Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Α.Π. 291 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ - ΕΝΝΟΙΑ ΒΟΗΘΟΥ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗΣ - ΕΥΘΥΝΗ ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΠΤΑΙΣΜΑ ΤΟΥ ΒΟΗΘΟΥ - ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΗΘΕΝΤΩΝ ΑΥΤΟΥ - Σύμβαση εργου μεταξύ αναιρεσείοντος εργολάβου και αναιρεσίβλητου Δημοσίου - Ανάγκη για πρόσθετες εργασίες κατά την παράδοση του έργου - Βοηθός εκπλήρωσης

Α.Π. 291 / 2017    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ - ΕΝΝΟΙΑ ΒΟΗΘΟΥ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗΣ - ΕΥΘΥΝΗ ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΠΤΑΙΣΜΑ ΤΟΥ ΒΟΗΘΟΥ - ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΗΘΕΝΤΩΝ ΑΥΤΟΥ - Σύμβαση εργου μεταξύ αναιρεσείοντος εργολάβου και αναιρεσίβλητου Δημοσίου - Ανάγκη για πρόσθετες εργασίες κατά την παράδοση του έργου - Βοηθός εκπλήρωσης ο αδερφός του...
εργολάβου με ειδικές γνώσεις για τις επιπλέον εργασίες - Ανάφλεξη στην οικοδομή από πταίσμα του βοηθού εκπλήρωσης - Αγωγή του Δημοσίου για αποζημίωση - Αποδείχθηκε, ότι για την συγκεκριμένη εργασία που δεν αποτελούσε άλλο πρόσθετο έργο, χρησιμοποίησε (ο αναιρεσείων εργολάβος) τον ανωτέρω αδελφό του, ως βοηθό εκπλήρωσης και ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα της καταστροφής της δεξαμενής οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά τόσο του βοηθού εκπλήρωση της παροχής, αδελφού του αναιρεσείοντος, όσο και του ίδιου - Ορθώς επιδικάστηκε αποζημίωση - Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης (914, 922, 334 ΑΚ)



ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΥΣΙΑΣ - ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ - ΕΝΝΟΙΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ - ΣΕ ΠΟΙΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕ ΔΙΑΔΙΚΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ - Εν προκειμένω, ορθώς κρίθηκε ότι πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι για διοικητική διαφορά καθώς δεν αποδείχτηκε ότι το ενάγον, ήδη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος στην μεταξύ τoυς καταρτισθείσα σύμβαση έργου, ούτε ότι αυτή διέπεται από ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, το οποίο δημιουργεί αποκλίσεις υπέρ του αναιρεσίβλητου, ούτε πολύ περισσότερο ότι το τελευταίο έχει τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων ή μονομερούς επέμβασης προς το συμφέρον του στην επίμαχη σύμβαση - Αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης (1, 2 ΑΚ, 1 ΚΔΔ,άρθρ.1 ν. 1406/1983)

Αριθμός 291/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .....
Του αναιρεσίβλητου: ελληνικού δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Άννα Διον. Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/1995 μη οριστική, 50/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 379/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 8-1-2016. έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 1-4-2015 αίτησης για αναίρεση της 379/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Η σύμβαση δε, είναι διοικητικής εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (βλ. Α.Ε.Δ.1/2016, 12, 11/2013).

Εξάλλου, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του), κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.4ΚΠολΔ,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι απέρριψε τον λόγο έφεσης του για έλλειψη δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της υπόθεσης, η οποία υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια, αφού έχει ως υπόβαθρο διοικητική σύμβαση. Οπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 5-5-1993 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, εκθέτει, ότι δυνάμει σύμβασης έργου που κατάρτισε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα εργολάβο, στις 23-3-1987, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει τις σ’ αυτή αναφερόμενες εργασίες ανακαίνισης σε δεξαμενή καυσίμων, ευρισκόμενη στο χώρο ... πτέρυγας μάχης της Λάρισας και ότι από υπαιτιότητα του ιδίου και των προστηθέντων απ’ αυτόν προσώπων, τα οποία χρησιμοποίησε για την πραγματοποίηση του αναληφθέντος έργου, εκδηλώθηκε έκρηξη, συνεπεία της οποίας η δεξαμενή καταστράφηκε ολοσχερώς.

Με βάση τα ανωτέρω, το ενάγον ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 3.200.000 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν, κατά το χρόνο της έκρηξης η αξία της δεξαμενής, με το νόμιμο τόκο. Από το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, σε συνδυασμό προς τις εκτεθείσες στην αρχή διατάξεις και σκέψεις προκύπτει, ότι πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι για διοικητική διαφορά και η εκδίκασή της υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της αγωγής, δεν προκύπτει ότι το ενάγον, ήδη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος στην μεταξύ τoυς καταρτισθείσα σύμβαση έργου, ούτε ότι αυτή διέπεται από ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, το οποίο δημιουργεί αποκλίσεις υπέρ του αναιρεσίβλητου, ούτε πολύ περισσότερο ότι το τελευταίο έχει τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων ή μονομερούς επέμβασης προς το συμφέρον του στην επίμαχη σύμβαση. Επομένως, η εισαγόμενη προς κρίση με την ανωτέρω αγωγή διαφορά δεν εντάσσεται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ούτε τελέστηκε στα πλαίσια διοικητικής σύμβασης, αλλά πρόκειται περί διαφοράς ιδιωτικού δικαίου και ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, όπως ορθώς κατ αποτέλεσμα έκρινε το Εφετείο. Κατ’ ακολουθίαν ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι απέρριψε τον επικουρικώς προβληθέντα λόγο έφεσής του περί καθύλην αναρμοδιότητάς της προς εκδίκαση της υπόθεσης, η οποία εξαρχής υπαγόταν στην αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου, εφόσον επρόκειτο για διαφορά από σύμβαση δημόσιου έργου. Ο λόγος είναι αβάσιμος και ορθώς κατ’ αποτέλεσμα το Εφετείο τον απέρριψε.

Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ν. 1418/1984, οι διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, που προκύπτουν από σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου και για τις οποίες έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια, επιλύονται κατά την οριζόμενη σ’ αυτό διαδικασία ύστερα από προσφυγή του ενδιαφερομένου, από το εφετείο της περιφέρειας που βρίσκεται το έργο. Κατ’ αντιδιαστολή δε και λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της ρύθμισης αυτής ,συνάγεται ότι δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα του εφετείου, αλλά στο καθύλην αρμόδιο δικαστήριο κατά τις γενικές διατάξεις, οι διαφορές που προκύπτουν μεν εξ αφορμής ενός δημοσίου έργου, έχουν όμως ως βάση όχι τη σύμβαση καθ’ εαυτήν, αλλά άλλη ενοχική σχέση, ή αδικοπραξία που έλαβε χώρα στο πλαίσιο αυτής (σχ.ΑΠ 1362/1998). Επομένως και για την ένδικη περίπτωση εφόσον η εισαχθείσα προς κρίση διαφορά (όπως προεκτέθηκε) έχει ως βάση όχι την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, αλλά αδικοπραξία του αναιρεσείοντος που συνέβη εξ αφορμής αυτής, αρμόδιο καθ’ ύλην προς εκδίκασή της σε δεύτερο βαθμό ήταν το δικάσαν Εφετείο, κατά τις γενικές διατάξεις.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 931/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρ. 226§2, 270 §§ 1 & 2, 341 και 524 § 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται από το πολυμελές πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία και η απόδειξη διεξάγεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 341 ΚΠολΔ αυτού, δηλαδή υπό καθεστώς αυστηρής απόδειξης, δεν επιτρέπεται στην περίπτωση αυτή να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που συντάχθηκαν ειδικά για τη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 1320/2011) αφού τότε οι ένορκες βεβαιώσεις, που δεν κατονομάζονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων του άρθρ. 339 ΚΠολΔ, αποτελούν στην ουσία μαρτυρία χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις και συνεπώς απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/1987).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη :α)την 4393/1993 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και β)τις 1536/2011 και 1191/2001 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας που απορρέει από την έλλειψη αναφοράς α) του περιεχομένου των φερομένων ως παρά το νόμο μη ληφθέντων υπόψη ως άνω εγγράφων, β) της επίκλησης της προσκομιδής αυτών και του τρόπου της γενομένης επίκλησης ενώπιον του Εφετείου, γ) του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων προσκομίσθηκαν τα εν λόγω έγγραφα(τα οποία και δεν προσκομίζονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) καθώς και των λόγων οι οποίοι καταδεικνύουν την ουσιώδη επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης. Η ειδικότερη αιτίαση που περιλαμβάνεται στον ίδιο αναιρετικό λόγο για εσφαλμένη εκτίμηση από το Εφετείο ότι η δεύτερη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων δόθηκε για τη συγκεκριμένη δική,(συνεπεία της οποίας και δεν λήφθηκε υπόψη, εφόσον πρόκειται για αγωγή που συζητήθηκε το πρώτον ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας στις 4-10-1993 και για την απόδειξη της οποίας εκδόθηκε προδικαστική απόφαση σύμφωνα με την τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 341 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτη εφόσον βάλει κατά της ανέλεγκτης επί της ουσίας κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμούς δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του(ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολ.ΑΠ 15/2006). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:" Μετά από πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό που έλαβε χώρα στις 12-1-1987, καταρτίσθηκε, εγγράφως, στις 23-3-1987, μεταξύ του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, (ήδη αναιρεσίβλητου) νομίμως εκπροσωπουμένου από το Σμήναρχο, Σ. Π., ... πτέρυγας μάχης, και του εκκαλούντος - εναγομένου, Γ. Ι., (ήδη αναιρεσείοντος) σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε ο τελευταίος, να εκτελέσει, εντός προθεσμίας 85 ημερών, το δημόσιο έργο "Βελτίωση φρεατίων αποστράγγισης δεξαμενών καυσίμου, καθαρισμός, βαφή και στεγανοποίηση δεξαμενών καυσίμου", αντί εργολαβικού ανταλλάγματος, συνολικού ύψους 2.350.000 δρχ. Στις 11-6-1987, ο εναγόμενος, ολοκλήρωσε εντός της προθεσμίας που είχαν συμφωνήσει, το ανωτέρω έργο που ανέλαβε για λογαριασμό του ενάγοντος. Όμως, στις 19-8-1987, η Επιτροπή η οποία ορίσθηκε για την προσωρινή παραλαβή του έργου, διεπίστωσε ότι αυτό, ως προς το σκέλος της στεγανοποίησης της κεντρικής δεξαμενής καυσίμων jp-4 ... πτέρυγας μάχης, παρουσίαζε ελλείψεις, ...Κατόπιν αυτού, την ίδια ημέρα συνετάγη το από 19-8-1987 πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του έργου, στην προτελευταία σελίδα του οποίου περιελήφθη σχετική παρατήρηση της άνω Επιτροπής για την ύπαρξη του ελαττώματος και την υποχρέωση του εναγομένου, ως αναδόχου του έργου, να το αποκαταστήσει. Η παρατήρηση ανεγράφη στο πρωτόκολλο συγχρόνως με τη σύνταξη αυτού, δια χειρός του επιβλέποντος το έργο μηχανικού, Χ. Π., και καλύπτεται από τις υπάρχουσες στο τέλος του πρωτοκόλλου υπογραφές των μελών της Επιτροπής, του άνω επιβλέποντος και του εναγομένου, ως αναδόχου. Και ναι μεν αυτός κατά το χρόνο σύνταξης του πρωτοκόλλου νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, λόγω κατάγματος στη σπονδυλική στήλη....όμως, γνώριζε ότι η προσωρινή παραλαβή του έργου θα γινόταν κατά τον ανωτέρω χρόνο και την υπογραφή του με το όνομά του έθεσε, κατ’ εντολή του, ο αδελφός του, Α. Ι., ως άμεσος αντιπρόσωπός του για λογαριασμό του....Είναι προφανές ότι, εφόσον τα ελαττώματα που αναφέρονται στις παρατηρήσεις του άνω πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής αφορούσαν το έργο που είχε αναλάβει ο εναγόμενος, υποχρέωση προς αποκατάσταση τούτων είχε ο τελευταίος στα πλαίσια της ανωτέρω συμβάσεως που είχε συνάψει με το ενάγον, Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς, η αποκατάσταση των ελαττωμάτων δεν αποτελούσε άλλο έργο ανατεθέν ατύπως με ιδιαίτερη σύμβαση από το ενάγον στον αδελφό του εναγομένου, Α. Ι., μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου, ούτε έλαβε χώρα υποκατάσταση του εναγομένου από τον τελευταίο, κατά την έννοια του άρθρου 5 § 6 του Ν. 1418/1984, με τη μεταβίβαση δηλαδή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εναγομένου από την επίδικη εργολαβική σύμβαση στον αδελφό του, ώστε να υπεισέλθει αυτός στη μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σχέση. Άλλωστε, για την ύπαρξη υποκαταστάσεως, κατά τα άρθρα 5 § 6 του Ν. 1418/1984 και 51 § 1 του ΠΔ 609/1985, απαιτείται έγκριση της Προϊσταμένης αρχής του φορέα κατασκευής του έργου μετά από πρόταση της διευθύνουσας υπηρεσίας τούτου και τήρηση των προϋποθέσεων που διαλαμβάνονται στις ανωτέρω διατάξεις, που δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε ο εναγόμενος. Επιπλέον, επί υποκαταστάσεως, απαραίτητη προϋπόθεση για την απαλλαγή του αρχικού αναδόχου από την ευθύνη, κατά το άρθρο 51 § 2 του ΠΔ 609/1985, αποτελεί και n κατάθεση από το νέο ανάδοχο νέων ισόποσων εγγυήσεων με τις εγγυήσεις του αρχικού αναδόχου, σε αντικατάσταση των τελευταίων, ενώ στην προκειμένη περίπτωση με την αριθ. .../27-1-1988 απόφαση του ... πτέρυγας μάχης, Σμήναρχου, Θ. Δ., που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο εναγόμενος, έλαβε χώρα μείωση μόνον του ποσού της εγγυήσεως καλής εκτέλεσης της επίμαχης εργολαβικής συμβάσεως, το οποίο είχε αυτός καταθέσει, ως ανάδοχος του έργου, και από το αρχικό ποσόν των 117.500 δρχ παρέμεινε ως εγγύηση καλής εκτέλεσης της συμβάσεως το ποσόν των 62.467 δρχ., προφανώς κατ’ αναλογίαν προς το μέρος του έργου που απέμεινε προς εκτέλεση από τον εναγόμενο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αποκατάσταση των ελαττωμάτων του έργου που ανέλαβε να εκτελέσει, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άνω πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής τούτου (ήτοι η αποκατάσταση των ελλείψεων της στεγανοποίησης που είχε πραγματοποιήσει στην κεντρική δεξαμενή καυσίμων ... πτέρυγας μάχης), συνιστούσε άλλο έργο από αυτό που είχε αναλάβει, το οποίο ανατέθηκε με ιδιαίτερη σύμβαση στον αδελφό του, Α. Ι., από το ενάγον, δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι η εργασία στεγανοποίησης της άνω δεξαμενής καυσίμων απαιτούσε ειδικότητα που είχε ο αδελφός του εναγομένου, ήτοι ειδικότητα μηχανολόγου. Έτσι, ενόψει του ότι ήταν συνεργάτες, ο εναγόμενος, τη συγκεκριμένη εργασία, ανέθεσε στον αδελφό του που διέθετε και ειδικό συνεργείο προς τούτο, υπεργολαβικά, με σχετική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, τον Αύγουστο του έτους 1988....υπεύθυνος για τις εκτελούμενες εργασίες από τον υπεργολάβο, αδελφό του, έναντι του ενάγοντος, εργοδότη, ήταν ο εναγόμενος, ως εργολάβος - ανάδοχος του έργου, ο οποίος, όμως, είχε γνωστοποιήσει στο ενάγον ότι ο αδελφός του θα εκτελέσει τις άνω εργασίες, ως υπεργολάβος, και δεν είχε διατυπωθεί αντίρρηση από το τελευταίο, καθόσον ήταν γνωστό σ1 αυτό από άλλες ανάλογες εργασίες σε δεξαμενές ... πτέρυγας μάχης, ότι αυτός είχε τα απαιτούμενα προσόντα και διέθετε ειδικό συνεργείο για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής.

Κατόπιν τούτων, εφόσον ο εναγόμενος, χωρίς αντίρρηση από το ενάγον, χρησιμοποίησε ως υπεργολάβο τον αδελφό του για την εκτέλεση των προεκτεθεισών εργασιών, έχοντας τέτοιο δικαίωμα, ως εκ της φύσεως των εργασιών αυτών, για την εκτέλεση των οποίων απαιτούνταν ειδικές γνώσεις, των οποίων αυτός εστερείτο, ο αδελφός του, με την άνω ιδιότητα, ήτοι την ιδιότητα του υπεργολάβου, απετέλεσε βοηθό εκπληρώσεως του ενάγοντος, κατά τη διάταξη του άρθρου 334 ΑΚ .... Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, ο εναγόμενος είχε ευθύνη για κάθε πταίσμα του αδελφού του κατά την εκπλήρωση της παροχής, όπως για δικό του πταίσμα (ανεξαρτήτως της ευθύνης του αδελφού του, ο οποίος ως βοηθός- εκπληρώσεως ευθυνόταν έναντι του ενάγοντος κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.... Περαιτέρω, για την εκπλήρωση της παροχής, και ειδικότερα για την επίτευξη στεγανοποίησης της κεντρικής δεξαμενής ... πτέρυγας μάχης και την αποκατάσταση των ελλείψεων του έργου εκ μέρους του αδελφού του ενάγοντος, ως υπεργολάβου και βοηθού εκπληρώσεως τούτου, έπρεπε προηγουμένως να εκκενωθεί πλήρως η δεξαμενή από τα υγρά καύσιμα που περιείχε (κηροζίνη) και στη συνέχεια να πλυθεί και να καθαρισθεί στο εσωτερικό της καταλλήλως. Έτσι, ο αδελφός του ενάγοντα, με το συνεργείο του, αποτελούμενο από τους Φ. Φ. και Σ. Κ., μετέβη στις 16-8-1988, ημέρα Τρίτη, στο χώρο της δεξαμενής και άρχισε την εκκένωση αυτής από τα υγρά καύσιμα. Η εκκένωση συνεχίσθηκε μέχρι την 18-8-1988, ημέρα Πέμπτη, κατά την οποία ο εναγόμενος, ο οποίος παρακολουθούσε την πορεία των εργασιών εκ του σύνεγγυς, ζήτησε από την τμηματάρχη ... πτέρυγας μάχης, Ι. Π., να τους διαθέσει βυτιοφόρα της μονάδας για την απομάκρυνση των καυσίμων και, παράλληλα τον ενημέρωσε ότι την επομένη, ήτοι την 19-8-1988, η μέρα Παρασκευή, δεν θα εκτελούνταν εργασίες στη δεξαμενή, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων του συνεργείου στην Πρέβεζα.

Όμως, άλλαξαν γνώμη και ο εναγόμενος από κοινού με τον αδελφό του αποφάσισαν να σπεύσουν να ολοκληρώσουν τις εργασίες εκκένωσης και καθαρισμού της δεξαμενής την επομένη, προκειμένου να προλάβουν να μεταβούν στην Πρέβεζα τη Δευτέρα της προσεχούς εβδομάδος. Τούτο ωστόσο εγκυμονούσε κινδύνους, διότι για να εκτελεσθεί με ασφάλεια οποιαδήποτε εργασία στη δεξαμενή έπρεπε πρώτα να εκκενωθεί εντελώς από τα καύσιμα που περιείχε, και να ακολουθήσει απαερισμός της προς διαφυγή των εύφλεκτων αερίων των καυσίμων για τουλάχιστον πέντε ημέρες, ενώ στην προκειμένη περίπτωση είχε απομείνει μία μικρή ποσότητα καυσίμου στη δεξαμενή, η οποία δεν είχε ακόμη απομακρυνθεί. Τον κίνδυνο εν τούτοις αυτοί, καίτοι γνώριζαν, αποφάσισαν να αψηφήσουν και, κατόπιν μεταξύ τους συνεννοήσεως, ο Α. Ι. έδωσε εντολή στα μέλη του συνεργείου του να μεταβούν το πρωί της 19-8- 1988 στη δεξαμενή προκειμένου να αντλήσουν με αντλία κενού αέρος το υπόλοιπο του καυσίμου που ήταν στη δεξαμενή και συγχρόνως να πλύνουν το εσωτερικό αυτής με πλυστικό υδροβολής. Πράγματι τα μέλη του συνεργείου μετέβησαν το πρωί της 19-8- 1988 στο χώρο της δεξαμενής και, χωρίς την παρουσία του εναγομένου και του αδελφού του, άρχισαν την προετοιμασία, με την τοποθέτηση εντός της δεξαμενής αφενός υποβρύχιας αντλίας κενού αέρος, με την οποία συνέδεσαν σωλήνα αέρος για την άντληση του καυσίμου και την απομάκρυνσή του από τη δεξαμενή, και αφετέρου πλυστικού μηχανήματος υδροβολής, με το οποίο συνέδεσαν σωλήνα νερού για τον εσωτερικό καθαρισμό της δεξαμενής.

Πρώτος εισήλθε στη δεξαμενή ο Σ. Κ., χωρίς να προηγηθεί... έλεγχος του μίγματος αέρος-αερίου βενζίνης, ώστε να διαπιστωθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ασφαλούς διενέργειας εργασιών εντός της δεξαμενής από τα επίπεδα των αερίων της βενζίνης εντός αυτής. Όμως, επειδή προφανώς τα επίπεδα των εν λόγω αερίων ήταν πολύ υψηλά και η ατμόσφαιρα αποπνικτική ο Σ. Κ. δεν μπόρεσε να εργασθεί περισσότερο από 10 λεπτά και εξήλθε με ζάλη από τη δεξαμενή, συμβουλεύοντας το συνάδελφο του, Φ. Φ., να μην εισέλθει σ’ αυτή. Ο τελευταίος, ωστόσο, δεν άκουσε τη συμβουλή και τη στιγμή που εισερχόταν στη δεξαμενή έλαβε χώρα έκρηξη και από την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στη συνέχεια υπέστησαν οι άνω εργαζόμενοι εγκαύματα, από τα οποία ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του Φ. και ο σοβαρός τραυματισμός του Σ. Κ., ενώ η δεξαμενή καταστράφηκε ολοσχερώς από την έκρηξη. Πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο διεπίστωσε ο εναγόμενος ιδίοις όμμασι, καθόσον κατέφθασε αμέσως μετά το ατύχημα, αναζητώντας τους λόγους της επέλευσής του.

Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η έκρηξη και η συνεπεία αυτής καταστροφή της δεξαμενής προκλήθηκε από ανάφλεξη των εντός της δεξαμενής αερίων της βενζίνης από σπινθήρα κατά τη λειτουργία της ηλεκτροκίνητης αντλίας παροχής ύδατος (πλυστικό υδροβολής), την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχαν εγκαταστήσει οι άνω εργαζόμενοι στο εσωτερικό της δεξαμενής, λόγω του ότι η αντλία δεν ήταν αντιεκρηκτικού τύπου και εξέπεμπε σπινθήρες. Οφειλόταν δε η έκρηξη κατά κύριο λόγο στην αμελή συμπεριφορά του αδελφού του εναγομένου, Α. Ι.,....Ωστόσο, στο ανωτέρω ζημιογόνο αποτέλεσμα συνετέλεσε και αμελής συμπεριφορά του ιδίου του εναγομένου, διότι, ενώ παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς την εκτέλεση των εργασιών καθαρισμού και στεγανοποιήσεως της άνω δεξαμενής που είχε αναλάβει ο αδελφός του υπεργολαβικά και γνώριζε ότι η δεξαμενή δεν είχε εκκενωθεί πλήρως από τα υγρά καύσιμα που περιείχε, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έργο σύντομα, συναποφάσισε με τον αδελφό του την εξακολούθηση των εργασιών, χωρίς διακοπή, προτρέποντάς τον, κατά την ημέρα που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, να πραγματοποιήσει με το συνεργείο του συγχρόνως εκκένωση της δεξαμενής από τα καύσιμα και πλύσιμο του εσωτερικού της, καίτοι τελούσε σε γνώση ότι οποιαδήποτε εργασία εντός της δεξαμενής προτού επέλθει πλήρης εκκένωση αυτής από τα υγρά καύσιμα και απαερισμός της για τουλάχιστον πέντε ημέρες, εγκυμονεί κινδύνους έκρηξης από τα εύφλεκτα αέρια του καυσίμου.
Συνεπώς, ο εναγόμενος ευθύνεται έναντι του ενάγοντος για την καταστροφή της επίδικης δεξαμενής αφενός εξ οικείου πταίσματος και αφετέρου για το πταίσμα του αδελφού του ως βοηθού εκπληρώσεως....".

Με βάση, τις άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία ο αναιρεσείων είχε υποχρεωθεί να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση το ποσό των 9.391 ευρώ (στο οποίο ανερχόταν η αξία της καταστραφείσας δεξαμενής) με το νόμιμο τόκο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με σαφήνεια και πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 334, 914 και 922 ΑΚ, έτσι ώστε καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους. Ειδικότερα, είναι σαφές το πόρισμα του Εφετείου, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ήδη αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο η αποκατάσταση των διαρροών της δεξαμενής αποτελούσε πρόσθετη εργασία, την οποία το ήδη αναιρεσίβλητο, ανέθεσε με ιδιαίτερη προφορική συμφωνία στον αδελφό του Α. Ι., αλλ’ αντιθέτως αποδείχθηκε, ότι για την συγκεκριμένη εργασία που δεν αποτελούσε άλλο πρόσθετο έργο, χρησιμοποίησε (ο αναιρεσείων εργολάβος) τον ανωτέρω αδελφό του, ως βοηθό εκπλήρωσης και ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα της καταστροφής της δεξαμενής οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά τόσο του βοηθού εκπλήρωση της παροχής, αδελφού του αναιρεσείοντος, όσο και του ίδιου.

Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενος αποσπασματικά και επιλεκτικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "ήταν γνωστό στο Δημόσιο από άλλες ανάλογες εργασίες σε δεξαμενές ότι αυτός (αδελφός του ήδη αναιρεσείοντος), είχε τα απαιτούμενα προσόντα και διέθετε ειδικό συνεργείο για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής... η εργασία στεγανοποίησης της δεξαμενής καυσίμων απαιτούσε ειδικότητα που είχε ο αδελφός του (ήδη αναιρεσείοντος)... κατά τον ανωτέρω χρόνο και την υπογραφή του με το όνομά του στην πράξη προσωρινής παραλαβής έθεσε, κατ’ εντολή του (ήδη αναιρεσείοντος), ο αδελφός του Α. Ι., ως άμεσος αντιπρόσωπος του για λογαριασμό του...", επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν πλήττονται η ανάλυση, η αιτιολόγηση και τα χρησιμοποιηθέντα επιχειρήματα του Εφετείου, για τη συναγωγή του ανωτέρω σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος.

Επισημαίνεται, ότι δεν δημιουργείται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου, ότι κατά το χρόνο σύνταξης του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου, στις 19-8-1987 δηλαδή, ο αναιρεσείων νοσηλευόταν στο νοσοκομείο λόγω κατάγματος στη σπονδυλική στήλη, και αυτής, περί ευθύνης του για το ζημιογόνο αποτέλεσμα, λόγω και της παρακολούθησης εκ του σύνεγγυς της εκτέλεσης των εργασιών που είχε αναλάβει ο αδελφός του εργολαβικά, ένα σχεδόν έτος μετά την άνω νοσηλεία του, δηλαδή τον Αύγουστο του 1988,όπως επίσης δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με ειδικότερη περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αιτίαση, είναι αβάσιμα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 του ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Απριλίου 2015 αίτηση του Γ. Ι. για αναίρεση της 379/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: