ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ - ΣτΕ 1732/2016 - Αίτηση αναίρεσης κατάσχεσης από το Δημόσιο
Αίτηση αναίρεσης σε πρόγραμμα πλειστηριασμού κινητών από τη ΔΟΥ για είσπραξη χρέους
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ'
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του
στις 3 Ιουνίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος,
Πρόεδρος του Στ' Τμήματος, Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Σύμβουλοι, Δ.
Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του
Στ' Τμήματος.
Για να δικάσει την από 3 Ιανουαρίου 2006
αίτηση: του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Κωνσταντίνο
Γεωργιάδη, Πάρεδοο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά του........ο
οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον
Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 11690/2005 απόφαση
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Αλεξανδρή.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον
αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και
προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει
δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, νομίμως ασκείται η υπό κρίση αίτηση άνευ καταβολής παραβόλου.
2. Επειδή, με την
κρινομένη αίτηση το Ελληνικό Δημόσιο ζητεί να εξαφανισθεί η υττ’ αριθ.
11690/2005 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την
τελευταία αυτή απόφαση έγινε μεν δεκτή η από 21.10.2004 έφεση του
αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και εξηφανίσθη η υπ’ αριθ. 2579/2004
απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία
είχε γίνει δεκτή ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρωθεί το
4176/30-3-2004 πρόγραμμα πλειστηριασμού κινητών, το οποίο είχε εκδώσει ο
Προϊστάμενος της ΔΟΥ ΙΣΤ’ Αθηνών, για την είσπραξη χρέους προς το
Ελληνικό Δημόσιο, ποσού 158.262,92 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων. Εν συνεχεία
όμως το δίκασαν δικαστήριο εξήτασε εκ νέου την ανακοπή και την έκανε εκ
νέου εν μέρει δεκτή, μεταρρυθμίζοντας το 4176/30-3-2004 πρόγραμμα
πλειστηριασμού, περιορίζοντας το ποσό του χρέους σε 230,52 ευρώ.
3. Επειδή, υπό τα
εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη δεδομένα, το Δημόσιο, παρά το ότι με
την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε εν όλω δεκτή η έφεσή του, διατηρεί
έννομο συμφέρον προς άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, εφ' όσον, πάντως,
το δικαστήριο εξεδίκασε περαιτέρω την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και την
εδέχθει εν μέρει.
4. Επειδή, νομίμως
συζητείται η παρούσα υπόθεση καίτοι δεν παρίσταται ο αναιρεσίβλητος,
δεδομένου ότι η πράξη του Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού εισηγητού
και δικασίμου επεδόθη νομοτύπως και εμπροθέσμως σ' αυτόν, ως προκύπτει
εκ της ευρισκομένης εις τον φάκελο της υποθέσεως οικείας εκθέσεως
επιδόσεως με ημερομηνία 5-10-2006.
5. Επειδή, ο ν.
2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και
άλλες διατάξεις» (Α' 247) στα άρθρα 86-89 (τα οποία ανήκουν στο δέκατο
τέταρτο κεφάλαιο αυτού : Παραγραφή - Κατασχέσεις - Επιχωρήσεις) ρυθμίζει
τα ζητήματα της παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου. Ειδικώτερον, το
άρθρο 86 ρυθμίζει τα της παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, το
άρθρο 87 τα της αναστολής παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου, το άρθρο
88 τα της διακοπής παραγραφής απαιτήσεως του Δημοσίου και το άρθρο 86
τις συνέπειες της παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου. Στις διατάξεις
αυτές δεν περιέχεται ρητή ευθεία ρύθμιση του ζητήματος της αυτεπαγγέλτου
ή μη λήψεως υπ' όψιν της παραγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου. Στα
επόμενα άρθρα 90 έως 94 ρυθμίζονται τα αντίστοιχα ζητήματα παραγραφής
απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Ειδικώτερον, στο άρθρο 94 ορίζεται, μεταξύ
άλλων, ότι «η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα
δικαστήρια». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 73 παρ. 2 του Κώδικος Εισπράξεως
Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν.δ. 356/1974, Α' 90). «Η κατά της αρξαμένης
εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται... δια τους κάτωθι
περιοριστικώς αναφερομένους λόγους : ... δ) εάν το χρέος παρεγράφη...».
Τέλος, στο άρθρο 224 παρ. 1, 2 και 5 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας,
που εκυρώθη με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α' 97, υπό τον τίτλον
«Εξουσία του δικαστηρίου» (επί ανακοπής), ορίζεται ότι : «1. Το
δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία,
στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το
αίτημά της. 2. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης
πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου
να διακριβωθεί : α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β)
αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την
απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η
εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά
της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιοσδήποτε πράξης της εκτέλεσης,
πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως». Από τον συνδυασμό των διατάξεων
αυτών προκύπτει ότι, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι, γενικώς, η παραγραφή
αξιώσεων του Δημοσίου κατά ιδιώτη θα μπορούσε να εξετάζεται και
αυτεπαγγέλτως, πάντως, κατά τις ειδικές εν προκειμένω ρυθμίσεις του
άρθρου 224 του Κωδ. Διοικ. Δικονομίας, ο αυτεπάγγελτος αυτός έλεγχος δεν
επιτρέπεται στις διαφορές του Κ.Ε.Δ.Ε., που άγονται στο δικαστήριο με
την ασκουμένη κατά τους ορισμούς και υπό τους όρους του Κωδ. Διοικ.
Δικονομίας ανακοπή (πρβλ ΣτΕ 2152/2010). Μειοψήφησε ο Πάρεδρος Δ.
Τομαράς, ο οποίος διετύπωσε την γνώμη ότι, κατά τους έχοντες γενική
εφαρμογή επί του θέματος της παραγραφής αξιώσεων του Δημοσίου ή κατά του
Δημοσίου ορισμούς του άρθρου 94 του ν. 2362/1995, η παραγραφή αξιώσεων
του Δημοσίου κατά του ανακόπτοντος πράξη αναγκαστικής εκτελέσεως ιδιώτη
εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ανακοπής.
6. Επειδή, στην
προκείμενη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι με την
2232/24-3-1992 έκθεση δικαστικής επιμελητρίας κατεσχέθησαν αναγκαστικώς,
μετά έγγραφο παραγγελία του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΙΣΓ Αθηνών, τα σε
αυτήν περιγραφόμενα κινητά, για την είσπραξη χρέους ποσού 8.590.832
δρχ., το οποίο ο αναιρεσίβλητος ώφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως
κληρονόμος του πατρός του. Ειδικώτερον, κατεσχέθησαν: 1) μία έγχρωμος
τηλεόραση, η αξία της οποίας εξετιμήθη σε 220.000 δρχ., 2) ένα video, η
αξία του οποίου εξετιμήθη σε 150.000 δρχ., 3) ένα σαλόνι, η αξία του
οποίου εξετιμήθη σε 250.000 δρχ. Και 4) ένα σύνθετο έπιπλο με βιτρίνα, η
αξία του οποίου εξετιμήθη σε 250.000 δρχ. Εν συνεχεία εξεδόθη το
4176/30-3- 2004 πρόγραμμα πλειστηριασμού, με το οποίο ωρίσθη ημερομηνία
πλειστηριασμού των ιδίων κινητών η 16-6-2004, για την είσπραξη χρέους
συνολικού ποσού 158.262,92 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε κεφάλαιο
39.951,38 ευρώ και προσαυξήσεις 118.311,54 ευρώ. Συμφώνως προς τον
συνημμένο πίνακα χρεών, το χρέος αφορά: 1) στις βεβαιωμένες με τις 608,
609/20-6-1984, 932/28-9-1984 και 932/28-9-84 ταμειακές βεβαιώσεις
οφειλές από βιοτεχνικά δάνεια για αντίστοιχα ποσά κεφαλαίου 2.035,50
ευρώ, 12.143,90 ευρώ, 889,10 ευρώ και 628,78 ευρώ, 2) στις βεβαιωμένες
με τις 189/28-2-1985, 177/28-2-1986,. 207/27-2-1987, 331/29-2-1988,
292/28-2-1989, 204/28-2-1990, 185/28-2-1991, 70003/28- 2-1992,
70002/26-2-1993, 70002/28-2-1994, 70002/28-2-1995, 70003/29- 2-1996,
70002/28-2-1997, 95001/27-2-1998, 95001/26-2-1999, 95001/29- 2-2000 και
95000/28-2-2001 ταμειακές βεβαιώσεις οφειλές από τέλη κυκλοφορίας
οικονομικών ετών από 1985 έως και 2001, για αντίστοιχα ποσά κεφαλαίου
22,63 ευρώ, 41,28 ευρώ, 41,27 ευρώ, 41,27 ευρώ, 41,27 ευρώ, 48,94 ευρώ,
48,94 ευρώ, 48,94 ευρώ, 48,94 ευρώ, 48,94 ευρώ, 48,94 ευρώ, 66,11 ευρώ,
66,11 ευρώ, 76,84 ευρώ, 76,84 ευρώ, 76,84 ευρώ, 76,84 ευρώ, 3) στα
βεβαιωμένα με τις 156/1-2-1986, 262/18-3- 1991, 363 και 372/18-4-1991,
453 και 454/17-5-1991 ταμειακές βεβαιώσεις χρέη από φόρο εισοδήματος
οικονομικών ετών 1977, 1978 και 1979, για αντίστοιχα ποσά κεφαλαίου
40,11 ευρώ, 3.518.92 ευρώ, 380,30 ευρώ, 9.284,62 ευρώ, 3.503,96 ευρώ και
4.905,54 ευρώ, 4) στα βεβαιωμένα με τις 507/15-4-1988, 1129/23-9-1988,
1101/27-12-1990, 58/28-1-1992, 711/29-7-1992, 1095/29-12-1992,
379/27-4-1993, 379/27- 4-1993, 698/20-7-1993, 401/15-5-1995,
603/10-7-1995 και 603/10-7-95 ταμειακές βεβαιώσεις χρέη από έξοδα
διοικητικής εκτελέσεως, για αντίστοιχα ποσά κεφαλαίου 16,88 ευρώ, 19,51
ευρώ, 4,34 ευρώ, 8,80 ευρώ, 69,41 ευρώ, 11,50 ευρώ, 52,31 ευρώ, 59,06
ευρώ, 59,19 ευρώ, 132,82 ευρώ, 195,45 ευρώ, 17,61 ευρώ και 5) στα
βεβαιωμένα με τις 369/18-4-1991 και 852/16-9-1991 ταμειακές βεβαιώσεις
χρέη από πρόστιμα του Ν.820/1978, για αντίστοιχα ποσά κεφαλαίου 590,61
ευρώ και 462,22 ευρώ.
7. Επειδή, με την
πρωτόδικο απόφαση έγινε δεκτή ανακοπή, την οποία ήσκησε ο ήδη
αναιρεσίβλητος κατά του προγράμματος πλειστηριασμού, το οποίο ηκυρώθη,
αφού εκρίθη ότι τα κατασχεθέντα κινητά είναι απαραίτητα για την
εξυπηρέτηση στοιχειωδών αναγκών για την διαβίωση του οφειλέτου και της
οικογένειάς του. Ο ανακόπτων ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου
προέβαλε ότι είναι άκυρος η έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού
δώδεκα χρόνια μετά την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως, εξαιτίας δε
αυτής της μακροχρονίου αδρανείας, το Δημόσιο εξέπεσε του δικαιώματος
του να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη των
απαιτήσεών του. Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο δικάζοντας την έφεση
του Ελληνικού Δημοσίου έκανε δεκτόν, εν μέρει, τον ισχυρισμόν αυτό, με
την αιτιολογία ότι στον πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στο προσβαλλόμενο
πρόγραμμα πλειστηριασμού συμπεριλαμβάνονται παραγεγραμμένες απαιτήσεις
του Δημοσίου, λόγω της παρόδου πενταετίας από την ταμειακή βεβαίωση ή
από την επιβολή της από 24-3-1992 κατασχέσεως, η οποία είχε διακόψει την
παραγραφή ωρισμένων χρεών. Ειδικώτερον, εκρίθη ότι έχουν παραγραφεί τα
χρέη που είχαν βεβαιωθεί με τις 608, 609/20-6- 1984, 932/28-9-1984,
189/28-2-1985, 177/28-2-1986, 207/27-2-1987, 331/29-2-1988,
292/28-2-1989, 204/28-2-1990, 185/28-2-1991, 70003/28- 2-1992,
70002/26-2-1993, 70002/28-2-1994, 70002/28-2-1995, 70003/29- 2-1996,
70002/28-2-1997, 95001/27-2-1998, 156/1-2-1986, 262/18-3- 1991, 363 και
372/18-4-1991, 453 και 454/17-5-1991, 507/15-4-1988, 1129/23-9-1988,
1101/27-12-1990, 58/28-1-1992, 711/29-7-1992, 1095/29-12-1992,
379/27-4-1993, 698/20-7-1993, 401/15-5-1995 και 603/10-7-1995,
369/18-4-1991 και 852/16-9-1991 ταμειακές βεβαιώσεις, τα οποία πρέπει να
διαγραφούν από τον πίνακα χρεών του ανακόπτοντος. Έκρινεν, ωστόσο, ότι
δεν έχουν παραγραφεί τα χρέη που είχαν βεβαιωθεί με τις 95001/26-2-1999,
95001/29-2-2000 και 95000/28-2-2001 ταμειακές βεβαιώσεις, για
αντίστοιχα ποσά κεφαλαίου 76,84 ευρώ, 76,84 ευρώ, 76,84 ευρώ, διότι κατά
τον χρόνον εκδόσεως του προγράμματος πλειστηριασμού δεν είχε παρέλθει
πενταετία από την βεβαίωσή τους εν στενή εννοία. Με την ως άνω
αιτιολογία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση, εξηφάνισε
την 2579/2004 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών
και, εν συνεχεία, δικάζοντας την ανακοπή έκανε αυτήν μερικώς δεκτή. Κατ’
ακολουθίαν των ανωτέρω, μετερρυθμίσθη το με αριθ. .4176/30-3-2004
πρόγραμμα πλειστηριασμού του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΙΣΤ’ Αθηνών, όσον
αφορά το ποσόν του χρέους, το οποίο περιωρίσθη σε 230,52 ευρώ, πλέον
προσαυξήσεων και ωρίσθη νέα ημερομηνία πλειστηριασμού.
8. Επειδή, με την
αίτηση προβάλλεται ότι είναι μη νόμιμος η κρίση του δικάσαντος
δικαστηρίου κατά το μέρος που εδέχθη ότι υπέπεσε σε παραγραφή μέρος των
απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς να έχει προβληθεί σχετικός
ισχυρισμός. Ακόμη προβάλλεται ότι οι επίδικες απαιτήσεις υπόκεινται σε
δεκαετή και όχι πενταετή παραγραφή, διότι προέκυψαν από παροχή εγγυήσεως
σε πιστωτική σύμβαση και, ως εκ τούτου, πρέπει να εφαρμοσθεί το άρθρο
65 παρ. 5 του ν. 2362/1995. Τέλος, προβάλλεται ότι πάσχει η
προσβαλλομένη, κατά το μέρος που δεν διευκρινίζεται η γενεσιουργός αιτία
των επιδίκων απαιτήσεων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διενεργηθεί
αναιρετικός έλεγχος. Ο πρώτος από τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως
προβάλλεται, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 5, βασίμως, δεδομένου ότι
το δικαστήριο της ουσίας μη νομίμως εξήτασε αυτεπαγγέλτως, προβαίνοντας
και σε εκτίμηση πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, μη προταθέντα
ισχυρισμό περί παραγραφής των πλείστων από τις απαιτήσεις του Δημοσίου,
για τις οποίες επεσπεύσθη ο πλειστηριασμός. Για τον λόγο, συνεπώς,
αυτόν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η
προσβαλλομένη απόφαση, ενώ αποβαίνει περιττή η εξέταση των λοιπών
προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, η δε υπόθεση, η οποία χρήζει
διευκρινήσεως κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθή στο ήδη αρμόδιο
(άρθρο 218 Κωδ. Διοικ. Δικονομίας, όπως ήδη ισχύει) τριμελές Διοικητικό
Εφετείο Αθηνών για νέα νόμιμη κρίση. Κατά την γνώμη, όμως, της
μειοψηφίας, που διετυπώθη στην αυτή σκέψη ο λόγος αυτός αναιρέσεως
έπρεπε να απορριφθή ως αβάσιμος.
Διά ταύτα
Δέχεται την κρινομένη αίτηση.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 11690/2005 απόφαση του τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση στο τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 ίουνίου 2013
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος
Αθ. Ράντος
Αθ. Ράντος
Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
Ελ. Γκίκα
Ελ. Γκίκα
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016.
Ο Πρόεδρος του Στ' Τμήματος
Χ. Ράμμος
Χ. Ράμμος
Η Γραμματέας του Στ' Τμήματος
Ελ. Γκίκα
Ελ. Γκίκα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου