Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Α.Π. 871/2013 (Τμήμα Δ)/ Άρθρα 1, 2, 3 Α.Κ. - το έθιμο καταργεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν καταργεί όμως νόμο δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. / Απορρίπτει αναίρεση / 174 ΚΠολΔ - Δικ. δαπάνη 2700 ευρώ. / Η καθιερουμένη από το άρθρο 226 παρ 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν διαδοχικές αναβολές,

Α.Π. 871/2013 (Τμήμα Δ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
/ Άρθρα 1, 2, 3 Α.Κ. - το έθιμο καταργεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν καταργεί όμως νόμο δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. / Απορρίπτει αναίρεση / 174 ΚΠολΔ - Δικ. δαπάνη 2700 ευρώ. / Η καθιερουμένη από το άρθρο 226 παρ 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν διαδοχικές αναβολές,

Την απόφαση μας παραχώρησε ευγενικά ο Αρεοπαγίτης κ. Μιλτιάδης Σπυρόπουλος.
Α.Π. 871 / 2013    (Τμήμα Δ)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1. Π. Χ. Κ. και 2 Χ. Π. Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους .. και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Π. Κ. του Χ., 2 Π. Τ. το γένος Σ. Τ., συζ. Π. Κ. , για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας τους Σ. Κ., ως ασκούντες την γονική μέριμνα αυτής, 3.Σ. Κ. του Π., όλοι κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ...., βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις 4. Σ. χήρας Χ. Κ., το γένος Δ. Π., 5. Θ. χήρας Σ. Τ., το γένος Κ., κατοίκων ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 6. Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία Α.Ε.Ε.Γ.Α. " Η ΕΘΝΙΚΗ", νομίμως εκπροσωπούμενη, που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ....., βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 17-11-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της 6ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3077/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2367/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 21-8-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 1-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη του πρώτου και τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ... /2-11-2010 και ... /2-11-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λευκάδας …, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες Π. Χ. Κ. και Χ. Π. Κ., που επισπεύδουν τη συζήτηση της από 21-8-2010 αίτησης αναίρεσης κατά της 2367/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη Σ. χήρα Χ. Κ. και την πέμπτη αναιρεσίβλητη Θ. χήρα Σ. Τ., για να παραστούν στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 4-11-2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης, κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο, με σχετική επισημείωση του Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου στο πινάκιο, η συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικά, αρχικά για τη δικάσιμο της 21-9-2012 και στη συνέχεια, λόγω αποχής των δικηγόρων, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στη αρχή της απόφασης αυτής (8-2-2013). Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολήν δικάσιμο, όπως και κατά τις προηγούμενες δύο, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν ποτέ, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ 4 εδ. β' και γ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 579 ΚΠολΔ), αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζεται νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερουμένη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν διαδοχικές αναβολές, διότι από το νόμο (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, 241 και 575 ΚΠολΔ) δεν κηρύσσεται ακυρότητα ή απαράδεκτο, αν αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης πέραν της μιας φοράς (βλ και ΑΠ 1812/2012, ΑΠ 1681/2011, ΑΠ 1296/2006) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των πιο πάνω δύο αναιρεσιβλήτων, το Δικαστήριο να προσχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. εδαφ. α' και γ' ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΑΚ, οι κανόνες του δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και στα έθιμα. Όμως "το έθιμον δεν καταργεί νόμον", σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ΝΔ της 7/10 Μαΐου 1946 (ΦΕΚ Α'151) "Περί αποκαταστάσεως του αστικού κώδικος και του εισαγωγικού αυτού νόμου". Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, και 3 του ΑΚ, οι κανόνες δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και στα έθιμα, ο νόμος διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν καταργήσει αυτόν ρητώς ή σιωπηρώς και δια της ιδιωτικής βουλήσεως δεν δύναται να αποκλεισθεί η εφαρμογή κανόνων δημοσίας τάξεως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το έθιμο καταργεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν καταργεί όμως νόμο δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 4 και 5 του άρθρου 26 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999) σαφώς προκύπτει ότι στους κόμβους όπου δεν υφίσταται σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά.
Κατ' εξαίρεση, α) αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας, έχουν προτεραιότητα, β) αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρετήσεως, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, γ) αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα και δ) τα σιδηροδρομικά ή τροχοδρομικά οχήματα, έχουν προτεραιότητα. Στις παραπάνω περιπτώσεις (υπό στοιχ. α έως και δ) κατά ρητή επιταγή του άρθρου 26 παρ. 5 του ΚΟΚ δεν ισχύει ο κανόνας περί προτεραιότητας του οχήματος που έρχεται από δεξιά. Στις παραπάνω εξαιρέσεις δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία η μία οδός τέμνει καθέτως σε σχήμα "Ταυ" (δηλαδή καταλήγει σε αυτήν χωρίς να συνεχίζεται) την άλλη, διότι ούτε ρητά στο νόμο αναφέρεται η περίπτωση αυτή, ούτε και κατ' αναλογία μπορεί να ενταχθεί στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, είναι δε διαφορετικό το γεγονός ότι ο κινούμενος στην τέμνουσα οδό οδηγός, είναι υποχρεωμένος στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, να ρυθμίζει την ταχύτητά του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες, να τη μειώνει πλησίον των ισοπέδων κόμβων, να βεβαιώνεται, αν πρόκειται να εισέλθει δεξιά ή αριστερά σε άλλη οδό, ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιεί τους δείκτες κατεύθυνσης για να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει διεύθυνση προς τα αριστερά ή τα δεξιά κατά περίπτωση. Επομένως, επί ισοπέδου κόμβου σε σχήμα "Ταυ", η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τέμνουσας οδού, έναντι των εξ αριστερών του κινούμενων έστω και σε κύρια οδό οχημάτων (ΑΠ 635/2007, ΑΠ630/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).

Το Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη 2367/2010 απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: Ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του κατ' αυτό θανάσιμου τραυματισμού του Π. Κ. τυγχάνουν αμφότεροι οι εναγόμενοι οδηγοί των παραπάνω οχημάτων, διότι δεν επέδειξαν στην κρινόμενη ατομική περίπτωση την επιμέλεια την προσοχή, ο μεν οδηγός του αγροτικού αυτοκινήτου Γ. Χ., με την ίδια ταχύτητα εισήλθε εντός του οδοστρώματος περί τα 3,80 μέτρα όπου και ακινητοποιήθηκε, ο δε δεύτερος των (αναιρεσειόντων) Χ. Κ., οδηγός της μοτοσυκλέτας μόλις αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο πέδησε κατά τρόπο βίαιο και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την κανονική της κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να ανατραπεί και ότι συνυπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του κατ' αυτό θανάσιμου τραυματισμού του Π. Κ. τυγχάνουν αμφότεροι οι εναγόμενοι οδηγοί των παραπάνω οχημάτων και ειδικότερα, ο Γ. Χ. σε ποσοστό 30%, διότι όταν έφθασε στην παραπάνω συμβολή σε σχήμα (Τ), εισήλθε με την ίδια ταχύτητα εντός του οδοστρώματος της κεντρικής οδού επί της οποίας εκινείτο η μοτοσυκλέτα, ενώ έπρεπε να είχε μειώσει την ταχύτητά της και να ελέγξει για τυχόν κίνηση άλλων οχημάτων επί της ανώνυμης οδού πριν εισέλθει σ' αυτή, ο δε Χ. Κ. συνετέλεσε σε ποσοστό 70%, καθόσον έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το όριο των 50 χιλμ, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι προσέγγιζε ισόπεδο οδικό κόμβο σε σχήμα ( Τ ) και εκινείτο επί της τεμνομένης οδού με συνέπεια τα επί της τέμνουσας και εκ δεξιών του κινούμενα οχήματα να έχουν προτεραιότητα διέλευση και συνεπώς έπρεπε να ήταν έτοιμος να διακόψει την πορεία του για να εισέλθουν εκείνα, δεν μπόρεσε να ενεργήσει αποφευτικό ελιγμό, με την εκ των αριστερών παράκαμψή του, κινούμενους στον ελεύθερο χώρο του συνολικού πλάτους 27 μέτρων οδοστρώματος.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι παραβιάστηκε δηλαδή τοπικό έθιμο, ότι το συγκεκριμένο μέρος του επιδίκου ατυχήματος προτεραιότητα έχουν τα κινούμενα επί της κεντρικής οδού οχήματα έναντι των κινουμένων τοιούτων επί του ανωνύμου μικρού δρομίσκου- μονοπατιού, πλάτους 3,80 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο ήταν χωμάτινο καλντερίμι, προσφάτως ασφαλτοστρωθέν, ταυτοχρόνως δε υπάρχουν ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποδίδοντας πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, διότι οι εκτεθείσες αιτιολογίες είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, ως προς τη συνυπαιτιότητα των ως άνω δύο οδηγών των εμπλεκομένων οχημάτων (αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας) , μη δυνάμενες να ανατραπούν με την επίκληση υπάρξεως τοπικού εθίμου, διαμορφωθέντος στη συνείδηση όλων ανεξαιρέτως των κατοίκων του χωριού … πολλώ δε μάλλον διότι με τον τρόπο αυτό καταστρατηγούνται οι εφαρμοστέοι κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που μνημονεύονται στη μείζονα σκέψη και αποτελούν κανόνες δημοσίας τάξεως και δεν δικαιούνται να τις παραβλέπει ο δεύτερος αναιρεσείων, που οδηγούσε μάλιστα χωρίς άδεια ικανότητας οδήγησης της μοτοσυκλέτας, όπως αποδεικνύεται από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση και δέχτηκε το Εφετείο, το οποίο δεν παραβίασε και τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ,όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, με τον από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που περιλαμβάνονται στην τελευταία παράγραφο του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, δεδομένου ότι οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, όπως παραδεκτώς επισκοπούνται, δεν προέβησαν σε ομολογία, αλλά σε άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών. Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ανωτέρω λόγος.

Συνακόλουθα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ειδικότερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, που περιλαμβάνεται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία των ήδη πέντε πρώτον αναιρεσιβλήτων, που περιείχετο στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, δεδομένου ότι αυτοί δεν προέβησαν σε ομολογία αλλά σε άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών.

Επίσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ο ειδικότερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.13 ΚΠολΔ, που περιλαμβάνεται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος απόδειξης, διότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης του υποκειμενικού βάρους απόδειξης και ίδρυσης του αναιρετικού αυτού λόγου στις διαδικασίες, όπως η προκειμένη, κατά τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προσβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1113/2009).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δεχθέν ότι ο Π. Κ., υπέστη "θλάσεις των εν τω βάθει εγκεφαλικών σχηματισμών" και παραλείποντας να συμπεριλάβει τη λέξη "πολλαπλές", που αναφέρεται στην ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, ότι δηλαδή, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ο θανών συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και στην έκταση αυτής, επειδή δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και ο θάνατός του οφείλεται και στις ανωτέρω θλάσεις (κακώσεις) και ότι στην ανωτέρω έκθεση αναγράφεται ως αιτία θανάτου οι κακώσεις κεφαλής, τραχήλου, κατάγματα αριστερού ημιθωρακίου και διασχίσεις αριστερού πνεύμονος, δεν παραβίασε το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής, αφού αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, έκρινε ανελέγκτως ότι ο θάνατός του θα επήρχετο και αν ο θανών φορούσε προστατευτικό κράνος, αφού υπέστη τις ως άνω σοβαρές βλάβες κυρίως στον θώρακα και στον πνεύμονα. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000, και 3/1997), όχι δε εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά, ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ειδικότερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που περιλαμβάνεται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι άγνοια της ύπαρξης της άδειας ικανότητος οδήγησης και ότι επιπροσθέτως δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την προαναφερθείσα δικαστική ομολογία των εναγόντων. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί περί άγνοιας της ύπαρξης άδειας ικανότητας οδήγησης, και περί δικαστικής ομολογίας των εναγόντων, δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Τέλος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, υπό την παρ. (6), κατά το μέρος που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή της έκτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Χ. Κ., οδηγούσε αυτή χωρίς άδεια ικανότητας οδήγησης και συνεπώς ορθώς το Εφετείο δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, από κοινού τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και της χωριστά παρισταμένης έκτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 180 παρ. 3 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-8-2010 αίτηση για αναίρεση της 2367/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, από κοινού τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ και της χωριστά παρισταμένης έκτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει επίσης στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: