
Α.Π. 289/2014 (Τμήμα Γ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
- 974, 982 - 983, 999, 1000, 1094, 1045, 1509 Α.Κ. Αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας, από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου και έκτακτη χρησικτησία κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου. Οι εναγόμενες είναι κύριες των επίδικων, λόγω γονικής παροχής από το δικαιοπάροχο πατέρα τους, αδελφό της ενάγουσας. Η ενάγουσα δεν απέκτησε νομή, αφού δεν κατέστησε ποτέ γνωστό στους λοιπούς συγκυρίους ότι νέμεται τα επίδικα, μόνο για λογαριασμό της.
- 1094, 798, 800 Α.Κ. , 321, 330, 331, 480 επ., 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. - Αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας κατά 2/3 εξ αδιαιρέτου. Από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής διανομής κατά της στην ένδικη δίκη ενάγουσας, απορρέει δεδικασμένο, για τη συγκυριότητα των στην ένδικη δίκη εναγόμενων, που κρίθηκε παρεμπιπτόντως. Καλύπτονται από το δεδικασμένο, οι μη προταθείσες στη δίκη διανομής ενστάσεις α. ότι δηλώθηκε ανακριβώς το μέγεθος των ιδανικών μεριδίων, αφού υπήρχε και άλλη συγκυρία, β. ότι γι αυτό έπρεπε η αγωγή διανομής να απορριφθεί απαράδεκτη. Καλύπτεται από το δεδικασμένο η κληρονομική διαδοχή επί του επίδικου, η οποία δε μπορεί να ερευνηθεί ξανά στη μεταγενέστερη δίκη.
- 1 Α.Κ. - Τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούσαν το 1939, για την προικοδότηση των κοριτσιών και η άτυπη σύσταση προίκας, δε συνιστούν έθιμο με την έννοια της μακράς, αδιάκοπης και ομοιόμορφης άσκησης, με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου.
ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΟ. ΕΝΝΟΙΑ- Η παραβίασή των συναλλακτικών ηθών δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΘΙΜΟΥ. Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΗΘΩΝ ΚΑΙ ΕΘΙΜΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΟΡΙΣΤΗ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΠΟΙΑ ΤΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΘΕΝΤΑ ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΤΑ ΕΘΙΜΑ, : Εξάλλου, για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ) και η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1α'του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου (ΑΠ 435/1994).
ΑΤΥΠΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΠΡΟΙΚΟΣ(ΑΚΙΝΗΤΟΥ) ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ «ΤΑ ΕΘΙΜΑ, ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΗΘΗ», Λόγος αναίρεσης ότι κακώς το εφετείο δεν εδέχθει ότι πριν από την εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ (ΑΝ 2250/15.3.1940" ), συνηθέστατο φαινόμενο, σύμφωνα με «τα έθιμα, και τα συναλλακτικά ήθη», που επικρατούσαν μέχρι τότε σ' όλη την ελληνική επικράτεια, ήταν η άτυπη σύσταση προικός .Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, γιατί δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα ποια τα παραβιασθέντα συναλλακτικά ήθη και ποιά τα έθιμα, πρέπει να απορριφθεί, όσον αφορά "τα συναλλακτικά ήθη" ως απαράδεκτος, όσον αφορά δε "τα έθιμα" ως αβάσιμος διότι τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν "έθιμα" με την προεκτιθέμενη έννοια, (άρθρο 1 Α.Κ.)(559 αρ. 1 ΚΠολΔ)
ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ-ΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΡΙΘΗΚΑΝ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ .Το δεδικασμένο εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο που δίκασε ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς αν αυτή εισαγόταν αυτοτελώς - ως κυρία - ενώπιον του. Με την έννοια αυτή προδικαστικό ζήτημα αποτελεί η συγκυριότητα των κοινωνών στη δίκη διανομής . Έτσι, αν σε δίκη διανομής ακινήτου διαγνώσθηκε τελεσιδίκως η συγκυριότητα και κάποιος από τους κοινωνούς , μετά την τελεσιδικία, εγείρει διεκδικητική της κυριότητας του ίδιου ακινήτου αγωγή, αποκρούεται με την ένσταση του δεδικασμένου. (Α.Κ. 322, 324)(785,798 Α.Κ.)(478 ΚΠολΔ)
ΙΔΡΥΣΗ του από τον αριθμό 11 περ.γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ ΛΟΓΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ. , ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΔΙΚΗ, αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι ένορκες, βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων . (421,424, 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α.Π. 289/2014 (Τμήμα Γ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
- 974, 982 - 983, 999, 1000, 1094, 1045, 1509 Α.Κ. Αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας, από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου και έκτακτη χρησικτησία κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου. Οι εναγόμενες είναι κύριες των επίδικων, λόγω γονικής παροχής από το δικαιοπάροχο πατέρα τους, αδελφό της ενάγουσας. Η ενάγουσα δεν απέκτησε νομή, αφού δεν κατέστησε ποτέ γνωστό στους λοιπούς συγκυρίους ότι νέμεται τα επίδικα, μόνο για λογαριασμό της.
- 1094, 798, 800 Α.Κ. , 321, 330, 331, 480 επ., 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. - Αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας κατά 2/3 εξ αδιαιρέτου. Από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής διανομής κατά της στην ένδικη δίκη ενάγουσας, απορρέει δεδικασμένο, για τη συγκυριότητα των στην ένδικη δίκη εναγόμενων, που κρίθηκε παρεμπιπτόντως. Καλύπτονται από το δεδικασμένο, οι μη προταθείσες στη δίκη διανομής ενστάσεις α. ότι δηλώθηκε ανακριβώς το μέγεθος των ιδανικών μεριδίων, αφού υπήρχε και άλλη συγκυρία, β. ότι γι αυτό έπρεπε η αγωγή διανομής να απορριφθεί απαράδεκτη. Καλύπτεται από το δεδικασμένο η κληρονομική διαδοχή επί του επίδικου, η οποία δε μπορεί να ερευνηθεί ξανά στη μεταγενέστερη δίκη.
- 1 Α.Κ. - Τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούσαν το 1939, για την προικοδότηση των κοριτσιών και η άτυπη σύσταση προίκας, δε συνιστούν έθιμο με την έννοια της μακράς, αδιάκοπης και ομοιόμορφης άσκησης, με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου.
ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΟ. ΕΝΝΟΙΑ- Η παραβίασή των συναλλακτικών ηθών δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΘΙΜΟΥ. Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΗΘΩΝ ΚΑΙ ΕΘΙΜΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΟΡΙΣΤΗ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΠΟΙΑ ΤΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΘΕΝΤΑ ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΤΑ ΕΘΙΜΑ, : Εξάλλου, για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ) και η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1α'του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου (ΑΠ 435/1994).
ΑΤΥΠΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΠΡΟΙΚΟΣ(ΑΚΙΝΗΤΟΥ) ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ «ΤΑ ΕΘΙΜΑ, ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΗΘΗ», Λόγος αναίρεσης ότι κακώς το εφετείο δεν εδέχθει ότι πριν από την εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ (ΑΝ 2250/15.3.1940" ), συνηθέστατο φαινόμενο, σύμφωνα με «τα έθιμα, και τα συναλλακτικά ήθη», που επικρατούσαν μέχρι τότε σ' όλη την ελληνική επικράτεια, ήταν η άτυπη σύσταση προικός .Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, γιατί δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα ποια τα παραβιασθέντα συναλλακτικά ήθη και ποιά τα έθιμα, πρέπει να απορριφθεί, όσον αφορά "τα συναλλακτικά ήθη" ως απαράδεκτος, όσον αφορά δε "τα έθιμα" ως αβάσιμος διότι τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν "έθιμα" με την προεκτιθέμενη έννοια, (άρθρο 1 Α.Κ.)(559 αρ. 1 ΚΠολΔ)
ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ-ΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΡΙΘΗΚΑΝ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ .Το δεδικασμένο εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο που δίκασε ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς αν αυτή εισαγόταν αυτοτελώς - ως κυρία - ενώπιον του. Με την έννοια αυτή προδικαστικό ζήτημα αποτελεί η συγκυριότητα των κοινωνών στη δίκη διανομής . Έτσι, αν σε δίκη διανομής ακινήτου διαγνώσθηκε τελεσιδίκως η συγκυριότητα και κάποιος από τους κοινωνούς , μετά την τελεσιδικία, εγείρει διεκδικητική της κυριότητας του ίδιου ακινήτου αγωγή, αποκρούεται με την ένσταση του δεδικασμένου. (Α.Κ. 322, 324)(785,798 Α.Κ.)(478 ΚΠολΔ)
ΙΔΡΥΣΗ του από τον αριθμό 11 περ.γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ ΛΟΓΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ. , ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΔΙΚΗ, αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι ένορκες, βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων . (421,424, 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α.Π. 289/2014 (Τμήμα Γ)
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Κ. Κ. του Π., 2)Δ. Κ. του Π. και 3)Μ. Κ. του Π., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων της Λ. χήρας Π. Κ. το γένος Δ. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ..., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τους τ......
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Σ. συζ. Ε. Φ., το γένος Α. Α., και 2)Δ. συζ. Π. Β., το γένος Α. Α., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2002 αγωγή της αρχικής διαδίκου Λ. χήρας Π. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3233/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 581/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17/8/2009 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 661/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 6/3/2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 26/1/2012 εισήγησή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης ...'και ...'/14.5.2013 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης … προκύπτει, ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 17.8.2009, αίτησης αναίρεσης κατά της οριστικής απόφασης 581/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της από 6.3.2013 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 20.11.2013), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσιβλήτους, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο δημιουργείται από τελεσίδικη απόφαση μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία και εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο που δίκασε ήταν καθ'ύλην αρμόδιο να αποφασίσει επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς αν αυτή εισαγόταν αυτοτελώς - ως κυρία - ενώπιων του.
Με την έννοια αυτή προδικαστικό ζήτημα αποτελεί η συγκυριότητα των κοινωνών στη δίκη διανομής (ΑΠ 889/1985).
Ειδικότερα, η απόφαση που δέχεται την αγωγή διανομής και διατάσσει τη διανομή του επικοίνου, αποτελεί από την τελεσιδικία της δεδικασμένο ως προς τα ιδανικά μερίδια όλων των κοινωνών (άρθρα 331 και 479 ΚΠολΔ), οι δε διάδικοι ή εκείνοι που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, μετά την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης, δεν έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν το μέγεθος των ιδανικών τους μεριδίων (ΑΠ 938/1996) και συνεπώς αγωγή ή ένσταση με τέτοιο αντικείμενο, για την εκ νέου δηλαδή διάγνωση του μεγέθους των ιδανικών μεριδίων των κοινωνών, ή που αφορά στο παραδεκτό της αγωγής διανομής, είναι απαράδεκτη, καθόσον προσκρούει στην αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου που απορρέει από την απόφαση που διέταξε τη διανομή (άρθρα 321, 322, 324, 325 και 330 ΚΠολΔ - ΑΠ 938/1996, ΑΠ 889/1985).
Έτσι, αν σε δίκη διανομής ακινήτου διαγνώσθηκε τελεσιδίκως η συγκυριότητα επί του διανεμητέου των κοινωνών διαδίκων και κάποιος από αυτούς - κοινωνούς διαδίκους - μετά την τελεσιδικία εγείρει διεκδικητική της κυριότητας του ίδιου ακινήτου αγωγή, προβάλλοντας αποκλειστική κυριότητα ή συγκυριότητα μεγαλύτερου ποσοστού, αποκρούεται με την ένσταση του δεδικασμένου, έστω και αν την αποκλειστική κυριότητα ή συγκυριότητα μεγαλύτερου ποσοστού τη στηρίζει σε άλλο τρόπο κτήσης της κυριότητας ή συγκυριότητας, τον οποίο μπορούσε να προτείνει και δεν πρότεινε (ΑΠ 254/1974).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η αρχικώς ενάγουσα και δικαιοπάροχος - μητέρα - των αναιρεσειόντων, Λ. χήρα Π. Κ., η οποία αποβίωσε χωρίς να καταλείπει διαθήκη και στη θέση της υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αναιρεσείοντες - τέκνα της -, με την ένδικη - από 19.11.2002 - αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε, ότι είναι συγκυρία κατά τα 2/3 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων - με αριθμούς 295 και 529 - αγροτεμαχίων, έχοντας περιέλθει σ'αυτήν κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος, στις 13.6.1968, πατέρα της, Δ. Α., την κληρονομία του οποίου αποδέχτηκε και μετέγραψε την περί αποδοχής δήλωσή της, και κατά το άλλο 1/3 εξ αδιαιρέτου, το οποίο αντιστοιχεί στο κληρονομικό μερίδιο της αδελφής της Α., με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τα ίδια αγροτεμάχια κατά το ποσοστό αυτό εξ αδιαιρέτου, με τη θέληση της αδελφής της, από το θάνατο του πατέρα τους - στις 13.6.1968 - και έκτοτε συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Π
εραιτέρω, ισχυρίστηκε, ότι οι ήδη αναιρεσίβλητες εναγόμενες, οι οποίες έχουν αποδεχθεί τη μετάθεση προς αυτές, με γονική παροχή, δυνάμει της υπ'αριθμ..../12.1.1987 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Ι. Δημοπούλου, κυριότητας κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων αγροτεμαχίων από το δικαιοπάροχο πατέρα τους, Ά. Α. του Δ. πλέον του ανήκοντος σ'αυτόν κληρονομικού μεριδίου 1/3 εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αμφισβητούν τη συγκυριότητά της σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων αγροτεμαχίων.
Γι'αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί η συγκυριότητά της σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου επί των αγροτεμαχίων αυτών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δίκασε ερήμην της τότε ενάγουσας και με την 3233/2006 απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής - έχοντας αποβιώσει η αρχικώς ενάγουσα - μητέρα των ήδη αναιρεσειόντων - Λ. χήρα Π. Κ., στη θέση της οποίας, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσείοντες (τέκνα της) - οι εν λόγω ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη 581/2009 απόφασή του - ενόψει του άρθρου 528 ΚΠολΔ - δέχτηκε την έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων, και, αφού εξαφάνισε ως προς αυτές την ανωτέρω 3233/2006 απόφαση και την κράτησε και τη δίκασε κατ'ουσίαν απέρριψε - και ως προς αυτές - την ανωτέρω αγωγή.
Το Εφετείο, στα πλαίσια εξέτασης κατ'ουσίαν της έφεσης, δέχτηκε, ότι από την 2868/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, δεδομένου ότι η έφεση που ασκήθηκε κατ'αυτής απορρίφτηκε με την 120/1982 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και η οποία εκδόθηκε επί της προηγούμενης από 4.2.1977 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 607/15.2.1977 αγωγής διανομής του πατέρα και δικαιοπαρόχου των ήδη εναγομένων της ένδικης - από 19.11.2002 - αγωγής, Ά. Α., κατά της αδελφής του, Λ. χήρας Π. Κ. - αρχικώς ενάγουσας επί της ένδικης, από 19.11.2002, αγωγής και δικαιοπαρόχου (μητέρας) των αναιρεσειόντων -, απορρέει, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της συγκυριότητας που κρίθηκε, παρεμπιπτόντως με την ανωτέρω 2868/1979 απόφαση και συγκεκριμένα "ως προς την ύπαρξη δικαιώματος συγκυριότητας επί των επίδικων ακινήτων των διαδίκων της δίκης επί της αγωγής διανομής κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθενός, το οποίο (δεδικασμένο) ισχύει υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) 1)Σ. Ε. Φ. και 2)Δ. Π. Β., ειδικών διαδόχων του ενάγοντος στη δίκη διανομής Ά. Α., και κατά της αρχικώς ενάγουσας και εναγομένης στην ίδια δίκη διανομής Λ. χήρας Π. Κ. (δικαιοπαρόχου - μητέρας - των αναιρεσειόντων", και, συνεπώς, ότι οι ενστάσεις - που δεν προτάθηκαν στη δίκη για τη διανομή - ότι το μέγεθος των ιδανικών μεριδίων ανακριβώς δηλώθηκε, ως άνω, με την ανωτέρω (από 4.2.1977 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 607/15.2.1977) αγωγή διανομής, αφού υπήρχε και άλλη συγκυρία, ήτοι η Α. Φ. ή Ι., και ότι έπρεπε για το λόγο αυτό η αγωγή αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καλύπτονται από το δεδικασμένο αυτό. Δέχτηκε, επίσης, ότι και ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι η προαναφερθείσα Α. Φ. ή Ι. "το κληρονομικό της μερίδιο επί των επίδικων αγροτεμαχίων, ανερχόμενο στο 1/3 εξ αδιαιρέτου, το είχε παραχωρήσει άτυπα στην αρχικώς ενάγουσα (δικαιοπάροχο - μητέρα - των αναιρεσειόντων), η οποία από το έτος 1968 και μέχρι την έγερση της κρινόμενης αγωγής το νεμόταν με διάνοια κυρίου και έτσι έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, καλύπτεται από το δεδικασμένο που παρήχθη από την υπ'αριθμ.2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρούχου Δ. Α. είναι ο πατέρας των δύο πρώτων εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και η αρχικώς ενάγουσα (δικαιοπάροχος - μητέρα - των αναιρεσειόντων), γεγονός το οποίο και συνομολόγησε η τελευταία κατά τη δίκη διανομής, και συνεπώς δεν μπορεί να ερευνηθεί"
. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά δέχτηκε ότι για τα ζητήματα που προεκτέθηκαν υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω 2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες, που αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου.
Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ) και η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1α'του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου (ΑΠ 435/1994).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατ'εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1α'του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την ύπαρξη "ανύπαρκτου ουσιαστικά και νομικά στο πρόσωπο της αρχικώς ενάγουσας Λ. χήρας Π. Κ., μόλις το 1982, δεδικασμένου, κατόπιν ασκηθείσας άκυρης και απαράδεκτης αγωγής διανομής." και να μην δεχθεί ότι η άτυπη παραχώρηση το 1939 στο σύζυγο της προαναφερθείσας αρχικώς ενάγουσας και πατέρα των αναιρεσειόντων ήταν έγκυρη και να απορρίψει την ένδικη αγωγή παραβίασε "τα έθιμα, και τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούσαν το 1939 σ'όλη την ελληνική επικράτεια, αναφερόμενα στην υπόσταση ως προσωπικότητας πολιτικής και κοινωνικής της γυναίκας τότε καθώς και του τρόπου που παντρεύονταν τα κορίτσια αλλά κυρίως τότε με τον τρόπο που προικίζονταν, πριν μάλιστα από τη θέσπιση και εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ (ΑΝ 2250/15.3.1940" και ειδικότερα τα κρατούντα το έτος 1939 - οπότε η προαναφερθείσα αρχικώς ενάγουσα (μητέρα των αναιρεσειόντων) νυμφεύτηκε τον πατέρα τους, ήτοι ότι "την εποχή εκείνη ήταν συνηθέστατο φαινόμενο η άτυπη σύσταση προικός".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, γιατί δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα ποια τα παραβιασθέντα συναλλακτικά ήθη και ποιά τα έθιμα, πρέπει να απορριφθεί, όσον αφορά "τα συναλλακτικά ήθη" ως απαράδεκτος, διότι έτσι που προβάλλονται, χωρίς δηλαδή να συναρτάται η εφαρμογή τους υποχρεωτικά από κανόνα δικαίου, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγο αναίρεσης, όσον αφορά δε "τα έθιμα" ως αβάσιμος διότι τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν "έθιμα" με την προεκτιθέμενη έννοια, δηλαδή της μακράς, αδιάκοπης και ομοιόμορφης άσκησης με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984 επ., 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός (εξ αδιαιρέτου συγκύριος), αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών (εξ αδιαιρέτου συγκυρίων) και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ'αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους κοινωνούς (εξ αδιαιρέτου συγκυρίους) ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτή η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής (Ολ.ΑΠ 485/1982). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων που ενδιαφέρει τη συγκεκριμένη περίπτωση, και τα εξής: "...η αρχικώς ενάγουσα και τα τέκνα της δεν απέκτησαν την κυριότητα του εν λόγω αγροτεμαχίου κατά τα ανήκοντα στις δύο πρώτες εναγόμενες ποσοστά συγκυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αφού 1)η αρχικώς ενάγουσα για μεν το χρονικό διάστημα από το έτος 1975 μέχρι το έτος 1982 δεσμεύεται - ως άνω - από το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την υπ'αριθμ.2868/1979 τελεσίδικη απόφαση...., για δε το από του έτους 1982 μέχρι την έγερση της αγωγής χρονικό διάστημα δεν είχε αποκτήσει τη νομή του ακινήτου τούτου κατά το ιδανικό μερίδιο του συγκυρίου αδελφού της και στη συνέχεια των δύο πρώτων εναγομένων, ειδικών διαδόχων του, αφού ουδέποτε μέχρι το έτος 1997 κατέστησε σ'αυτούς γνωστό ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για δικός της λογαριασμό και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ'αυτών χρησικτησία και 2)τα τέκνα της αρχικώς ενάγουσας δεν αποδείχθηκε ότι είχαν το ως άνω αγροτεμάχιο στη διανοία κυρίου νομή τους κατά το επικαλούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 1975 μέχρι την έγερση της αγωγής τους (8.2.1999)".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης από την αρχικώς ενάγουσα και τα τέκνα της κυριότητας στο επίδικο κατά τα ανήκοντα στις δύο πρώτες εναγόμενες ποσοστά συγκυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που προαναφέρθηκαν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Ο από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύονται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι ένορκες, πάντως, βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από το άρθρο 270 παρ.2 εδ.3 του ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και αρκεί να βεβαιώνεται σ'αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 722/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί αβασιμότητας της ένδικης - με αριθμό 40827/19.11.2002 - αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ακόλουθα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, δηλαδή: α)την από 15.11.2001 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε εξ αφορμής δίκης ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Λαγκαδά και πλήρως επιβεβαιώνεται στα με αριθμό 51/1999 πρακτικά αυτού, β) "πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου του Δήμου Ρεντίνας, εκ των οποίων αποδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ποίος ψεύδεται και ποίος λέγει την αλήθεια", γ) "τα σχετικά δημόσια έγγραφα της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, από τα οποία αβίαστα αποκαλύπτεται ότι η εγγραφή του επίδικου ακινήτου σ'αυτά κατ'ιδιοκτησία, το πρώτον εγένετο, οίκοθεν των αρμόδιων υπηρεσιών της πρώην Κοινότητος Σταυρού και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Ρεντίνας, επ'ονόματι του Π. Κ. του Β. και της Κ., και δ)ούτε "τα παρά των αναιρεσιβλήτων προσαχθέντα και επικληθέντα δημόσια έγγραφα της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, εκ των οποίων αποδεικνύεται, ότι 1)κύριος του επίδικου ακινήτου αναφέρεται ο Π. Κ. του Β. και της Κ., 2)χρόνος αναφοράς του γεγονότος αυτού το έτος 1991 και 3)χρόνος ειδοποιήσεώς του (Π. Κ.), περί καταβολής παρ'αυτού εισφοράς εις χρήμα "λόγω ένταξης σε ρυμοτομικό σχέδιο" του ακινήτου του, η 18.5.1994...".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα στο αναιρετήριο τα προεκτιθέμενα έγγραφα, ούτε γίνεται ειδική μνεία σ'αυτό - αναιρετήριο -, ότι οι αναιρεσείοντες τα επικαλέστηκαν νόμιμα με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.8.2009 αίτηση των 1)Κ. Κ. κ.α. για αναίρεση της 581/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Κ. Κ. του Π., 2)Δ. Κ. του Π. και 3)Μ. Κ. του Π., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων της Λ. χήρας Π. Κ. το γένος Δ. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ..., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τους τ......
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Σ. συζ. Ε. Φ., το γένος Α. Α., και 2)Δ. συζ. Π. Β., το γένος Α. Α., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2002 αγωγή της αρχικής διαδίκου Λ. χήρας Π. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3233/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 581/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17/8/2009 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 661/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 6/3/2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 26/1/2012 εισήγησή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης ...'και ...'/14.5.2013 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης … προκύπτει, ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 17.8.2009, αίτησης αναίρεσης κατά της οριστικής απόφασης 581/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της από 6.3.2013 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 20.11.2013), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσιβλήτους, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο δημιουργείται από τελεσίδικη απόφαση μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία και εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο που δίκασε ήταν καθ'ύλην αρμόδιο να αποφασίσει επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς αν αυτή εισαγόταν αυτοτελώς - ως κυρία - ενώπιων του.
Με την έννοια αυτή προδικαστικό ζήτημα αποτελεί η συγκυριότητα των κοινωνών στη δίκη διανομής (ΑΠ 889/1985).
Ειδικότερα, η απόφαση που δέχεται την αγωγή διανομής και διατάσσει τη διανομή του επικοίνου, αποτελεί από την τελεσιδικία της δεδικασμένο ως προς τα ιδανικά μερίδια όλων των κοινωνών (άρθρα 331 και 479 ΚΠολΔ), οι δε διάδικοι ή εκείνοι που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, μετά την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης, δεν έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν το μέγεθος των ιδανικών τους μεριδίων (ΑΠ 938/1996) και συνεπώς αγωγή ή ένσταση με τέτοιο αντικείμενο, για την εκ νέου δηλαδή διάγνωση του μεγέθους των ιδανικών μεριδίων των κοινωνών, ή που αφορά στο παραδεκτό της αγωγής διανομής, είναι απαράδεκτη, καθόσον προσκρούει στην αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου που απορρέει από την απόφαση που διέταξε τη διανομή (άρθρα 321, 322, 324, 325 και 330 ΚΠολΔ - ΑΠ 938/1996, ΑΠ 889/1985).
Έτσι, αν σε δίκη διανομής ακινήτου διαγνώσθηκε τελεσιδίκως η συγκυριότητα επί του διανεμητέου των κοινωνών διαδίκων και κάποιος από αυτούς - κοινωνούς διαδίκους - μετά την τελεσιδικία εγείρει διεκδικητική της κυριότητας του ίδιου ακινήτου αγωγή, προβάλλοντας αποκλειστική κυριότητα ή συγκυριότητα μεγαλύτερου ποσοστού, αποκρούεται με την ένσταση του δεδικασμένου, έστω και αν την αποκλειστική κυριότητα ή συγκυριότητα μεγαλύτερου ποσοστού τη στηρίζει σε άλλο τρόπο κτήσης της κυριότητας ή συγκυριότητας, τον οποίο μπορούσε να προτείνει και δεν πρότεινε (ΑΠ 254/1974).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η αρχικώς ενάγουσα και δικαιοπάροχος - μητέρα - των αναιρεσειόντων, Λ. χήρα Π. Κ., η οποία αποβίωσε χωρίς να καταλείπει διαθήκη και στη θέση της υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αναιρεσείοντες - τέκνα της -, με την ένδικη - από 19.11.2002 - αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε, ότι είναι συγκυρία κατά τα 2/3 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων - με αριθμούς 295 και 529 - αγροτεμαχίων, έχοντας περιέλθει σ'αυτήν κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος, στις 13.6.1968, πατέρα της, Δ. Α., την κληρονομία του οποίου αποδέχτηκε και μετέγραψε την περί αποδοχής δήλωσή της, και κατά το άλλο 1/3 εξ αδιαιρέτου, το οποίο αντιστοιχεί στο κληρονομικό μερίδιο της αδελφής της Α., με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τα ίδια αγροτεμάχια κατά το ποσοστό αυτό εξ αδιαιρέτου, με τη θέληση της αδελφής της, από το θάνατο του πατέρα τους - στις 13.6.1968 - και έκτοτε συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Π
εραιτέρω, ισχυρίστηκε, ότι οι ήδη αναιρεσίβλητες εναγόμενες, οι οποίες έχουν αποδεχθεί τη μετάθεση προς αυτές, με γονική παροχή, δυνάμει της υπ'αριθμ..../12.1.1987 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Ι. Δημοπούλου, κυριότητας κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων αγροτεμαχίων από το δικαιοπάροχο πατέρα τους, Ά. Α. του Δ. πλέον του ανήκοντος σ'αυτόν κληρονομικού μεριδίου 1/3 εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αμφισβητούν τη συγκυριότητά της σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων αγροτεμαχίων.
Γι'αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί η συγκυριότητά της σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου επί των αγροτεμαχίων αυτών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δίκασε ερήμην της τότε ενάγουσας και με την 3233/2006 απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής - έχοντας αποβιώσει η αρχικώς ενάγουσα - μητέρα των ήδη αναιρεσειόντων - Λ. χήρα Π. Κ., στη θέση της οποίας, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσείοντες (τέκνα της) - οι εν λόγω ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη 581/2009 απόφασή του - ενόψει του άρθρου 528 ΚΠολΔ - δέχτηκε την έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων, και, αφού εξαφάνισε ως προς αυτές την ανωτέρω 3233/2006 απόφαση και την κράτησε και τη δίκασε κατ'ουσίαν απέρριψε - και ως προς αυτές - την ανωτέρω αγωγή.
Το Εφετείο, στα πλαίσια εξέτασης κατ'ουσίαν της έφεσης, δέχτηκε, ότι από την 2868/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, δεδομένου ότι η έφεση που ασκήθηκε κατ'αυτής απορρίφτηκε με την 120/1982 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και η οποία εκδόθηκε επί της προηγούμενης από 4.2.1977 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 607/15.2.1977 αγωγής διανομής του πατέρα και δικαιοπαρόχου των ήδη εναγομένων της ένδικης - από 19.11.2002 - αγωγής, Ά. Α., κατά της αδελφής του, Λ. χήρας Π. Κ. - αρχικώς ενάγουσας επί της ένδικης, από 19.11.2002, αγωγής και δικαιοπαρόχου (μητέρας) των αναιρεσειόντων -, απορρέει, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της συγκυριότητας που κρίθηκε, παρεμπιπτόντως με την ανωτέρω 2868/1979 απόφαση και συγκεκριμένα "ως προς την ύπαρξη δικαιώματος συγκυριότητας επί των επίδικων ακινήτων των διαδίκων της δίκης επί της αγωγής διανομής κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθενός, το οποίο (δεδικασμένο) ισχύει υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) 1)Σ. Ε. Φ. και 2)Δ. Π. Β., ειδικών διαδόχων του ενάγοντος στη δίκη διανομής Ά. Α., και κατά της αρχικώς ενάγουσας και εναγομένης στην ίδια δίκη διανομής Λ. χήρας Π. Κ. (δικαιοπαρόχου - μητέρας - των αναιρεσειόντων", και, συνεπώς, ότι οι ενστάσεις - που δεν προτάθηκαν στη δίκη για τη διανομή - ότι το μέγεθος των ιδανικών μεριδίων ανακριβώς δηλώθηκε, ως άνω, με την ανωτέρω (από 4.2.1977 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 607/15.2.1977) αγωγή διανομής, αφού υπήρχε και άλλη συγκυρία, ήτοι η Α. Φ. ή Ι., και ότι έπρεπε για το λόγο αυτό η αγωγή αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καλύπτονται από το δεδικασμένο αυτό. Δέχτηκε, επίσης, ότι και ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι η προαναφερθείσα Α. Φ. ή Ι. "το κληρονομικό της μερίδιο επί των επίδικων αγροτεμαχίων, ανερχόμενο στο 1/3 εξ αδιαιρέτου, το είχε παραχωρήσει άτυπα στην αρχικώς ενάγουσα (δικαιοπάροχο - μητέρα - των αναιρεσειόντων), η οποία από το έτος 1968 και μέχρι την έγερση της κρινόμενης αγωγής το νεμόταν με διάνοια κυρίου και έτσι έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, καλύπτεται από το δεδικασμένο που παρήχθη από την υπ'αριθμ.2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρούχου Δ. Α. είναι ο πατέρας των δύο πρώτων εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και η αρχικώς ενάγουσα (δικαιοπάροχος - μητέρα - των αναιρεσειόντων), γεγονός το οποίο και συνομολόγησε η τελευταία κατά τη δίκη διανομής, και συνεπώς δεν μπορεί να ερευνηθεί"
. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά δέχτηκε ότι για τα ζητήματα που προεκτέθηκαν υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω 2868/1979 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες, που αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου.
Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ) και η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1α'του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου (ΑΠ 435/1994).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατ'εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1α'του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την ύπαρξη "ανύπαρκτου ουσιαστικά και νομικά στο πρόσωπο της αρχικώς ενάγουσας Λ. χήρας Π. Κ., μόλις το 1982, δεδικασμένου, κατόπιν ασκηθείσας άκυρης και απαράδεκτης αγωγής διανομής." και να μην δεχθεί ότι η άτυπη παραχώρηση το 1939 στο σύζυγο της προαναφερθείσας αρχικώς ενάγουσας και πατέρα των αναιρεσειόντων ήταν έγκυρη και να απορρίψει την ένδικη αγωγή παραβίασε "τα έθιμα, και τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούσαν το 1939 σ'όλη την ελληνική επικράτεια, αναφερόμενα στην υπόσταση ως προσωπικότητας πολιτικής και κοινωνικής της γυναίκας τότε καθώς και του τρόπου που παντρεύονταν τα κορίτσια αλλά κυρίως τότε με τον τρόπο που προικίζονταν, πριν μάλιστα από τη θέσπιση και εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ (ΑΝ 2250/15.3.1940" και ειδικότερα τα κρατούντα το έτος 1939 - οπότε η προαναφερθείσα αρχικώς ενάγουσα (μητέρα των αναιρεσειόντων) νυμφεύτηκε τον πατέρα τους, ήτοι ότι "την εποχή εκείνη ήταν συνηθέστατο φαινόμενο η άτυπη σύσταση προικός".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, γιατί δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα ποια τα παραβιασθέντα συναλλακτικά ήθη και ποιά τα έθιμα, πρέπει να απορριφθεί, όσον αφορά "τα συναλλακτικά ήθη" ως απαράδεκτος, διότι έτσι που προβάλλονται, χωρίς δηλαδή να συναρτάται η εφαρμογή τους υποχρεωτικά από κανόνα δικαίου, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγο αναίρεσης, όσον αφορά δε "τα έθιμα" ως αβάσιμος διότι τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν "έθιμα" με την προεκτιθέμενη έννοια, δηλαδή της μακράς, αδιάκοπης και ομοιόμορφης άσκησης με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984 επ., 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός (εξ αδιαιρέτου συγκύριος), αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών (εξ αδιαιρέτου συγκυρίων) και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ'αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους κοινωνούς (εξ αδιαιρέτου συγκυρίους) ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα ολόκληρο ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και περάσει από τη γνωστοποίηση αυτή η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής (Ολ.ΑΠ 485/1982). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων που ενδιαφέρει τη συγκεκριμένη περίπτωση, και τα εξής: "...η αρχικώς ενάγουσα και τα τέκνα της δεν απέκτησαν την κυριότητα του εν λόγω αγροτεμαχίου κατά τα ανήκοντα στις δύο πρώτες εναγόμενες ποσοστά συγκυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αφού 1)η αρχικώς ενάγουσα για μεν το χρονικό διάστημα από το έτος 1975 μέχρι το έτος 1982 δεσμεύεται - ως άνω - από το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την υπ'αριθμ.2868/1979 τελεσίδικη απόφαση...., για δε το από του έτους 1982 μέχρι την έγερση της αγωγής χρονικό διάστημα δεν είχε αποκτήσει τη νομή του ακινήτου τούτου κατά το ιδανικό μερίδιο του συγκυρίου αδελφού της και στη συνέχεια των δύο πρώτων εναγομένων, ειδικών διαδόχων του, αφού ουδέποτε μέχρι το έτος 1997 κατέστησε σ'αυτούς γνωστό ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για δικός της λογαριασμό και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ'αυτών χρησικτησία και 2)τα τέκνα της αρχικώς ενάγουσας δεν αποδείχθηκε ότι είχαν το ως άνω αγροτεμάχιο στη διανοία κυρίου νομή τους κατά το επικαλούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 1975 μέχρι την έγερση της αγωγής τους (8.2.1999)".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης από την αρχικώς ενάγουσα και τα τέκνα της κυριότητας στο επίδικο κατά τα ανήκοντα στις δύο πρώτες εναγόμενες ποσοστά συγκυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που προαναφέρθηκαν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Ο από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύονται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι ένορκες, πάντως, βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από το άρθρο 270 παρ.2 εδ.3 του ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και αρκεί να βεβαιώνεται σ'αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 722/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί αβασιμότητας της ένδικης - με αριθμό 40827/19.11.2002 - αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ακόλουθα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, δηλαδή: α)την από 15.11.2001 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε εξ αφορμής δίκης ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Λαγκαδά και πλήρως επιβεβαιώνεται στα με αριθμό 51/1999 πρακτικά αυτού, β) "πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου του Δήμου Ρεντίνας, εκ των οποίων αποδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ποίος ψεύδεται και ποίος λέγει την αλήθεια", γ) "τα σχετικά δημόσια έγγραφα της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, από τα οποία αβίαστα αποκαλύπτεται ότι η εγγραφή του επίδικου ακινήτου σ'αυτά κατ'ιδιοκτησία, το πρώτον εγένετο, οίκοθεν των αρμόδιων υπηρεσιών της πρώην Κοινότητος Σταυρού και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Ρεντίνας, επ'ονόματι του Π. Κ. του Β. και της Κ., και δ)ούτε "τα παρά των αναιρεσιβλήτων προσαχθέντα και επικληθέντα δημόσια έγγραφα της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, εκ των οποίων αποδεικνύεται, ότι 1)κύριος του επίδικου ακινήτου αναφέρεται ο Π. Κ. του Β. και της Κ., 2)χρόνος αναφοράς του γεγονότος αυτού το έτος 1991 και 3)χρόνος ειδοποιήσεώς του (Π. Κ.), περί καταβολής παρ'αυτού εισφοράς εις χρήμα "λόγω ένταξης σε ρυμοτομικό σχέδιο" του ακινήτου του, η 18.5.1994...".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα στο αναιρετήριο τα προεκτιθέμενα έγγραφα, ούτε γίνεται ειδική μνεία σ'αυτό - αναιρετήριο -, ότι οι αναιρεσείοντες τα επικαλέστηκαν νόμιμα με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.8.2009 αίτηση των 1)Κ. Κ. κ.α. για αναίρεση της 581/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου