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση που προβλήθηκε με την ένδικη αγωγή, με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που εκτίθεντο σ` αυτή και μάλιστα ορθά προέβη στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, αφού όπως επίσης σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο ενάγων αναφέρει σ'αυτήν ότι στα κενά μεταξύ των συμβάσεών του ο εργοδότης του(δηλαδή ο Δήμος Παιανίας) τα κάλυπτε με άλλο προσωπικό που προσλάμβανε για την αντικατάστασή του, θέτοντας συνάμα και αυτούς τους συμβασιούχους στην ίδια κατάσταση "ομηρίας" και εξάρτησης όπως και αυτόν και όχι όπως όψιμα κατά τα άνω ισχυρίζεται με τον πρόσθετο λόγο έφεσης, ότι εργαζόταν συνεχώς αυτός στον εναγόμενο, παρά τις λήξεις δηλαδή των άνω συμβάσεών του.
Συνεπώς εφόσον δεν υπάρχει αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι εργάστηκε στον εν λόγω Δήμο Παιανίας συνεχώς όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 που έληξε η πρώτη από τις άνω αναφερθείσες συμβάσεις εργασίας του ορισμένου χρόνου, έως το έτος 2007 που συνήψε εκ νέου σύμβαση ορισμένου χρόνου, αλυσιτελώς προβάλλεται και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του εναγομένου-αναιρεσίβλητου σχετικά με την εργασία του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Άλλωστε όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων του εν λόγω εναγομένου Δήμου ενώπιον του Εφετείου, οι οποίες απλώς εμπεριέχουν αυτολεξεί τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτός περιορίζεται στο να συνομολογήσει το περιεχόμενο της αγωγής, στην οποία όμως κατά τα άνω δεν εμπεριέχονται άλλες συμβάσεις από τις αποκλειστικά άνω αναφερθείσες. Εξ ετέρου σύμφωνα και με τα αναφερθέντα άνω στον τρίτο λόγο, εφόσον το Εφετείο εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο και προσδίδοντας τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση που προβλήθηκε με την ένδικη αγωγή, με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που εκτίθεντο σ` αυτή και κρίνοντας ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, δεν προέβη σε αποδεικτικό πόρισμα και επομένως εξ ετέρου είναι και απαράδεκτος ο σχετικός λόγος ότι παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
5. Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-12-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 680/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου ...., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΙΑΝΙΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου ....., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3471/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 680/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως (ΑΠ 127/2015). Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 79/2013). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ` εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και τις διαφάνειας στις προσλήψεις στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε και παρ. 8 με την οποία στα εδάφια α` και γ` ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη, είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3. εδ. α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β`, αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Ν. 2190/1994, και οι οποίες ήδη κατέστησαν συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το, άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης, θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβανόταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, άλλα και κοινής νομοθεσίας (άρθρα 55 έως 82 του π.δ. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστωνόταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον ως άνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, κατ` αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων, που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των παγίων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. 'Eτσι, μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς αυτών που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες άλλα και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ. γ` της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου, χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους υπόλοιπους φορείς, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις, αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 (ΑΠ 244/2015, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 422/2010). Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004). Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού ΠΔ τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ιδίους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης .... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου ΠΔ η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως , ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: 1 περ. α` "1 Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση", 2. "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κειμένη νομοθεσία ......", 3. "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" και 5 του ίδιου άρθρου του ως άνω Π.Δ.. Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ` επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ αυτού (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 696/2013, ΑΠ 64/2010). Αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, η μετατροπή ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όπως από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 αυτού προκύπτει. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001, ΑΠ 79/2013), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 79/2013). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18- 4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψις τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ7/2011, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 696/2013).
2. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 6-10-2010 ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει των αναφερομένων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού και του εναγομένου-αναιρεσίβλητου, οι οποίες στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία του κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, προσλήφθηκε ως οδηγός απορριματοφόρων οχημάτων του εν λόγω Δήμου Παιανίας, για την κάλυψη αναγκών του. Ειδικότερα προσλήφθηκε και παρέσχε την εργασία του με την πιο πάνω ειδικότητα για το χρονικό διάστημα από 9-7-1996 έως 9-3-1997 και στην συνέχεια με αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά διαστήματα από 10-5-2007 έως 11-9-2010. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις έργου στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού από την έναρξη της εργασιακής του σχέσης σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών με διακοπές εργαζόταν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο χαρακτηρισμός δε αυτών ως ορισμένου χρόνου ήταν προσχηματικός και έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. Με βάση δε όσα προαναφέρθηκαν, ζήτησε ο ενάγων -αναιρεσείων να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του οδηγού και να υποχρεωθεί τούτο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μετά τη λήξη της τελευταίας συμβάσεως εργασίας του. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη δεν είναι νόμιμη, αφού κατά τα εκτιθέμενα όσον αφορά τις διαδοχικές αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου του ενάγοντος δυνάμει των οποίων απασχολήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα α)από 10-5-2007 μέχρι 9-1-2008, β)από 10-1-2008 μέχρι 17-3-2008, γ) από 18-3-2008 μέχρι 17-11-2008, δ) από 18-11-2008 μέχρι 11-1-2010 και ε)από 12-1-2010 μέχρι 11-9-2010, αυτές καταρτίστηκαν μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18-4-2001) που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση των ως άνω προσλαμβανομένων ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου ακόμη και σε περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου. Όσον αφορά την μεμονωμένη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου Δήμου για το χρονικό διάστημα από 9-7-1996 μέχρι 9-3-1997, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος των προαναφερομένων διατάξεων του Συντάγματος και του π.δ. 164/2014, η οποία δεν ανανεώθηκε, ούτε καταρτίστηκαν άλλες συμβάσεις με τον εναγόμενο με την ίδια ειδικότητα στο ενδιάμεσο διάστημα μέχρι την 10-5-2007, ήτοι για δέκα έτη και πλέον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ούτε επιπρόσθετα υπήρχε ενεργή τέτοια σύμβαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του π.δ 164/2014, ή τέτοια που να έληξε 3 μήνες πριν την έναρξη ισχύος του, δεν πληροί τις προϋποθέσεις, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα με αριθμό 1 μείζονα σκέψη, να θεωρηθεί ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις λοιπές μεταγενέστερες άνω αναφερθείσες συμβάσεις, αφού αυτή ήταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου και μικρής διάρκειας και το μεσολαβήσαν μεταξύ τους χρονικό διάστημα δέκα ετών και πλέον απ'αυτές, δεν μπορεί να οδηγήσει στον νομικό χαρακτηρισμό από το δικαστήριο, το οποίο αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, ότι αποτελούν όλες μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ούτε κατ'εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α' σε συνδυασμό με την παρ. 5 του π.δ 164/2004, ώστε να είναι εφαρμοστέες στη συνέχεια οι διατάξεις των άρθρων 1,3 και 8 του ν. 2112/1920 και της οδηγίας 1999/70.
Συνεπώς, οι ως άνω συμβάσεις έργου του αναιρεσείοντος δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε το νόμο και στη συνέχεια απέρριψε την έφεσή του, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των άρθρων 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 3, 87 παρ. 2, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 και γι' αυτό οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
3. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ``Πράγματα``, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, 25/2003). Επίσης δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997, ΑΠ 177/2016, 190/2016), oύτε όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ` αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται (ΑΠ 893/2017, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 108/2014,ΑΠ 1392/2014).
4. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη αποδίδεται η πλημμέλεια στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντα "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τα διαλαμβανόμενα στον με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο παραπονείτο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ότι εσφαλμένα έκρινε ότι εξέλιπε το κριτήριο της διαδοχικότητας μεταξύ των συμβάσεων εργασίας του, ώστε να μπορούν να χαρακτηριστούν αυτές ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ενώ α) από την ….6/29-9-2016 βεβαίωση του Δημάρχου …. βεβαιώνεται ότι αυτός απασχολήθηκε καθ'όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως το 2013, β) από την από 16-9-2016 υπεύθυνη δήλωση της πρώην Αντιδημάρχου …. προκύπτει ότι ο Δήμος τον απασχολούσε στην Υπηρεσία Καθαριότητας από το έτος 2002 έως 2006, καθώς και την από 26-9-2016 υπεύθυνη δήλωση του πρώην Δημάρχου …., με την οποία βεβαιώνεται ότι ο Δήμος τον απασχολούσε στην υπηρεσία καθαριότητας από το έτος 1998 έως 2002 και γ) από τις διαταγές πορείας και κίνησης του αυτοκινήτου του δήμου του έτους 1998 και ταχογράφων των ετών 2002, 2003 και 2004 των οχημάτων καθαριότητας του δήμου Παιανίας των οποίων ήταν οδηγός, προκύπτουν τα πραγματικά χρονικά διαστήματα της συνεχούς απασχόλησής του και συνεπώς ο έχων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμός του, ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στο πρόσωπό του η απαγόρευση της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης προβάλλεται, καθόσον ο ενάγων- αναιρεσείων στην αγωγή του, όπως απ` αυτήν προκύπτει (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ), δεν επικαλέσθηκε ότι εργαζόταν στον εν λόγω Δήμο Παιανίας τα άνω χρονικά διαστήματα, που απαράδεκτα και όψιμα με τον εν λόγω πρόσθετο λόγο το πρώτον ενώπιον του Εφετείου επικαλείται και επιχειρεί ανεπίτρεπτα κατ'άρθρο 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της αγωγής του, αλλά όπως προκύπτει σαφώς από την αγωγή του, αυτός ισχυρίζεται, ότι εργάστηκε στον εν λόγω Δήμο Παιανίας, δυνάμει των κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένων συμβάσεων που συνήψε με αυτόν, και δη κατά τα χρονικά διαστήματα από 1)9-7-1996 έως 9-3-1997, 2) από 10-5-2007 έως 9-1-2008, 3) από 10-1-2008 έως 17-3-2008(απλή σχέση εργασίας), 4)από 18-3-2008 έως 17-11-2008, 5) από 18-11-2008 έως 11-1-2010(απλή σχέση εργασίας και 6) από 12-1-2010 έως 11-9-2010. Εξ ετέρου ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος και εκ του λόγου ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη με αριθμό 2 σκέψη, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ώστε να δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και προσέδωσε τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση που προβλήθηκε με την ένδικη αγωγή, με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που εκτίθεντο σ` αυτή και μάλιστα ορθά προέβη στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, αφού όπως επίσης σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο ενάγων αναφέρει σ'αυτήν ότι στα κενά μεταξύ των συμβάσεών του ο εργοδότης του(δηλαδή ο Δήμος Παιανίας) τα κάλυπτε με άλλο προσωπικό που προσλάμβανε για την αντικατάστασή του, θέτοντας συνάμα και αυτούς τους συμβασιούχους στην ίδια κατάσταση "ομηρίας" και εξάρτησης όπως και αυτόν και όχι όπως όψιμα κατά τα άνω ισχυρίζεται με τον πρόσθετο λόγο έφεσης, ότι εργαζόταν συνεχώς αυτός στον εναγόμενο, παρά τις λήξεις δηλαδή των άνω συμβάσεών του.
Συνεπώς εφόσον δεν υπάρχει αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι εργάστηκε στον εν λόγω Δήμο Παιανίας συνεχώς όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 που έληξε η πρώτη από τις άνω αναφερθείσες συμβάσεις εργασίας του ορισμένου χρόνου, έως το έτος 2007 που συνήψε εκ νέου σύμβαση ορισμένου χρόνου, αλυσιτελώς προβάλλεται και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του εναγομένου-αναιρεσίβλητου σχετικά με την εργασία του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Άλλωστε όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων του εν λόγω εναγομένου Δήμου ενώπιον του Εφετείου, οι οποίες απλώς εμπεριέχουν αυτολεξεί τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτός περιορίζεται στο να συνομολογήσει το περιεχόμενο της αγωγής, στην οποία όμως κατά τα άνω δεν εμπεριέχονται άλλες συμβάσεις από τις αποκλειστικά άνω αναφερθείσες. Εξ ετέρου σύμφωνα και με τα αναφερθέντα άνω στον τρίτο λόγο, εφόσον το Εφετείο εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο και προσδίδοντας τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση που προβλήθηκε με την ένδικη αγωγή, με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που εκτίθεντο σ` αυτή και κρίνοντας ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, δεν προέβη σε αποδεικτικό πόρισμα και επομένως εξ ετέρου είναι και απαράδεκτος ο σχετικός λόγος ότι παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
5. Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-12-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 680/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου