
Μεταβίβαση ακινήτου από μη κύριο - Μη νόμιμο το αίτημα ακύρωσης του συμβολαίου - η ανυπαρξία κυριότητας του μεταβιβάζοντος δεν καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη...
ΑΠ 99/2019 (πολ): Μεταβίβαση ακινήτου από μη κύριο - Η σύμβαση δεν καθίσταται άκυρη, από μόνο το γεγονός ότι ο μεταβιβάζων δεν είναι κύριος του ακινήτου που φέρεται ότι μεταβιβάζεται. Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου. Μη νόμιμο το αίτημα ακύρωσης της γονικής παροχής, διότι μόνη η ανυπαρξία κυριότητας του μεταβιβάζοντος δεν καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη.
«Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 239, 369, 1033, 1192 αριθμ.1 και 1198 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση με την οποία μεταβιβάζεται η κυριότητα ακινήτου δεν καθίσταται άκυρη, τόσο ως υποσχετική όσο και ως εκποιητική δικαιοπραξία, από μόνο το γεγονός ότι εκείνος που μεταβιβάζει δεν είναι κύριος του ακινήτου που φέρεται ότι μεταβιβάζεται, αφού ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει κάτι τέτοιο, αλλά στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστούν οι διατάξεις για την αδύνατη παροχή. Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρο 1033 ΑΚ) αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος. Έτσι εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο.
Εξάλλου, δικαίωμα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει ο θιγόμενος και κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, εφόσον η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας συνιστά και αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Ακόμη, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, διευρύνει την έννοια της καταχρήσεως του δικαιώματος, ώστε δεν περιορίζεται η έννοια αυτή, όπως στο άρθρο 281 ΑΚ, στην άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος εκ του νόμου ή εκ της δικαιοπραξίας, αλλά καταλαμβάνει και κάθε πράξη ή παράλειψη εκ της γενικής ατομικής ελευθερίας, δηλαδή τις εξουσίες που απολαύει κάθε πρόσωπο με ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας.
Προϋποθέσεις για να ιδρυθεί αγώγιμη αξίωση κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 919 ΑΚ είναι 1) συμπεριφορά κάποιου αντικείμενη στα χρηστά ήθη, στις επιταγές δηλαδή της επικρατούσας κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής και στις θεμελιώδεις ηθικές και οικονομικές αντιλήψεις του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, 2) πρόθεση και πρόκληση ζημίας του άλλου και 3) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του ζημιώσαντος και της ζημίας (Ολ.Α.Π2/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ., ''αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτόν αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 12/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αρχικώς ενάγουσα Κ. χήρα Ε. Κ., στη θέση της οποίας υπεισήλθε μετά τον επελθόντα στις 19-8-2009 θάνατο αυτής ο ήδη αναιρεσείων, με την από 11/2/2009 ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δικόγραφο της οποίας επισκοπείται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για την έρευνα του προτεινόμενου αναιρετικού λόγου, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ….37/15-8-1934 προικοσύμφωνου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ελάτειας, Στ Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας της Γ. Α. Λ. της έδωσε ως προίκα, μεταξύ άλλων, και περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα και νομή της ένα βοσκότοπο, έκτασης περίπου δύο στρεμμάτων, στην περιοχή ''…' της τέως Κοινότητας Προφήτη …...
Ότι με το υπ' αριθμ. ….11/17-6-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κ. Σ. Λ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε κατά κυριότητα το ήμισυ του ακινήτου αυτού στους συνεναγόμενους υιούς του λόγω γονικής παροχής, αναφέροντας ότι του ανήκει λόγω έκτακτης χρησικτησίας από το 1962, μολονότι γνώριζε ότι δεν ήταν κύριος και ότι κυρία ήταν η ίδια, όπως είχε κριθεί και με την υπ' αριθμ. 84/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία παράγει σχετικό δεδικασμένο αναφορικά με την κυριότητα του επίδικου ακινήτου.
Ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων επήλθε προσβολή της προσωπικότητάς της, για την οποία έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, ποσού 200.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη και άνευ ισχύος έναντι αυτής η πιο πάνω σύμβαση γονικής παροχής και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, για την πιο πάνω αιτία, να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 200.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε και ως προς τα δύο αιτήματά της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως μη νόμιμη. Μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : ''Η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο ιστορικό και αιτήματα δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα, ως προς το αίτημα ακύρωσης της περιεχόμενης στο άνω συμβόλαιο γονικής παροχής, διότι μόνη η ανυπαρξία κυριότητας του μεταβιβάζοντος δεν καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη και η αγωγή δεν περιέχει αίτημα αναγνώρισης ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, θα στήριζε αγωγή ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο.
Ως προς το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι τα άνω ιστορούμενα στην αγωγή δεν συνιστούν άδικη πράξη, με την έννοια της παράνομης και υπαίτιας πρόκλησης ζημίας και προσβολής προσωπικότητας, ώστε να στηριχθεί αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης''.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε μη νόμιμη την αγωγή και για την αιτία αυτή την απέρριψε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παραβίασε αυτές με το να μην τις εφαρμόσει, ούτε παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα , καθόσον ως προς το πρώτο αίτημα η επίμαχη σύμβαση γονικής παροχής του επίδικου ακινήτου είναι έγκυρη, αφού η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάσαντος πρώτου αναιρεσίβλητου επ' αυτού δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της εμπράγματης σύμβασης που ακολούθησε αλλά γεννά υποχρέωση για μεταβίβασή του και ως προς το δεύτερο αίτημα της καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι τα ως άνω διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δεν συνιστούν αδικοπραξία υπό την προεκτεθείσα έννοια ώστε να στηριχθεί αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος των πρόσθετων λόγων αυτής, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο ίδιος τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, περαιτέρω, με επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., παράβαση από το Εφετείο του άρθρου 70 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος, διότι η παράβαση του δικονομικού κανόνα, όπως είναι η τελευταία αυτή διάταξη, δεν ελέγχεται με τον ίδιο λόγο από το άρθρο 559 αρ.1ΚΠολΔ.»
Απόφαση 99 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 99/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντίνα Κατσίφα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1.Γ. Κ. του Ε., 2.Π. Κ. του Γ., 3Ε. Κ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο .... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2009 αγωγή της αρχικής ενάγουσας-αποβιωσάσης Κ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5/2016 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-11-2016 αίτησή του και τους από 22-2-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τους λόγους αναίρεσης του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης και τους διαλαμβανόμενους στο από 22-2-2018 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 569 παρ.2 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 14-2-2014 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 253/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
Συνεπώς, τα ως άνω δικόγραφα είναι παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).- Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (Ολ. Α.Π. 12/1997). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν ήταν νόμιμος ή που προβλήθηκε απαραδέκτως και συνεπώς δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.2/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το λόγο της έφεσής του ότι "υφίσταται δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 4/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας περί της ύπαρξης δικαιώματος κυριότητας της (αρχικώς) ενάγουσας μητέρας του επί του αντικειμένου της γονικής παροχής και ανυπαρξίας τέτοιου δικαιώματος του μεταβιβάσαντος πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ισχυρισμός που προβλήθηκε και πρωτοδίκως τόσον ως προς τη νομική θεμελίωση της αγωγής, όσο και προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων ότι ο μεταβιβάσας (πρώτος αναιρεσίβλητος) ήταν κύριος του μεταβιβασθέντος ακινήτου δια χρησικτησίας". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι καλώς δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο ο ανωτέρω ισχυρισμός, αφού δεν ασκούσε καμιά έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι αίτημα της ένδικης αγωγής ήταν να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη και άνευ ισχύος έναντι της αρχικώς ενάγουσας η επίμαχη σύμβαση γονικής παροχής, που καταρτίσθηκε με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ...11/17-6-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κ. Σ. Λ. και όχι η αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου.- Κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή αφορά στο ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή τη δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης, ενώ όταν δεν λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός περί δεδικασμένου ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. β' (και όχι του επικαλούμενου αριθμού 16) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υποβληθέντα από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, με λόγο της έφεσής του στο Εφετείο και προς υπεράσπιση της ένδικης αγωγής, ισχυρισμό του περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το ζήτημα της επί του επίδικου ακινήτου κυριότητας της αρχικώς ενάγουσας και της ανυπαρξίας οιουδήποτε δικαιώματος των ήδη αναιρεσίβλητων επ' αυτού, όπως κρίθηκε τελεσιδίκως με την ως άνω υπ' αριθμ. 4/2008 εφετειακή απόφαση. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι δεν τίθεται εν προκειμένω θέμα παραβίασης δεδικασμένου εκ μέρους του Εφετείου, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, το αντικείμενο της προκειμένης δίκης ήταν διαφορετικό.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολ.Α.Π.3/1997). Με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς κρίσιμα για την ουσιαστική έκβαση της δίκης αποδεικτικά έγγραφα, που παραδεκτά προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο ο αναιρεσείων, ήτοι την υπ' αριθμ. 126/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδείας, την υπ' αριθμ. 4/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, τις πράξεις εκτελέσεως (υπ' αριθμ….62/2007 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας Π. Ζ.) και το υπ' αριθμ. …11/17-6-2008 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κ. Σ. Λ.. Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αλλά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 239, 369, 1033, 1192 αριθμ.1 και 1198 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση με την οποία μεταβιβάζεται η κυριότητα ακινήτου δεν καθίσταται άκυρη, τόσο ως υποσχετική όσο και ως εκποιητική δικαιοπραξία, από μόνο το γεγονός ότι εκείνος που μεταβιβάζει δεν είναι κύριος του ακινήτου που φέρεται ότι μεταβιβάζεται, αφού ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει κάτι τέτοιο, αλλά στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστούν οι διατάξεις για την αδύνατη παροχή. Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρο 1033 ΑΚ) αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος. Έτσι εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο. Εξάλλου, δικαίωμα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει ο θιγόμενος και κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, εφόσον η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας συνιστά και αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Ακόμη, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, διευρύνει την έννοια της καταχρήσεως του δικαιώματος, ώστε δεν περιορίζεται η έννοια αυτή, όπως στο άρθρο 281 ΑΚ, στην άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος εκ του νόμου ή εκ της δικαιοπραξίας, αλλά καταλαμβάνει και κάθε πράξη ή παράλειψη εκ της γενικής ατομικής ελευθερίας, δηλαδή τις εξουσίες που απολαύει κάθε πρόσωπο με ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας. Προϋποθέσεις για να ιδρυθεί αγώγιμη αξίωση κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 919 ΑΚ είναι 1) συμπεριφορά κάποιου αντικείμενη στα χρηστά ήθη, στις επιταγές δηλαδή της επικρατούσας κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής και στις θεμελιώδεις ηθικές και οικονομικές αντιλήψεις του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, 2) πρόθεση και πρόκληση ζημίας του άλλου και 3) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του ζημιώσαντος και της ζημίας (Ολ.Α.Π2/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ., ''αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτόν αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 12/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η αρχικώς ενάγουσα Κ. χήρα Ε. Κ., στη θέση της οποίας υπεισήλθε μετά τον επελθόντα στις 19-8-2009 θάνατο αυτής ο ήδη αναιρεσείων, με την από 11/2/2009 ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δικόγραφο της οποίας επισκοπείται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για την έρευνα του προτεινόμενου αναιρετικού λόγου, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ….37/15-8-1934 προικοσύμφωνου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ελάτειας, Στ Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας της Γ. Α. Λ. της έδωσε ως προίκα, μεταξύ άλλων, και περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα και νομή της ένα βοσκότοπο, έκτασης περίπου δύο στρεμμάτων, στην περιοχή ''…' της τέως Κοινότητας Προφήτη …... Ότι με το υπ' αριθμ. ….11/17-6-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κ. Σ. Λ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε κατά κυριότητα το ήμισυ του ακινήτου αυτού στους συνεναγόμενους υιούς του λόγω γονικής παροχής, αναφέροντας ότι του ανήκει λόγω έκτακτης χρησικτησίας από το 1962, μολονότι γνώριζε ότι δεν ήταν κύριος και ότι κυρία ήταν η ίδια, όπως είχε κριθεί και με την υπ' αριθμ. 84/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία παράγει σχετικό δεδικασμένο αναφορικά με την κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων επήλθε προσβολή της προσωπικότητάς της, για την οποία έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, ποσού 200.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη και άνευ ισχύος έναντι αυτής η πιο πάνω σύμβαση γονικής παροχής και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, για την πιο πάνω αιτία, να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 200.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε και ως προς τα δύο αιτήματά της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως μη νόμιμη. Μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : ''Η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο ιστορικό και αιτήματα δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα, ως προς το αίτημα ακύρωσης της περιεχόμενης στο άνω συμβόλαιο γονικής παροχής, διότι μόνη η ανυπαρξία κυριότητας του μεταβιβάζοντος δεν καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη και η αγωγή δεν περιέχει αίτημα αναγνώρισης ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, θα στήριζε αγωγή ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο. Ως προς το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι τα άνω ιστορούμενα στην αγωγή δεν συνιστούν άδικη πράξη, με την έννοια της παράνομης και υπαίτιας πρόκλησης ζημίας και προσβολής προσωπικότητας, ώστε να στηριχθεί αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης''. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε μη νόμιμη την αγωγή και για την αιτία αυτή την απέρριψε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παραβίασε αυτές με το να μην τις εφαρμόσει, ούτε παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα , καθόσον ως προς το πρώτο αίτημα η επίμαχη σύμβαση γονικής παροχής του επίδικου ακινήτου είναι έγκυρη, αφού η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάσαντος πρώτου αναιρεσίβλητου επ' αυτού δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της εμπράγματης σύμβασης που ακολούθησε αλλά γεννά υποχρέωση για μεταβίβασή του και ως προς το δεύτερο αίτημα της καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι τα ως άνω διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δεν συνιστούν αδικοπραξία υπό την προεκτεθείσα έννοια ώστε να στηριχθεί αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος των πρόσθετων λόγων αυτής, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο ίδιος τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, περαιτέρω, με επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., παράβαση από το Εφετείο του άρθρου 70 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος, διότι η παράβαση του δικονομικού κανόνα, όπως είναι η τελευταία αυτή διάταξη, δεν ελέγχεται με τον ίδιο λόγο από το άρθρο 559 αρ.1ΚΠολΔ. Τέλος, ο ίδιος τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το έτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην απόφαση αιτίαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή, που προϋποθέτει διάγνωση της υποθέσεως βάσει των αποδείξεων και ελλείψεις (ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα) στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν ιδρύεται επί απορρίψεως της αγωγής ως αβάσιμης κατά νόμο, έστω και αν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης περί την έννοια των εφαρμοσθεισών διατάξεων είναι ανεπαρκείς.- Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ., τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Κατά την επιβολή των εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 176 ΚΠολΔ) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν το συμψηφισμό των εξόδων, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικός σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 ν.2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 ν.2943/2001), εφαρμόζεται δε και στην προκειμένη υπόθεση που συζητήθηκε για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 20-9-2013 (Α.Π. 121/2008). Εξάλλου, τα οριζόμενα στο ν.δ.4194/2013 " Κώδικας Δικηγόρων" όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο (Α.Π. 1437/2012). Με τους λόγους αναίρεσης, πέμπτο του κύριου δικογράφου και δεύτερο των πρόσθετων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΚΠολΔ., τις οποίες ψευδώς ερμήνευσε, με το να δεχθεί ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν δικαστικά έξοδα 4.000 ευρώ και δεν προέβη σε συμψηφισμό αυτών και ότι στερείται νόμιμης βάσης διότι παρέθεσε στην απορριπτική του σχετικού λόγου έφεσης κρίση του ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί αυτών είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, το δε δικαστήριο δεν απαιτείτο να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Ενόψει αυτών και της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως ηττημένου εκκαλούντος στη δίκη εκείνη, το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ., που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, ούτε εκείνες των άρθρων 178 και 179 του ίδιου Κώδικα, που δεν ήταν εφαρμοστέες.
Συνεπώς, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2016 αίτηση και το από 22.2.2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης του Α. Κ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.-
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 19 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 25 Iανουαρίου 2019.-
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αριθμός 99/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντίνα Κατσίφα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1.Γ. Κ. του Ε., 2.Π. Κ. του Γ., 3Ε. Κ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο .... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2009 αγωγή της αρχικής ενάγουσας-αποβιωσάσης Κ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5/2016 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-11-2016 αίτησή του και τους από 22-2-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τους λόγους αναίρεσης του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης και τους διαλαμβανόμενους στο από 22-2-2018 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 569 παρ.2 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 14-2-2014 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 253/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
Συνεπώς, τα ως άνω δικόγραφα είναι παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).- Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (Ολ. Α.Π. 12/1997). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν ήταν νόμιμος ή που προβλήθηκε απαραδέκτως και συνεπώς δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.2/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το λόγο της έφεσής του ότι "υφίσταται δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 4/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας περί της ύπαρξης δικαιώματος κυριότητας της (αρχικώς) ενάγουσας μητέρας του επί του αντικειμένου της γονικής παροχής και ανυπαρξίας τέτοιου δικαιώματος του μεταβιβάσαντος πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ισχυρισμός που προβλήθηκε και πρωτοδίκως τόσον ως προς τη νομική θεμελίωση της αγωγής, όσο και προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων ότι ο μεταβιβάσας (πρώτος αναιρεσίβλητος) ήταν κύριος του μεταβιβασθέντος ακινήτου δια χρησικτησίας". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι καλώς δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο ο ανωτέρω ισχυρισμός, αφού δεν ασκούσε καμιά έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι αίτημα της ένδικης αγωγής ήταν να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη και άνευ ισχύος έναντι της αρχικώς ενάγουσας η επίμαχη σύμβαση γονικής παροχής, που καταρτίσθηκε με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ...11/17-6-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κ. Σ. Λ. και όχι η αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου.- Κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή αφορά στο ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή τη δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης, ενώ όταν δεν λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός περί δεδικασμένου ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. β' (και όχι του επικαλούμενου αριθμού 16) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υποβληθέντα από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, με λόγο της έφεσής του στο Εφετείο και προς υπεράσπιση της ένδικης αγωγής, ισχυρισμό του περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το ζήτημα της επί του επίδικου ακινήτου κυριότητας της αρχικώς ενάγουσας και της ανυπαρξίας οιουδήποτε δικαιώματος των ήδη αναιρεσίβλητων επ' αυτού, όπως κρίθηκε τελεσιδίκως με την ως άνω υπ' αριθμ. 4/2008 εφετειακή απόφαση. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι δεν τίθεται εν προκειμένω θέμα παραβίασης δεδικασμένου εκ μέρους του Εφετείου, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, το αντικείμενο της προκειμένης δίκης ήταν διαφορετικό.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολ.Α.Π.3/1997). Με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς κρίσιμα για την ουσιαστική έκβαση της δίκης αποδεικτικά έγγραφα, που παραδεκτά προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο ο αναιρεσείων, ήτοι την υπ' αριθμ. 126/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδείας, την υπ' αριθμ. 4/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, τις πράξεις εκτελέσεως (υπ' αριθμ….62/2007 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας Π. Ζ.) και το υπ' αριθμ. …11/17-6-2008 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κ. Σ. Λ.. Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αλλά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 239, 369, 1033, 1192 αριθμ.1 και 1198 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση με την οποία μεταβιβάζεται η κυριότητα ακινήτου δεν καθίσταται άκυρη, τόσο ως υποσχετική όσο και ως εκποιητική δικαιοπραξία, από μόνο το γεγονός ότι εκείνος που μεταβιβάζει δεν είναι κύριος του ακινήτου που φέρεται ότι μεταβιβάζεται, αφού ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει κάτι τέτοιο, αλλά στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστούν οι διατάξεις για την αδύνατη παροχή. Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρο 1033 ΑΚ) αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος. Έτσι εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο. Εξάλλου, δικαίωμα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει ο θιγόμενος και κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, εφόσον η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας συνιστά και αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Ακόμη, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, διευρύνει την έννοια της καταχρήσεως του δικαιώματος, ώστε δεν περιορίζεται η έννοια αυτή, όπως στο άρθρο 281 ΑΚ, στην άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος εκ του νόμου ή εκ της δικαιοπραξίας, αλλά καταλαμβάνει και κάθε πράξη ή παράλειψη εκ της γενικής ατομικής ελευθερίας, δηλαδή τις εξουσίες που απολαύει κάθε πρόσωπο με ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας. Προϋποθέσεις για να ιδρυθεί αγώγιμη αξίωση κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 919 ΑΚ είναι 1) συμπεριφορά κάποιου αντικείμενη στα χρηστά ήθη, στις επιταγές δηλαδή της επικρατούσας κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής και στις θεμελιώδεις ηθικές και οικονομικές αντιλήψεις του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, 2) πρόθεση και πρόκληση ζημίας του άλλου και 3) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του ζημιώσαντος και της ζημίας (Ολ.Α.Π2/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ., ''αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτόν αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 12/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η αρχικώς ενάγουσα Κ. χήρα Ε. Κ., στη θέση της οποίας υπεισήλθε μετά τον επελθόντα στις 19-8-2009 θάνατο αυτής ο ήδη αναιρεσείων, με την από 11/2/2009 ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δικόγραφο της οποίας επισκοπείται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για την έρευνα του προτεινόμενου αναιρετικού λόγου, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ….37/15-8-1934 προικοσύμφωνου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ελάτειας, Στ Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας της Γ. Α. Λ. της έδωσε ως προίκα, μεταξύ άλλων, και περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα και νομή της ένα βοσκότοπο, έκτασης περίπου δύο στρεμμάτων, στην περιοχή ''…' της τέως Κοινότητας Προφήτη …... Ότι με το υπ' αριθμ. ….11/17-6-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κ. Σ. Λ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε κατά κυριότητα το ήμισυ του ακινήτου αυτού στους συνεναγόμενους υιούς του λόγω γονικής παροχής, αναφέροντας ότι του ανήκει λόγω έκτακτης χρησικτησίας από το 1962, μολονότι γνώριζε ότι δεν ήταν κύριος και ότι κυρία ήταν η ίδια, όπως είχε κριθεί και με την υπ' αριθμ. 84/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία παράγει σχετικό δεδικασμένο αναφορικά με την κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων επήλθε προσβολή της προσωπικότητάς της, για την οποία έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, ποσού 200.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη και άνευ ισχύος έναντι αυτής η πιο πάνω σύμβαση γονικής παροχής και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, για την πιο πάνω αιτία, να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 200.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε και ως προς τα δύο αιτήματά της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως μη νόμιμη. Μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : ''Η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο ιστορικό και αιτήματα δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα, ως προς το αίτημα ακύρωσης της περιεχόμενης στο άνω συμβόλαιο γονικής παροχής, διότι μόνη η ανυπαρξία κυριότητας του μεταβιβάζοντος δεν καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη και η αγωγή δεν περιέχει αίτημα αναγνώρισης ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, θα στήριζε αγωγή ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο. Ως προς το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι τα άνω ιστορούμενα στην αγωγή δεν συνιστούν άδικη πράξη, με την έννοια της παράνομης και υπαίτιας πρόκλησης ζημίας και προσβολής προσωπικότητας, ώστε να στηριχθεί αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης''. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε μη νόμιμη την αγωγή και για την αιτία αυτή την απέρριψε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν παραβίασε αυτές με το να μην τις εφαρμόσει, ούτε παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα , καθόσον ως προς το πρώτο αίτημα η επίμαχη σύμβαση γονικής παροχής του επίδικου ακινήτου είναι έγκυρη, αφού η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάσαντος πρώτου αναιρεσίβλητου επ' αυτού δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της εμπράγματης σύμβασης που ακολούθησε αλλά γεννά υποχρέωση για μεταβίβασή του και ως προς το δεύτερο αίτημα της καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι τα ως άνω διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δεν συνιστούν αδικοπραξία υπό την προεκτεθείσα έννοια ώστε να στηριχθεί αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος των πρόσθετων λόγων αυτής, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο ίδιος τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, περαιτέρω, με επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., παράβαση από το Εφετείο του άρθρου 70 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος, διότι η παράβαση του δικονομικού κανόνα, όπως είναι η τελευταία αυτή διάταξη, δεν ελέγχεται με τον ίδιο λόγο από το άρθρο 559 αρ.1ΚΠολΔ. Τέλος, ο ίδιος τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το έτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην απόφαση αιτίαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή, που προϋποθέτει διάγνωση της υποθέσεως βάσει των αποδείξεων και ελλείψεις (ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα) στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν ιδρύεται επί απορρίψεως της αγωγής ως αβάσιμης κατά νόμο, έστω και αν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης περί την έννοια των εφαρμοσθεισών διατάξεων είναι ανεπαρκείς.- Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ., τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Κατά την επιβολή των εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 176 ΚΠολΔ) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν το συμψηφισμό των εξόδων, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικός σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 ν.2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 ν.2943/2001), εφαρμόζεται δε και στην προκειμένη υπόθεση που συζητήθηκε για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 20-9-2013 (Α.Π. 121/2008). Εξάλλου, τα οριζόμενα στο ν.δ.4194/2013 " Κώδικας Δικηγόρων" όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο (Α.Π. 1437/2012). Με τους λόγους αναίρεσης, πέμπτο του κύριου δικογράφου και δεύτερο των πρόσθετων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΚΠολΔ., τις οποίες ψευδώς ερμήνευσε, με το να δεχθεί ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν δικαστικά έξοδα 4.000 ευρώ και δεν προέβη σε συμψηφισμό αυτών και ότι στερείται νόμιμης βάσης διότι παρέθεσε στην απορριπτική του σχετικού λόγου έφεσης κρίση του ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί αυτών είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, το δε δικαστήριο δεν απαιτείτο να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Ενόψει αυτών και της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως ηττημένου εκκαλούντος στη δίκη εκείνη, το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ., που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, ούτε εκείνες των άρθρων 178 και 179 του ίδιου Κώδικα, που δεν ήταν εφαρμοστέες.
Συνεπώς, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2016 αίτηση και το από 22.2.2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης του Α. Κ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.-
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 19 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 25 Iανουαρίου 2019.-
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(areiospagos.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου