
Α.Π. 986 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΥΚΛΑΔΩΝ - ΚΑΝΟΝΕΣ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ - ΜΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΥΠΑΡΞΗΣ ΧΩΡΩΝ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΕΞ’ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ - ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΚ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ...
Ο ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΑ ΗΔΗ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ - Η ΝΟΜΗ ΕΠΙ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΕ ΟΡΟΦΟΚΤΗΣΙΑ- ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΚΑΙ ΛΥΣΗ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ - Σύσταση οριζοντιας ιδιοκτησίας κατά το εθιμικό δίκαιο Κυκλάδων (Σύρος) - Ισχυρισμός για μη υπαρξη αυτοτελών ιδιοκτησίων και για καταργηση οροφοκτησίας με την εισαγωγή του ΑΚ - Μεταβίβαση ισογείου χώρου και παλαιάς οικίας και ισχυρισμός για συγκυριοτητα διαδίκων - Απόρριψη αγωγής - Το Εφετείο δεν παραβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες που απορρέουν από το εθιμικό δίκαιο των Κυκλάδων, ως προς τα δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας που συστάθηκαν πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα επί του ορόφου ή τμήματος ορόφου που βρίσκεται στη νήσο Σύρο των Κυκλάδων, τα οποία, αποτελούν αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, ακόμη και αν συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, διατηρώντας τον πιο πάνω χαρακτήρα τους ενώ συνακόλουθα, το επ’ αυτών δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως σε σχέση οροφοκτησίας του ν. 3741/1929 - Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης (άρθρ. 3, 9, 13, 14 ν.3741/1929, 1, 953, 954, 903,993, 1002, 1117 ΑΚ, 55, 59 ΕιΝΑΚ)ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΥΚΛΑΔΩΝ - ΚΑΝΟΝΕΣ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ - ΜΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΥΠΑΡΞΗΣ ΧΩΡΩΝ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΕΞ’ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ - ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΚ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ...
ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤ’ ΕΦΕΣΗ ΔΙΚΗ ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ Ο ΑΝΤΙΔΙΚΟΣ ΣΥΝΑΙΝΕΙ - ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΕΡΕΥΝΑ ΑΠΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ- Εν προκειμένω απαραδέκτως για πρώτη φορά θεμελιώνει στην κατ’ έφεση δίκη, δικαιώματα συγκυριότητάς της στην επίδικη οικία με βάση τους κανόνες του κυκλαδικού εθίμου, ενώ στην αγωγή της το αίτημα της είχε θεμελιώσει στις διατάξεις του νόμου 3741/1929, που είναι εντελώς διαφορετική βάση, μεταβάλλοντας ανεπίτρεπτα, στην κατ’ έφεση δίκη την βάση, το αίτημα και το αντικείμενο της αγωγής - Απόρριψη λόγου αναιρεσης (525, 526, 224 ΚΠολΔ)
Αριθμός 986/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαϊου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Δ. Κ. του Π., ..., ως εκ διαθήκης μοναδικής κληρονόμου του επιδίκου εμπράγματου δικαιώματος της 1ης αρχικής ενάγουσας, 2. Μ. Κ. συζ. Π. Κ., ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη - Ιάκωβου Παραδείση.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2.Κ. συζ. Κ. Π. το γένος Β. Α., κατοίκου ..., 3. Σ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως διαδόχου της επικαρπώτριας 3ης αρχικής εναγομένης Δ. συζ. Π. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φραγκίσκο Καβαλιέρο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος με τις προτάσεις του δήλωσε ότι αλλάζει το επώνυμο του 3ου αναιρεσίβλητου από "..." σε "..." δυνάμει της υπ’ αριθμ. Πρωτ. .../02 απόφασης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων-Δ/νση Πολιτικών Δικαιωμάτων και Προστασίας Πολιτών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16ΤΜ/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 68/2013 του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 24-11-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 24-4-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τους κανόνες του εθιμικού δικαίου των Κυκλάδων ο θεσμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας στηρίζεται στους εξής τρεις βασικούς κανόνες: 1) Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή τμήματος ορόφου είναι αποκλειστικός κύριος του ορόφου του, δηλαδή των πρωτότοιχων που ανήκουν σ’ αυτόν, του δαπέδου, της οροφής του και των κοινόχρηστων χώρων, που αντιστοιχούν στον όροφό του. 2) Ο κύριος του ισογείου είναι αποκλειστικός κύριος του οικοπέδου και του υπεδάφους. 3) Ο κύριος του ανωγείου είναι αποκλειστικός κύριος του αέρος, εκτός αν ο αέρας είχε ήδη πωληθεί σε τρίτο ή παρακρατηθεί από τον πωλητή. Μάλιστα, είναι τόσο αυστηρή η διάκριση των εννοιών "ισόγειο" και "αέρας ή όροφος", ώστε ακόμη και αν κύριος του ισογείου και του "αέρος" είναι το ίδιο πρόσωπο, νοούνται και υπάρχουν δύο αυτοτελείς ιδιοκτησίες, ουσιώδες δε στοιχείο του εθίμου αυτού είναι ότι ο κύριος του "αέρος" δεν έχει κανένα δικαίωμα συγκυριότητας επί του εδάφους της οικοδομής, που ανήκει στον κύριο του ισογείου, ο οποίος υποχρεούται να το διατηρεί από δομική άποψη σε τέτοια κατάσταση, που να στηρίζει το βάρος του κατοικήσιμου ορόφου.
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 544 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, το οποίο καθιέρωνε μια μορφή οριζόντιας ιδιοκτησίας με την πρόβλεψη ύπαρξης και κοινόχρηστων χώρων επί της οικοδομής και του οικοπέδου, που ανήκαν στη συγκυριότητα των επιμέρους κυρίων κάθε ορόφου, εφόσον δεν οριζόταν κάτι αντίθετο στη σχετική πράξη οροφοκτησίας, η δημιουργία οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατά το εθιμικό δίκαιο των Κυκλάδων, είχε ως χαρακτηριστικό την ύπαρξη αυτοτελών κατ’ όροφο ιδιοκτησιών, χωρίς την ύπαρξη χώρων που ανήκουν εξ αδιαιρέτου στους κυρίους των επιμέρους ορόφων. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 55 ΕισΝΑΚ, το δικαίωμα κυριότητας, που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διέπεται στο εξής ως προς την έκταση, το περιεχόμενο, τη δυνατότητα μεταβίβασης, την προστασία και την απόσβεση του από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ενώ το ίδιο ισχύει και για την κυριότητα σε όροφο ή σε διαμέρισμα ορόφου. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 ΕισΝΑΚ, εμπράγματα δικαιώματα χωριστής κυριότητας, που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα σε οικοδομές σε ξένο έδαφος, διατηρούνται και εξακολουθούν να διέπονται από το έως τώρα δίκαιο ή από τις ειδικές σχετικές διατάξεις, που ισχύουν έως τώρα. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργήθηκε, δυνάμει του άρθρου 1 ΕισΝΑΚ, το προπεριγραφόμενο κυκλαδικό έθιμο, ωστόσο η κατάργηση αυτή αφορά τις εφεξής αναφυόμενες έννομες σχέσεις και όχι δικαιώματα, που ήδη είχαν δημιουργηθεί πριν την εισαγωγή του.
Συνεπώς, δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας σε ορόφους οικοδομής που ήδη είχαν δημιουργηθεί υπό την ισχύ του κυκλαδικού εθίμου, εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπονται, και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, από τους ορισμούς του καταργηθέντος εθίμου. Από τα ανωτέρω συνάγεται, επίσης ότι μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα η ήδη συσταθείσα κατά το κυκλαδικό έθιμο αποκλειστική κυριότητα επί ορόφου οικοδομής δεν μεταπίπτει άνευ ετέρου σε σχέση οροφοκτησίας, που διέπεται από το Ν. 3741/1929, διότι για τη δημιουργία τέτοιας σχέσης απαιτείται η σύστασή της με κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 ν.3741/1929, 1002 ΑΚ, 2ν.δ. 1024/..., 480 Α ΚΠολΔ και του ν. 1562/1985 τρόπους, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 903,1002, 1117 ΑΚ, 1,14 του ν. 3741/1929,1, 2 του ν. δ. 1024/..., 1, 6 του ν. 1562/1985 και 480 Α* του ΚΠολΔ , η έννομη σχέση της οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία (μονομερή εν ζωή δικαιοπραξία του κυρίου του ακινήτου, σύμβαση του κυρίου με τρίτο ή τρίτους, σύμβαση των συγκυρίων είτε μεταξύ τους είτε με τρίτο ή τρίτους, δωρεά αιτία θανάτου ή διαθήκη του κυρίου) ή με δικαστική απόφαση (σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου ή μετά από αίτηση συγκυρίου ή συγκυρίων ακινήτου κατά ποσοστό τουλάχιστον 65%).
Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσης με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων συστάσεως της, η επιτρεπόμενη κατ’ άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος (ορόφου, διαμερίσματος κ.α.) δεν μπορεί να οδηγήσει σε σύσταση οροφοκτησίας (ΑΠ 642/2012).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3741/1929 "εάν η οικοδομή καταστραφεί ολοσχερώς ή κατά τα 3/4 της αξίας της η διά του παρόντος θεσπιζόμενη αναγκαστική συνιδιοκτησία παύει". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 2 παρ. 3 και 13 του ίδιου νόμου συνάγεται ότι ως καταστροφή της οικοδομής η οποία αν είναι ολική ή κατά τα 3/4 της αξίας της, επιφέρει την κατάργηση (λύση) της οριζόντιας ιδιοκτησίας, νοείται τόσο η φυσική όσο και η τεχνική καταστροφή της οικοδομής, που επέρχεται είτε από αίτια ανεξάρτητα της βούλησης των συνιδιοκτητών - (σεισμού - πυρκαγιάς - αναγκαστικής απαλλοτρίωσης) είτε και με την βούλησή τους, προκειμένου να ανεγείρουν επί του οικοπέδου τους νέα οικοδομή και ότι σε κάθε περίπτωση δεν επέρχεται κατάργηση της οριζόντιας ιδιοκτησίας παρά την πλήρη καταστροφή (κατεδάφιση) της οικοδομής, αν με την συστατική πράξη είχε συμφωνηθεί ότι το καθεστώς θα διέπει και την νέα οικοδομή που θα ανεγερθεί (ΑΠ 138/1995).
Έτσι μόνο στις περιπτώσεις αυτές ολικής καταστροφής της οικοδομής ή κατά τα 3/4 και πλέον της αξίας της) λαμβάνει χώρα η κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3741/1929 δικαστική διανομή του οικοπέδου και των τυχόν διασωθέντων μερών της οικοδομής. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του παραπάνω νόμου η ολική ή κατά τα 3/4 καταστροφή της οικοδομής δεν επιφέρει, και μάλιστα αυτοδικαίως, κατάργηση της νομικής κατάστασης της οροφοκτησίας και μεταβολή της συγκυριότητας του κοινού δικαίου, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να επέλθει χωρίς μεταγραφή σχετικής περί τούτου συμβολαιογραφικής πράξης όλων των συνιδιοκτητών ή σχετικής δικαστικής αποφάσεως, με την οποία να αναγνωρίζεται η για τους λόγους αυτούς μεταβολή της οροφοκτησίας σε συνιδιοκτησία του κοινού δικαίου. Έτσι η ολική ή κατά τα 3/4 καταστροφή της οικοδομής αποτελεί λόγο, για τον οποίο ο νόμος επιτρέπει την κατάργηση της οροφοκτησίας και τη λύση της κοινωνίας. Συνακόλουθα, σε περίπτωση συνδρομής τέτοιου λόγου, καθένας από τους συνιδιοκτήτες δικαιούται να ζητήσει να αναγνωρισθεί δικαστικώς (αν οι λοιποί αρνούνται), ότι καταργήθηκε η πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και ότι η νομική κατάσταση του ακινήτου μεταβλήθηκε σε συγκυριότητα του κοινού δικαίου ή και να ζητήσει την διανομή τούτου.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Περαιτέρω για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση με συνείδηση δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. Η παραβίαση εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθ. Ι του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 491/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την από 14/7/2006 διεκδικητική αγωγή (συγ)κυριότητας των αναιρεσειουσών, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες επικαλούνται ότι με το με αριθμό .../27.9.1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου Ν. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένο δυνάμει του οποίου η εκ της με αριθμό ....7.1928 δημόσιας διαθήκης κληρονόμος, Μ. Μ. συζ. Α. Ρ. μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στην Μ. Δ. την ισόγειο κατοικία μετά του προαυλίου χώρου της, παρακρατώντας γι’ αυτήν τον ύπερθεν της εν λόγω οικίας εναέριο χώρο (δικαίωμα υψούν), συνεστήθη οριζόντιος ιδιοκτησία, που διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και συνεπώς καταργηθείσας της αναγκαστικής συνιδιοκτησίας, λόγω της καταστροφής της ισογείου οικίας, μετατράπηκε αυτή αυτοδικαίως σε κοινή συγκυριότητα επί του όλου επιδίκου οικοπέδου. Όμως όπως προκύπτει από την λεπτομερή παράθεση στην αγωγή όλων των τίτλων των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, ο εκάστοτε κύριος του "αέρος" δεν είχε κανένα δικαίωμα συγκυριότητας επί του εδάφους της οικοδομής, το οποίο ανήκει στον κύριο του ισογείου. Η διάκριση αυτή μεταξύ του "ισογείου" και του "αέρα" υπήρξε αυστηρά διακριτή στον τίτλο της κοινής απώτερης δικαιοπαρόχου των διαδίκων, Μ. Μ. Ρ., στο πρόσωπο της οποίας συνυπήρξαν οι δύο αυτοτελείς ιδιοκτησίες, όπου με την υπ’ αριθμ. ...1928 δημόσια διαθήκη, εγκαταστάθηκε κληρονόμος ή Μ. Ρ. στην ισόγεια οικία μετά του προαυλίου της καθώς και στον ύπερθεν αυτής αέρα.
Οι περιγραφόμενες στην αγωγή ιδιοκτησίες, ήτοι η ισόγειο οικία μετά του προαυλίου χώρου της και ο ύπερθεν αυτής εναέριος χώρος, είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, που έχουν σχηματιστεί, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, κατά το κυκλαδικό έθιμο και συνυπήρξαν μάλιστα, για πρώτη φορά στο ίδιο πρόσωπο της Μ. Ρ. με την προαναφερόμενη διαθήκη, ουσιώδες δε στοιχείο του εθίμου αυτού είναι ότι ο κύριος του "αέρος" δεν έχει κανένα δικαίωμα συγκυριότητας επί του εδάφους της οικοδομής, διέπονται από αυτό, μη υπαγόμενες στις μεταγενέστερες διατάξεις του Ν.3741/1929, περί οροφοκτησίας, όπως αβάσιμα οι ενάγουσες ισχυρίζονται, αφού ο νόμος αυτός είναι αφενός μεν μεταγενέστερος της ήδη συσταθείσας κατά το κυκλαδικό εθιμικό δίκαιο οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφετέρου δε για να υπάρξει σχέση οροφοκτησίας κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες στη νομική σκέψη, θα έπρεπε να έχει προηγηθεί σύσταση της με κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 Ν. 3741/1929, 1002 ΑΚ, 2 Ν.Δ. 1024/..., 480 Α ΚΠολΔ και του Ν. 1562/1985 τρόπους, γεγονός που εν προκειμένω δεν εκτίθεται.
Ωστόσο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι περιγραφόμενες στην αγωγή αυτοτελείς κατ’ όροφο ιδιοκτησίες, που σχηματίστηκαν κατά το κυκλαδικό έθιμο, δεν υπάγονται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 περί οροφοκτησίας, αλλά εξακολουθούν να διέπονται από τους ορισμούς του καταργηθέντος εθίμου, με συνέπεια στην εν λόγω οικοδομή να υφίστανται μόνο δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας κατ’ όροφο και όχι δικαιώματα συγκυριότητας και συνεπώς η αναφορά στο προαναφερόμενο με αριθμό .../1930 συμβόλαιο ,ότι η Μ. Ρ. μεταβίβασε αιτία πωλήσεως το ισόγειο της παλαιάς οικίας με τον προαύλιο χώρο στην Μ. Δ., δικαιοπάροχο των διαδίκων, παρακρατώντας υπέρ αυτής ολοκλήρου του ύπερθεν αυτής (ισογείου οικίας) εναέριου χώρου, δεν συνιστά σε καμία περίπτωση σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929. Εξάλλου, ακόμη και η μνεία στο υπ’ αριθμ. .../04-05-1977 συμβόλαιο μεταβίβασης, με δωρεά εν ζωή, του εναερίου χώρου, από τους κυρίους αυτού, Α. Ρ. και Ε. Ρ. στην δεύτερη ενάγουσα, ότι μεταβιβάζεται ο εναέριος χώρος μετά του αναλογούντος εις τον εναέριο τούτο χώρο, εδάφους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομότυπη υπαγωγή της όλης οικοδομής στις διατάξεις περί οροφοκτησίας, γιατί τέτοια εφαρμογή προϋποθέτει σύμπραξη όλων των ιδιοκτητών (ή του μοναδικού ιδιοκτήτη της όλης οικοδομής) και όχι μόνο του ιδιοκτήτη του εναέριου χώρου, όπως έγινε εν προκειμένω, αφού προϋποθέτει κατάργηση των υφισταμένων δικαιωμάτων αποκλειστικής κυριότητας του ιδιοκτήτη κάθε ορόφου, στους θεωρούμενους μετά το Ν. 3741/1929 κοινόχρηστους χώρους, κατάργηση που δεν είναι δυνατό να επιβληθεί με τη βούληση ενός μόνο από τους ιδιοκτήτες ορόφου, ο οποίος είναι αποκλειστικός κύριος του ορόφου του, αλλά δεν έχει κανένα δικαίωμα από όσα ανήκουν στους κυρίους άλλων ορόφων.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ,ακόμη και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, καθένας από τους διαδίκους είναι αποκλειστικός κύριος κάθε αυτοτελούς ορόφου και των ανηκόντων σε κάθε όροφο χώρων, ενώ η σχέση μεταξύ των κυρίων κάθε ορόφου δεν διέπεται από το Ν. 3741/1929, αλλά αποτελεί έννομη σχέση μεταξύ κυρίων όμορων - αλλά καθ’ ύψος - ακινήτων. Με βάση τα προαναφερόμενα, ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι εν προκειμένω λόγω της καταστροφής της ισόγειας οικίας (σωζόμενων μόνο των πρωτότοιχων αυτής) καταργείται η οροφοκτησία, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, και η αναγκαστική συνιδιοκτησία παύει και μεταλλάσσεται σε κοινή συγκυριότητα του κοινού δικαίου είναι μη νόμιμος, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, δεδομένου ότι στην επίδικη ιδιοκτησία υφίστανται μόνο δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας κατ’ όροφο, τα οποία εξακολουθούν να υφίστανται και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και όχι δικαιώματα συγκυριότητας. Έπρεπε λοιπόν η αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τα ίδια είπε και η εκκαλούμενη και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε. Γι’ αυτό και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσης, με τους οποίους ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχαν αυτοτελείς ιδιοκτησίες σύμφωνα με τους κανόνες του κυκλαδικού εθίμου για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, αλλά είχε συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία σύμφωνα τον ν.3741/1929, δυνάμει του οποίου (άρθρο 15 ν. 3741/1929) καταργήθηκαν όλες οι περί οροφοκτησίας προηγούμενες διατάξεις, αντικείμενες στον νόμο αυτόν, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες που απορρέουν από το εθιμικό δίκαιο των Κυκλάδων, ως προς τα δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας που συστάθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3741/1929 και πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα επί του ορόφου ή τμήματος ορόφου ή επί του ισογείου ή επί της αέρινης στήλης οικοδομής που βρίσκεται, συγκεκριμένα, στη νήσο Σύρο των Κυκλάδων, τα οποία, σύμφωνα με το πιο πάνω κυκλαδικό έθιμο, αποτελούν αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, ακόμη και αν συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, διατηρώντας τον πιο πάνω χαρακτήρα τους και, συνακόλουθα, το επ’ αυτών δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας και μετά και την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 59 ΕισΝΑΚ), έκτοτε δε το έθιμο αυτό δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως σε σχέση οροφοκτησίας του ν. 3741/1929, για τη σύσταση της οποίας απαιτείται η τήρηση των περιοριστικά αναφερόμενων στα άρθρα 13 και 14 του νόμου αυτού, καθώς και στα άρθρα 1002ΑΚ, 2 ν.δ. 1024/..., 480 Α ΚΠολΔ και 1,6 ν. 1562/1985 προϋποθέσεων. Επομένως το Εφετείο σωστά εφάρμοσε το πιο πάνω κυκλαδικό έθιμο στην εξεταζόμενη περίπτωση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο συναφής τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα.
Επίσης απορριπτέος είναι και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια πιο πάνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 15 ν.3741/1929, με την οποία καταργήθηκαν όλες οι περί οροφοκτησίας προηγούμενες διατάξεις, καθόσον ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι είναι εφαρμοστέος στη προκείμενη περίπτωση ο ν. 3741/1929.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ’ ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997), όπως στην προκείμενη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Γι’ αυτό οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως με τις προτάσεις τους στην κατ’ έφεση δίκη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση (ΟλΑΠ 3/1997). Συνεπώς οι τρίτος και έκτος (ο οποίος δεν υπάγεται στον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της βάσης της αγωγής, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 526 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη η με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως, η το πρώτον στην έκκλητη δίκη με την έφεση του ενάγοντος επιχειρούμενη μεταβολή της βάσης διεκδικητικής αγωγής, ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας αυτού, είναι δικονομικά απαράδεκτη και πρέπει να αποκρούεται σαν τέτοια και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με τον τρίτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών, ως προς τον τρόπο κτήσης (συγ)κυριότητας της πρώτης από αυτές στην επίδικη ισόγεια οικία και στον προαύλιο χώρο της , δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω οι εκκαλούσες με τον τρίτο λόγο της έφεσης ισχυρίζονται ότι η πρώτη από αυτές κατέστη συγκυρία της επίδικης ισογείου οικίας μετά του προαυλίου χώρου της κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της γιαγιάς της . αρχικής πρώτης ενάγουσας, στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, η οποία είχε καταστεί συγκυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία και με δεδομένο ότι αυτήν αφορά το ισόγειο του επιδίκου, που είναι άσχετο γι’ αυτήν εάν κριθεί ότι ο όροφος υπάγεται στο κυκλαδικό έθιμο ή όχι, αυτή έχει δικαίωμα συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου στο επίδικο (1/4 εξ αδιαιρέτου στο ισόγειο εάν κριθεί ότι υπάρχει κυκλαδικό έθιμο, ή 15,35% επί του όλου οικοπέδου εξ αδιαιρέτου εάν κριθεί ότι υπήρχε οριζόντια συνιδιοκτησία του ν. 3741/1929, που καταργήθηκε με το άρθρο 9 του ιδίου νόμου) και επομένως έσφαλε η εκκαλουμένη κρίνοντας αναφορικά με αυτήν (1η εκκαλούσα) ότι είναι εφαρμοστέο το εθιμικό δίκαιο, ενώ ουδεμία σχέση έχει η δική της ιδιοκτησία με τον αέρα - όροφο - της όλης οικοδομής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον απαραδέκτως (άρθρα 525 και 526 ΚΠολΔικ) για πρώτη φορά θεμελιώνει στην κατ’ έφεση δίκη, δικαιώματα συγκυριότητάς της στην επίδικη οικία με βάση τους κανόνες του κυκλαδικού εθίμου, ενώ στην αγωγή της το αίτημα της είχε θεμελιώσει στις διατάξεις του νόμου 3741/1929, που είναι εντελώς διαφορετική βάση, μεταβάλλοντας ανεπίτρεπτα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 και 526 ΚΠολΔικ, στην κατ’ έφεση δίκη την βάση, το αίτημα και το αντικείμενο της αγωγής".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την παραπάνω βάση της αγωγής και το συνδεόμενο με αυτή αίτημα ως απαράδεκτα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ.14 ΚΠολΔικ της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής δεν διαλαμβάνονταν στο δικόγραφο της, ως βάση για την κτήση (συγ)κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο, οι κανόνες του προαναφερόμενου κυκλαδικού εθίμου. Επομένως ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, αποδίδοντας στο Εφετείο την παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/11/2015 αίτηση των Δ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 68/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου