
Τρ.Εφ. Λάρισας 52/2014
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΘΛΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΑΕ - ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΑΛΛΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΓΩΓΗ ΑΣΚΗΘΕΙ- ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΕΠΟ ΚΑΙ ΙΣΧΥΣ - ΜΗ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ - ΠΟΤΕ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ Ο ΠΑΛΑΙΟΣ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΘΛΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΑΕ - ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΑΛΛΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΓΩΓΗ ΑΣΚΗΘΕΙ- ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΕΠΟ ΚΑΙ ΙΣΧΥΣ - ΜΗ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ - ΠΟΤΕ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ Ο ΠΑΛΑΙΟΣ
ΑΓΩΓΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑ ΑΘΛΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΕ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΧΕ ΣΥΝΑΨΕΙ ΣΥΜΒΑΣΗ -ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ Ν. 2725/99 -Η ένδικη διαφορά υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των επιτροπών επίλυσης οικονομικών διαφορών της Ε.Π.Ο, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα προσφυγής των συμβληθέντων μερών στα αστικά δικαστήρια, ακόμη και μετά την τήρηση της αναγκαίας (σύμφωνα με την προγενέστερη καταργηθείσα διάταξη) προδικασίας, ήτοι μετά την προσφυγή στα αρμόδια αθλητικά όργανα - Αβάσιμη η ένδικη αγωγή (2 ΑΚ, αρθρ. 95 του Ν. 2725/1999, αρθρ. 51 του Ν. 3057/2002, άρθρο 13 του Ν. 3262/2004, αρθρ. 35,20,25,27 ΚΑΠ Κανονισμού Αγώνων Ποδοσφαίρου)
Τρ.Εφ. Λάρισας 52/2014 (Δικογραφία 2014, τευχ. Β’, σελ. 296)
Πρόεδρος: Γρηγ. Παπαδημητρίου Εισηγητής: Περικλής Αλεξίου Δικηγόροι: Ηρακλής Παντόπουλος, Αντ. Ξηρός
II. Με τη διάταξη του άρθρου 95 § 9 του Ν. 2725/1999, με τον οποίο ρυθμίζονται τα θέματα του ερασιτεχνικού και επαγγελματικού αθλητισμού, όπως ίσχυε πριν από την κατωτέρω τροποποίησή του, οριζόταν ότι «Επιτρέπονται προσφυγές στα πολιτικά δικαστήρια, όσον αφορά οικονομικές διαφορές μεταξύ επαγγελματιών αθλητών ή αθλητών με αμοιβή ή προπονητών και Α.Α.Ε. ή σωματείων που διατηρούν Τ.Α.Α., μόνο μετά την περαίωση των διαδικασιών ενώπιον των παραπάνω επιτροπών. Αγωγή που ασκείται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων πριν από την εξάντληση της παραπάνω διαδικασίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτη», (βλ. ΑΠ 1477/07 Νόμος).
Περαιτέρω, με το άρθρο 51 του Ν. 3057/2002 καταρχήν και με το άρθρο 13 του Ν. 3262/2004 μεταγενέστερα τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθρο 95 του Ν. 2725/1999, καταργήθηκαν οι παράγραφοι 7, 8 και 9 του άρθρου αυτού και αυτό διαμορφώθηκε πλέον ως εξής: «1. Οι οικονομικές διαφορές που προκύπτουν από τις συμβάσεις μεταξύ αθλητών ή προπονητών και Α.Α.Ε. ή αθλητικών σωματείων που διατηρούν Τ.Α.Α., εάν δεν ορίζεται διαφορετικά με ρητό όρο της σχετικής σύμβασης, επιλύονται διαιτητικά από τις επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών. 2. Οι επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών του παρόντος άρθρου είναι όργανα μόνιμης διαρκούς διαιτησίας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό που συνιστώνται και διέπονται από τα προβλεπόμενα στον κανονισμό του παρόντος. Οι επιτροπές αυτές συγκροτούνται σε πρώτο βαθμό στις επαγγελματικές ενώσεις ή στις ολομέλειες τμημάτων αμειβομένων αθλητών του οικείου κλάδου άθλησης, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου τους, με διετή θητεία και με κύρια αρμοδιότητα την επίλυση των προεχόντως αθλητικών διαφορών που προκύπτουν από τα συμβόλαια μεταξύ αθλητών ή προπονητών και Α.Α.Ε. ή αθλητικών σωματείων που διατηρούν Τ.Α.Α, όπως τη διακοπή ή λύση του συμβολαίου. Όταν δεν λειτουργεί ολομέλεια Τ.Α.Α ή αυτή αδυνατεί να τη συγκροτήσει μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη του πρωταθλήματος, η αντίστοιχη επιτροπή συγκροτείται σε κάθε περίπτωση χωρίς άλλη καθυστέρηση στην ομοσπονδία του αθλήματος. Οι δευτεροβάθμιες επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών συγκροτούνται στις ομοσπονδίες του οικείου κλάδου άθλησης, με διετή θητεία, με απόφαση του διοικητικού τους συμβουλίου, και έχουν ως έργο τη σε δεύτερο βαθμό κρίση των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων επιτροπών επίλυσης οικονομικών διαφορών του οικείου κλάδου άθλησης ... 6. Οι αποφάσεις των δευτεροβάθμιων επιτροπών επίλυσης οικονομικών διαφορών, καθώς και αυτές των πρωτοβάθμιων επιτροπών μετά την άπρακτη πάροδο της οριζόμενης στην παρ. 5 του παρόντος προθεσμίας, αποτελούν δεδικασμένο και είναι τίτλοι εκτελεστοί κατά την έννοια του άρθρου 904 παρ. 2 περ. β’ του ΚΠολΔ».
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι κάθε οικονομική διαφορά που ανακύπτει από τη σύμβαση μεταξύ αθλητή και αθλητικού σωματείου, το οποίο διατηρεί τμήμα αμειβόμενων αθλητών (Τ.Α.Α.), εάν τα μέρη δεν όρισαν διαφορετικά με ρητό όρο της σύμβασης, υπάγεται σε υποχρεωτική διαιτησία και επιλύεται διαιτητικά, σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό, από τις πενταμελείς επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών που έχουν συγκροτηθεί σύμφωνα με το νόμο. Με τις ανωτέρω διατάξεις νόμου ο νομοθέτης υπήγαγε τις παραπάνω διαφορές ιδιωτικού δικαίου στη δικαιοδοσία ειδικών διαιτητικών επιτροπών και αφαίρεσε αυτές από τη δικαιοδοσία από των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, (βλ. ΕφΑθ 5937/03 Νόμος).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 του Κανονισμού Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΚΑΠ) «οι πάσης φύσεως διαφορές που ανακύπτουν από την εφαρμογή και ερμηνεία του παρόντος Κανονισμού, του Καταστατικού και των εν γένει Κανονισμών της Ε.Π.Ο. που ισχύουν για το ποδόσφαιρο και αφορούν τις ενώσεις (ερασιτεχνικές, επαγγελματικές), τις ομάδες που μετέχουν στους πάσης φύσεως αγώνες, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο που συνδέεται με οποιαδήποτε σχέση και ιδιότητα με αυτές, ή που εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο και ιδιότητα στον χώρο του ποδοσφαίρου, επιλύονται από τα αρμόδια θεσμοθετημένα ποδοσφαιρικά όργανα, που καθορίζονται στο Καταστατικό και τους κανονισμούς της Ε.Π.Ο., απαγορευομένης σε κάθε περίπτωση προσφυγής στα πολιτικά ή διαιτητικά δικαστήρια».
Ήδη, από 29.8.2008 ισχύει ο Κανονισμός Ιδιότητας και Μετεγγραφών Ποδοσφαιριστών της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (Ε.Π.Ο.), στο άρθρο 20 § 2 του οποίου ορίζεται ότι «η ΕΠΟ είναι αρμόδια για εργατικού περιεχομένου διαφορές μεταξύ σωματείου και επαγγελματία ποδοσφαιριστή, με την επιφύλαξη του δικαιώματος κάθε ποδοσφαιριστή, προπονητή ή σωματείου να επιδιώξει αποζημίωση σε αστικό δικαστήριο για εργατικού περιεχομένου διαφορές».
Στο άρθρο 25 §§ 1-2 του ίδιου κανονισμού ορίζεται ότι «κάθε προσφυγή που έχει κατατεθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, αξιολογείται και εκδικάζεται σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς. Μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, όλες οι υποθέσεις θα εκδικάζονται σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό».
Στο άρθρο 27 § 1 του ίδιου κανονισμού ορίζεται ότι «με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στο άρθρο 25 του παρόντος, αντικαθίστανται οι έως σήμερα ισχύοντες Κανονισμοί (1 και 2) και οι διατάξεις για τους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, και ο Κανονισμός Ερασιτεχνών Ποδοσφαιριστών».
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει η γενική αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, η οποία επιβάλλεται από την ανάγκη αποσαφήνισης των δικαιωμάτων, ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας του δικαίου. Συνακόλουθα, ο νέος νόμος εφαρμόζεται κατά κανόνα μόνο σε σχέσεις που δημιουργήθηκαν μετά την ισχύ του, ενώ στις σχέσεις ή στα δικαιώματα που γεννήθηκαν στο παρελθόν, εφαρμόζεται το παλαιό δίκαιο, εκτός εάν η αναδρομικότητα του νέου νόμου συνάγεται με σαφήνεια από ρητή διάταξη του νόμου ή σιωπηρά από το όλο περιεχόμενο του νόμου, (βλ. ΑΠ 1063/13 Nόμος).
ΙΙΙ. Στην πιο πάνω αγωγή του με ημερομηνία 13.10.2008 και αριθ. κατάθ. 101/13.10.08 ο ήδη εκκαλών ιστόρησε τα εξής: Ότι είναι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ότι στις 8.8.2006 υπέγραψε με την εναγομένη ΠΑΕ συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών επαγγελματία ποδοσφαιριστή με χρονική διάρκεια από 8.8.2006 έως 30.6.2008. Ότι ο μηνιαίος μισθός του ορίστηκε στο ποσό των 700 Ε και ότι, επίσης, ορίστηκαν πριμ επίτευξης αγωνιστικών στόχων, πριμ παραγωγικότητας και πριμ μεταγραφής, ποσού 79.949 Ε, καταβλητέο σε 20 δόσεις. Ότι, ενώ ο ενάγων εκπλήρωνε τις συμβατικές υποχρεώσεις του προσηκόντως, η εναγομένη δεν κατέβαλλε τις οφειλόμενες συμβατικές δόσεις.
Ότι στη διάρκεια του Ιανουαρίου 2007 ο ενάγων και η διοίκηση της εναγομένης συμφώνησαν να λυθεί το επίδικο συμβόλαιο με κοινή συναίνεση και με την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες δόσεις, ήτοι 5 δόσεις των 3.533 Ε. Ότι η εναγομένη δεν εκπλήρωσε την ανωτέρω υποχρέωσή της, μολονότι ο ενάγων την όχλησε επανειλημμένα. Ότι οι επίδικες δεδουλευμένες δόσεις οφείλονται νομιμότοκα από τη συμφωνημένη δήλη ημέρα καταβολής, ήτοι από 21.8.06, 1.10.06, 31.10.06, 1.12.06 και 31.12.06 αντίστοιχα. Ότι ο ενάγων προσέφυγε ήδη στις αρμόδιες επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών της Ε.Π.Ο. (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια), αλλά οι προσφυγές του απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους. Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν το χρηματικό ποσό των 17.665 Ε, με τους νόμιμους τόκους από τη δήλη ημέρα καταβολής της κάθε επιμέρους δόσης συμβολαίου ή, άλλως, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση της οφειλής.
Ως προς την ανωτέρω αγωγή εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ειδικής διαδικασίας αριθ. 66/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη. Την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση εκκάλεσε ο ενάγων με την ένδικη έφεσή του, με την οποία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και, ειδικότερα, ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες που αναφέρονται στην έφεση λεπτομερώς, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του.
IV. Η ένδικη αγωγή, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, ασκήθηκε απαράδεκτα ενώπιον του πρωτοβάθμιου αστικού δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου), διότι η επίδικη διαφορά, η οποία ανέκυψε στη διάρκεια του Ιανουαρίου 2007, από παράβαση σύμβασης που καταρτίστηκε στις 8.8.2006, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των επιτροπών επίλυσης οικονομικών διαφορών της Ε.Π.Ο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 95 του Ν. 2725/1999, ο οποίος εφαρμόζεται στην επίδικη υπόθεση, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 51 του Ν. 3057/2002 και με το άρθρο 13 του Ν. 3262/2004, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα προσφυγής των συμβληθέντων μερών στα αστικά δικαστήρια, ακόμη και μετά την τήρηση της αναγκαίας (σύμφωνα με την προγενέστερη καταργηθείσα διάταξη) προδικασίας, ήτοι μετά την προσφυγή στα αρμόδια αθλητικά όργανα. Τούτο, διότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε και εφαρμόστηκε στη διάρκεια της ισχύος του ανωτέρω νόμου, με συνέπεια να μην εφαρμόζεται ως προς αυτή ο από 29.8.2008 ισχύων Κανονισμός Ιδιότητας και Μετεγγραφών Ποδοσφαιριστών της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (Ε.Π.Ο.), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ μετά τη λήξη της ισχύος της επίδικης σύμβασης, με συνέπεια να μην έχει αναδρομική ισχύ, αφού είναι νεότερη διάταξη νόμου.
Επίσης, από το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης (συμβολαίου παροχής υπηρεσιών) που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, και από όσα ομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι, δεν προκύπτει ρητή επιφύλαξη των συμβαλλομένων ως προς τη θεμελίωση εξαιρετικής ή συντρέχουσας αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων προς επίλυση των οικονομικών διαφορών τους από την εφαρμογή της επίδικης σύμβασής τους, με συνέπεια να υπάγεται η επίδικη οικονομική διαφορά των διαδίκων, ως διαφορά που προκύπτει από σύμβαση μεταξύ αθλητή και Α.Α.Ε., στις αρμόδιες επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών, οι οποίες καθορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 95 Ν. 2725/1999.
Μάλιστα, όπως ιστορείται στην ένδικη αγωγή, ο ενάγων προσέφυγε ήδη στις αρμόδιες επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών της Ε.Π.Ο. και τα αντίστοιχα ένδικα μέσα του (προσφυγή και έφεση) απορρίφθηκαν για όσους λόγους αναφέρονται στην ένδικη αγωγή.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε με την ήδη εκκαλούμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε αναρμόδια ενώπιόν του, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, όπως παραπονείται ήδη ο ενάγων εκκαλών με την ένδικη έφεσή του, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμης. {…}
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου