
Αποκλήρωση γιου από πατέρα- Δεν αποδείχθηκε κακούργημα ή πλημμέλημα από τον κατιόντα - Κρίνεται άκυρη η αποκλήρωση..
ΑΠ 22/2019 (πολ): Αποκλήρωση γιου από πατέρα- Περίπτωση που ο κατιών έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος από πρόθεση κατά του διαθέτη ή του συζύγου του. Δεν απαιτείται μεν και καταδίκη από το ποινικό δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο που εξετάζει το λόγο της αποκλήρωσης, τον οποίο οφείλει να αποδείξει εκείνος που την επικαλείται, πρέπει να εξετάσει παρεμπιπτόντως την ύπαρξη των στοιχείων κακουργήματος ή πλημμελήματος. Με βάση την κρατούσα εκάστοτε ηθική και κοινωνική αντίληψη κρίνεται πότε το πλημμέλημα είναι "σοβαρό" Δεν αποδείχθηκαν οι λόγοι αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης- Κρίνεται άκυρη η αποκλήρωση.
«Από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1839 και 1843 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι ο δικαιούμενος νόμιμη μοίρα τη λαμβάνει και εναντίον της θέλησης του διαθέτη, αλλ' ο τελευταίος, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, μπορεί να στερήσει το δικαιούχο της νόμιμης μοίρας του και μόνο για ορισμένους λόγους, οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται στο νόμο (αποκλήρωση υπό στενή έννοια) και οι οποίοι πρέπει να υπάρχουν κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη. Ειδικότερα ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα του για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1840 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται (με αριθμό 3) και η περίπτωση που ο κατιών έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού (βαρέος κατά το μεταγλωτισμένο αρχικό κείμενο του ΑΚ) πλημμελήματος με πρόθεση, κατά τον διαθέτη ή του συζύγου του. Δεν απαιτείται μεν και καταδίκη από το ποινικό δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο που εξετάζει το λόγο της αποκλήρωσης, τον οποίο οφείλει να αποδείξει εκείνος που την επικαλείται, πρέπει να εξετάσει παρεμπιπτόντως την ύπαρξη των στοιχείων κακουργήματος ή πλημμελήματος. Με βάση την κρατούσα εκάστοτε ηθική και κοινωνική αντίληψη κρίνεται πότε το πλημμέλημα είναι "σοβαρό", το ζήτημα δε αν τα επικαλούμενα και δεκτά γενόμενα γεγονότα φέρουν ή μη χαρακτήρα "σοβαρού" πλημμελήματος, στην έννοια του οποίου εντάσσεται και η σκαιά ύβρη κατά του διαθέτη ή του συζύγου του, είναι νομικό (ΑΠ 1406/2012, ΑΠ 146/2009)…
Με την από 9-11-2009 μυστική διαθήκη του, η οποία κατατέθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ν. Χ. - Κ. με την υπ' αριθ. …25/18-11-2009 πράξη της και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 18/20-4-2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, ο Σ. Φ. εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο στην περιουσία του τη θυγατέρα του (πρώτη εναγομένη) Α. Φ., ενώ αποκλήρωσε το γιό του ενάγοντα. Ειδικότερα, ο ως άνω διαθέτης αναφέρει στη διαθήκη του κατά λέξη τα ακόλουθα "....Την περιουσία μου την μεταβίβασα εν ζωή στην κόρη μου Α. Φ. του Σ. και της Α. σύζυγο Γ. Ζ. [αναιρεσείουσα] για λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και ευπρέπειας σαν πατέρας προς την μοναδική μου κόρη, γιατί χωρίς την οικονομική και ηθική βοήθειά της και την καθημερινή νύχτα και μέρα αδιάκοπη προσωπική της φροντίδα και βοήθεια δεν ξέρω πώς θα αντιμετώπιζα τα παρακάτω που περιγράφω. Στον γυιό μου Α. Φ. του Σ. και της Α. [αναιρεσίβλητο] δεν αφήνω τίποτα παρά μόνο την ευχή μου και την συγχώρεσή μου γιατί: 1) Επανειλημμένα, κάθε φορά που με συναντούσε (για να μην πω ότι επεδίωκε να με συναντήσει) στο καφενείο όπου σύχναζα από το έτος 2005 μέχρι και πρόσφατα, με εξύβριζε με φράσεις ακατονόμαστες, υποτιμητικές και ανάρμοστες που με προσέβαλαν σαν πατέρα και σαν άνθρωπο. 2) Επανειλημμένα με κατήγγειλε στην πολεοδομία του Δήμου για αυθαίρετες κατασκευές και λειτουργία σνάκ μπάρ εντός ξενοδοχείου χωρίς άδεια, με αποτέλεσμα να κληθώ να καταβάλλω υπέρογκα πρόστιμα και αποζημιώσεις, να σφραγιστεί το σνάκ μπάρ του ξενοδοχείου και με τις ενέργειές του αυτές να κλονιστεί η οικονομική μου κατάσταση και η υγεία μου. 3) Εξ αιτίας των παραπάνω ενεργειών του μου υποβλήθηκαν μηνύσεις που με εξόντωσαν κυρίως ηθικά και κατά δεύτερο λόγο και οικονομικά. 4) Μου κατέθεσε αγωγή για να του επιστρέφω δήθεν χρήματα που μου έδωσε υπό μορφή εντόκων δανείων και με ταλαιπώρησε ξανά ηθικά και οικονομικά. 5) Δεν μου συμπαραστάθηκε ηθική ή υλικά στην αρρώστια μου και παρόλο που φιλοξενείται στο σπίτι της μητέρας του στο δεύτερο όροφο της οικοδομής στην οδό ... όπου μένουμε και εμείς (οι γονείς και η αδελφή του) είναι σαν ξένος απέναντι μας, αν και περνά κάθε μέρα μπροστά από την πόρτα μας. Θέλει να αλλάξει το όνομά του για να μην έχει καμία σχέση με την οικογένειά μας, αλλά παρ' όλα αυτά μένει στο σπίτι μας, αν και έχει δικό του φτιάξει. Σαν πατέρας, όπως είπα και παραπάνω, τον συγχωρώ και ό,τι μου έχει κάνει και του εύχομαι να μην γνωρίσει ούτε ο εχθρός μου τις πίκρες που μου προκάλεσε, δεν μπορώ όμως να του αφήσω και τίποτα γιατί αυτά που ξόδεψα εξ αιτίας των ενεργειών του σε πρόστιμα και δικηγόρους, που αποδεικνύονται με τα έγγραφα που φυλάσσω, υπερβαίνουν τη νόμιμη μοίρα του, χωρίς να συνυπολογίσω την ανυπολόγιστη ηθική βλάβη που μου προκάλεσαν οι ενέργειές του, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και την επιδείνωση της υγείας μου, καθώς επίσης και αυτά που του προσέφερα όταν ήταν ελεύθερος, που δεν του έλλειψε τίποτα, είχε ό,τι ήθελε, όπως μηχανή, αυτοκίνητο κ.λ.π, αλλά και παντρεμένος. Εύχομαι να μπορέσει να καταλάβει κάποτε το τί μου έκανε και να μετανιώσει για την δική του ψυχική ηρεμία και γαλήνη".
Με την ανωτέρω διάταξη της διαθήκης του ο διαθέτης, πατέρας του ενάγοντος, του στέρησε το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας στην ακίνητη κληρονομιαία περιουσία του, για τους παραπάνω λόγους, που αναφέρει σ' αυτήν (διαθήκη). Κατ' αρχήν τα διαλαμβανόμενα στη διαθήκη με τους αριθμούς 2, 3, 4 περιστατικά δεν εμπίπτουν σε κανέναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους αποκλήρωσης. Τα μόνα περιστατικά που είναι δηλωτικά της επιλήψιμης συμπεριφοράς του ενάγοντος έναντι του διαθέτη πατέρα του είναι αυτά που αναφέρονται στους με αριθμούς 1 και 5 λόγους αποκλήρωσης, δηλαδή η σε βάρος του τελευταίου τέλεση του πλημμελήματος της εξύβρισης και η μη υλική (όχι ηθική) συμπαράσταση του ενάγοντος στην αρρώστια του, που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, που οφείλει να επικαλεστεί ορισμένα και να αποδείξει η πρώτη εναγομένη, να υπαχθούν στην τέλεση "σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση κατά του διαθέτη" και της "κακόβουλης αθέτησης της εκ του νόμου υποχρέωσης διατροφής του διαθέτη" των περ. 3 και 4 του άρθρου 1840 ΑΚ.
Σε σχέση με τους δύο αυτούς λόγους αποδεικνύονται, περαιτέρω, τα ακόλουθα: Οι σχέσεις του ενάγοντος με το διαθέτη πατέρα του υπήρξαν καλές μέχρι το έτος 2005, έκτοτε όμως επιδεινώθηκαν, όταν ο ενάγων πληροφορήθηκε την επικείμενη μεταβίβαση από το διαθέτη και τη σύζυγό του (δεύτερη εναγομένη και μητέρα του ενάγοντος) προς την πρώτη εναγομένη, ως γονική παροχή, ενός αγρού συνιδιοκτησίας των ανωτέρω κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου, έκτασης 4.300 τ.μ. στη θέση "..." Δήμου …, η οποία έγινε κατ' αρχήν κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας με το υπ' αριθ. 13.500/2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ν. Χ. - Κ., ολοκληρώθηκε δε με την υπ' αριθ. …56/2009 δήλωση παραίτησης από το δικαίωμα επικαρπίας της ως άνω συμβολαιογράφου. Το εν λόγω, ακίνητο, που αποτελούσε το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο του διαθέτη, περιγράφεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο ως περιέχον διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο βοηθητικό χώρο, ισόγειο όροφο και πρώτο όροφο. Στην πραγματικότητα όμως εντός του ακινήτου υπήρχαν δύο κτίρια με ισόγειο και πρώτο όροφο, αποτελούμενα το μεν ένα από δεκατρία διαμερίσματα προς ενοικίαση (γκαρσονιέρες), που είχε ανεγερθεί το έτος 1988, το δε άλλο από δεκατέσσερις γκαρσονιέρες, που είχε ανεγερθεί κατά τα έτη 1995 - 1996. Ο ενάγων, που εργάζεται από το 1992 στο Δήμο … ως υπάλληλος, προφανώς αισθανόμενος αδικημένος, προέβη σε καταγγελίες προς την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου … (Τμήμα Πολεοδομίας) για αυθαίρετες κατασκευές εκ μέρους των γονέων του και αυθαίρετη εκμετάλλευση του ακινήτου (επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων), με αποτέλεσμα, μετά από τους σχετικούς υπηρεσιακούς ελέγχους, να επιβληθεί στο διαθέτη συνολικό πρόστιμο 119.801,49 ευρώ. Εκτός αυτού, άσκησε κατά του διαθέτη, της μητέρας του και της αδελφής του την υπ' αριθ. κατάθ. 440/ΠΤ 59/2007 αγωγή (από την οποία αργότερα παραιτήθηκε), με την οποία, επικαλούμενος αξίωσή του από δάνειο ποσού 338.135 ευρώ προς το διαθέτη και τη μητέρα του, ζητούσε να διαρρηχθούν ως καταδολιευτικές οι αναφερόμενες εκεί μεταβιβάσεις ακινήτων εκ μέρους των ανωτέρω προς την αδελφή του πρώτη εναγομένη. Δημιουργήθηκαν δε και εντάσεις και φραστικά επεισόδια μεταξύ τους και ο ενάγων υπέβαλε κατά του διαθέτη εγκλήσεις για απειλή που δέχτηκε από τον τελευταίο στις 12-11-2006 και 12-11-2007. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων από το 2005 και μετά εξύβριζε τον διαθέτη πατέρα του "σκαιά", με τρόπο δηλαδή που να δικαιολογηθεί την αποκλήρωσή του.
Ειδικότερα, ο διαθέτης στην από 9-11-2009 διαθήκη του, αν και δεν αναφέρει συγκεκριμένα εξυβριστικά περιστατικά, εν τούτοις προσδιορίζει τα πλαίσια του εξεταζόμενου λόγου αποκλήρωσης (του σοβαρού πλημμελήματος) ως προς τον χρόνο και τον τόπο αναφέροντας ότι ο ενάγων "επανειλημμένα, κάθε φορά που με συναντούσε (για να μην πω ότι επιδίωκε να με συναντήσει) στο καφενείο όπου σύχναζα από το έτος 2005 μέχρι και πρόσφατα, με εξύβριζε με φράσεις ακατονόμαστες, υποτιμητικές και ανάρμοστες που με προσέβαλαν σαν πατέρα και σαν άνθρωπο". Η εναγομένη στις προτάσεις της αναφέρει μόνο ένα περιστατικό, όταν, κατά τους ισχυρισμούς της, ο ενάγων τέλη Μαρτίου του 2009 συνάντησε στο δρόμο τον πατέρα του και του είπε, γνωρίζοντας ότι έπασχε από καρκίνο, "ακόμα ζεις ρε παλιόγερε; Δεν πας να ψοφήσεις επιτέλους;". Το περιστατικό αυτό επιβεβαιώνει ο εξετασθείς πρωτοδίκως στο ακροατήριο μάρτυράς της (σύζυγός της)...., ο οποίος όμως καταθέτει ότι συνέβη το καλοκαίρι του 2009, όταν ο ενάγων συνάντησε τυχαία τον πατέρα του έξω από το Δημαρχείο …. Ο τρόπος, με τον οποίο περιγράφεται από την πρώτη εναγομένη και το μάρτυρά της το, μεμονωμένο και μοναδικό σε διάστημα 5 περίπου ετών, όπως ο διαθέτης το ορίζει στη διαθήκη του, αυτό περιστατικό, δεν παρέχει πίστη στο Δικαστήριο ότι συνέβη, ούτε είναι ικανό να το οδηγήσει σε πλήρη δικανική πεποίθηση και σε αποδεικτικό πόρισμα για την αλήθεια του συγκεκριμένου λόγου αποκλήρωσης, αφενός μεν διότι, ως πολύ πρόσφατο με το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, θα έπρεπε ο διαθέτης, έστω αυτό, να το αναφέρει στη διαθήκη του, αφετέρου δε διότι δεν εντάσσεται στο πλαίσιο, με το οποίο ο διαθέτης περιγράφει το λόγο της αποκλήρωσης. Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι η οδός …, στον οποίο βρίσκεται το καφενείο, στο οποίο σύχναζε ο πατέρας της και όπου κατά τη διαθήκη πήγαινε ο ενάγων και τον εξύβριζε, με το Δημαρχείο …, όπου κατ' αυτήν συνέβη το περιστατικό που επικαλείται, απέχουν μόλις ένα δρόμο, δεν αποδεικνύεται..... Ενώ δε ο ενάγων και οι μάρτυρές του επικαλούνται δήλωση του ιδιοκτήτη του καφενείου Α. Χ. ότι ουδέποτε ο ενάγων πήγε και εξύβρισε τον πατέρα του στο καφενείο του, η πρώτη εναγομένη ούτε επικαλείται ούτε αποδεικνύει έστω ένα τέτοιο περιστατικό που συνέβη από το 2005 έως και το χρόνο σύνταξης της διαθήκης.
Αναφορικά δε με το δεύτερο λόγο αποκλήρωσης, ότι ο ενάγων δεν συμπαραστάθηκε υλικά στον πατέρα του κατά την αρρώστια του, τον οποίο είχε επικαλεστεί πρωτοδίκως με τις προτάσεις της η πρώτη εναγομένη και επαναφέρει, μη εξετασθέντα πρωτοδίκως, με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς απόκρουση της έφεσης (άρθρο 527 ΚΠολΔ), δεν αποδεικνύεται .... Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη των λόγων της αποκλήρωσης κατά τον χρόνο της σύνταξης της διαθήκης (9-11-2009), η αποκλήρωση του ενάγοντος είναι άκυρη".
Ακολούθως δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν ως προς την αναιρεσείουσα-εναγομένη και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσείοντος, αναγνώρισε τόσο ότι είναι άκυρη η κατά τα ανωτέρω γενόμενη αποκλήρωση του ενάγοντος, όσο και το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του τελευταίου επί της κληρονομίας του κληρονομούμενου πατέρα του.
'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, επί πλέον δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού που αφορά την οπουδήποτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο εξύβριση του διαθέτη Σ. Φ. από τον αναιρεσίβλητο, αμφότεροι δε οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες, αναρίθμητοι, λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης…»
Απόφαση 22 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 22/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γ., Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3328/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενο τον Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 10/16.2.2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 241/2018.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505§2 του ΚΠΔ, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή, μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 § 3 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης εκδοθείσας από οποιοδήποτε ποινικό Δικαστήριο και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 §1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 §.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 §1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ]. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και δεδομένου, ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορούμενου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον σχετικό λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγγραφα ή το συνολικό περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων, ή ότι δεν πραγματοποίησε τον επιβαλλόμενο από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 385§1 του ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται: α)σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380§§1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδ. α' και β' και σε βαθμό πλημμελήματος σε κάθε άλλη περίπτωση, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου και β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανόμενης απόφασης, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των ανωτέρω στοιχείων συγκρότησης της αντικειμενικής υπόστασης και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης αυτής και επιπρόσθετα, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος από την εξαναγκαζόμενη ως άνω συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι, ώστε να αποτελεί αυτό την ανάστροφη όψη της ζημίας, ανεξάρτητα αν το όφελος αυτό επιτεύχθηκε τελικά. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη του εξαναγκαζόμενου δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 §1, 5 §1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ, σε κάθε φυσικό πρόσωπο δικαιώματος της ελεύθερης βούλησης και της ελευθερίας του στις συναλλαγές. Ο δε εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας ο παθών περιάγεται σε τρόμο και ανησυχία ώστε να καμφθεί η θέλησή του και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Τετελεσμένο όμως, είναι το έγκλημα της εκβίασης όταν ο εξαναγκαζόμενος υπό το φόβο των απειλών του δράστη απευθύνεται στις αστυνομικές αρχές και μετά την παράδοση του επιλήψιμου χρηματικού ποσού το οποίο εκείνος απαίτησε και έλαβε από τον εξαναγκαζόμενο, γίνεται η σύλληψη αυτού με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 16-2-2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και για την οποία συντάχτηκε η υπ' αριθμ. 10/2018 έκθεση, ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3328/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Α. Κ. του Χ. της αξιόποινης πράξης της εκβίασης, επικαλούμενος έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και προβάλλοντας συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή του σχετικού αποδεικτικού πορίσματος και ως προς την αθωωτική κρίση αυτής, που συνιστούν παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης θεμελιούμενο στη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3328/2017 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, κήρυξε αθώο τον αναιρεσίβλητο του ότι: "Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από την 1-3-2014 έως και την 11-4-2014, µε σκοπό να αποκοµίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασε κάποιον µε απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζηµία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, µε χρήση απειλής βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος. Συγκεκριμένα, από την 1-3-2014 έως την 11-4-2014, ο κατηγορούμενος, µε σκοπό να του καταβληθεί το χρηματικό ποσό, αρχικώς των 15.000€ και, κατόπιν διαπραγµατεύσεων, το χρηματικό ποσό των 7.000 € από τον ιδιοκτήτη καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος καφενείο με την επωνυμία ''Το άλλο καφενείο'', Μ. Κ. του Γ., που βρίσκεται στην ..., απειλούσε αυτόν ότι θα τον καταγγείλει στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες για υποτιθέμενες παραβάσεις του καταστήματος, και την 11-4-2014 προσήλθε στο παραπάνω κατάστημα όπου και παρέλαβε από τον παθόντα το χρηματικό ποσό των 7.000,00 ευρώ, προκειμένου να µην προβαίνει στις προαναφερθείσες καταγγελίες".Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3328/2017 απόφαση, για να στηρίξει την ως άνω απαλλακτική κρίση του, διέλαβε στο σκεπτικό, την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και των μαρτύρων υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, από την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης και τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ως και τις δύο (2) φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, σε συνδυασμό µε την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, και κατά την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών µέσων, σύμφωνα µε την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής, Μ. Κ... του Γ., διατηρεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείο 25 τετρ.µέτρων") µε την επωνυµία "Το άλλο καφενείο", επί της .... Ο κατηγορούµενος, Α. Κ. του Χ., ο οποίος από τις 17-5-2010 εργάζεται απασχολούμενος στην εταιρία ... (Χαρτοβιοµηχανία) που βρίσκεται στο .... ..., διέµενε έκτοτε µε την οικογένειά του, ήτοι την σύζυγό του και το γεννηθέν την 26-1-2012, ανήλικο τέκνο του, σε οικία η οποία απείχε 70 µέτρα από το καφενείο του µηνυτή. Ο µηνυτής,κατά την λειτουργία του εν λόγω καφενείου του, µετέδιδε και µουσική, διοργανώνοντας προς τούτο και µουσικές εκδηλώσεις, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση των φωτογραφιών κάρτας προγράμματος ("βραδιά έντεχνου τραγουδιού, κάθε Τρίτη...10µ.µ.","... κάθε Παρασκευή 10.25 µ.µ."). Ο θόρυβος από την μουσική, κατά τις νυχτερινές ιδίως ώρες, ενοχλούσε, και γι' αυτό, δυσχέραινε την λειτουργία της οικογενείας του κατηγορουμένου, εκτός από τον οποίο, εργαζόμενη ήταν και η σύζυγός του (βλ. κατάθεση αυτής στα πρακτικά της δίκης αυτής "πηγαίναµε άυπνοι στην δουλειά"), λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει επανειλημμένα από τον µηνυτή να χαµηλώσει την ένταση του ήχου, µάλιστα δε, απευθύνθηκε γι' αυτό και στην αστυνομία, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε πρωτοδίκως. Χωρίς να προκύπτει ότι ο µηνυτής έλαβε οποιοδήποτε µέτρο για την µείωση του θορύβου που προκαλούσε η µουσική από το καφενείο του, αυτός περί τις αρχές Μαρτίου του έτους 2014 εκδήλωσε στον κατηγορούμενο την πρόθεση να του καταβάλει κάποιο ποσό ώστε ν' αντιμετωπισθεί η κατάσταση µε την τοποθέτηση ηχομονωτικών κουφωμάτων στην οικία αυτού. Ο κατηγορούμενος εξέλαβε την πρόταση ως σπουδαία και σοβαρή, για την κατ' αυτόν τον τρόπο κατάργηση της ηχορύπανσης που ταλαιπωρούσε την οικογένειά του, περίσταση που µετά λόγου γνώσεως αναφέρουν οι µάρτυρες υπεράσπισης (Α. Σ. και Α.Σ.), χωρίς ν' αποκρούεται τούτο από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεδοµένου και ότι δεν ενδεικνυόταν η τοποθέτηση κουφωµάτων στο καφενείο, προφανώς λόγω του ότι η πόρτα του καφενείου δεν µπορούσε να παραµένει κλειστή, έσπευσε, µάλιστα, να λάβει προσφορές από επιχειρήσεις που εµπορεύονται σχετικά είδη. Στο πλαίσιο αυτό, στις 11-4-2014, συναντήθηκαν ο κατηγορούμενος με τον μηνυτή στο καφενείο του τελευταίου. Ο µηνυτής τότε παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα των εκατό (100) ευρώ, τα οποία είχε λάβει από το Τµήµα Δίωξης Εκβιαστών Θεσσαλονίκης, στο οποίο προηγουμένως είχε καταγγείλει τον µηνυτή, ως εκβιαστή, και ειδικότερα ότι αυτός, µε σκοπό να του καταβληθεί το χρηµατικό ποσό, αρχικώς των 15.000€ και, κατόπιν διαπραγµατεύσεων, το χρηµατικό ποσό των 7.000€, τον απειλούσε ότι θα τον καταγγείλει στις αρµόδιες κρατικές υπηρεσίες για υποτιθέμενες παραβάσεις του καταστήματος. Άμεσα, μετά την παραλαβή του ποσού, άνδρες του ανωτέρω τμήματος οι οποίοι παρακολουθούσαν από απόσταση την παράδοσή του στον κατηγορούμενο, επενέβησαν και συνέλαβαν αυτόν έχοντας το ποσό αυτό στην κατοχή του.Υπό τις περιστάσεις αυτές, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται και µάλιστα σε βαθµό πλήρους βεβαιότητος η αποδιδόµενη στον κατηγορούµενο πράξη της εκβίασης, όπως αυτή κατά την αντικειµενική και υποκειµενική της υπόσταση περιγράφεται στο διατακτικό. Τούτο δε, διότι, κατ' αρχάς από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απειλούσε τον µηνυτή ότι θα τον καταγγείλει στις αρµόδιες κρατικές υπηρεσίες για υποτιθέμενες παραβάσεις του καταστήματος. Περί απειλών ανέφερε µόνον ο µηνυτής, χωρίς αυτό να επιβεβαιωθεί από κανέναν µάρτυρα, αφού δεν προκύπτει παρουσία κανενός ατόµου σε συζητήσεις αναφορικά µε τον λόγο παραδόσεως του ποσού στον κατηγορούμενο, τα όσα δε ανέφερε ο µάρτυρας αστυνοµικός της ως άνω Υπηρεσίας, προέρχονται, όπως ο ίδιος βεβαιώνει, µόνο από πληροφορίες που έλαβε τόσο αυτός, όσο και η Υπηρεσία του από τον µηνυτή, ο οποίος και ζήτησε να λάβει τα προσηµειωµένα χαρτονοµίσµατα. Ο µηνυτής αορίστως ανέφερε στην κατάθεσή του στο ακροατήριο ως προς τον λόγο που απευθύνθηκε στο εν λόγω Τμήμα "..διότι φοβήθηκα για µένα και τη δουλειά. Εκεί που είχα πελάτες, έπεσε σε κάµψη το µαγαζί. Το µαγαζί πάτωσε...", χωρίς να συνδέει αυτό µε συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ούτε δε, προέκυψε συμπεριφορά αυτού ικανή να οδηγήσει σε οικονομικό αδιέξοδο την επιχείρηση του μηνυτή. Πέραν παραβάσεως που βεβαιώθηκε, κατόπιν καταγγελίας του κατηγορουμένου από κλιμάκιο της επιθεώρησης εργασίας εις βάρος του μηνυτή, για απασχόληση ανασφάλιστου εργαζόμενου, εξαιτίας της οποίας (παραβάσεως) επεβλήθη στον µηνυτή τον Φεβρουάριο του έτους 2014 πρόστιµο 10.550 ευρώ, γεγονός (καταγγελία) που, αναµφισβήτητα επέσυρε την µήνιν του εις βάρος του κατηγορουμένου (βλ. και κατάθεση µάρτυρος Α. Σ., συζύγου του κατηγορουμένου "Ήταν αντίποινα για πρόστιµο"), δεν προέκυψε παραβατική συµπεριφορά από την λειτουργία του καφενείου, που να δικαιολογεί φόβο του µηνυτή να καταµηνυθεί. Επισηµαίνεται ότι ούτε για το ζήτηµα της έντασης του ήχου, που απασχολούσε τον κατηγορούμενο προέκυψε η επιβολή προστίµου (βλ.κατάθεση του µάρτυρα αστυνοµικού), ούτε, εξάλλου προέκυψε άλλο ζήτηµα που θα µπορούσε να καταστήσει υπόλογο τον µηνυτή έναντι του νόµου. Ο ίδιος ο µηνυτής, µάλιστα, αναφέρει σε προηγούµενο σηµείο της κατάθεσής του ότι δεν ήταν εκτεθειµένος στον νόµο (καµµία παράβαση") από την λειτουργία του καφενείου, γεγονός που επικυρώνεται και από την απουσία οποιουδήποτε, σχετικού µε παράβαση, εγγράφου στο αποδεικτικό υλικό. Ενισχυτικό δε, της κρίσεως, περαιτέρω περί απουσίας των επικαλούμενων από τον κατηγορούμενο συνεννοήσεων και εξαναγκασμού του µε απειλή στην καταβολή του ποσού των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ είναι και η απουσία αντιστοιχίας µεταξύ του περιουσιακό αυτού οφέλους και ζηµίας του µηνυτή, σύµφωνα µε τα αναφερόµενα στην νοµική σκέψη στην αρχή της παρούσας, αφού, θα έπρεπε να διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα του µηνυτή, υπέρτερα των ανωτέρω ποσών (των 15.000 ευρώ είτε των 7.000 ευρώ) και τέτοια περίσταση, όπως έχει εκτεθεί, λαμβανομένου υπόψη και του µικρού εύρους της δραστηριότητας της επιχείρησής του (εντός 25 τετρ.µέτρων),ουδόλως προέκυψε. Δεν υπήρχε συνεπώς αντικείμενο εξαναγκασµού δι' απειλής, που να προσδίδει νόηµα στην συµφωνία ώστε να την καταστήσει εκβιαστική, υπό την έννοια που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στην οποία (συµφωνία), εποµένως, δεν υπήρχε λόγος να προέλθει ο µηνυτής. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι στην κατοχή του κατηγορουμένου βρέθηκαν τα παραπάνω προσημειωμένα χαρτονομίσματα, ενόψει, όµως, όλων όσων έχουν αναφερθεί, από µόνο του το γεγονός αυτό, ελλείψει στοιχείων που να στηρίζουν εδραία πεποίθηση περί εξαναγκασμού του µηνυτή στην καταβολή του προαναφερθέντος ποσού, το Δικαστήριο δεν µπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση ότι το ποσό αυτό δόθηκε από τον μηνυτή, κατόπιν εξαναγκασμού του από τον κατηγορούµενο προς πορισµό παράνοµου περιουσιακού οφέλους αυτού. Κατ' ακολουθία αυτών, εφόσον δεν πληρούται η νοµοτυπική µορφή του αποδιδομένου εγκλήµατος στον κατηγορούµενο, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος, κατά τα στο διατακτικό αναφερόµενα". Η αιτιολογία όμως αυτή που παραθέτει το Δικαστήριο, βάσει της οποίας εξέδωσε την αθωωτική για τον κατηγορούμενο απόφασή του, ούτε πλήρης είναι, ούτε σαφής και χωρίς αντιφάσεις. Δεν είναι πλήρης, γιατί δεν εκθέτει τα ουσιώδη περιστατικά που αποδείχθηκαν, για να καταδειχθεί ότι δεν στοιχειοθετείται η υπόσταση του εγκλήματος της εκβίασης, για την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση ''δεν αποδεικνύεται και µάλιστα σε βαθµό πλήρους βεβαιότητος η αποδιδόµενη στον κατηγορούµενο πράξη της εκβίασης, όπως αυτή κατά την αντικειµενική και υποκειµενική της υπόσταση περιγράφεται στο διατακτικό...'', αφού το Δικαστήριο περιορίστηκε να θεωρήσει ότι δεν υπήρξαν αποδείξεις σχετικά με την ύπαρξη απειλών εκ μέρους του κατηγορούμενου προς τον μηνυτή, απαξιώνοντας την κατάθεση του τελευταίου, ενώ παραβλέποντας τη φύση του συγκεκριµένου εγκλήµατος, εξάρτησε την αποδεικτική θεµελίωση των στοιχείων αυτού από την παρουσία µαρτύρων κατά τις επίµαχες µεταξύ μηνυτή και κατηγορούμενου, συζητήσεις και επιπρόσθετα, αναφερόμενο σε όσα σχετικά κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός, δεν προέβη στον επιβαλλόμενο από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 ΚΠΔ λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου αυτών με τα αναφερόμενα από τον μηνυτή, αλλά περιορίστηκε να τα θεωρήσει ως απλές πληροφορίες που προέρχονται από το μηνυτή, χωρίς να λάβει υπόψη ότι ο συγκεκριμένος αστυνομικός μετείχε στην επιχείρηση σύλληψης του κατηγορούμενου και συνεπώς δεν θα μπορούσε να έχει άμεση και προσωπική αντίληψη των όσων προηγήθηκαν αυτής. Επίσης, δεν αιτιολογείται η παραδοχή της απόφασης ότι δεν στοιχειοθετείται το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο αδίκημα, λόγω ελλείψεως παραβατικής συμπεριφοράς του μηνυτή από τη λειτουργία της επιχείρησής του που να δικαιολογεί φόβο για την καταµήνυσή του από τον κατηγορούμενο, έλλειψη την οποίαν στη συνέχεια το Δικαστήριο, χωρίς να την θεμελιώνει σε πραγματικά περιστατικά, τη θεωρεί ως απόδειξη "απουσίας εξαναγκασμού με απειλή" του μηνυτή για την καταβολή στον κατηγορούµενο του χρηματικού ποσού των 7.000 ευρώ, αλλά και απόδειξη αναντιστοιχίας µεταξύ του περιουσιακού οφέλους που επιδίωξε ο κατηγορούμενος και της ζηµίας του μηνυτή, με συνέπεια να θεωρείται, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "Δεν υπήρχε αντικείμενο εξαναγκασμού δι' απειλής, που να προσδίδει νόηµα στην συµφωνία ώστε να την καταστήσει εκβιαστική...στην οποία (συµφωνία), εποµένως, δεν υπήρχε λόγος να προέλθει ο µηνυτής ... ". Όμως, τα ανωτέρω, πέραν του γεγονότος ότι δεν στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά και επομένως δεν συνιστούν την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θέτουν ως αναγκαία προϋπόθεση για τη πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης, στοιχεία τα οποία δεν τίθενται από το νόμο , όπως είναι η ύπαρξη αντικειμένου εξαναγκασμού με απειλή, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν παραπάνω, ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, ώστε να καμφθεί η θέληση του παθόντος και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, χωρίς να ερευνάται αν η απειλή αυτή είναι πραγματοποιήσιμη ή όχι, ούτε και αν η επαπειλούμενη ενέργεια είναι νόμιμη ή παράνομη. Πέραν τούτων δε, από την παρατιθέμενη ως άνω ελλιπή αιτιολογία, προκύπτει ασάφεια και αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, ενώ γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη στο χώρο της επιχείρησης του μηνυτή από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Εκβιαστών Θεσσαλονίκης, έχοντας στην κατοχή του, σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα, το χρηματικό ποσόν των 7.000 ευρώ, το οποίο του είχε δοθεί από το μηνυτή, στη συνέχεια παρατίθεται η φράση: "Υπό τις περιστάσεις αυτές, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται....διότι, κατ' αρχάς από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απειλούσε τον μηνυτή", δηλαδή, αποκλείεται η εκ μέρους του κατηγορούμενου σε βάρος του μηνυτή διάπραξη εκβιαστικής πράξης, που σημαίνει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό παραδόθηκε από τον μηνυτή με ελεύθερη βούληση, όμως δεν διευκρινίζεται αν ο κατηγορούμενος είχε από τον μηνυτή οποιαδήποτε νόμιμη απαίτηση προερχόμενη από οποιανδήποτε αιτία για την οποία του καταβλήθηκε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, ούτε άλλωστε και ο σκοπός της επίσκεψης του κατηγορούμενου στο κατάστημα του μηνυτή, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια, σχετικά με την πραγματική αιτία καταβολής του καθόλου ευκαταφρόνητου χρηματικού ποσού των 7.000 ευρώ, αλλά και με το λόγο για τον οποίο ο μηνυτής προέβη σε καταγγελία στους αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Εκβιαστών, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόµενης απόφασης επρόκειτο για μια απόλυτα νόμιμη συναλλαγή και δεν συνέτρεχε περίπτωση εκβίασης. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, ο μοναδικός από το άρθρο 510 § 1Δ ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν υπ' αριθμόν 3328/2017 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2018. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(areiospagos.gr)
Αριθμός 22/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γ., Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3328/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με κατηγορούμενο τον Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 10/16.2.2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 241/2018.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505§2 του ΚΠΔ, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή, μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 § 3 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης εκδοθείσας από οποιοδήποτε ποινικό Δικαστήριο και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 §1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 §.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 §1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ]. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και δεδομένου, ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορούμενου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον σχετικό λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγγραφα ή το συνολικό περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων, ή ότι δεν πραγματοποίησε τον επιβαλλόμενο από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 385§1 του ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται: α)σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380§§1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδ. α' και β' και σε βαθμό πλημμελήματος σε κάθε άλλη περίπτωση, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου και β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανόμενης απόφασης, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των ανωτέρω στοιχείων συγκρότησης της αντικειμενικής υπόστασης και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης αυτής και επιπρόσθετα, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος από την εξαναγκαζόμενη ως άνω συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι, ώστε να αποτελεί αυτό την ανάστροφη όψη της ζημίας, ανεξάρτητα αν το όφελος αυτό επιτεύχθηκε τελικά. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη του εξαναγκαζόμενου δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 §1, 5 §1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ, σε κάθε φυσικό πρόσωπο δικαιώματος της ελεύθερης βούλησης και της ελευθερίας του στις συναλλαγές. Ο δε εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας ο παθών περιάγεται σε τρόμο και ανησυχία ώστε να καμφθεί η θέλησή του και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Τετελεσμένο όμως, είναι το έγκλημα της εκβίασης όταν ο εξαναγκαζόμενος υπό το φόβο των απειλών του δράστη απευθύνεται στις αστυνομικές αρχές και μετά την παράδοση του επιλήψιμου χρηματικού ποσού το οποίο εκείνος απαίτησε και έλαβε από τον εξαναγκαζόμενο, γίνεται η σύλληψη αυτού με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 16-2-2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και για την οποία συντάχτηκε η υπ' αριθμ. 10/2018 έκθεση, ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3328/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Α. Κ. του Χ. της αξιόποινης πράξης της εκβίασης, επικαλούμενος έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και προβάλλοντας συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή του σχετικού αποδεικτικού πορίσματος και ως προς την αθωωτική κρίση αυτής, που συνιστούν παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης θεμελιούμενο στη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3328/2017 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, κήρυξε αθώο τον αναιρεσίβλητο του ότι: "Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από την 1-3-2014 έως και την 11-4-2014, µε σκοπό να αποκοµίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασε κάποιον µε απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζηµία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, µε χρήση απειλής βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος. Συγκεκριμένα, από την 1-3-2014 έως την 11-4-2014, ο κατηγορούμενος, µε σκοπό να του καταβληθεί το χρηματικό ποσό, αρχικώς των 15.000€ και, κατόπιν διαπραγµατεύσεων, το χρηματικό ποσό των 7.000 € από τον ιδιοκτήτη καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος καφενείο με την επωνυμία ''Το άλλο καφενείο'', Μ. Κ. του Γ., που βρίσκεται στην ..., απειλούσε αυτόν ότι θα τον καταγγείλει στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες για υποτιθέμενες παραβάσεις του καταστήματος, και την 11-4-2014 προσήλθε στο παραπάνω κατάστημα όπου και παρέλαβε από τον παθόντα το χρηματικό ποσό των 7.000,00 ευρώ, προκειμένου να µην προβαίνει στις προαναφερθείσες καταγγελίες".Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3328/2017 απόφαση, για να στηρίξει την ως άνω απαλλακτική κρίση του, διέλαβε στο σκεπτικό, την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και των μαρτύρων υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, από την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης και τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ως και τις δύο (2) φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, σε συνδυασμό µε την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, και κατά την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών µέσων, σύμφωνα µε την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής, Μ. Κ... του Γ., διατηρεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείο 25 τετρ.µέτρων") µε την επωνυµία "Το άλλο καφενείο", επί της .... Ο κατηγορούµενος, Α. Κ. του Χ., ο οποίος από τις 17-5-2010 εργάζεται απασχολούμενος στην εταιρία ... (Χαρτοβιοµηχανία) που βρίσκεται στο .... ..., διέµενε έκτοτε µε την οικογένειά του, ήτοι την σύζυγό του και το γεννηθέν την 26-1-2012, ανήλικο τέκνο του, σε οικία η οποία απείχε 70 µέτρα από το καφενείο του µηνυτή. Ο µηνυτής,κατά την λειτουργία του εν λόγω καφενείου του, µετέδιδε και µουσική, διοργανώνοντας προς τούτο και µουσικές εκδηλώσεις, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση των φωτογραφιών κάρτας προγράμματος ("βραδιά έντεχνου τραγουδιού, κάθε Τρίτη...10µ.µ.","... κάθε Παρασκευή 10.25 µ.µ."). Ο θόρυβος από την μουσική, κατά τις νυχτερινές ιδίως ώρες, ενοχλούσε, και γι' αυτό, δυσχέραινε την λειτουργία της οικογενείας του κατηγορουμένου, εκτός από τον οποίο, εργαζόμενη ήταν και η σύζυγός του (βλ. κατάθεση αυτής στα πρακτικά της δίκης αυτής "πηγαίναµε άυπνοι στην δουλειά"), λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει επανειλημμένα από τον µηνυτή να χαµηλώσει την ένταση του ήχου, µάλιστα δε, απευθύνθηκε γι' αυτό και στην αστυνομία, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε πρωτοδίκως. Χωρίς να προκύπτει ότι ο µηνυτής έλαβε οποιοδήποτε µέτρο για την µείωση του θορύβου που προκαλούσε η µουσική από το καφενείο του, αυτός περί τις αρχές Μαρτίου του έτους 2014 εκδήλωσε στον κατηγορούμενο την πρόθεση να του καταβάλει κάποιο ποσό ώστε ν' αντιμετωπισθεί η κατάσταση µε την τοποθέτηση ηχομονωτικών κουφωμάτων στην οικία αυτού. Ο κατηγορούμενος εξέλαβε την πρόταση ως σπουδαία και σοβαρή, για την κατ' αυτόν τον τρόπο κατάργηση της ηχορύπανσης που ταλαιπωρούσε την οικογένειά του, περίσταση που µετά λόγου γνώσεως αναφέρουν οι µάρτυρες υπεράσπισης (Α. Σ. και Α.Σ.), χωρίς ν' αποκρούεται τούτο από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεδοµένου και ότι δεν ενδεικνυόταν η τοποθέτηση κουφωµάτων στο καφενείο, προφανώς λόγω του ότι η πόρτα του καφενείου δεν µπορούσε να παραµένει κλειστή, έσπευσε, µάλιστα, να λάβει προσφορές από επιχειρήσεις που εµπορεύονται σχετικά είδη. Στο πλαίσιο αυτό, στις 11-4-2014, συναντήθηκαν ο κατηγορούμενος με τον μηνυτή στο καφενείο του τελευταίου. Ο µηνυτής τότε παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα των εκατό (100) ευρώ, τα οποία είχε λάβει από το Τµήµα Δίωξης Εκβιαστών Θεσσαλονίκης, στο οποίο προηγουμένως είχε καταγγείλει τον µηνυτή, ως εκβιαστή, και ειδικότερα ότι αυτός, µε σκοπό να του καταβληθεί το χρηµατικό ποσό, αρχικώς των 15.000€ και, κατόπιν διαπραγµατεύσεων, το χρηµατικό ποσό των 7.000€, τον απειλούσε ότι θα τον καταγγείλει στις αρµόδιες κρατικές υπηρεσίες για υποτιθέμενες παραβάσεις του καταστήματος. Άμεσα, μετά την παραλαβή του ποσού, άνδρες του ανωτέρω τμήματος οι οποίοι παρακολουθούσαν από απόσταση την παράδοσή του στον κατηγορούμενο, επενέβησαν και συνέλαβαν αυτόν έχοντας το ποσό αυτό στην κατοχή του.Υπό τις περιστάσεις αυτές, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται και µάλιστα σε βαθµό πλήρους βεβαιότητος η αποδιδόµενη στον κατηγορούµενο πράξη της εκβίασης, όπως αυτή κατά την αντικειµενική και υποκειµενική της υπόσταση περιγράφεται στο διατακτικό. Τούτο δε, διότι, κατ' αρχάς από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απειλούσε τον µηνυτή ότι θα τον καταγγείλει στις αρµόδιες κρατικές υπηρεσίες για υποτιθέμενες παραβάσεις του καταστήματος. Περί απειλών ανέφερε µόνον ο µηνυτής, χωρίς αυτό να επιβεβαιωθεί από κανέναν µάρτυρα, αφού δεν προκύπτει παρουσία κανενός ατόµου σε συζητήσεις αναφορικά µε τον λόγο παραδόσεως του ποσού στον κατηγορούμενο, τα όσα δε ανέφερε ο µάρτυρας αστυνοµικός της ως άνω Υπηρεσίας, προέρχονται, όπως ο ίδιος βεβαιώνει, µόνο από πληροφορίες που έλαβε τόσο αυτός, όσο και η Υπηρεσία του από τον µηνυτή, ο οποίος και ζήτησε να λάβει τα προσηµειωµένα χαρτονοµίσµατα. Ο µηνυτής αορίστως ανέφερε στην κατάθεσή του στο ακροατήριο ως προς τον λόγο που απευθύνθηκε στο εν λόγω Τμήμα "..διότι φοβήθηκα για µένα και τη δουλειά. Εκεί που είχα πελάτες, έπεσε σε κάµψη το µαγαζί. Το µαγαζί πάτωσε...", χωρίς να συνδέει αυτό µε συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ούτε δε, προέκυψε συμπεριφορά αυτού ικανή να οδηγήσει σε οικονομικό αδιέξοδο την επιχείρηση του μηνυτή. Πέραν παραβάσεως που βεβαιώθηκε, κατόπιν καταγγελίας του κατηγορουμένου από κλιμάκιο της επιθεώρησης εργασίας εις βάρος του μηνυτή, για απασχόληση ανασφάλιστου εργαζόμενου, εξαιτίας της οποίας (παραβάσεως) επεβλήθη στον µηνυτή τον Φεβρουάριο του έτους 2014 πρόστιµο 10.550 ευρώ, γεγονός (καταγγελία) που, αναµφισβήτητα επέσυρε την µήνιν του εις βάρος του κατηγορουμένου (βλ. και κατάθεση µάρτυρος Α. Σ., συζύγου του κατηγορουμένου "Ήταν αντίποινα για πρόστιµο"), δεν προέκυψε παραβατική συµπεριφορά από την λειτουργία του καφενείου, που να δικαιολογεί φόβο του µηνυτή να καταµηνυθεί. Επισηµαίνεται ότι ούτε για το ζήτηµα της έντασης του ήχου, που απασχολούσε τον κατηγορούμενο προέκυψε η επιβολή προστίµου (βλ.κατάθεση του µάρτυρα αστυνοµικού), ούτε, εξάλλου προέκυψε άλλο ζήτηµα που θα µπορούσε να καταστήσει υπόλογο τον µηνυτή έναντι του νόµου. Ο ίδιος ο µηνυτής, µάλιστα, αναφέρει σε προηγούµενο σηµείο της κατάθεσής του ότι δεν ήταν εκτεθειµένος στον νόµο (καµµία παράβαση") από την λειτουργία του καφενείου, γεγονός που επικυρώνεται και από την απουσία οποιουδήποτε, σχετικού µε παράβαση, εγγράφου στο αποδεικτικό υλικό. Ενισχυτικό δε, της κρίσεως, περαιτέρω περί απουσίας των επικαλούμενων από τον κατηγορούμενο συνεννοήσεων και εξαναγκασμού του µε απειλή στην καταβολή του ποσού των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ είναι και η απουσία αντιστοιχίας µεταξύ του περιουσιακό αυτού οφέλους και ζηµίας του µηνυτή, σύµφωνα µε τα αναφερόµενα στην νοµική σκέψη στην αρχή της παρούσας, αφού, θα έπρεπε να διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα του µηνυτή, υπέρτερα των ανωτέρω ποσών (των 15.000 ευρώ είτε των 7.000 ευρώ) και τέτοια περίσταση, όπως έχει εκτεθεί, λαμβανομένου υπόψη και του µικρού εύρους της δραστηριότητας της επιχείρησής του (εντός 25 τετρ.µέτρων),ουδόλως προέκυψε. Δεν υπήρχε συνεπώς αντικείμενο εξαναγκασµού δι' απειλής, που να προσδίδει νόηµα στην συµφωνία ώστε να την καταστήσει εκβιαστική, υπό την έννοια που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στην οποία (συµφωνία), εποµένως, δεν υπήρχε λόγος να προέλθει ο µηνυτής. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι στην κατοχή του κατηγορουμένου βρέθηκαν τα παραπάνω προσημειωμένα χαρτονομίσματα, ενόψει, όµως, όλων όσων έχουν αναφερθεί, από µόνο του το γεγονός αυτό, ελλείψει στοιχείων που να στηρίζουν εδραία πεποίθηση περί εξαναγκασμού του µηνυτή στην καταβολή του προαναφερθέντος ποσού, το Δικαστήριο δεν µπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση ότι το ποσό αυτό δόθηκε από τον μηνυτή, κατόπιν εξαναγκασμού του από τον κατηγορούµενο προς πορισµό παράνοµου περιουσιακού οφέλους αυτού. Κατ' ακολουθία αυτών, εφόσον δεν πληρούται η νοµοτυπική µορφή του αποδιδομένου εγκλήµατος στον κατηγορούµενο, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος, κατά τα στο διατακτικό αναφερόµενα". Η αιτιολογία όμως αυτή που παραθέτει το Δικαστήριο, βάσει της οποίας εξέδωσε την αθωωτική για τον κατηγορούμενο απόφασή του, ούτε πλήρης είναι, ούτε σαφής και χωρίς αντιφάσεις. Δεν είναι πλήρης, γιατί δεν εκθέτει τα ουσιώδη περιστατικά που αποδείχθηκαν, για να καταδειχθεί ότι δεν στοιχειοθετείται η υπόσταση του εγκλήματος της εκβίασης, για την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση ''δεν αποδεικνύεται και µάλιστα σε βαθµό πλήρους βεβαιότητος η αποδιδόµενη στον κατηγορούµενο πράξη της εκβίασης, όπως αυτή κατά την αντικειµενική και υποκειµενική της υπόσταση περιγράφεται στο διατακτικό...'', αφού το Δικαστήριο περιορίστηκε να θεωρήσει ότι δεν υπήρξαν αποδείξεις σχετικά με την ύπαρξη απειλών εκ μέρους του κατηγορούμενου προς τον μηνυτή, απαξιώνοντας την κατάθεση του τελευταίου, ενώ παραβλέποντας τη φύση του συγκεκριµένου εγκλήµατος, εξάρτησε την αποδεικτική θεµελίωση των στοιχείων αυτού από την παρουσία µαρτύρων κατά τις επίµαχες µεταξύ μηνυτή και κατηγορούμενου, συζητήσεις και επιπρόσθετα, αναφερόμενο σε όσα σχετικά κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός, δεν προέβη στον επιβαλλόμενο από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177§1 και 178 ΚΠΔ λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου αυτών με τα αναφερόμενα από τον μηνυτή, αλλά περιορίστηκε να τα θεωρήσει ως απλές πληροφορίες που προέρχονται από το μηνυτή, χωρίς να λάβει υπόψη ότι ο συγκεκριμένος αστυνομικός μετείχε στην επιχείρηση σύλληψης του κατηγορούμενου και συνεπώς δεν θα μπορούσε να έχει άμεση και προσωπική αντίληψη των όσων προηγήθηκαν αυτής. Επίσης, δεν αιτιολογείται η παραδοχή της απόφασης ότι δεν στοιχειοθετείται το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο αδίκημα, λόγω ελλείψεως παραβατικής συμπεριφοράς του μηνυτή από τη λειτουργία της επιχείρησής του που να δικαιολογεί φόβο για την καταµήνυσή του από τον κατηγορούμενο, έλλειψη την οποίαν στη συνέχεια το Δικαστήριο, χωρίς να την θεμελιώνει σε πραγματικά περιστατικά, τη θεωρεί ως απόδειξη "απουσίας εξαναγκασμού με απειλή" του μηνυτή για την καταβολή στον κατηγορούµενο του χρηματικού ποσού των 7.000 ευρώ, αλλά και απόδειξη αναντιστοιχίας µεταξύ του περιουσιακού οφέλους που επιδίωξε ο κατηγορούμενος και της ζηµίας του μηνυτή, με συνέπεια να θεωρείται, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "Δεν υπήρχε αντικείμενο εξαναγκασμού δι' απειλής, που να προσδίδει νόηµα στην συµφωνία ώστε να την καταστήσει εκβιαστική...στην οποία (συµφωνία), εποµένως, δεν υπήρχε λόγος να προέλθει ο µηνυτής ... ". Όμως, τα ανωτέρω, πέραν του γεγονότος ότι δεν στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά και επομένως δεν συνιστούν την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θέτουν ως αναγκαία προϋπόθεση για τη πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης, στοιχεία τα οποία δεν τίθενται από το νόμο , όπως είναι η ύπαρξη αντικειμένου εξαναγκασμού με απειλή, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν παραπάνω, ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, ώστε να καμφθεί η θέληση του παθόντος και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, χωρίς να ερευνάται αν η απειλή αυτή είναι πραγματοποιήσιμη ή όχι, ούτε και αν η επαπειλούμενη ενέργεια είναι νόμιμη ή παράνομη. Πέραν τούτων δε, από την παρατιθέμενη ως άνω ελλιπή αιτιολογία, προκύπτει ασάφεια και αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, ενώ γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη στο χώρο της επιχείρησης του μηνυτή από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Εκβιαστών Θεσσαλονίκης, έχοντας στην κατοχή του, σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα, το χρηματικό ποσόν των 7.000 ευρώ, το οποίο του είχε δοθεί από το μηνυτή, στη συνέχεια παρατίθεται η φράση: "Υπό τις περιστάσεις αυτές, ωστόσο, δεν αποδεικνύεται....διότι, κατ' αρχάς από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απειλούσε τον μηνυτή", δηλαδή, αποκλείεται η εκ μέρους του κατηγορούμενου σε βάρος του μηνυτή διάπραξη εκβιαστικής πράξης, που σημαίνει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό παραδόθηκε από τον μηνυτή με ελεύθερη βούληση, όμως δεν διευκρινίζεται αν ο κατηγορούμενος είχε από τον μηνυτή οποιαδήποτε νόμιμη απαίτηση προερχόμενη από οποιανδήποτε αιτία για την οποία του καταβλήθηκε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, ούτε άλλωστε και ο σκοπός της επίσκεψης του κατηγορούμενου στο κατάστημα του μηνυτή, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια, σχετικά με την πραγματική αιτία καταβολής του καθόλου ευκαταφρόνητου χρηματικού ποσού των 7.000 ευρώ, αλλά και με το λόγο για τον οποίο ο μηνυτής προέβη σε καταγγελία στους αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Εκβιαστών, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόµενης απόφασης επρόκειτο για μια απόλυτα νόμιμη συναλλαγή και δεν συνέτρεχε περίπτωση εκβίασης. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, ο μοναδικός από το άρθρο 510 § 1Δ ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν υπ' αριθμόν 3328/2017 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2018. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(areiospagos.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου