
Μον.Εφ.Θρ. 395/2017 (NoB 2018, σελ. 48)
ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ – ΤΡΟΧΑΙΟ – ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ – ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΣΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΗΣ ΘΑΝΟΥΣΗΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΝ ΚΑΙ ΠΑΣΧΟΥΝ ΑΠΟ ΨΥΧΙΚΗ ΝΟΣΟ (ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ) ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΒΙΩΣΑΝ ΨΥΧΙΚΗ ΟΔΥΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΤΟΥΣ – ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΚΟΝΔΥΛΙΟΥ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΤΕΚΝΩΝ (2, 247, 251, 298, 914, 928 εδ. β’, 932 ΑΚ∙ 533 § 2 ΚΠολ.Δ , 17, 20 Συντ., 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ 2472/1997) - Το είδος της
διανοητικής πάθησης των εναγόντων και η συνεπεία αυτής ικανότητα ή αδυναμία να βιώνουν οδύνη για την απώλεια της μητέρας τους δεν αποτελεί απόρρητο δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, αλλά ένα από τα κρισιμότερα προς διερεύνηση και απόδειξη ζητήματα στη δίκη επί της υπό κρίση αγωγής.ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ – ΤΡΟΧΑΙΟ – ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ – ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΣΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΗΣ ΘΑΝΟΥΣΗΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΝ ΚΑΙ ΠΑΣΧΟΥΝ ΑΠΟ ΨΥΧΙΚΗ ΝΟΣΟ (ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ) ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΒΙΩΣΑΝ ΨΥΧΙΚΗ ΟΔΥΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΤΟΥΣ – ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΚΟΝΔΥΛΙΟΥ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΤΕΚΝΩΝ (2, 247, 251, 298, 914, 928 εδ. β’, 932 ΑΚ∙ 533 § 2 ΚΠολ.Δ , 17, 20 Συντ., 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ 2472/1997) - Το είδος της
Μονομελές Εφετείο Θράκης
Αριθ. 395/2017
... Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 533 § 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (ΟλΑΠ 30/1998 ΕλλΔνη 1998/1259). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 § 2, 535 § 1 και 536 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο εφέσεως εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υποθέσεως «κατ' ουσίαν», υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της αποφάσεώς του, είτε έχει αναδρομική δύναμη (ΟλΑΠ 654/1984 ΝοΒ 1985. 78), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 1421/2010 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ’ αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων.
Στον νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 § 1 και 78 § 2. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι, στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος) διατάξεις των άρθρων 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Κατά το άρθρο 1 § 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Έτσι, σύμφωνα με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνο εφόσον, η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα (βλ. ΟλΑΠ 6/2007, ΕΕμπΔ 2007. 715. ΟλΑΠ 40/1998, ΝοΒ 1999. 752).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914, 922 και 937 § 1 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, η αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος γεννάται αφότου εκδηλώνεται το ζημιογόνο γεγονός με οποιαδήποτε μορφή ζημίας, θετική ή αποθετική, μάλιστα δε, η αξίωση αυτή καταλαμβάνει όλη τη ζημία, παρούσα και μέλλουσα, εάν αυτή είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (βλ. ΟλΑΠ 44/1996, ΝοΒ 45. 451. ΑΠ 997/2003 ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα δε με το άρθρο τέταρτο στοιχείο γ' του ν. 4092/2012, με το οποίο αντικαταστάθηκε η § 2 του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986, όπως τροποποιήθηκε με την § 26 του άρθρου 37 του ν. 2496/1997, ορίστηκε μεταξύ άλλων και ότι «… Η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλεται σύμφωνα με τα ακόλουθα: … στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ … Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση … Οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως». Επομένως, η αναδρομική μερική κατάργηση γεγεννημένων ενοχικών αξιώσεων αποζημιώσεως των ζημιωθέντων από τροχαίο ατύχημα κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, για τις οποίες υφίσταται νόμιμη προσδοκία δικαστικής ικανοποιήσεώς τους επί τη βάσει του ισχύοντος πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικού καθεστώτος, εμπίπτει στην έννοια του όρου «περιουσία» του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και στην έννοια του όρου «ιδιοκτησία» του άρθρου 17 του Συντάγματος και αντίκειται προς τις διατάξεις αυτές, εφόσον δε συντρέχουν εν προκειμένω λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας, οι οποίοι να δικαιολογούν την προδιαληφθείσα αναδρομική ρύθμιση. Ειδικότερα, κατά την Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4092/2012, με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 4092/2012 γίνεται προσπάθεια να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, επιχειρώντας να σταθμιστούν οι υποχρεώσεις του χωρίς να διακινδυνεύει η οικονομική του θέση, λόγω ακριβώς του ιδιαίτερου επικουρικού του σκοπού. Πλην, όμως, αν ως δημόσια ωφέλεια νοείται η θέση του Επικουρικού Κεφαλαίου και η αποζημίωση παθόντων από τροχαία ατυχήματα, στις προαναφερθείσες περιπτώσεις οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4092/2012 αναιρούν την ίδια τη λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο πλέον δεν θα καταβάλει παρά μόνο το ως άνω ελάχιστο μέρος των αποζημιώσεων που οι παθόντες τροχαίων ατυχημάτων δικαιούνται, με αποτέλεσμα να καταργούνται δικαιώματα αυτών που κατ’ επίφαση ο ν. 4092/2012 ήθελε να προστατέψει. Όπως επίσης αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 § 1, 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ η ευνοϊκή μεταχείριση του Επικουρικού Κεφαλαίου ως προς το θέμα της επιδίκασης τόκων, δίχως να υφίστανται λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι να καθιστούν ανεκτή την ανωτέρω διαφοροποίηση, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον, ούτε συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους και επομένως δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες.
Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, οι προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 4092/ 2012 αντιβαίνουν και προς τη διάταξη του άρθρου 25 § 1δ' του Συντάγματος και την θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη και η οποία παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, υπό την έννοια ότι το ίδιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα (άλλο) ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, να τελεί δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (βλ. ΑΠ 1819/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα τα ως άνω προβλεπόμενα μέτρα, τα οποία θίγουν τον πυρήνα του σχετικού δικαιώματος των παθόντων να αξιώνουν την ικανοποίηση των ήδη γεννημένων απαιτήσεών τους από το Επικουρικό Κεφάλαιο, δεν είναι αναγκαία ούτε πρόσφορα για την προστασία του Επικουρικού Κεφαλαίου και την αποζημίωση των παθόντων από τροχαία ατυχήματα, αφού το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με την προληπτική επιτήρηση και τον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιριών, αλλά και την μέριμνα για την εξάλειψη ή ελαχιστοποίηση των οχημάτων που κυκλοφορούν ανασφάλιστα (βλ. σχετικά και απόφαση ΕΔΔΑ της 22.5. 2007 - αριθ. προσφυγής 33977/06- στην υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, ΝοΒ 56. 1367, για την έννοια της αναγκαιότητας, ως από τα κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας). Τέλος, τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων ελέγχουν και αυτεπαγγέλτως τα δικαστήρια, ενόψει της κατά το άρθρο 93 § 4 Σ εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (βλ. ΟλΑΠ 3/2013, ΧρΙδΔ 2013. 288. ΟλΑΠ 19/2004, ΝοΒ 2005. 63), και επομένως οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις του άρθρου τέσσερα στοιχείο γ' του ν. 4092/2012, στο μέτρο που αντίκεινται κατά τα προεκτιθέμενα σε διατάξεις του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι ανίσχυρες και δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής (βλ. και ΑΠ 1025/2015, με την οποία οι σχετικές ρυθμίσεις κρίθηκαν κατά πλειοψηφία αντισυνταγματικές και παραπέμφθηκε το ζήτημα στην Τακτική Ολομέλεια, η οποία δυνάμει των υπ’ αριθ. 3/2017, 4/ 2017 και 5/2017 αποφάσεών της (δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), έκρινε ότι οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις του άρθρου τέσσερα στοιχείο γ' του ν. 4092/ 2012, στο μέτρο που αντίκεινται κατά τα προεκτιθέμενα σε διατάξεις του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι ανίσχυρες και δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής. Στην προκειμένη περίπτωση, (…) αποδείχθηκαν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τα κεφάλαια της εκκαλουμένης που προσβάλλονται με την έφεση: Στις 17.12.2009 και περί ώρα 17.15' η Π.Γ.** του Κ.**, μητέρα των εναγόντων, που γεννήθηκε στις 5.12.1949, βάδιζε στην περιοχή της οδού Φ.** στην πόλη της Δ.** στο ύψος όπου τέμνεται από την κάθετη σ’ αυτήν οδό Κ.** Η εν λόγω οδός Φ.** έχει πλάτος οδοστρώματος 8,70 μέτρων και είναι διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας (μία προς το κέντρο της πόλης και μία προς την έξοδο της πόλης).
Η ως άνω μητέρα των εναγόντων διέσχισε πεζή τη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού …, επί της οποίας κινούνται τα οχήματα με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης και είχε εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας, επί της οποίας κινούνται τα οχήματα με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, προκειμένου να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, συνοδεύοντας τη δεύτερη των εναγόντων - θυγατέρα της. Σημειωτέον ότι επί της ανωτέρω οδού δεν υπάρχει διάβαση πεζών ούτε ρυθμίζεται η διέλευσή τους από φωτεινούς σηματοδότες. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ** Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της αυτής ως άνω οδού Φιλίππου με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλεως. Το ως άνω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη από την πρόκληση ζημιών σε τρίτα πρόσωπα στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «E.S.** ΑΕΓΑ», της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε με την υπ’ αριθ. …/2.5.2011 αμετάκλητη απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών & Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο υπ’ αριθ. 2547/6.5.2011 ΦΕΚ, με συνέπεια την υπεισέλευση στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της του δευτέρου εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου από και δια της δημοσιεύσεως της ανωτέρω αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, δυνάμει της § 4 του άρθρου 24 του ν. 489/1976 (άρθρο 25 του κωδικοποιητικού π.δ. 237/1986). Κατά το χρόνο που η μητέρα των εναγόντων πέρασε τη νοητή γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της ως άνω οδού και εισήλθε στην προορισμένη για τα κινούμενα προς το κέντρο της πόλεως οχήματα λωρίδα, ο πρώτος εναγόμενος, ηλικίας εξήντα οκτώ ετών, βρισκόταν σε απόσταση σαράντα περίπου μέτρων, κινούμενος με ταχύτητα εβδομήντα (70) χιλιομέτρων ανά ώρα (βλ. σχ. την από 10.12.2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τ.Τ. Δ.**). Ο τελευταίος, επειδή οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την ανωτέρω Π.Γ.**, που διέσχιζε πεζή την οδό, και τη χτύπησε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της, τη στιγμή που αυτή βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας των κινουμένων προς το κέντρο της πόλης οχημάτων, σε απόσταση ενός και ήμισυ περίπου μέτρων από τη νοητική γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας (βλ. το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την άνω έκθεση αυτοψίας). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος που εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής, με ταχύτητα εβδομήντα (70) χιλιομέτρων ανά ώρα, καθ’ υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας των 50 χιλ/ώρα (κατά παράβαση του άρθρου 20 § 1 και 12 ΚΟΚ), οδηγούσε χωρίς σύνεση και τεταμένη την προσοχή του (κατά παράβαση του άρθρου 12 ΚΟΚ) δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να κάνει τους απαραίτητους χειρισμούς (κατά παράβαση του άρθρου 19 § 1 ΚΟΚ), δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας συνεχώς υπ’ όψιν τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, ιδιαιτέρως δε το ότι οδηγούσε σε κατοικημένη περιοχή, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορούσε να προβλεφθεί και βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (κατά παράβαση του άρθρου 19 §§ 2 και 3 ΚΟΚ). Ο τελευταίος, μόλις αντιλήφθηκε τη μητέρα των εναγόντων, που βρισκόταν σε απόσταση σαράντα περίπου μέτρων, τροχοπέδησε, λόγω όμως των ανωτέρω παραβάσεών του, δεν κατέστη δυνατό να ακινητοποιήσει εγκαίρως το όχημά του, με αποτέλεσμα να την χτυπήσει με την εμπρόσθια αριστερή γωνία αυτού. Η ανωτέρω πεζή από το χτύπημα που δέχθηκε έπεσε επάνω στο καπώ του αυτοκινήτου και χτύπησε με το κεφάλι της στον ανεμοθώρακα (παρμπρίζ) και ακολούθως στην αριστερή κολώνα του παρμπρίζ και τον αριστερό καθρέφτη του οχήματος. Όμως συνυπαίτια στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος κρίνεται και η πεζή και δη κατά ποσοστό 30%, του λοιπού 70% καταλογιζομένου στον πρώτο εναγόμενο - οδηγό, διότι αυτή (πεζή) εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας, επί του οποίου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, χωρίς να λάβει υπ' όψιν της την απόσταση που τη χώριζε από το όχημα του τελευταίου (σαράντα μέτρα), που την πλησίαζε και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι με την είσοδό της στο οδόστρωμα της εν λόγω λωρίδας δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, γενομένης δεκτής εν μέρει ως βάσιμης κατ’ ουσίαν της ένστασης περί συνυπαιτιότητας αυτής, που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι. Εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλουμένη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό ο σχετικός δεύτερος λόγος εφέσεως ως προς την συνυπαιτιότητα της πεζής, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αμέσως μετά το ατύχημα η μητέρα των εναγόντων, Π.Γ.**, διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Δ.**, όπου διαγνώστηκε πολυτραυματισμός, υπαραχνοειδής αιμορραγία μέσης γραμμής και εγκεφαλικού παρεγχύματος, κάταγμα δεξιού κροταφικού οστού, ήπιου βαθμού εγκεφαλικό οίδημα, κάταγμα ηβικού οστού δεξιά, πτέρυγος ιερού οστού αριστερά, εγκάρσιας απόφυσης 05, συντριπτικό κάταγμα ανοιχτό κάτω δεξιού τριτημορίου δεξιάς κνήμης - περόνης, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (βλ. σχ. πιστοποιητικά του Γενικού Νοσοκομείου Δ.**). Τελικά κατέληξε στις 7.6.2010, συνεπεία του ανωτέρω βαρύτατου τραυματισμού της, από έκπτωση πολλαπλών οργάνων, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις υποτροπιάζουσες από πενταμήνου (βλ. υπ’ αριθ. … 2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.**).
Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η θανούσα είχε αποκτήσει από το γάμο της με τον Β.Δ.** πέντε τέκνα και συγκεκριμένα τους τρεις ενάγοντες, που γεννήθηκαν το έτος 1972, 1975 και 1971 αντίστοιχα, καθώς και τους Γ.** και Θ.**, που γεννήθηκαν το έτος 1974 και 1981 αντίστοιχα. Οι τρεις ενάγοντες, εκ των οποίων, ως ήδη προελέχθη, ο πρώτος ήδη απεβίωσε, πάσχουν από βαριά πνευματική -διανοητική ασθένεια (σχιζοφρένεια) και αδυνατούν να φροντίσουν για τις ανάγκες τους, για το λόγο δε αυτό δυνάμει της υπ’ αριθ. …/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, τέθηκαν σε δικαστική συμπαράσταση και ορίστηκε συμπαραστάτης τους ο αδελφός τους, Γ.Δ.** Η ως άνω απόφαση σημειωτέον προσκομίστηκε με επίκληση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από τους ίδιους τους ενάγοντες προς νομιμοποίηση της παράστασής τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και συνεπώς οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι την εν λόγω απόφαση, δεν παραβίασαν διάταξη του νόμου για την προστασία προσωπικών δεδομένων (ν. 2472/1997), απορριπτόμενου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόντων. ’λλωστε, το είδος της διανοητικής πάθησης των εναγόντων και η συνεπεία αυτής ικανότητα ή αδυναμία να βιώνουν οδύνη για την απώλεια της μητέρας τους δεν αποτελεί απόρρητο δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, αλλά ένα από τα κρισιμότερα προς διερεύνηση και απόδειξη ζητήματα στη δίκη επί της υπό κρίση αγωγής, για το λόγο δε αυτό διατάχθηκε από το παρόν Δικαστήριο και η κατά τα ανωτέρω διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλουμένη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και γι’ αυτό ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι μεν ενήλικες, αλλά δικαιούνταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, διατροφή από τη μητέρα τους, καθόσον αδυνατούσαν και εξακολουθούν να αδυνατούν να διατρέφουν τον εαυτό τους από την περιουσία τους και επιπλέον δεν μπορούν να εργαστούν λόγω της ανωτέρω ψυχικής τους πάθησης. Το σύνολο των αναγκών εκάστου των εναγόντων σε παροχή υπηρεσιών και σε χρήμα για την κάλυψη των αναγκών διατροφής τους ανέρχεται κατά μήνα στο ποσό των 600,00 ευρώ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται ό,τι είναι αναγκαίο για την κάλυψη των πρωτογενών αναγκών τους (στέγαση, τροφή, ένδυση, υπόδηση, θέρμανση, δαπάνες ύδρευσης, ηλεκτρισμού και ιατρική περίθαλψη, η οποία εν προκειμένω είναι αυξημένη και συνεχής). Μέρος των αναγκών αυτών καλύπτεται από επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας, που χορηγούνται σε πρόσωπα με αναπηρία, όπως εν προκειμένω είναι οι ενάγοντες, ενώ οι τελευταίοι στερούνται οιασδήποτε άλλης προσόδου ή περιουσίας.
Με δεδομένο ότι ο πατέρας των εναγόντων είχε προαποβιώσει του ατυχήματος, στη διατροφή εκάστου συνεισέφερε η θανούσα μητέρα τους, η οποία διαβιούσε μαζί τους στην ίδια οικία, με την παροχή υπηρεσιών αποτιμωμένων στο ποσό των 150,00 ευρώ μηνιαίως για τον καθένα, τις οποίες είχαν απόλυτη ανάγκη λόγω της βαρύτητας των διανοητικών τους παθήσεων και της αδυναμίας τους για αυτοεξυπηρέτηση, δοθέντος ότι άπαντες, ως προελέχθη, πάσχουν από ψυχική νόσο και έχουν κριθεί ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας 67%, όπως τούτο προκύπτει από τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Η θανούσα μητέρα των εναγόντων παρείχε με αφοσίωση αδιαλείπτως τις απαραίτητες υπηρεσίες για την εκτέλεση και των πλέον στοιχειωδών για τη διαβίωσή τους (προμήθεια των αναγκαίων ειδών, παρασκευή φαγητού, συνδρομή στην προσωπική καθαριότητα και στην καθαριότητα της οικίας, πλύσιμο, ντύσιμο, επιτήρηση για να αποφευχθούν πράξεις αυτοτραυματισμού, χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής). Συνεπώς, η ζημία των εναγόντων από τη στέρηση της διατροφής της μητέρας τους από την ημέρα του ατυχήματος (10.12.2009) μέχρι και τις 30.4.2017, που αυτή - ενόψει της ηλικίας της και της καλής κατάστασης της υγείας - θα ζούσε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα συνέχιζε να παρέχει ως εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης διατροφής τις εν λόγω υπηρεσίες της, υπολογίζεται στο ποσό των 150,00 ευρώ μηνιαίως για έκαστο των εναγόντων. Το ανωτέρω όμως ποσό της σχετικής αποζημίωσης (για στέρηση διατροφής) πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 105,00 ευρώ μηνιαίως για έκαστο των εναγόντων ανάλογα δηλαδή με το ποσοστό συνυπαιτιότητας (30%) της θανούσας στην πρόκληση του τραυματισμού της και στον συνεπεία αυτού επελθόντα θάνατο. Εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλουμένη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι’ αυτό ο σχετικός δεύτερος λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η ως άνω αποζημίωση έπρεπε να είναι μεγαλύτερη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω θανούσα, ηλικίας κατά το χρόνο του θανάτου της εξήντα (60) ετών, ήταν μητέρα των εναγόντων, υγιής και συνδεόταν με τα ανωτέρω τέκνα της με στενές σχέσεις και δεσμούς αγάπης.
Από τον προπεριγραφόμενο αδόκητο θάνατο της μητέρας τους, τα ανωτέρω τέκνα της θανούσης βίωσαν έντονο πόνο και υπέστησαν ψυχική οδύνη, αντιλαμβανόμενοι την απώλεια της μητέρας τους, παρά το γεγονός ότι πάσχουν από το ανωτέρω διαγνωσθέν από πολλών ετών ψυχικό νόσημα, το οποίο σημειωτέον τελεί σε ύφεση (βλ. σχ. την από 12.1.2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνώμονος, Γ.Β.Τ.**, ειδικού νευρολόγου -ψυχιάτρου). Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία της θανούσης, το βαθμό του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος οδηγού (συνυπαιτιότητα 70%), τη συνυπαιτιότητα της θανούσης (30%) στην πρόκληση του ατυχήματος, το στενό συγγενικό δεσμό της με όλους τους ενάγοντες και τον ψυχικό πόνο που δοκίμασαν οι τελευταίοι από τον αδόκητο χαμό της, την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων μερών (μέτρια, χωρίς ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού δεν γίνεται άλλη επίκληση επ' αυτού) όχι όμως και του Επικουρικού Κεφαλαίου, που υπεισήλθε στις υποχρεώσεις της κατά τα άνω ασφαλιστικής εταιρίας, και η ευθύνη του είναι εγγυητική, και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (ΑΠ 195/2008 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, το ποσό των 15.000,00 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών. Τα ποσά αυτά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος και 2, 9 § 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (ΟλΑΠ 6/2009 Αρμ 2009 ΝΘ΄ 1162). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αίτημα περί επιδικάσεως στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον αδόκητο θάνατο της συγγενούς τους, έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης των εκκαλούντων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πιο πάνω λόγου της, η έφεση των εναγόντων ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τ’ ανωτέρω κεφάλαιά της, αλλά και κατά τις μη θιγόμενες, με την παρούσα απόφαση, διατάξεις τους, για το ενιαίο του τίτλου της εκτέλεσης (ΑΠ 873/2013 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26. 642, Σαμουήλ, έκδοση 2006, σ. 430, 431) στη συνέχεια, το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει επί της από 23.3. 2012 αγωγής, να γίνει δεκτή αυτή (αγωγή) εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και: 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στον καθένα από τους ενάγοντες και ειδικότερα ως προς τον πρώτο από αυτούς που ήδη απεβίωσε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, όπως αναφέρονται στην παρούσα: α) ποσό δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, β) ποσό δύο χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα (2.940,00) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και γ) ποσό εκατόν πέντε (105,00) ευρώ μηναίως για κάθε μήνα από τον Απρίλιο του έτους 2012 μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2013, νομιμοτόκως από τη δεύτερη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα και 2) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων και ειδικότερα ως προς τον πρώτο από αυτούς, που ήδη απεβίωσε, στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, ποσό εκατόν πέντε (105,00) ευρώ μηνιαίως για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2014 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2017, νομιμοτόκως από τη δεύτερη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα, απορριπτόμενης ως νόμω αβάσιμης της επαναπροβαλλομένης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ένστασης του δευτέρου των εφεσίβλητων ν.π.ι.δ. με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» περί περιορισμού της ευθύνης του σύμφωνα με το άρθρο 4 περ. γ' του ν. 4092/2012, καθόσον, ενόψει και των προαναφερομένων στη μείζονα πρόταση, οι σχετικές ρυθμίσεις του ν. 4092/ 2012 και δη η αναδρομική εφαρμογή αυτών επί γεγεννημένων αξιώσεων αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 10.12.2009, έρχονται σε αντίθεση κατά τα προεκτιθέμενα προς τις διατάξεις των άρθρων 4 § 1, 17 § 1, 20 § 1, 25 § 1δ' του Συντάγματος, 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ως εκ τούτου οι ως άνω διατάξεις είναι εν προκειμένω ανίσχυρες και δεν μπορούν να εφαρμοσθούν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου