
Α.Π. 97/2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΥΧΟΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΣ – ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΥΤΗΣ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΑΚ 173 (ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΣ ΑΚ 200) – ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΣ ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ – ΘΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΗΣ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ - Αγωγή για την αναγνώριση των εναγόντων ως δικαιούχων προσδοκίας καθολικού καταπιστεύματος επί της κληρονομιάς...
ΠΡΟΒΟΛΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤ’ ΕΦΕΣΗ ΔΙΚΗ – ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΤΑΘΕΙ ΝΟΜΙΜΩΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ – ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ (527 ΚΠολΔ)
Αριθμός 97/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, - Εισηγήτρια, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. θυγ. Β. Α. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μιστρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Α. Τ., 2. Α. Α. Τ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Τσέλιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 282/2011 του Εφετείου Λάρισας. Η τελευταία απόφαση αναιρέθηκε με την 76/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν της από 5-10-2011 αίτησης αναίρεσης της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπου μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο αρμόδιο δικαστήριο προς συζήτηση και εκδόθηκε η 202/2017 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1923 § 1 ΑΚ ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο). Για τη σύσταση του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων ούτε καν της λέξης "καταπίστευμα". Αυτό μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί πάντως να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του τελευταίου να γίνει κάποιος κληρονόμος του, μόνο για ορισμένο διάστημα και, μετέπειτα, κληρονόμος αυτού να γίνει άλλος. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1924 μέχρι 1928 του ΑΚ καθιερώνονται ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρούνται ως καταπιστευματοδόχοι τα προσδιοριζόμενα σε αυτές πρόσωπα. Οι αναφερόμενες στις διατάξεις αυτές περιπτώσεις είναι ενδεικτικές. Γι' αυτό είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης κάθε φορά, από τον τρόπο διατύπωσης της τελευταίας βούλησης, πότε ενυπάρχει σε αυτή σύσταση καθολικού καταπιστεύματος και ποιο είναι το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 201 επ. και 1925 ΑΚ συνάγεται ότι αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο υπό αναβλητική αίρεση με τη θετική ή την αρνητική της μορφή, καθώς και αν προσδιορισμός του εγκατάστατου εξαρτάται από γεγονός που επέρχεται μετά το θάνατο του διαθέτη, τότε η εγκατάσταση αυτή ισχύει ως καταπίστευμα με καταπιστευματοδόχο τον υπό αίρεση εγκατάστατο και βεβαρημένο εκείνον στον οποίο, κατά τη θέληση του διαθέτη, πρέπει να παραμένει η κληρονομιά μέχρι την πλήρωση της αίρεσης. Δηλαδή, με το θάνατο του διαθέτη επάγεται κανονικώς σ' αυτόν που, κατά την εικαζόμενη θέληση εκείνου (του διαθέτη), πρέπει να έχει την κληρονομιά μέχρι την πλήρωση της αίρεσης και ο οποίος, με την πλήρωση αυτής, υποχρεούται να αποκαταστήσει την κληρονομιά στον υπό αίρεση εγκατάστατο. Σε περίπτωση ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης η εγκατάσταση θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ και αίρεται κάθε δικαίωμα προσδοκίας του υπό την αναβλητική αίρεση δικαιούχου. Από το περιεχόμενο της διαθήκης, που ερμηνεύεται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κρίνεται ο τρόπος και ο χρόνος πλήρωσης ή ματαίωσης της αίρεσης, ζητήματα για τα οποία μπορεί να ασκηθεί, η κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή (ΑΠ 392/2010).
Ειδικότερα, η θετική αναβλητική αίρεση ματαιώνεται, όταν δεν συμβεί το (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η περιέλευση της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο ή όταν καταστεί βέβαιο ότι τούτο δεν πρόκειται να συμβεί, ενώ η αρνητική αίρεση ματαιώνεται όταν συμβεί το γεγονός, από τη μη επέλευση του οποίου εξαρτήθηκε το δικαίωμα του καταπιστευματοδόχου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ματαιώθηκε η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης συνιστά και αυτός (καταλυτική) ένσταση κατά της αγωγής του υπό αίρεση δικαιούχου, αφού κατατείνει στην απόσβεση του δικαιώματος προσδοκίας τούτου (ΑΠ 76/2015).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ συνάγεται ότι, κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑK) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη , κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται, μόνο αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης, και μόνο, και χωρίς τίποτε άλλο προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε.
Συνεπώς προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν είναι δυνατή η ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, με βάση την πιο πάνω γενική διάταξη του άρθρου 173ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει στην εφαρμογή ειδικών ερμηνευτικών κανόνων (άρθρα 1790επ. ΑΚ), οι οποίοι θεμελιώνονται στην υποθετική βούληση του διαθέτη, ώστε να διασωθεί το κύρος της διάταξης τελευταίας βούλησης αυτού.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Ειδικότερα, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173 ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επ. ΑΚ). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της (ΟλΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010). Περαιτέρω, έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με τη δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση για την ανυπαρξία τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της αληθινής βούλησής του, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα.
Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας παραλείπει να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι Α. Α. Τ. και Ν. Σ. Τ. με την από 18/1/1988 αγωγή τους κατά του Β. Α. Τ., ισχυρίστηκαν ότι με την από 28/1/1961 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος στις 4/8/1961 Α. Τ., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Ν. και δημοσιεύτηκε νόμιμα, εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος ο εναγόμενος (γιος του διαθέτη) επί των ειδικότερα αναφερόμενων ακινήτων υπό την (αναβλητική) αίρεση απόκτησης "ίδιων αυτού τέκνων" και ότι εάν δεν πληρωνόταν η εν λόγω αίρεση τα πιο πάνω ακίνητα θα περιέρχονταν μετά το θάνατο του (εναγομένου) στους άλλους δύο γιους του διαθέτη Α. και Σ., ότι εάν δε αυτοί δεν ήταν εν ζωή (μετά το θάνατο του εναγομένου) τα ακίνητα θα περιέρχονταν στους άρρενες κατιόντες αυτών και, εν ελλείψει τούτων, στις θυγατέρες τους. Ότι με την προαναφερόμενη διαθήκη εγκαταστάθηκε ο εναγόμενος ως βεβαρημένος με καταπίστευμα κληρονόμος, ο οποίος άγει την ηλικία των 64 ετών και δεν έχει ελπίδα απόκτησης γνήσιων κατιόντων, qi ίδιοι δε, μετά το θάνατο του Σ. Τ. τα έιος 1980 (ο οποίος κληρονομήθηκε από τον ενάγοντα γιο του Ν. Τ.) έχουν δικαίωμα προσδοκίας καθολικού καταπιστεύματος, εφόσον δεν πληρωθεί η πιο πάνω τεθείσα αίρεση της διαθήκης μέχρι το θάνατο του εναγομένου.
Ότι ο τελευταίος κατά τον αναδασμό του αγροκτήματος …. του έτους 1977 εισέφερε ορισμένα από τα κληρονομιαία ακίνητα, λαμβάνοντας μετά την αναδιανομή τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, για τα οποία εκδόθηκε στο όνομά του, το έτος 1983, σχετικός τίτλος κυριότητας της Νομαρχίας …., όπου όμως δεν γίνεται μνεία του υφιστάμενου καταπιστεύματος, με κίνδυνο απώλειας των σχετικών δικαιωμάτων τους. Κατόπιν αυτών ζήτησαν να αναγνωριστούν καταπιστευματοδόχοι (ως υπό αίρεση εγκατάστατοι στο καταπίστευμα) των εν λόγω ακινήτων (που προήλθαν από την αναδιανομή) και να διαταχθεί ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας να σημειώσει στο περιθώριο του παραχωρητηρίου το πιο πάνω καταπίστευμα. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά της απόφασης του οποίου άσκησε έφεση, το έτος 1999, ο εναγόμενος. Μετά το θάνατο του τελευταίου, το έτος 2007, οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι Α. Τ., Α. Τ. (άρρενες κατιόντες- κληρονόμοι tqu αρχικού πρώτου ενάγοντα Α. Τ.) και Ν. Τ. (δεύτερος ενάγων) επανέλαβαν τη συζήτηση της βιαίως διακοπείσας δίκης με την από 19/12/2007 κλήση τους, την οποία απηύθυναν προς τους μοναδικούς κληρονόμους του αρχικού εναγόμενου Ε. Τ. ( νόμιμη σύζυγο του) και Μ. Τ. (θετή κόρη του).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, στις 17/9/201Q, η Μ. Τ. άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο τους από 5/7/2010 πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των δικογράφων δε αυτών εκδόθηκε η 282/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση και ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Στη συνέχεια, η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε με την 76/2015 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κατόπιν άσκησης της από 5710/2011 αίτησης αναίρεσης από τις Ε. και Μ. Τ. και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο με άλλη σύνθεση, το οποίο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη 202/2017 απόφασή του, ενώ στο μεταξύ (στις 7/4/2016) απεβίωσε η Ε. Τ., αφήνοντας, όπως δεν αμφισβητείται, μοναδική κληρονόμο της τη θετή κόρη της Μ. Τ., η οποία και άσκησε, την κρινόμενη από 5/12/2017(δεύτερη) αναίρεση κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης, ενώ στο μεταξύ απεβίωσε ο αρχικός δεύτερος ενάγων- αναιρεσίβλητος Ν. Τ. και κληρονομήθηκε, όπως δεν αμφισβητείται, από τη νόμιμη σύζυγο του Π. Τ. και τις κόρες του Α., Β. και Σ. Τ., οι οποίες και συνεχίζουν εκουσίως τη δίκη.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης , κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 4-8-1961 απεβίωσε ο Α. Τ. του Ν., κάτοικος εν ζωή …... Ο τελευταίος κατέλειπε τη με αριθμ. …….43/1961 δημόσια διαθήκη, που συνέταξε ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Ν., δυνάμει της οποίας ως κληρονόμο του όρισέ τον αρχικό εναγόμενο (υιό του) Β. Τ.. Δυνάμει της ανωτέρω δημοσίας διαθήκης όρισε ρητώς, ότι του αφήνει 1) Μίαν οικία στη θέση "…." της περιφερείας …., μετά σταύλου και με οικόπεδο εκτάσεως χιλίων διακοσίων (1.200) τετραγωνικών μέτρων, οριζόμενο γύρωθεν δυτικώς με "…., βορείως με δρόμο προς …., βορείως με αγρόν κληρονόμων Ν. Ν. και ανατολικώς με έτερον αγρόν του, το οποίον άφηνε εις τους υϊούς του Σ. και Α., 2) το προς ανατολάς τμήμα διαιρετώς του ευρισκόμενου στη θέση "…" της περιφερείας Μ. Κ., αγρού του, εκτάσεως τριάκοντα έξι (36) στρεμμάτων, "όπερ χωρίζεται εκ του υπολοίπου αγρού του δια χάνδακος φερομένου από βορρά προς την οδόν Μ. Κ. - …, προς αγρόν Σ. Κ. και ορίζεται ως εξής: βορείως με δρόμον, ανατολικώς με αγρόν …, νοτίως με αγρούς Κ. - Τ. και δυτικώς με αγρόν που άφησε εις τον υϊόν του Α., 3) ένα αμπελότοπον στη θέση "…" της ιδίας περιφερείας, ονομαζόμενον "…", οριζόμενον με δρόμο από μεγάλο …… προς … και 4) την ψιλή κυριότητα του αγρού εκτάσεως εννέα (9) στρεμμάτων, του οποίου την επικαρπία άφησε εις την σύζυγο του Β.. Όρισε επίσης επί λέξει και τα ακόλουθα: "Τα ακίνητα ταύτα κτήματα τα οποία αφήνω εις τον υιόν μου Β. δε θα δικαιούται ούτε ούτος να πωλήση και να τα μεταβίβαση διά πράξεως εν ζωή ή αιτία θανάτου προς τρίτον, αλλά θα περιέλθουν ταύτα, μετά τον θάνατον του εις τους γνησίους αυτού κατιόντας. Εάν όμως ούτος δεν αποκτήση ιδία αυτού τέκνα τότε θα περιέλθουν ταύτα μετά τον θάνατον του εις τους άλλους δυο υιούς μου Α. και Σ. και εάν αυτοί δεν είναι εν ζωή να περιέλθουν εις τους άρρενας κατιόντας αυτών και εν ελλείψει τοιούτων εις τας θυγατέρας των, διότι επιθυμώ τα κτήματα ταύτα, ότι να απέκτησα δια της εργασίας εμού και των μεγαλυτέρων υιών μου, Α. και Σ. να παραμείνουν εν τη οικογενεία μας. Εάν όμως ο υιός μου Β. αφήση μετά τον θάνατον του σύζυγον άνευ γνησίων τέκνων, τότε, εκ των ως άνω ακινήτων, κτημάτων μου άτινα αφήνω εις τον υιόν μου τούτον, τον Β., η σύζυγος του θα δικαιούται την επικαρπίαν εφ' όρου ζωής της επί του ημίσεως τούτων".
Από το κείμενο της ανωτέρω διαθήκης αποδεικνύεται σαφώς, ότι ο διαθέτης σύστησε καθολικό καταπίστευμα επί του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας κατά πρώτο λόγο υπέρ των γνησίων κατιόντων του αρχικώς εναγομένου κληρονόμου (Β. Τ.), υπό την έννοια ότι στην προκειμένη περίπτωση, η κατάλειψη της κληρονομιάς και η από τον καταπιστευματοδόχο κτήση αυτής τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της αποκτήσεως από τον κληρονόμο Β. Τ. γνησίου κατιόντα, μετά την πλήρωση της οποίας η κληρονομιά θα επάγονταν αυτοδικαίως στο τελευταίο (καταπιστευματοδόχο), ο οποίος θα δικαιούταν να την αποδεχθεί ή να την αποποιηθεί. Όμως ο τελευταίος δεν απέκτησε μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής γνησίους κατιόντες και ούτε υπήρχε η προσδοκία ότι θα αποκτήσει, αφού κατά το χρόνο εκείνο (εγέρσεως της αγωγής) ήταν ήδη 73 ετών. Ο διαθέτης, έχοντας υπόψη του την εκδοχή αυτή, όρισε υποκατάστατους κσταπιστευμστοδόχους τους άλλους δύο υιούς του, Α. (πρώτο αρχικό ενάγοντα, ο οποίος απεβίωσε κατά την διάρκεια της δίκης) και τον Στέφανο (ο οποίος απεβίωσε προ της έγερσης της αγωγής, αφήνοντας ω εξ αδιαθέτου κληρονόμο τον ενάγοντα Ν. Τ.). Σε περίπτωση δε, που και οι ανωτέρω προαποβιώσουν του κληρονόμου (εναγομένου) όρισε ως περαιτέρω υποκατάστατους τα γνήσια αυτών άρρενα τέκνα. Όπως προαναφέρθηκε, ο υιός του διαθέτη Σ. απεβίωσε το έτος 1980, ήτοι πριν από την άσκηση της αγωγής και επομένως κατά σειρά υποκατάστατος καταπιατευματοδόχος είναι ο τρίτος ενάγων Ν. Τ., που είναι ο μοναδικός γνήσιος άρρην κατιών του. Ο άλλος υιός του διαθέτη, δηλαδή ο πρώτος αρχικός ενάγων Α., απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, κατά την διάρκεια της δίκης και συνεπώς, επόμενοι κατά σειρά υποκατάστατοι αυτού καταπιστευματοδόχοι είναι οι συνεχίζοντες την δίκη υιοί του Α. και Α., πρώτος και δεύτερος ενάγοντες.
Συνεπώς, προσδοκία δικαιώματος κληρονομικού καταπιστεύματος επί της προαναφερόμενης κληρονομιάς έχουν οι ήδη καλούντες - εφεσίβλητοι, Α. Τ., Α. Τ. και ο Ν. Τ.. Η επαγωγή του καταπιστεύματος θα γινόταν όταν πληρωνόταν η αναβλητική αίρεση του θανάτου του εναγομένου, χωρίς γνήσιο τέκνο. Ο τελευταίος, εν ζωή ευρισκόμενος, προχώρησε στην υιοθεσία της Μ. Τ., δυνάμει της με αριθμ. 762/10-12-1980 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία μετά την επίσπευση της συζήτησης της ασκηθείσας από τον αρχικώς εναγόμενο ένδικης έφεσης, με την από 19- 12-2007 κλήση των καλούντων εφεσίβλητων, λόγω της αποβιώσεως του ανωτέρω εν επιδικία αυτής (15-8-2007), άσκησε τους από 5-7-2010 πρόσθετους λόγους έφεσης, η απόρριψη των οποίας ως απαράδεκτων από το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με τη με αριθμ. 282/2011 απόφαση απετέλεσε και τον λόγο αναίρεσης της τελευταίας απόφασης από τον Άρειο Πάγο. Το γεγονός όμως της υιοθεσίας της τελευταίας από τον αρχικώς εναγόμενο και κληρονόμο του διαθέτη, Β. Τ., δεν επέφερε την πλήρωση του τεθέντος όρου της με αριθμ. ….43/1961 δημόσιας διαθήκης σύμφωνα με τον οποίον το συσταθέν καθολικό καταπίστευμα θα περιέρχονταν στο γνήσιο τέκνο του εναγόμενου κληρονόμου. Τούτο διότι, η χρήση εκ μέρους του διαθέτη του όρου "..θα περιέλθουν ταύτα μετά το θάνατον του εις τους γνησίους αυτού κατιόντας" δηλοί τη θέλησή του, το συσταθέν επί των κληρονομιαίων ακινήτων καταπίστευμα να περιέλθει κατ' αρχήν στο τέκνο ή τέκνα που ο ίδιος θα αποκτήσει με φυσικό τρόπο, ήτοι τα έχοντα αυτόν ως φυσικό (και όχι ως θετό) πατέρα.
Τούτο προκύπτει από τη συνέχεια του ίδιου του κειμένου της δημόσιας διαθήκης, όπου αμέσως μετά τη θέση του ανωτέρω όρου ο διαθέτης σημειώνει "εάν όμως ούτος (δηλαδή ο κληρονόμος και αρχικός εναγόμενος Β. Τ.) δεν αποκτήσει ίδια αυτού τέκνα τότε θα περιέλθουν ταύτα μετά το θάνατο του εις τους άλλους δύο υιούς μου Α. και Σ. (αρχικούς ενάγοντες και δικαιοπάροχους των καλούντων -εφεσίβλητων)". Επιπλέον, το ότι θέληση του διαθέτη ήταν ο όρος "γνησίους αυτού κατιόντας" να αφορά αποκλειστικά και μόνο την περίπτωση της απόκτησης φυσικών τέκνων επιβεβαιώνεται αμέσως μετά στο κείμενο της εν λόγω δημόσιας διαθήκης και τον ορισμό των υποκατάστατων καταπιστευματοδόχων, αρχικών εναγόντων, από τη δικαιολόγηση αυτής της επιλογής από τον ίδιο, καθόσον, όπως ο ίδιος σημειώνει "...διότι επιθυμώ τα κτήματα ταύτα άτινα απέκτησα διά της εργασίας εμού και των μεγαλυτέρων υιών μου, Α. και Σ. να παραμείνωσιν εν τη οικογενεία μας".
Η θέληση αυτή του διαθέτη προκύπτει από την ερμηνεία της διαθήκης και την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεώς του χωρίς προσήλωση στις λέξεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 173 ΑΚ, που εφαρμόζεται και κατά την ερμηνεία της δήλωσης της τελευταίας βούλησης. Ειδικότερα, επειδή στην κρινόμενη περίπτωση ο διαθέτης δεν απέκλεισε ρητά από καταπιστευματοδόχο τα θετά τέκνα, προκύπτει ασάφεια αν είχε την αληθή βούληση αποκλεισμού τους, δεδομένου ότι όταν κατήρτισε τη διαθήκη δεν είχε ο αρχικά εναγόμενος γιος του Β. Τ. υιοθετήσει την ήδη εκκαλούσα. Από τα προαναφερόμενα όμως αναμφίβολα εξάγεται ότι αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να περιέλθει το καταπίστευμα στους εξ αίματος κατιόντες του κληρονόμου του Β. Τ.. Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι ο εναγόμενος και αρχικός εκκαλών κληρονόμος συνεισέφερε τα κληρονομιαία ακίνητα στον αναδασμό και αντί αυτών έλαβε ως αντικατάλλαγμα το με αριθμ. …74 τεμάχιο 4.574 τ.μ. και το με αριθμ. …93 τεμάχιο 40.635 τ.μ., εκδοθέντος υπέρ αυτού του με αριθμ. ….95/1983 τίτλου κυριότητας της Νομαρχίας Τρικάλων, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Συνεπώς, το καταπίστευμα μεταφέρθηκε στα τελευταία αυτό ακίνητα (άρθρο 21 του ν. 674/1977). Ο ισχυρισμός του αρχικώς εναγομένου - εκκαλούντος, που επαναλήφθηκε με το δεύτερο και τέταρτο λόγο έφεσης στα πλαίσια άρνησης της ιστορικής βάσης της αγωγής ενώ με όμοιο περιεχόμενο διατυπώθηκε και κατά το δεύτερο σκέλος του ο δεύτερος πρόσθετος λόγος έφεσης της υπεισελθούσας στη θέση του εκκαλούσας (θετού τέκνου του), ότι δηλαδή τα προαναφερόμενα ακίνητα δεν ήσαν κληρονομιαία; γιατί δεν ανήκαν στην περιουσία του διαθέτη κατά τον χρόνο του θανάτου του, αλλά ο διαθέτης τα εισήγαγε επ' ονόματι του στη διαδικασία αναδασμού ως αποκλειστικός κύριος και νομέας, ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμο: και πρέπει να απορριφθούν.
Ειδικότερα,, ισχυρίζεται ότι ήδη ο διαθέτης το 1958, όσο δηλαδή ζούσε, του είχε παραδώσει την αποκλειστική νομή των ενδίκων ακινήτων για να τα εξουσιάζει ως δικά του. Αυτό όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώθηκε. Αν είχε γίνει κάτι τέτοιο, δεν υπήρχε λόγος ο διαθέτης να διαλάβει τα ίδια ακίνητα στην διαθήκη του τρία έτη αργότερα και να τα υπαγάγει περαιτέρω σε καθεστώς καταπιστεύματος. Η αλήθεια είναι, ότι ο εναγόμενος ήταν μικρής διανοητικής εμβέλειας και ελαχίστων διαχειριστικών δυνατοτήτων (πράγμα που επιβεβαιώνεται από τους μάρτυρες τόσο της αποδείξεως, όσο και της ανταποδείξεως) και αυτό εξηγεί την καθιέρωση του καταπιστεύματος εκ μέρους του διαθέτη, αποκλείοντας κατ' ανάγκη την εκδοχή να είχε παραδώσει ο κληρονομούμενος εν ζωή τα ίδια ακίνητα στον εναγόμενο για να τα νέμεται ως δικά του, δυνάμει ειδικής διαδοχής, καθόσον ήξερε ότι δεν θα ήταν σε θέση να τα διαχειρισθεί. Ομοίως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενα, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίον το θετό τέκνο του αρχικώς εναγόμενου - εκκαλούντος, επικαλούμενο ότι με τη με αριθμ. ….36/10-1-2008 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιά της συμβολαιογράφου Ε. Τ., που μεταγράφηκε νομίμως (τόμος …4, αριθμ. …5) αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομιά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θετού πατρός της, Β. Τ. (αρχικού εναγόμενου και εκκαλούντος), στην οποία περιλαμβάνονταν τα επίδικα ακίνητα, τα οποία ο ανωτέρω έλαβε ως αντικατάλλαγμα για τα εισφερθέντα στον αναδασμό κληρονομιαία ακίνητα, ισχυρίζεται ότι με την υιοθεσία αυτού επήλθε η πλήρωση του όρου της διαθήκης περί συστάσεως καταπιστεύματος υπέρ αυτής) σύμφωνα με τον οποίον τα ακίνητα που κατέλειπε ο διαθέτης στον υιό του Β. δεν θα δικαιούταν να τα μεταβιβάσει, αλλά μετά το θάνατο του θα περιέρχονταν στους γνησίους αυτού κατιόντες".
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι: "ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση της μη ορθής εφαρμογής του νόμου λόγω της μη απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, συνεπεία του μεσολαβήσαντος αναδασμού και της έκδοσης παραχωρητηρίου υπέρ του αρχικώς εναγομένου - εκκαλούντος και λόγω της μη λήψης υπόψη της προταθείσας πρωτοδικως ενστάσεως της τριετούς παραγραφής από τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου στον αρχικό εναγόμενο, ο οποίος σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν υπήρξε κύριος των εισφερθέντων στον αναδασμό κτημάτων, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι".
Με βάση τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το μέρος που αφορούσε το παρεπόμενο κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και απέρριψε κατά τα λοιπά, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή για την αναγνώριση των εκεί εναγόντων ως δικαιούχων προσδοκίας καθολικού καταπιστεύματος επί της κληρονομιάς του πιο πάνω διαθέτη, που τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση του θανάτου του εναγομένου (βεβαρημένου με το καταπίστευμα) χωρίς την απόκτηση γνήσιων κατιόντων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε για την ερμηνεία της από 28/1/1961 δημόσιας διαθήκης του Α. Τ., γιατί κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι η αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να περιέλθει το καταπίστευμα μόνο στους εξ αίματος και όχι στους θετούς κατιόντες του βεβαρημένου με το καταπίστευμα Β. Τ. (εναγομένου), αφού προέβη σε ερμηνεία της εν λόγω διαθήκης, επειδή διαπίστωσε ασάφεια στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, ως προς το ζήτημα αυτό. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η από το εδάφ. α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 173 του ΑΚ (όχι δε και του άρθρου 200AK, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν υπήρχε ασάφεια και, συνακόλουθα, ανάγκη ερμηνείας του επίμαχου όρου της διαθήκης, ως προς "την απόκτηση γνήσιων κατιόντων του Β. Τ.", στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται σαφώς και οι "θετοί κατιόντες" του τελευταίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις που αποδίδονται στο Εφετείο: 1) με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης αιτιολογίας, ως προς την ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία του πιο πάνω όρου της διαθήκης 2) με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του επίμαχου όρου της διαθήκης και 3) με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ότι με εσφαλμένη αιτιολογία προέβη στην προαναφερόμενη ερμηνεία tou πιο πάνω όρου, καθόσον, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, "ο διαθέτης θέλησε απλώς με τον όρο αυτό να αποφύγει την περίπτωση η περιουσία του να περιέλθει στους κληρονόμους της συζύγου του εναγομένου Β. Τ. και όχι και στα θετά του τέκνα", καθώς και ότι "ο διαθέτης δεν θέλησε να αποκλείσει από την κληρονομιά του τον υιό του Β. Τ., απαγορεύοντάς του την υιοθέτηση τέκνου" είναι επίσης απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι υπό το πρόσχημα της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ (όχι δε και του άρθρου 200ΑΚ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου επί του ως άνω ζητήματος.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 περίπτ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν: 1)... 2)... 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης 4)...5)...6)...Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Η εν λόγω εξαίρεση από τον περιορισμό της προβολής τους κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καταλαμβάνει τους "προνομιακούς ισχυρισμούς", δηλαδή, ισχυρισμούς που στηρίζουν αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι εκείνοι που αφορούν είτε θετικές είτε αρνητικές διαδικαστικές προϋποθέσεις, την ένσταση αοριστίας της αγωγής, τις ενστάσεις για έλλειψη νομιμοποίησης ή έννομου συμφέροντος κ.λ.π Μόνο το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί στηρίζονται σε κανόνες δημόσιας τάξης που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως δεν αίρει τη λειτουργία του συζητητικού συστήματος, ως προς το χρόνο πρότασης των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, ο διάδικος, που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή της εξαιρετικής ή εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και στην περίπτωση της απόρριψης από το Εφετείο πραγματικών ισχυρισμών ως απαράδεκτων, λόγω προβολής τους για πρώτη φορά ενώπιον του. Αλλά για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με την προηγούμενη σκέψη, πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθεται, ότι είχε γίνει επίκληση της συνδρομής κάποιας από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, στις οποίες επιτρέπεται η προβολή των πραγματικών ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο και μη υπαγόμενο στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που πρόβαλε με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής της περί ακυρότητας της προαναφερόμενης αναβλητικής αίρεσης της διαθήκης, ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη και την ελευθερία του τιμώμενου προσώπου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά καταχρηστική ένσταση (ΑΠ 31/1993), δεν είναι από εκείνους που μπορούν να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως στην κατ' έφεση δίκη (όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα), ώστε να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 527 περίπτ. 3 ΚΠολΔ και, άρα, δεν προτείνεται παραδεκτά για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, εφόσον δεν είχε προταθεί από τον αρχικό εναγόμενο Β. Τ. με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 21 §1 -4, 22, 33 §§ 1 -2 του Ν. 674/1977 "περί αναδασμού της γης και μεγέθυνσης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων", οι οποίες εφαρμόζονται, στην περίπτωση που ο αναδασμός έλαβε χώρα μετά την 1.9.1977, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο νόμος αυτός, προκύπτει ότι, αν ο αναδασμός έλαβε χώρα μετά την ισχύ του νόμου αυτού, από την ημέρα που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η απόφαση του Νομάρχη, με την οποία κυρώνεται ο αναδασμός, η κυριότητα των κτημάτων που δημιουργήθηκαν με τον αναδασμό περιέρχεται αυτοδικαίως σε αυτούς που αναγράφονται ως δικαιούχοι στον κυρωθέντα κτηματολογικό πίνακα, ενώ, αντίστοιχα, αποσβήνεται αυτοδικαίως το δικαίωμα κυριότητας που υπήρχε πριν από τον αναδασμό πάνω στα κτήματα που αναδιανεμήθηκαν. Μετά την ως άνω κύρωση εκείνος που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε κτήμα που αναδιανεμήθηκε, μπορεί να διεκδικήσει το κτήμα από αυτόν που αναγράφηκε στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχος. Μετά τη μεταγραφή των οριστικών τίτλων κυριότητας (παραχωρητηρίων) αποκλείεται η διόρθωση ή ακύρωση αυτών με απόφαση του οικείου Νομάρχη, εφόσον θίγονται δικαιώματα τρίτων που έχουν αποκτηθεί νόμιμα, ή παρήλθε τριετία από τη μεταγραφή των τίτλων, με εξαίρεση τα αντιγραφικά σφάλματα. Στην περίπτωση που αποκλείεται, κατά τα ανωτέρω, η διόρθωση ή ακύρωση των τίτλων κυριότητας, όποιος αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο που έχει υπαχθεί στον αναδασμό, δικαιούται να λάβει μόνο αποζημίωση από εκείνον, υπέρ tqu οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο, και δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει το νέο κτήμα από αυτόν. Οποιαδήποτε άγνοια ή πλάνη του κυρίου του αναδιανεμηθέντος κτήματος σχετικά με τη διενέργεια του αναδασμού δεν έχει σημασία ως προς την επέλευση των συνεπειών του αναδασμού (ΟλΑΠ 6/1991, ΑΠ 1272/1995, ΑΠ 1349/1994).
Προϋπόθεση, συνεπώς, για να αποκτηθεί κυριότητα στο νέο κτήμα από αυτόν που αναφέρεται ως δικαιούχος, αποτελεί η κυριότητα του δικαιούχου πάνω στο κτήμα που υποβλήθηκε στη διαδικασία του αναδασμού, σε αντικατάσταση του οποίου δόθηκε το νέο ακίνητο. Αν ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος δεν ήταν κύριος του αναδιανεμηθέντος κτήματος, το οποίο θεωρείται ότι απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, ο κύριος τούτου δικαιούται να ζητήσει να αποδοθεί σ' αυτόν το νέο ακίνητο, με αγωγή που έχει εμπράγματο χαρακτήρα και στρέφεται εναντίον αυτού που αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχος, εφόσον τηρηθούν οι ανωτέρω προϋποθέσεις χρόνου. Με τη ρύθμιση αυτή επιδιώκεται να αποφεύγεται η διαιώνιση της εκκρεμότητας ως προς την οριστικοποίηση των τίτλων κυριότητας και η ανατροπή, μετά παρέλευση τριετίας, των ευεργετικών αποτελεσμάτων του αναδασμού (ΑΠ 802/92). Συνεπώς, αν κάποιο ακίνητο εισφέρθηκε σε αναδασμό που διενεργήθηκε μετά την 1.9.1977 και αναγράφηκε ως δικαιούχος του αναδιανεμηθέντος ακινήτου στον οικείο κτηματολογικό πίνακα, ο οποίος κυρώθηκε με απόφαση του Νομάρχη που δημοσιεύθηκε νόμιμα, τρίτος, μη κύριος του εισφερθέντος ακινήτου, αλλά στη συνέχεια εκδόθηκε στο όνομα του τρίτου ο οικείος τίτλος κυριότητας και μεταγράφηκε, όποιος προβάλλει δικαίωμα κυριότητας επί του εισφερθέντος ακινήτου, μπορεί να διεκδικήσει το νέο ακίνητο από τον εξ αναδασμού δικαιούχο, εφόσον δεν παρήλθε τριετία από τη μεταγραφή του τίτλου κυριότητος (ΟλΑΠ 6/91, ΑΠ 1527/2004).
ΓΙΑ ΔΕΙΤΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ
Α.Π. 97/2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΥΧΟΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΣ – ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΥΤΗΣ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΑΚ 173 (ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΣ ΑΚ 200) – ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΣ ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ – ΘΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΗΣ – ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ - Αγωγή για την αναγνώριση των εναγόντων ως δικαιούχων προσδοκίας καθολικού καταπιστεύματος επί της κληρονομιάς του πιο πάνω διαθέτη, που τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση του θανάτου του εναγομένου (βεβαρημένου με το καταπίστευμα) χωρίς την απόκτηση γνήσιων κατιόντων – Ορθώς κρίθηκε ότι η αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να περιέλθει το καταπίστευμα μόνο στους εξ αίματος και όχι στους θετούς κατιόντες του βεβαρημένου με το καταπίστευμα Β. Τ. (εναγομένου), αφού προέβη σε ερμηνεία της εν λόγω διαθήκης, επειδή διαπίστωσε ασάφεια στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, ως προς το ζήτημα αυτό – Απόρριψη λόγου αναίρεσης (1923, 1925, 201, 1781, 173 ΑΚ)
ΠΡΟΒΟΛΗ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤ’ ΕΦΕΣΗ ΔΙΚΗ – ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΤΑΘΕΙ ΝΟΜΙΜΩΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ – ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ (527 ΚΠολΔ)
Αριθμός 97/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, - Εισηγήτρια, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. θυγ. Β. Α. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ...με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Α. Τ., 2. Α. Α. Τ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Τσέλιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 282/2011 του Εφετείου Λάρισας. Η τελευταία απόφαση αναιρέθηκε με την 76/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν της από 5-10-2011 αίτησης αναίρεσης της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπου μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο αρμόδιο δικαστήριο προς συζήτηση και εκδόθηκε η 202/2017 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1923 § 1 ΑΚ ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο). Για τη σύσταση του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων ούτε καν της λέξης "καταπίστευμα". Αυτό μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί πάντως να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του τελευταίου να γίνει κάποιος κληρονόμος του, μόνο για ορισμένο διάστημα και, μετέπειτα, κληρονόμος αυτού να γίνει άλλος. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1924 μέχρι 1928 του ΑΚ καθιερώνονται ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρούνται ως καταπιστευματοδόχοι τα προσδιοριζόμενα σε αυτές πρόσωπα. Οι αναφερόμενες στις διατάξεις αυτές περιπτώσεις είναι ενδεικτικές. Γι' αυτό είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης κάθε φορά, από τον τρόπο διατύπωσης της τελευταίας βούλησης, πότε ενυπάρχει σε αυτή σύσταση καθολικού καταπιστεύματος και ποιο είναι το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 201 επ. και 1925 ΑΚ συνάγεται ότι αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο υπό αναβλητική αίρεση με τη θετική ή την αρνητική της μορφή, καθώς και αν προσδιορισμός του εγκατάστατου εξαρτάται από γεγονός που επέρχεται μετά το θάνατο του διαθέτη, τότε η εγκατάσταση αυτή ισχύει ως καταπίστευμα με καταπιστευματοδόχο τον υπό αίρεση εγκατάστατο και βεβαρημένο εκείνον στον οποίο, κατά τη θέληση του διαθέτη, πρέπει να παραμένει η κληρονομιά μέχρι την πλήρωση της αίρεσης. Δηλαδή, με το θάνατο του διαθέτη επάγεται κανονικώς σ' αυτόν που, κατά την εικαζόμενη θέληση εκείνου (του διαθέτη), πρέπει να έχει την κληρονομιά μέχρι την πλήρωση της αίρεσης και ο οποίος, με την πλήρωση αυτής, υποχρεούται να αποκαταστήσει την κληρονομιά στον υπό αίρεση εγκατάστατο. Σε περίπτωση ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης η εγκατάσταση θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ και αίρεται κάθε δικαίωμα προσδοκίας του υπό την αναβλητική αίρεση δικαιούχου. Από το περιεχόμενο της διαθήκης, που ερμηνεύεται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κρίνεται ο τρόπος και ο χρόνος πλήρωσης ή ματαίωσης της αίρεσης, ζητήματα για τα οποία μπορεί να ασκηθεί, η κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή (ΑΠ 392/2010).
Ειδικότερα, η θετική αναβλητική αίρεση ματαιώνεται, όταν δεν συμβεί το (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η περιέλευση της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο ή όταν καταστεί βέβαιο ότι τούτο δεν πρόκειται να συμβεί, ενώ η αρνητική αίρεση ματαιώνεται όταν συμβεί το γεγονός, από τη μη επέλευση του οποίου εξαρτήθηκε το δικαίωμα του καταπιστευματοδόχου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ματαιώθηκε η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης συνιστά και αυτός (καταλυτική) ένσταση κατά της αγωγής του υπό αίρεση δικαιούχου, αφού κατατείνει στην απόσβεση του δικαιώματος προσδοκίας τούτου (ΑΠ 76/2015).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ συνάγεται ότι, κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑK) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη , κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται, μόνο αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης, και μόνο, και χωρίς τίποτε άλλο προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε.
Συνεπώς προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν είναι δυνατή η ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, με βάση την πιο πάνω γενική διάταξη του άρθρου 173ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει στην εφαρμογή ειδικών ερμηνευτικών κανόνων (άρθρα 1790επ. ΑΚ), οι οποίοι θεμελιώνονται στην υποθετική βούληση του διαθέτη, ώστε να διασωθεί το κύρος της διάταξης τελευταίας βούλησης αυτού.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Ειδικότερα, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173 ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επ. ΑΚ). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της (ΟλΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010). Περαιτέρω, έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με τη δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση για την ανυπαρξία τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της αληθινής βούλησής του, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα.
Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας παραλείπει να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι Α. Α. Τ. και Ν. Σ. Τ. με την από 18/1/1988 αγωγή τους κατά του Β. Α. Τ., ισχυρίστηκαν ότι με την από 28/1/1961 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος στις 4/8/1961 Α. Τ., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Ν. και δημοσιεύτηκε νόμιμα, εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος ο εναγόμενος (γιος του διαθέτη) επί των ειδικότερα αναφερόμενων ακινήτων υπό την (αναβλητική) αίρεση απόκτησης "ίδιων αυτού τέκνων" και ότι εάν δεν πληρωνόταν η εν λόγω αίρεση τα πιο πάνω ακίνητα θα περιέρχονταν μετά το θάνατο του (εναγομένου) στους άλλους δύο γιους του διαθέτη Α. και Σ., ότι εάν δε αυτοί δεν ήταν εν ζωή (μετά το θάνατο του εναγομένου) τα ακίνητα θα περιέρχονταν στους άρρενες κατιόντες αυτών και, εν ελλείψει τούτων, στις θυγατέρες τους. Ότι με την προαναφερόμενη διαθήκη εγκαταστάθηκε ο εναγόμενος ως βεβαρημένος με καταπίστευμα κληρονόμος, ο οποίος άγει την ηλικία των 64 ετών και δεν έχει ελπίδα απόκτησης γνήσιων κατιόντων, qi ίδιοι δε, μετά το θάνατο του Σ. Τ. τα έιος 1980 (ο οποίος κληρονομήθηκε από τον ενάγοντα γιο του Ν. Τ.) έχουν δικαίωμα προσδοκίας καθολικού καταπιστεύματος, εφόσον δεν πληρωθεί η πιο πάνω τεθείσα αίρεση της διαθήκης μέχρι το θάνατο του εναγομένου.
Ότι ο τελευταίος κατά τον αναδασμό του αγροκτήματος …. του έτους 1977 εισέφερε ορισμένα από τα κληρονομιαία ακίνητα, λαμβάνοντας μετά την αναδιανομή τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, για τα οποία εκδόθηκε στο όνομά του, το έτος 1983, σχετικός τίτλος κυριότητας της Νομαρχίας …., όπου όμως δεν γίνεται μνεία του υφιστάμενου καταπιστεύματος, με κίνδυνο απώλειας των σχετικών δικαιωμάτων τους. Κατόπιν αυτών ζήτησαν να αναγνωριστούν καταπιστευματοδόχοι (ως υπό αίρεση εγκατάστατοι στο καταπίστευμα) των εν λόγω ακινήτων (που προήλθαν από την αναδιανομή) και να διαταχθεί ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας να σημειώσει στο περιθώριο του παραχωρητηρίου το πιο πάνω καταπίστευμα. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά της απόφασης του οποίου άσκησε έφεση, το έτος 1999, ο εναγόμενος. Μετά το θάνατο του τελευταίου, το έτος 2007, οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι Α. Τ., Α. Τ. (άρρενες κατιόντες- κληρονόμοι tqu αρχικού πρώτου ενάγοντα Α. Τ.) και Ν. Τ. (δεύτερος ενάγων) επανέλαβαν τη συζήτηση της βιαίως διακοπείσας δίκης με την από 19/12/2007 κλήση τους, την οποία απηύθυναν προς τους μοναδικούς κληρονόμους του αρχικού εναγόμενου Ε. Τ. ( νόμιμη σύζυγο του) και Μ. Τ. (θετή κόρη του).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, στις 17/9/201Q, η Μ. Τ. άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο τους από 5/7/2010 πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των δικογράφων δε αυτών εκδόθηκε η 282/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση και ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Στη συνέχεια, η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε με την 76/2015 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κατόπιν άσκησης της από 5710/2011 αίτησης αναίρεσης από τις Ε. και Μ. Τ. και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο με άλλη σύνθεση, το οποίο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη 202/2017 απόφασή του, ενώ στο μεταξύ (στις 7/4/2016) απεβίωσε η Ε. Τ., αφήνοντας, όπως δεν αμφισβητείται, μοναδική κληρονόμο της τη θετή κόρη της Μ. Τ., η οποία και άσκησε, την κρινόμενη από 5/12/2017(δεύτερη) αναίρεση κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης, ενώ στο μεταξύ απεβίωσε ο αρχικός δεύτερος ενάγων- αναιρεσίβλητος Ν. Τ. και κληρονομήθηκε, όπως δεν αμφισβητείται, από τη νόμιμη σύζυγο του Π. Τ. και τις κόρες του Α., Β. και Σ. Τ., οι οποίες και συνεχίζουν εκουσίως τη δίκη.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης , κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 4-8-1961 απεβίωσε ο Α. Τ. του Ν., κάτοικος εν ζωή …... Ο τελευταίος κατέλειπε τη με αριθμ. …….43/1961 δημόσια διαθήκη, που συνέταξε ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Ν., δυνάμει της οποίας ως κληρονόμο του όρισέ τον αρχικό εναγόμενο (υιό του) Β. Τ.. Δυνάμει της ανωτέρω δημοσίας διαθήκης όρισε ρητώς, ότι του αφήνει 1) Μίαν οικία στη θέση "…." της περιφερείας …., μετά σταύλου και με οικόπεδο εκτάσεως χιλίων διακοσίων (1.200) τετραγωνικών μέτρων, οριζόμενο γύρωθεν δυτικώς με "…., βορείως με δρόμο προς …., βορείως με αγρόν κληρονόμων Ν. Ν. και ανατολικώς με έτερον αγρόν του, το οποίον άφηνε εις τους υϊούς του Σ. και Α., 2) το προς ανατολάς τμήμα διαιρετώς του ευρισκόμενου στη θέση "…" της περιφερείας Μ. Κ., αγρού του, εκτάσεως τριάκοντα έξι (36) στρεμμάτων, "όπερ χωρίζεται εκ του υπολοίπου αγρού του δια χάνδακος φερομένου από βορρά προς την οδόν Μ. Κ. - …, προς αγρόν Σ. Κ. και ορίζεται ως εξής: βορείως με δρόμον, ανατολικώς με αγρόν …, νοτίως με αγρούς Κ. - Τ. και δυτικώς με αγρόν που άφησε εις τον υϊόν του Α., 3) ένα αμπελότοπον στη θέση "…" της ιδίας περιφερείας, ονομαζόμενον "…", οριζόμενον με δρόμο από μεγάλο …… προς … και 4) την ψιλή κυριότητα του αγρού εκτάσεως εννέα (9) στρεμμάτων, του οποίου την επικαρπία άφησε εις την σύζυγο του Β.. Όρισε επίσης επί λέξει και τα ακόλουθα: "Τα ακίνητα ταύτα κτήματα τα οποία αφήνω εις τον υιόν μου Β. δε θα δικαιούται ούτε ούτος να πωλήση και να τα μεταβίβαση διά πράξεως εν ζωή ή αιτία θανάτου προς τρίτον, αλλά θα περιέλθουν ταύτα, μετά τον θάνατον του εις τους γνησίους αυτού κατιόντας. Εάν όμως ούτος δεν αποκτήση ιδία αυτού τέκνα τότε θα περιέλθουν ταύτα μετά τον θάνατον του εις τους άλλους δυο υιούς μου Α. και Σ. και εάν αυτοί δεν είναι εν ζωή να περιέλθουν εις τους άρρενας κατιόντας αυτών και εν ελλείψει τοιούτων εις τας θυγατέρας των, διότι επιθυμώ τα κτήματα ταύτα, ότι να απέκτησα δια της εργασίας εμού και των μεγαλυτέρων υιών μου, Α. και Σ. να παραμείνουν εν τη οικογενεία μας. Εάν όμως ο υιός μου Β. αφήση μετά τον θάνατον του σύζυγον άνευ γνησίων τέκνων, τότε, εκ των ως άνω ακινήτων, κτημάτων μου άτινα αφήνω εις τον υιόν μου τούτον, τον Β., η σύζυγος του θα δικαιούται την επικαρπίαν εφ' όρου ζωής της επί του ημίσεως τούτων".
Από το κείμενο της ανωτέρω διαθήκης αποδεικνύεται σαφώς, ότι ο διαθέτης σύστησε καθολικό καταπίστευμα επί του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας κατά πρώτο λόγο υπέρ των γνησίων κατιόντων του αρχικώς εναγομένου κληρονόμου (Β. Τ.), υπό την έννοια ότι στην προκειμένη περίπτωση, η κατάλειψη της κληρονομιάς και η από τον καταπιστευματοδόχο κτήση αυτής τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της αποκτήσεως από τον κληρονόμο Β. Τ. γνησίου κατιόντα, μετά την πλήρωση της οποίας η κληρονομιά θα επάγονταν αυτοδικαίως στο τελευταίο (καταπιστευματοδόχο), ο οποίος θα δικαιούταν να την αποδεχθεί ή να την αποποιηθεί. Όμως ο τελευταίος δεν απέκτησε μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής γνησίους κατιόντες και ούτε υπήρχε η προσδοκία ότι θα αποκτήσει, αφού κατά το χρόνο εκείνο (εγέρσεως της αγωγής) ήταν ήδη 73 ετών. Ο διαθέτης, έχοντας υπόψη του την εκδοχή αυτή, όρισε υποκατάστατους κσταπιστευμστοδόχους τους άλλους δύο υιούς του, Α. (πρώτο αρχικό ενάγοντα, ο οποίος απεβίωσε κατά την διάρκεια της δίκης) και τον Στέφανο (ο οποίος απεβίωσε προ της έγερσης της αγωγής, αφήνοντας ω εξ αδιαθέτου κληρονόμο τον ενάγοντα Ν. Τ.). Σε περίπτωση δε, που και οι ανωτέρω προαποβιώσουν του κληρονόμου (εναγομένου) όρισε ως περαιτέρω υποκατάστατους τα γνήσια αυτών άρρενα τέκνα. Όπως προαναφέρθηκε, ο υιός του διαθέτη Σ. απεβίωσε το έτος 1980, ήτοι πριν από την άσκηση της αγωγής και επομένως κατά σειρά υποκατάστατος καταπιατευματοδόχος είναι ο τρίτος ενάγων Ν. Τ., που είναι ο μοναδικός γνήσιος άρρην κατιών του. Ο άλλος υιός του διαθέτη, δηλαδή ο πρώτος αρχικός ενάγων Α., απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, κατά την διάρκεια της δίκης και συνεπώς, επόμενοι κατά σειρά υποκατάστατοι αυτού καταπιστευματοδόχοι είναι οι συνεχίζοντες την δίκη υιοί του Α. και Α., πρώτος και δεύτερος ενάγοντες.
Συνεπώς, προσδοκία δικαιώματος κληρονομικού καταπιστεύματος επί της προαναφερόμενης κληρονομιάς έχουν οι ήδη καλούντες - εφεσίβλητοι, Α. Τ., Α. Τ. και ο Ν. Τ.. Η επαγωγή του καταπιστεύματος θα γινόταν όταν πληρωνόταν η αναβλητική αίρεση του θανάτου του εναγομένου, χωρίς γνήσιο τέκνο. Ο τελευταίος, εν ζωή ευρισκόμενος, προχώρησε στην υιοθεσία της Μ. Τ., δυνάμει της με αριθμ. 762/10-12-1980 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία μετά την επίσπευση της συζήτησης της ασκηθείσας από τον αρχικώς εναγόμενο ένδικης έφεσης, με την από 19- 12-2007 κλήση των καλούντων εφεσίβλητων, λόγω της αποβιώσεως του ανωτέρω εν επιδικία αυτής (15-8-2007), άσκησε τους από 5-7-2010 πρόσθετους λόγους έφεσης, η απόρριψη των οποίας ως απαράδεκτων από το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με τη με αριθμ. 282/2011 απόφαση απετέλεσε και τον λόγο αναίρεσης της τελευταίας απόφασης από τον Άρειο Πάγο. Το γεγονός όμως της υιοθεσίας της τελευταίας από τον αρχικώς εναγόμενο και κληρονόμο του διαθέτη, Β. Τ., δεν επέφερε την πλήρωση του τεθέντος όρου της με αριθμ. ….43/1961 δημόσιας διαθήκης σύμφωνα με τον οποίον το συσταθέν καθολικό καταπίστευμα θα περιέρχονταν στο γνήσιο τέκνο του εναγόμενου κληρονόμου. Τούτο διότι, η χρήση εκ μέρους του διαθέτη του όρου "..θα περιέλθουν ταύτα μετά το θάνατον του εις τους γνησίους αυτού κατιόντας" δηλοί τη θέλησή του, το συσταθέν επί των κληρονομιαίων ακινήτων καταπίστευμα να περιέλθει κατ' αρχήν στο τέκνο ή τέκνα που ο ίδιος θα αποκτήσει με φυσικό τρόπο, ήτοι τα έχοντα αυτόν ως φυσικό (και όχι ως θετό) πατέρα.
Τούτο προκύπτει από τη συνέχεια του ίδιου του κειμένου της δημόσιας διαθήκης, όπου αμέσως μετά τη θέση του ανωτέρω όρου ο διαθέτης σημειώνει "εάν όμως ούτος (δηλαδή ο κληρονόμος και αρχικός εναγόμενος Β. Τ.) δεν αποκτήσει ίδια αυτού τέκνα τότε θα περιέλθουν ταύτα μετά το θάνατο του εις τους άλλους δύο υιούς μου Α. και Σ. (αρχικούς ενάγοντες και δικαιοπάροχους των καλούντων -εφεσίβλητων)". Επιπλέον, το ότι θέληση του διαθέτη ήταν ο όρος "γνησίους αυτού κατιόντας" να αφορά αποκλειστικά και μόνο την περίπτωση της απόκτησης φυσικών τέκνων επιβεβαιώνεται αμέσως μετά στο κείμενο της εν λόγω δημόσιας διαθήκης και τον ορισμό των υποκατάστατων καταπιστευματοδόχων, αρχικών εναγόντων, από τη δικαιολόγηση αυτής της επιλογής από τον ίδιο, καθόσον, όπως ο ίδιος σημειώνει "...διότι επιθυμώ τα κτήματα ταύτα άτινα απέκτησα διά της εργασίας εμού και των μεγαλυτέρων υιών μου, Α. και Σ. να παραμείνωσιν εν τη οικογενεία μας".
Η θέληση αυτή του διαθέτη προκύπτει από την ερμηνεία της διαθήκης και την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεώς του χωρίς προσήλωση στις λέξεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 173 ΑΚ, που εφαρμόζεται και κατά την ερμηνεία της δήλωσης της τελευταίας βούλησης. Ειδικότερα, επειδή στην κρινόμενη περίπτωση ο διαθέτης δεν απέκλεισε ρητά από καταπιστευματοδόχο τα θετά τέκνα, προκύπτει ασάφεια αν είχε την αληθή βούληση αποκλεισμού τους, δεδομένου ότι όταν κατήρτισε τη διαθήκη δεν είχε ο αρχικά εναγόμενος γιος του Β. Τ. υιοθετήσει την ήδη εκκαλούσα. Από τα προαναφερόμενα όμως αναμφίβολα εξάγεται ότι αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να περιέλθει το καταπίστευμα στους εξ αίματος κατιόντες του κληρονόμου του Β. Τ.. Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι ο εναγόμενος και αρχικός εκκαλών κληρονόμος συνεισέφερε τα κληρονομιαία ακίνητα στον αναδασμό και αντί αυτών έλαβε ως αντικατάλλαγμα το με αριθμ. …74 τεμάχιο 4.574 τ.μ. και το με αριθμ. …93 τεμάχιο 40.635 τ.μ., εκδοθέντος υπέρ αυτού του με αριθμ. ….95/1983 τίτλου κυριότητας της Νομαρχίας Τρικάλων, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Συνεπώς, το καταπίστευμα μεταφέρθηκε στα τελευταία αυτό ακίνητα (άρθρο 21 του ν. 674/1977). Ο ισχυρισμός του αρχικώς εναγομένου - εκκαλούντος, που επαναλήφθηκε με το δεύτερο και τέταρτο λόγο έφεσης στα πλαίσια άρνησης της ιστορικής βάσης της αγωγής ενώ με όμοιο περιεχόμενο διατυπώθηκε και κατά το δεύτερο σκέλος του ο δεύτερος πρόσθετος λόγος έφεσης της υπεισελθούσας στη θέση του εκκαλούσας (θετού τέκνου του), ότι δηλαδή τα προαναφερόμενα ακίνητα δεν ήσαν κληρονομιαία; γιατί δεν ανήκαν στην περιουσία του διαθέτη κατά τον χρόνο του θανάτου του, αλλά ο διαθέτης τα εισήγαγε επ' ονόματι του στη διαδικασία αναδασμού ως αποκλειστικός κύριος και νομέας, ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμο: και πρέπει να απορριφθούν.
Ειδικότερα,, ισχυρίζεται ότι ήδη ο διαθέτης το 1958, όσο δηλαδή ζούσε, του είχε παραδώσει την αποκλειστική νομή των ενδίκων ακινήτων για να τα εξουσιάζει ως δικά του. Αυτό όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώθηκε. Αν είχε γίνει κάτι τέτοιο, δεν υπήρχε λόγος ο διαθέτης να διαλάβει τα ίδια ακίνητα στην διαθήκη του τρία έτη αργότερα και να τα υπαγάγει περαιτέρω σε καθεστώς καταπιστεύματος. Η αλήθεια είναι, ότι ο εναγόμενος ήταν μικρής διανοητικής εμβέλειας και ελαχίστων διαχειριστικών δυνατοτήτων (πράγμα που επιβεβαιώνεται από τους μάρτυρες τόσο της αποδείξεως, όσο και της ανταποδείξεως) και αυτό εξηγεί την καθιέρωση του καταπιστεύματος εκ μέρους του διαθέτη, αποκλείοντας κατ' ανάγκη την εκδοχή να είχε παραδώσει ο κληρονομούμενος εν ζωή τα ίδια ακίνητα στον εναγόμενο για να τα νέμεται ως δικά του, δυνάμει ειδικής διαδοχής, καθόσον ήξερε ότι δεν θα ήταν σε θέση να τα διαχειρισθεί. Ομοίως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενα, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίον το θετό τέκνο του αρχικώς εναγόμενου - εκκαλούντος, επικαλούμενο ότι με τη με αριθμ. ….36/10-1-2008 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιά της συμβολαιογράφου Ε. Τ., που μεταγράφηκε νομίμως (τόμος …4, αριθμ. …5) αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομιά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θετού πατρός της, Β. Τ. (αρχικού εναγόμενου και εκκαλούντος), στην οποία περιλαμβάνονταν τα επίδικα ακίνητα, τα οποία ο ανωτέρω έλαβε ως αντικατάλλαγμα για τα εισφερθέντα στον αναδασμό κληρονομιαία ακίνητα, ισχυρίζεται ότι με την υιοθεσία αυτού επήλθε η πλήρωση του όρου της διαθήκης περί συστάσεως καταπιστεύματος υπέρ αυτής) σύμφωνα με τον οποίον τα ακίνητα που κατέλειπε ο διαθέτης στον υιό του Β. δεν θα δικαιούταν να τα μεταβιβάσει, αλλά μετά το θάνατο του θα περιέρχονταν στους γνησίους αυτού κατιόντες".
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι: "ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση της μη ορθής εφαρμογής του νόμου λόγω της μη απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, συνεπεία του μεσολαβήσαντος αναδασμού και της έκδοσης παραχωρητηρίου υπέρ του αρχικώς εναγομένου - εκκαλούντος και λόγω της μη λήψης υπόψη της προταθείσας πρωτοδικως ενστάσεως της τριετούς παραγραφής από τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου στον αρχικό εναγόμενο, ο οποίος σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν υπήρξε κύριος των εισφερθέντων στον αναδασμό κτημάτων, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι".
Με βάση τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το μέρος που αφορούσε το παρεπόμενο κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και απέρριψε κατά τα λοιπά, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή για την αναγνώριση των εκεί εναγόντων ως δικαιούχων προσδοκίας καθολικού καταπιστεύματος επί της κληρονομιάς του πιο πάνω διαθέτη, που τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση του θανάτου του εναγομένου (βεβαρημένου με το καταπίστευμα) χωρίς την απόκτηση γνήσιων κατιόντων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε για την ερμηνεία της από 28/1/1961 δημόσιας διαθήκης του Α. Τ., γιατί κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι η αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να περιέλθει το καταπίστευμα μόνο στους εξ αίματος και όχι στους θετούς κατιόντες του βεβαρημένου με το καταπίστευμα Β. Τ. (εναγομένου), αφού προέβη σε ερμηνεία της εν λόγω διαθήκης, επειδή διαπίστωσε ασάφεια στη δήλωση βούλησης του διαθέτη, ως προς το ζήτημα αυτό. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η από το εδάφ. α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 173 του ΑΚ (όχι δε και του άρθρου 200AK, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν υπήρχε ασάφεια και, συνακόλουθα, ανάγκη ερμηνείας του επίμαχου όρου της διαθήκης, ως προς "την απόκτηση γνήσιων κατιόντων του Β. Τ.", στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται σαφώς και οι "θετοί κατιόντες" του τελευταίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις που αποδίδονται στο Εφετείο: 1) με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης αιτιολογίας, ως προς την ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία του πιο πάνω όρου της διαθήκης 2) με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του επίμαχου όρου της διαθήκης και 3) με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ότι με εσφαλμένη αιτιολογία προέβη στην προαναφερόμενη ερμηνεία tou πιο πάνω όρου, καθόσον, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, "ο διαθέτης θέλησε απλώς με τον όρο αυτό να αποφύγει την περίπτωση η περιουσία του να περιέλθει στους κληρονόμους της συζύγου του εναγομένου Β. Τ. και όχι και στα θετά του τέκνα", καθώς και ότι "ο διαθέτης δεν θέλησε να αποκλείσει από την κληρονομιά του τον υιό του Β. Τ., απαγορεύοντάς του την υιοθέτηση τέκνου" είναι επίσης απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι υπό το πρόσχημα της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ (όχι δε και του άρθρου 200ΑΚ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου επί του ως άνω ζητήματος.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 περίπτ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν: 1)... 2)... 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης 4)...5)...6)...Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Η εν λόγω εξαίρεση από τον περιορισμό της προβολής τους κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καταλαμβάνει τους "προνομιακούς ισχυρισμούς", δηλαδή, ισχυρισμούς που στηρίζουν αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι εκείνοι που αφορούν είτε θετικές είτε αρνητικές διαδικαστικές προϋποθέσεις, την ένσταση αοριστίας της αγωγής, τις ενστάσεις για έλλειψη νομιμοποίησης ή έννομου συμφέροντος κ.λ.π Μόνο το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί στηρίζονται σε κανόνες δημόσιας τάξης που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως δεν αίρει τη λειτουργία του συζητητικού συστήματος, ως προς το χρόνο πρότασης των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, ο διάδικος, που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή της εξαιρετικής ή εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και στην περίπτωση της απόρριψης από το Εφετείο πραγματικών ισχυρισμών ως απαράδεκτων, λόγω προβολής τους για πρώτη φορά ενώπιον του. Αλλά για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με την προηγούμενη σκέψη, πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθεται, ότι είχε γίνει επίκληση της συνδρομής κάποιας από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, στις οποίες επιτρέπεται η προβολή των πραγματικών ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο και μη υπαγόμενο στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που πρόβαλε με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής της περί ακυρότητας της προαναφερόμενης αναβλητικής αίρεσης της διαθήκης, ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη και την ελευθερία του τιμώμενου προσώπου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά καταχρηστική ένσταση (ΑΠ 31/1993), δεν είναι από εκείνους που μπορούν να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως στην κατ' έφεση δίκη (όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα), ώστε να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 527 περίπτ. 3 ΚΠολΔ και, άρα, δεν προτείνεται παραδεκτά για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, εφόσον δεν είχε προταθεί από τον αρχικό εναγόμενο Β. Τ. με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 21 §1 -4, 22, 33 §§ 1 -2 του Ν. 674/1977 "περί αναδασμού της γης και μεγέθυνσης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων", οι οποίες εφαρμόζονται, στην περίπτωση που ο αναδασμός έλαβε χώρα μετά την 1.9.1977, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο νόμος αυτός, προκύπτει ότι, αν ο αναδασμός έλαβε χώρα μετά την ισχύ του νόμου αυτού, από την ημέρα που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η απόφαση του Νομάρχη, με την οποία κυρώνεται ο αναδασμός, η κυριότητα των κτημάτων που δημιουργήθηκαν με τον αναδασμό περιέρχεται αυτοδικαίως σε αυτούς που αναγράφονται ως δικαιούχοι στον κυρωθέντα κτηματολογικό πίνακα, ενώ, αντίστοιχα, αποσβήνεται αυτοδικαίως το δικαίωμα κυριότητας που υπήρχε πριν από τον αναδασμό πάνω στα κτήματα που αναδιανεμήθηκαν. Μετά την ως άνω κύρωση εκείνος που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε κτήμα που αναδιανεμήθηκε, μπορεί να διεκδικήσει το κτήμα από αυτόν που αναγράφηκε στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχος. Μετά τη μεταγραφή των οριστικών τίτλων κυριότητας (παραχωρητηρίων) αποκλείεται η διόρθωση ή ακύρωση αυτών με απόφαση του οικείου Νομάρχη, εφόσον θίγονται δικαιώματα τρίτων που έχουν αποκτηθεί νόμιμα, ή παρήλθε τριετία από τη μεταγραφή των τίτλων, με εξαίρεση τα αντιγραφικά σφάλματα. Στην περίπτωση που αποκλείεται, κατά τα ανωτέρω, η διόρθωση ή ακύρωση των τίτλων κυριότητας, όποιος αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο που έχει υπαχθεί στον αναδασμό, δικαιούται να λάβει μόνο αποζημίωση από εκείνον, υπέρ tqu οποίου εκδόθηκε το παραχωρητήριο, και δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει το νέο κτήμα από αυτόν. Οποιαδήποτε άγνοια ή πλάνη του κυρίου του αναδιανεμηθέντος κτήματος σχετικά με τη διενέργεια του αναδασμού δεν έχει σημασία ως προς την επέλευση των συνεπειών του αναδασμού (ΟλΑΠ 6/1991, ΑΠ 1272/1995, ΑΠ 1349/1994).
Προϋπόθεση, συνεπώς, για να αποκτηθεί κυριότητα στο νέο κτήμα από αυτόν που αναφέρεται ως δικαιούχος, αποτελεί η κυριότητα του δικαιούχου πάνω στο κτήμα που υποβλήθηκε στη διαδικασία του αναδασμού, σε αντικατάσταση του οποίου δόθηκε το νέο ακίνητο. Αν ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος δεν ήταν κύριος του αναδιανεμηθέντος κτήματος, το οποίο θεωρείται ότι απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, ο κύριος τούτου δικαιούται να ζητήσει να αποδοθεί σ' αυτόν το νέο ακίνητο, με αγωγή που έχει εμπράγματο χαρακτήρα και στρέφεται εναντίον αυτού που αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχος, εφόσον τηρηθούν οι ανωτέρω προϋποθέσεις χρόνου. Με τη ρύθμιση αυτή επιδιώκεται να αποφεύγεται η διαιώνιση της εκκρεμότητας ως προς την οριστικοποίηση των τίτλων κυριότητας και η ανατροπή, μετά παρέλευση τριετίας, των ευεργετικών αποτελεσμάτων του αναδασμού (ΑΠ 802/92). Συνεπώς, αν κάποιο ακίνητο εισφέρθηκε σε αναδασμό που διενεργήθηκε μετά την 1.9.1977 και αναγράφηκε ως δικαιούχος του αναδιανεμηθέντος ακινήτου στον οικείο κτηματολογικό πίνακα, ο οποίος κυρώθηκε με απόφαση του Νομάρχη που δημοσιεύθηκε νόμιμα, τρίτος, μη κύριος του εισφερθέντος ακινήτου, αλλά στη συνέχεια εκδόθηκε στο όνομα του τρίτου ο οικείος τίτλος κυριότητας και μεταγράφηκε, όποιος προβάλλει δικαίωμα κυριότητας επί του εισφερθέντος ακινήτου, μπορεί να διεκδικήσει το νέο ακίνητο από τον εξ αναδασμού δικαιούχο, εφόσον δεν παρήλθε τριετία από τη μεταγραφή του τίτλου κυριότητος (ΟλΑΠ 6/91, ΑΠ 1527/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21, 22, 23 και 35 του ν. 674/1977 με το να δεχθεί ως νόμιμη την ένδικη (από 18/1/1988) αγωγή, αφού κατά την άσκησή της είχε παρέλθει τριετία από τη μεταγραφή του (….96/30.8.1983) τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου) της Νομαρχίας Τρικάλων στο όνομα του εναγόμενου Β. Τ., είτε αυτός ήταν κύριος είτε όχι των εισφερθέντων στον αναδασμό ακινήτων και, συνεπώς, δεν ήταν πλέον δυνατή η διεκδίκησή τους από τους ενάγοντες, διότι είχε παραγραφεί το σχετικό δικαίωμά τους σε βάρος του εναγόμενου. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, όπως εκτέθηκε παραπάνω (στην υπ' αριθ. 1 σκέψη), αυτή δεν φέρει το χαρακτήρα διεκδικητικής αγωγής κυριότητας των επίδικων αναδιανεμηθέντων ακινήτων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ώστε να τίθεται θέμα ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, αλλά αγωγής για την αναγνώριση των εναγόντων ως δικαιούχων προσδοκίας καθολικού καταπιστεύματος επί των εν λόγω ακινήτων. Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, έτσι, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που του αποδίδεται με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/12/2017 αίτηση για αναίρεση της 202/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου