
Ελλιπής χρονολογία σε ιδιόγραφη διαθήκη: Αναφέρονταν ο μήνας και το έτος αλλά όχι η ημέρα
Άρειος Πάγος αρ. απόφασης 7/2017 (ολομέλεια)- Περίληψη: Η περίπτωση της ελλιπούς χρονολογίας αντιδιαστέλλεται προς εκείνη της
υπάρξεως πλήρους χρονολογίας, η οποία όμως είναι ψευδής ή εσφαλμένη σκοπίμως ή εκ πλάνης του διαθέτου. Η μεν πρώτη (αρθ. 1721 παρ. 1 ΑΚ ) προϋποθέτει ελλιπή χρονολογία, μη δυναμένη να συμπληρωθεί από κανένα στοιχείο, που επάγεται ακυρότητα, ενώ η δεύτερη (αρθρ. 1721 παρ. 3 ΑΚ) προϋποθέτει πλήρη μεν χρονολογία (ημέρα, μήνα και έτος), πλην όμως ψευδή ή εσφαλμένη, που δεν επάγεται αυτή και μόνη ακυρότητα, αλλά μόνο εφόσον συνδυασθεί και αποδειχθεί και ο καλυπτόμενος από αυτή αυτοτελής λόγος ακυρότητας της διαθήκης. Το ελλείπον στοιχείο της χρονολογίας της διαθήκης, ήτοι η ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου 1991, δεν μπορούσε, κατά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, να αναπληρωθεί από άλλα στοιχεία του περιεχομένου της ή έξω από αυτό, έλλειψη η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αρκούσε από μόνη της για να επιφέρει την ακυρότητα της διαθήκης χωρίς την έρευνα και διαπίστωση άλλου, καλυπτόμενου, ελαττώματος σχετιζόμενου με την έλλειψη αυτή. Άρειος Πάγος αρ. απόφασης 7/2017 (ολομέλεια)- Περίληψη: Η περίπτωση της ελλιπούς χρονολογίας αντιδιαστέλλεται προς εκείνη της
«Παραπέμπεται στην παρούσα Β’ Τακτική Ολομέλεια το ζήτημα, αν, ενόψει του σκοπού των διατάξεων των άρθρων 1721 παρ. 1 εδ.α" - β" και 3 και 1718 του ΑΚ και με ανάλογη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμογή της εξ αυτών διατάξεως του άρθρου 1721 παρ.3 του ΑΚ, κατά την οποία "ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης", τέτοια (ιδιόγραφη) διαθήκη, από την οποία λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία της χρονολογίας της, όπως η ημέρα του αναφερόμενου μήνα και έτους, δεν είναι άκυρη όχι μόνο όταν το ελλείπον στοιχείο της χρονολογίας της μπορεί να αναπληρωθεί από το περιεχόμενο της διαθήκης, λαμβανομένων υπόψη και στοιχείων εκτός του περιεχομένου αυτού, με σκοπό την αποσαφήνιση των διαλαμβανομένων στη διαθήκη, από τα οποία πιθανολογείται η χρονολογία της συντάξεως της αλλά και αν στην περίπτωση που το ελλείπον στοιχείο της χρονολογίας της ιδιόγραφης διαθήκης δεν μπορεί να αναπληρωθεί ως ανωτέρω, η ακυρότητα της διαθήκης θα επέλθει όχι από αυτήν (μόνη) την έλλειψη, παρά μόνο εάν ήθελε διαπιστωθεί, μετά από έρευνα σχετικού ισχυρισμού του ενδιαφερομένου ότι με την έλλειψη αυτή καλύπτεται ελάττωμα της διαθήκης που επάγεται αυτό πλέον την ακυρότητα…
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 εδ. α’ και β’ ΑΚ " Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ’ αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος". Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης ρητά ρυθμίζει το θέμα, μη αρκούμενος στη χρονολογία γενικά αλλά καθορίζοντας αυτή ειδικά, απαιτώντας ότι πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος.
Από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως, σκοπός της οποίας είναι η παροχή της δυνατότητας ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, της αληθούς βουλήσεως του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της ιδιόγραφης διαθήκης όταν υπάρχουν και άλλες διαθήκες ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά, προς εκείνη του άρθρου 1718 ίδιου Κωδικός με την οποία ορίζεται ότι "Διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", συνάγεται ότι η ατελής ή ελλιπής ως προς ένα ή περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία της χρονολογία ιδιόγραφης διαθήκης εξομοιώνεται προς την παντελώς ελλείπουσα και συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης, χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, εκτός εάν το στοιχείο που λείπει μπορεί να αναπληρωθεί επιτρεπτώς από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία χρειάζεται να αποδειχθούν και λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς την χρονολογία είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης (ολΑΠ 1234/1982, ολΑΠ 97/1979, ΑΠ 1349/2014, ΑΠ 993/12, ΑΠ 511/2000, ΑΠ 107/2000, ΑΠ 497/2009, ΑΠ 1811/2009, ΑΠ 1428/1984, ΑΠ 509/1983).
Η περίπτωση της ελλιπούς χρονολογίας αντιδιαστέλλεται προς εκείνη της υπάρξεως πλήρους χρονολογίας, η οποία όμως είναι ψευδής ή εσφαλμένη σκοπίμως ή εκ πλάνης του διαθέτου, μόνο δε στην τελευταία αυτή περίπτωση ισχύει ο κανόνας της παρ. 3 του αρθρ. 1721 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης" και κατά την έννοια του οποίου η ακυρότητα της διαθήκης επέρχεται εφόσον η αναλήθεια της χρονολογίας μπορεί να συνδυασθεί με αυτοτελή λόγο ακυρότητας της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως που συγκαλύπτεται (ΑΠ 1520/2006, ΑΠ 1028/2002, ΑΠ 107/2000, ΑΠ 511/2000, ΑΠ 986/1990 contra 1752/80).
Οι δύο ως άνω περιπτώσεις δεν είναι όμοιες αλλά διαφορετικές μεταξύ τους, προβλέπονται από ξεχωριστές διατάξεις και η μεν πρώτη (αρθ. 1721 παρ. 1 ΑΚ ) προϋποθέτει ελλιπή χρονολογία, μη δυναμένη να συμπληρωθεί από κανένα στοιχείο, που επάγεται ακυρότητα, ενώ η δεύτερη (αρθρ. 1721 παρ. 3 ΑΚ) προϋποθέτει πλήρη μεν χρονολογία (ημέρα, μήνα και έτος), πλην όμως ψευδή ή εσφαλμένη, που δεν επάγεται αυτή και μόνη ακυρότητα, αλλά μόνο εφόσον συνδυασθεί και αποδειχθεί και ο καλυπτόμενος από αυτή αυτοτελής λόγος ακυρότητας της διαθήκης.
Άλλωστε, σκοπός της δεύτερης από τις παραπάνω διατάξεις (1721 παρ. 3 ΑΚ) είναι η αποφυγή των ατέρμονων ερίδων ως προς την ακριβή ημερομηνία συντάξεως της ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί, λόγω της μυστικότητας με την οποία συντάσσεται. Αν δηλαδή δεν υπήρχε η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1721 ΑΚ, η οποία θέτει τροχοπέδη στους αμφισβητίες της ακρίβειας της χρονολογίας και συνεπώς της ίδιας της διαθήκης, οποιοσδήποτε που θα ήθελε να πλήξει τη διαθήκη, θα ισχυριζόταν ότι η χρονολογία της δεν είναι αυτή που αναγράφει ο ίδιος ο διαθέτης και η οποία κατέχει το τεκμήριο αληθείας, αλλά διαφορετική. Επομένως ο αμέσως παραπάνω σκοπός είναι διαφορετικός αυτού που προαναφέρθηκε και εξυπηρετεί η διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου. Για κάθε μία δε από τις ως άνω δύο περιπτώσεις χωρεί ιδιαίτερη αγωγή, στηριζόμενη σε ιδιαίτερη βάση.
Με βάση τα παραπάνω , στην περίπτωση της ελλιπούς χρονολογίας (αρθρ. 1721 παρ. 1 ΑΚ) το δικαστήριο δεν μπορεί να προσφύγει με κατ’ αναλογία εφαρμογή στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1721 ΑΚ, γενομένου έτσι δεκτού, αν δηλαδή γίνει προσφυγή στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, ότι μόνη η έλλειψη κάποιου στοιχείου της χρονολογίας, που δεν μπορεί να συμπληρωθεί άλλως, δεν συνεπάγεται από μόνη της ακυρότητα της διαθήκης, αν δεν διαπιστωθεί και η προς κάλυψη αυτής τυχόν υπάρχουσα άλλη ακυρότητα, καθόσον προσφυγή σε αναλογική εφαρμογή διατάξεως προϋποθέτει κενό δικαίου και ομοιότητα της αρρύθμιστης με συναφείς ρυθμισμένες περιπτώσεις. Εάν όμως υφίσταται, ως εν προκειμένω, ρητή ρύθμιση δεν μπορεί να γίνεται λόγος ούτε για κενό ούτε για προσφυγή στη ρύθμιση παρόμοιων περιπτώσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι η επίδικη νομίμως δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντος συζύγου της αναιρεσίβλητης Ε. Ψ., με την οποία ο τελευταίος εγκατέστησε κληρονόμους του τους αναιρεσείοντες ανεψιούς του, είναι άκυρη, λόγω ελλειπούς χρονολογήσεώς της, αφού από την αναφερόμενη στη διαθήκη χρονολογία συντάξεως της "Δεκέμβρης" 91" λείπει η ημέρα του αναφερομένου μηνός, η οποία και δεν μπορεί, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, να αναπληρωθεί από το περιεχόμενο της διαθήκης ούτε και από στοιχεία εκτός του περιεχομένου αυτού που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για την αποσαφήνιση των διαλαμβανομένων στη διαθήκη και από τα οποία να πιθανολογείται η ημέρα της συντάξεως της διαθήκης και δέχθηκε, μετά ταύτα (το Εφετείο), με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, την ένδικη από 28-1-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία ζητούσε να αναγνωρισθεί άκυρη η επίδικη διαθήκη λόγω της ελλειπούς, ως ανωτέρω, χρονολογήσεώς της…
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προρηθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1721 παρ. 1 και 1718 του ΑΚ, δεν αρκέστηκε δε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που απαιτούνται από τις διατάξεις αυτές για τη θεμελίωση του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή, κατά τη σχετική βάση της, δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία δέχτηκε το Εφετείο, αφού προς τούτο αρκούσε η παραδοχή ότι το ελλείπον στοιχείο της χρονολογίας της διαθήκης, ήτοι η ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου 1991, δεν μπορούσε, κατά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, να αναπληρωθεί από άλλα στοιχεία του περιεχομένου της ή έξω από αυτό, έλλειψη η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αρκούσε από μόνη της για να επιφέρει την ακυρότητα της διαθήκης χωρίς την έρευνα και διαπίστωση άλλου, καλυπτόμενου, ελαττώματος σχετιζόμενου με την έλλειψη αυτή.
Προσέτι, δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ούτε εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της επίμαχης, χωρίς ημέρα σύνταξης, ιδιόγραφης διαθήκης και το λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να αναπληρωθεί το ελλείπον αυτό στοιχείο από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, όπως εν προκειμένω η χρονολογία μίσθωσης από τον διαθέτη τραπεζικής θυρίδας, στην οποία την τοποθέτησε προς φύλαξη, αναφέροντας στο αιτιολογικό της απόφασης όλα τα κατά νόμο απαραίτητα στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας (ακυρότητας της ένδικης διαθήκης) που απήγγειλε και έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1721 παρ. 1 και 1718 του ΑΚ.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. Ι και 19 ΚΠολΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι παραπέμφθηκαν στην παρούσα Β’ Τακτική Ολομέλεια, με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 2160/2014 απόφαση του Γ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Δεδομένου δε ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης για όλη την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ αρθ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ».
Απόφαση 7 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 7/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Κ. Κ. του Σ. 2)Π. Γ. του Α., κατοίκων ..., 3)Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., 4)Π. Θ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-6-1979 δύο αγωγές των αρχικώς εναγόντων Σ. συζ. Π. Γ. το γένος Γ. Γ. και Σ. Κ. του Κ. που απεβίωσαν, και κληρονομήθηκαν από τους αναιρεσίβλητους, την από 20-9-1979 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση Ι. Δ. Μ., τις από 5-10-1979 και 12-10-1979 κύριες παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8068/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου,279/2012 Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 10-2-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ,, κατά την οποία "αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας διαδικασίας", σαφώς προκύπτει ότι ο κυρίως παρεμβαίνων, ο οποίος γίνεται αντίδικος αμφοτέρων των αρχικών διαδίκων ως επιδιώκων την υπέρ αυτού έκβαση της δίκης, δεν μπορεί να επιζητεί με την παρέμβασή του την επιδίκαση σε αυτόν αντικειμένου διαφόρου εκείνου για το οποίο ερίζουν οι αρχικοί διάδικοι της δίκης, στην οποία παρενέβη ή πλέον του αντικειμένου αυτού. Ειδικότερα σε δίκη διατάραξης της νομής ο κυρίως παρεμβαίνων δεν μπορεί να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος της επίδικης εκτάσεως. Τα αυτά ισχύουν για την ταυτότητα του νόμιμου λόγου και όταν σε δίκη διατάραξης της νομής παρεμβαίνει κυρίως το Ελληνικό Δημόσιο και υποβάλει το αυτό ως άνω αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας του επί του επιδίκου. Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ισχύ του ΑΚ κατ’ άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, κατά την οποία το Δημόσιο μπορεί σε δίκη περί νομής (διαταράξεως ή αποβολής), όταν ενάγεται να προτείνει την ένσταση ιδίας κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, έστω και αν αυτό δεν έχει αναγνωριστεί σε δίκη μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, της οποίας αποδεικνυομένης απορρίπτεται η αγωγή, εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 991 ΑΚ και δεν μεταβάλει τη ρύθμιση του άρθρου 79 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όταν εισάγεται κυρία παρέμβαση από το Δημόσιο.
Συνεπώς το έννομο συμφέρον του κυρίως παρεμβαίνοντος Δημοσίου σε δίκη διαταράξεως της νομής, πρέπει να θεμελιώνεται στην αντιποίηση, ολική ή μερική, του αντικειμένου της αρχικής δίκης, άλλως η κυρία παρέμβαση του απορρίπτεται ως απαράδεκτη, έστω και αν η τελευταία ασκείται με τα προσόντα και τις προϋποθέσεις της αυτοτελούς αγωγής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με τις δύο κύριες παρεμβάσεις που άσκησε το αναιρεσείον στη δίκη που ανοίχθηκε επί αγωγών περί νομής των αρχικώς εναγόντων, την οποία (δίκη) συνέχισαν οι αναιρεσίβλητοι μετά το θάνατο των τελευταίων, ως καθολικοί τους διάδοχοι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση οι προαναφερόμενες κυρίες παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το αίτημα αυτών με το οποίο επιδιώκεται η αναγνώριση του κυρίως παρεμβαίνοντος ως κυρίου των επιδίκων ακινήτων, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι διευρύνεται ανεπίτρεπτα το αντικείμενο της δίκης που άρχισε με τις ανωτέρω δύο αγωγές, με τις οποίες ζητείται η αναγνώριση μόνο της νομής των εναγόντων στα επίδικα ακίνητα, λόγω της επικαλούμενης διαταράξεως αυτής από τον εναγόμενο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψεως αυτής".
Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, με βάση και τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη που προηγήθηκε και πρέπει ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, προκύπτει, ότι προς απόκτηση της νομής πάνω στο πράγμα απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντα, δηλαδή το σωματικό (corpus) και το ψυχικό (animus). Και το πρώτο μεν εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτή, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σε αυτό κάθε στιγμή, Η διάνοια κυρίου, επίσης, εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 § 1 και 987 εδάφιο α’ ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής περί αποβολής από την νομή, στην οποία μπορεί να σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή, είναι η νομή του ενάγοντα πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της αποβολής και της άσκησης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με αποβολή που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα- ενάγοντα. Ως αποβολή νοείται η αφαίρεση της καθολικής φυσικής εξουσίας σε όλο το πράγμα ή σε μέρος αυτού. Η συνδρομή της αποβολής από τη νομή κρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία, ενώ ο χρόνος, ο τρόπος και η αιτία απόκτησης της νομής δεν αποτελούν στοιχεία της σχετικής αγωγής. Είναι, δηλαδή, αδιάφορο επί πόσο χρόνο πριν από την αποβολή νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, όπως, επίσης και με ποιο τρόπο αποκτήθηκε η νομή (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου) και από ποια αιτία, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αιτιολογία και του τρόπου κτήσης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 και 983 ΑΚ η νομή αποκτάται είτε με παράδοση αυτής στον αποκτώντα με τη βούληση του έως τώρα νομέα ή και με μόνη τη μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση αυτής, εφόσον ο αποκτών είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε με κληρονομική διαδοχή. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα είναι δύο όμορα και συνεχόμενα οικόπεδα, που βρίσκονται στην περιοχή με την ονομασία "...", που ανήκει στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων και ειδικότερα: α) το ένα εξ αυτών, που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής της αρχικής ενάγουσας, καθώς και της σχετικής με την άνω αγωγή κυρίας παρεμβάσεως, έχει έκταση 175,35 τ.μ., εμφανίζεται με τον αριθμό ... στο με κλίμακα 1:500 από 20-12-1956 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ. Π., που έχει προσαρτηθεί τόσο στο υπ’ αριθμό .../1959 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Χρήστου Κουτσιμπού, όσο και στο υπ αριθμό ...1958 πληρεξούσιο του συμβ/φου Αθηνών Στεφ. Αυγερόπουλου, συνορεύει .....και β) το δε άλλο, που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής του αρχικού ενάγοντος Σ. Κ., καθώς και της σχετικής με την άνω αγωγή κυρίας παρεμβάσεως, έχει έκταση 175,68 τ,μ, εμφανίζεται με τον αριθμό ...) στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ. Π., συνορεύει .... Και τα δύο επίδικα οικόπεδα αποτελούν τμήματα μεγαλύτερης έκτασης 228 στρεμμάτων, που ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στη Σ. συζ. Σ. Κ., στην οποία περιήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής των προγόνων της και συνόρευε ......, όπως αναφέρεται στο υπ’ αριθμό .../4-8-1883 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Σπυρ. Αρμάγου, δυνάμει του οποίου οι αδελφοί Ν. και Α. Κ. του Ι., εγγονοί του Σ. Κ. και Σ. συζ. Σ. Κ., πώλησαν στους Γ. Π. και Η. Β. ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω μείζονος έκτασης. Η περιγραφή της ανωτέρω μείζονος έκτασης στο ανωτέρω συμβόλαιο είναι σημαντική τόσο ως προς τη θέση αυτής (ήτοι θέση ...), όσο και ως προς την έκταση αυτής, την οποία προσδιορίζει με ακρίβεια (228 στρέμματα, χωρίς να αναφέρεται στη γνωστή τυπική διατύπωση "ή όσον εστί", ώστε να καλύπτεται τυχόν σφάλμα ως προς μεταγενέστερες μετρήσεις), όσο και ως προς τα όρια αυτής, στα οποία δεν γίνεται αναφορά του Δημοσίου ως ομόρου ιδιοκτήτη, ούτε φέρεται ως ιδιοκτήτης ομόρου ακινήτου κάποιος "άγνωστος", που επιτρέπει τη δημιουργία αμφιβολίας ότι η ιδιοκτησία του "αγνώστου" ανήκει στο Δημόσιο. Η ανωτέρω μεγαλύτερη έκταση των 228 στρεμμάτων, η οποία ήταν ανέκαθεν ιδιωτική, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα νομίμως επικυρωμένα αντίγραφα συμβολαίων της περιόδου των ετών 1883 και εντεύθεν, αλλά και τα αναφερόμενα σ’ αυτά χρονικώς προγενέστερα συμβόλαια, όπως το υπ’ αριθμό .../23-12-1865 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αργυρίου Πέππα, περιήλθε, κατόπιν διαδοχικών καθολικών διαδοχών, αρχικώς μεν, κατ’ ίσο ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, στα έξι τέκνα της Σ. Σ. Κ., ήτοι στους Σ. Κ., Μ. Κ., Ι. Κ., Α. Κ., Μ. Μ. και Ό. Λ.. Στη συνέχεια η ανωτέρω έκταση των 228 στρεμμάτων περιήλθε στους κληρονόμους των ανωτέρω αδελφών, ορισμένοι από τους οποίους πώλησαν τα ανήκοντα σ’ αυτούς ιδανικά μερίδια σε τρίτους. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και ο Γ. Π. και Η. Β., οι οποίοι με τα υπ’ αριθμούς .../1883 συμβόλαια του συμβ/φου Αθηνών Σπυρ. Αρμάγου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, απέκτησαν με αγορά από τους κληρονόμους της πρώτης και απώτατης δικαιοπαρόχου, ήτοι ....., τα εκεί μνημονευόμενα ιδανικά μερίδια της μεγαλύτερης έκτασης των 228 στρεμμάτων, ενώ με το υπ’ αριθμό ...1897 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ι. Γαϊτάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Γ. Π. απέκτησε με αγορά από το Σ. Ζ. και άλλο ιδανικό μερίδιο της ίδιας έκτασης, που αντιστοιχούσε σε 39 στρέμματα και 312,5 τ.μ, το οποίο ο πωλητής είχε αποκτήσει με κατακύρωση υπέρ αυτού σε δημόσιο πλειστηριασμό της μερίδας συγκυριότητας του οφειλέτη Η. Β. (που είχε αγοράσει μερίδιο εξ αδιαιρέτου από τον Α. Ι. Καπανδριώτη, με το προαναφερόμενο ... συμβόλαιο), για την οποία (κατακύρωση) συντάχθηκε η υπ’ αριθμό .../1897 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβ/φου Αθηνών Παναγ. Παπαδιαμαντοπούλου, με αποτέλεσμα ο Γ. Π. να καταστεί συγκύριος της μείζονος έκτασης που αντιστοιχούσε σε έκταση 79,5 στρέμματα. Με το υπ’ αριθμό ...1901 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Λεωνίδα Πέρδικα, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι της Σ. συζ. Σ. Κ., τους οποίους περιλαμβανόταν και ο Γ. Π., διένειμαν την έκταση των 228 στρεμμάτων αρχικώς μεν σε δύο τμήματα, εκ των το ένα περιελάμβανε την εντός σχεδίου περιοχή και το άλλο την εκτός σχεδίου έκταση, στη συνέχεια δε προέβησαν στη διανομή της εντός σχεδίου έκτασης σε έξι μερίδες και την εκτός σχεδίου σε τρεις επιφάνειες και κάθε επιφάνεια σε έξι μερίδες, ...... Από την εκτός σχεδίου διανεμηθείσα έκταση, η ..., στην οποία εντοπίζονται τα επίδικα οικόπεδα, κληρώθηκε στους Μ. συζ. Χ. Ρ., Ο. συζ. Α. Σ., Δ. Σ., Σ. Γ., Χ. Γ., Π. Π., Α. Κ. και Γ. Π.. Ακολούθως, με το υπ’ αριθμό .../1907 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αντωνίου Μπουρνιά, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι κληρονόμοι και κληροδόχοι του Γ. Π. μεταβίβασαν με σύμβαση συμβιβασμού στο Γ. Γ., ποσοστό 12% εξ αδιαιρέτου επί της συνολικής μερίδας του δικαιοπαρόχου τους Γ. Π. κατά τη διανομή του έτους 1901 και συνεπώς και επί της .... Κατόπιν, και αφού προηγουμένως έλαβαν χώρα διαδοχικές καθολικές και ειδικές διαδοχές στη νομή και στην κυριότητα των μεριδίων που ανήκαν στους συγκυρίους της ..., δυνάμει των υπ’ αριθμούς ...1933, .../1938 και .../1938 διανεμητηρίων συμβολαίων των συμβ/φων Αθηνών Αναστασίου Ηλιακόποπουλου (το πρώτο) και Κων/νου Ρούσσου (τα υπόλοιπα δύο), που μεταγράφηκαν νόμιμα διανεμήθηκε περαιτέρω η ..., έκτασης 2,900 τ.μ,, μεταξύ των προσώπων που ήταν ήδη συγκύριοι κατά τους χρόνους πραγματοποίησης των διανομών και δημιουργήθηκαν διακεκριμένες εκτάσεις, ορισμένες από τις οποίες περιήλθαν, αναλόγως των ιδανικών τους μεριδίων, σε ορισμένους εκ των συγκυρίων, οι οποίοι με τον τρόπο αυτόν εξήλθαν της κοινωνίας, η οποία εξακολούθησε να υφίσταται πλέον μεταξύ των λοιπών συγκυρίων της εναπομείνασας κοινής μεταξύ αυτών έκτασης, οι οποίοι, λόγω της επικείμενης επέκτασης του σχεδίου πόλεως της Αθήνας και στην περιοχή που βρισκόταν η ... του ανωτέρω εκτός του σχεδίου πόλεως τμήματος της μείζονος από 228 στέμματα έκτασης, έδωσαν εντολή στον πολιτικό μηχανικό Χρ. Παπαγεωργίου να συντάξει σχεδιάγραμμα, με σκοπό τη δημιουργία διακριτών οικοπέδων εντός της κοινής έκτασης αυτών. Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής ο ανωτέρω μηχανικός προέβη στη σύνταξη του από 20-12-1956 προαναφερομένου σχεδιαγράμματος, στο οποίο τα επίδικα ακίνητα εμφανίζονται με τους αριθμούς .... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με τα υπ’ αριθμούς ...1958 και .../1959 πληρεξούσια των συμβ/φων Αθηνών Σ. Α. και Χ. Κ. αντίστοιχα, οι συγκύριοι της ... χορήγησαν προς αλλήλους την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να παραχωρήσουν μεταβιβάσουν και παραδώσουν κατά πλήρες δικαίωμα νομής, κατοχής και κυριότητας σε οποιονδήποτε τρίτο ή σ’ αυτούς τους ίδιους τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά που τους ανήκαν επί των ειδικώς προσδιοριζόμενων οικοπέδων,..... Στους συννομείς και συγκυρίους της επίκοινης ... ανήκαν μεταξύ άλλων και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά το έτος 1942 Γ. Γ., ο οποίος με τη νομίμως δημοσιευθείσα από 6-2-1938 ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του αφενός τις δύο θυγατέρες του, ήτοι την αρχική ενάγουσα και την Ο., αφετέρου δε τη σύζυγο του, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου την κάθε μια απ’ αυτές. Οι ανωτέρω τρεις κληρονόμοι του Γ. Γ., έχοντας συνολικό μερίδιο στην κοινή ... ίσο με τη μερίδα του άνω κληρονομουμένου, δηλαδή 12% εξ αδιαιρέτου, έλαβαν μέρος στην κατάρτιση των ανωτέρω πληρεξουσίων τόσο ως εντολείς όσο και ως εντολοδόχοι των άλλων συγκυρίων, σ’ αυτές δε χορηγήθηκε η κατά το άνω περιεχόμενο εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσουν στις ίδιες ή σε τρίτα πρόσωπα τα επίδικα οικόπεδα με αριθμούς .... Έτσι, οι ανωτέρω τρεις κληρονόμοι, ενεργώντας μέσα στα πλαίσια της χορηγηθείσας σ’ αυτές εξουσίας τόσο για λογαριασμό των λοιπών συνιδιοκτητών της επίκοινης ..., ..... όσο και για ατομικό τους λογαριασμό, πώλησαν και μεταβίβασαν στον αρχικώς ενάγοντα, ήτοι το Σ. Κ. του Κ. - στη θέση του οποίου υπεισήλθε μετά τον επισυμβάντα κατά έτος 1987 θάνατο του, λόγω κληρονομικής διαδοχής, ο υιός του Κ. Κ. του Σ. - το επίδικο οικόπεδο με ..., κατά τα ανήκοντα στις ίδιες και στους λοιπούς και εκπροσωπούμενους απ’ αυτές συγκυρίους εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας ανερχόμενα σε 84,82%, όπως ρητά αναφέρεται στο υπ’ αριθμό .../1958 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ι. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα. Από το έτος αυτό ο Σ. Κ. έλαβε στην κατοχή του το ανωτέρω οικόπεδο και έως το χρόνο του θανάτου του, ενεργούσε επ’ αυτού, ανεμπόδιστα και χωρίς αμφισβήτηση από οποιονδήποτε τρίτο, ..... όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, όπως οριοθέτηση, επιτήρηση των ορίων του με συχνές και τακτικές επισκέψεις κλπ, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου ολόκληρου του οικοπέδου, παρά το γεγονός ότι στο προαναφερόμενο συμβόλαιο αναφέρεται ότι μεταβιβάσθηκε μόνο ποσοστό 84,82% εξ αδιαιρέτου. Το άλλο επίδικο οικόπεδο με ... περιήλθε μετά τη σύνταξη των άνω πληρεξουσίων συμβολαίων αρχικά στη συννομή των ανωτέρω τριών κληρονόμων του Γ. Γ., εν γνώσει και με τη συναίνεση των λοιπών συγκυρίων. Μετά το θάνατο της συζύγου του άνω κληρονομουμένου, και την καθολική διαδοχή αυτής από τις θυγατέρες της Σ. και Ο., σε συνδυασμό και με το υπ’ αριθμό .../1967 πληρεξούσιο του συμβ/φου Αθηνών Χρήστου Κουτσιμπού, με το οποίο η Ο. Γ. παρέχει την εξουσία στην αδελφή της Σ. να πράττει για το δικό της αποκλειστικά συμφέρον όσα ανέφεραν τα προαναφερόμενα με αριθμούς ...1958 και .../1959 δύο πληρεξούσια, το ανωτέρω οικόπεδο περιήλθε με άτυπη κατ’ ουσία διανομή στην αποκλειστική νομή της αρχικώς ενάγουσας η οποία κατείχε έκτοτε έως το χρόνο του θανάτου της, με διάνοια αποκλειστικής κυρίας το εν λόγω επίδικο οικόπεδο, ασκώντας επ’ αυτού, ανεμπόδιστα και χωρίς αμφισβήτηση από οποιονδήποτε, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στη φύση και στο σκοπό του, και ειδικότερα φρόντιζε για τη σταθερή οριοθέτηση του, τον καθαρισμό αυτού και την επίβλεψη του με συχνές επισκέψεις, ενώ πλήρωνε τα επιβαλλόμενα τέλη ακαλύπτων χώρων, όπως έπραττε και ο ενάγων για το άλλο επίδικο οικόπεδο. Η ανωτέρω κατάσταση, με την ανεμπόδιστη άσκηση της νομής από τους αρχικούς ενάγοντες στα επίδικα ακίνητα, διακόπηκε παροδικά στις 15-7-1978, όταν στην περιοχή των επιδίκων εμφανίσθηκε για πρώτη φορά ο εναγόμενος, ο οποίος, όπως προέκυψε μεταγενέστερα, έχοντας την εντύπωση ότι τα επίδικα ανήκουν κατά κυριότητα στο κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, υπέβαλε στο τελευταίο αίτηση εξαγοράς αυτών και συγχρόνως επιχείρησε να εισέλθει εντός αυτών και να ασκήσει πράξεις νομής. Η πρόθεση του όμως έγινε αμέσως αντιληπτή και αποτράπηκε προσωρινά η προσβολή της νομής των εναγόντων στα επίδικα. Ο τελευταίος όμως επανήλθε τις βραδινές ώρες και χωρίς νόμιμη αιτία και χωρίς τη συναίνεση και εναντίον της θέλησης των αρχικών εναγόντων εισήλθε εντός των επιδίκων και κατόρθωσε να κατασκευάσει επ’ αυτών πρόχειρο παράπηγμα, συγχρόνως δε εναπόθεσε και στα δύο επίδικα όσα οικοδομικά υλικά δεν χρησιμοποιήθηκαν. Για την προσωρινή προστασία της νομής του από την προαναφερόμενη προσβολή αυτής ο ενάγων ζήτησε να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, ..... Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 68/12-10-1979 απόφαση του ανωτέρω Εισαγγελέα, με την οποία, αφού κρίθηκε προηγουμένως ότι μόνος ανεπίληπτος και αληθής νομέας του υπ’ ... οικοπέδου ήταν ο αιτών Σ. Κ. και όχι ο εναγόμενος ή το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας. Οι ανωτέρω αρχικοί ενάγοντες εξακολούθησαν έκτοτε έως και το χρόνο του θανάτου τους να ασκούν στα επίδικα τις προαναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίων, μετά δε το θάνατο αυτών οι νόμιμοι κληρονόμοι τους εξακολουθούν να ασκούν έως σήμερα με τα ίδια προσόντα τη νομή επί των επιδίκων. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα οι ισχυρισμοί του κυρίως παρεμβαίνοντος, ότι τα επίδικα ανήκουν στη νομή (και την κυριότητα) αυτού, εφόσον το τελευταίο δεν προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται πλήρως, ότι απέκτησε τη νομή (και κυριότητα) των επιδίκων, ως αποτελούντων τμήματα έκτασης 7.400 στρεμμάτων που βρίσκονται στην περιοχή "...": α) με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 9-7-1932 και με τα από 6-8-1830 και 7-7-1930 Πρωτόκολλα του Λονδίνου. Ειδικότερα, το κυρίως παρεμβαίνον δεν προσκόμισε οποιοδήποτε νόμιμο τίτλο κτήσης των επιδίκων, στα οποία ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής ή κατοχής, δεδομένου ότι αυτά ανέκαθεν, από αμνημονεύτων χρόνων, ανήκαν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στη Σ. συζ. Σ. Κ., μετά δε το θάνατο αυτής περιήλθαν στη νομή των κληρονόμων της και από αυτούς στη νομή των δικών τους καθολικών και ειδικών διαδόχων, μέχρι τη κτήση της νομής τους από τους αρχικούς ενάγοντες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, που εξακολούθησαν τη νομή των δικαιοπαρόχων τους. (Ακολουθούν εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ ιδίαν αποδεικτικών μέσων και επιχειρήματα του δικαστηρίου υπέρ των παραπάνω παραδοχών του). Περαιτέρω, όσο αφορά τους συνδεόμενους με τους λόγους της έφεσης ισχυρισμούς του κυρίως παρεμβαίνοντος ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στην περιοχή (θέση) "..." η οποία δεν συμπίπτει με τις θέσεις "Τουρκοβούνια" ή "..." και ότι επίσης τα επίδικα βρίσκονται στην κηρυχθείσα με την προαναφερόμενη απόφαση του Υπουργού Γεωργίας αναδασωτέα περιοχή των 1.300 στρεμμάτων, αποτελούν δικά τους συμπεράσματα, τα οποία στηρίζονται κυρίως στο γεγονός ότι με την υπ’ αριθμό ...29-10-1938 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση 1.300 στρεμμάτων, παρατηρείται ότι: α) η έκταση, στην οποία βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα περιγράφεται σε όλα τα προσκομισθέντα συμβόλαια των ετών 1883 και εφεξής, ως ευρισκόμενη στη θέση "..." ή "Τουρκοβούνια" ή και "..." κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι οι ανωτέρω ονομασίες αναφέρονται στην ίδια περιοχή και β) η περίφραξη, την οποία ολοκλήρωσαν τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου κατά το έτος 1948 για να οριοθετήσουν την αναδασωτέα έκταση των 1.330 στρεμμάτων, δεν έφθανε έως την οδό ..., που αποτελεί το νότιο όριο των επιδίκων, αλλά τουλάχιστον 250 μέτρα βορειότερα των επιδίκων, όπως προαναφέρθηκε. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και αν η ανωτέρω περίφραξη, που καθαιρέθηκε από τους κατοίκους της περιοχής, περιελάμβανε και τα επίδικα οικόπεδα, αποτελούσε μεμονωμένη και αποσπασματική συμπεριφορά του κυρίως παρεμβαίνοντος, το οποίο δεν πραγματοποίησε οποιαδήποτε άλλη διακατοχική πράξη στα επίδικα, που να δικαιολογεί και να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του ότι ασκούσε τη νομή επί των επιδίκων ακινήτων και μάλιστα επί μια συνεχή εικοσαετία τουλάχιστον". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι οι αρχικοί ενάγοντες, κατόπιν διαδοχικών καθολικών και ειδικών διαδοχών, απόκτησαν τη νομή στα επίδικα ακίνητα, από την οποία αποβλήθηκαν προσωρινά στις 15/7/1978 από τον (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) εναγόμενο και την οποία εξακολούθησαν έκτοτε να ασκούν συνεχώς μέχρι το χρόνο άσκησης των ένδικων αγωγών τους και των κύριων παρεμβάσεων του αναιρεσείοντος, αλλά και μέχρι το χρόνο του θανάτου τους (κατά τα έτη 1987 και 2007, αντίστοιχα), και ότι τη νομή αυτή εξακολούθησαν έκτοτε με τα ίδια προσόντα να ασκούν μέχρι σήμερα οι αναιρεσίβλητοι, ως νόμιμοι κληρονόμοι των αρχικώς εναγόντων, ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε κάνει εν μέρει δεκτές τις πιο πάνω αγωγές περί αναγνώρισης του δικαιώματος νομής και περί αποβολής από αυτή των αρχικώς εναγόντων, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα νομής τους στα επίδικα ακίνητα και είχε απορρίψει τις κύριες παρεμβάσεις του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αναγνώρισης των αρχικώς εναγόντων ως νομέων των επίδικων ακινήτων.
Συνεπώς ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο έκτος από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι καθ’ όσον η επικαλούμενη ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης δεν αναφέρεται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, δεν αφορά ζητήματα υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ότι δηλαδή αποδείχθηκε ότι νομείς των επιδίκων είναι οι αρχικώς ενάγοντες και ότι ουδέποτε υπήρξε νομέας τούτων το αναιρεσείον, το οποίο διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση. Επίσης ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ’ όσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όπως ήδη αναφέρθηκε διατυπώνεται σαφώς. Απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ελλιπών αιτιολογιών και, ειδικότερα, από την παράλειψη αναφοράς σ’ αυτήν 1) των ακριβών στοιχείων μεταγραφής των πράξεων αποδοχής κληρονομίας των υπεισελθόντων στη θέση των αρχικών εναγόντων, που απεβίωσαν κατά την διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης, καθολικών διαδόχων τους και 2) της υπεισέλευσης τούτων στη νομή των κληρονομούμενων, καθ’ όσον οι επικαλούμενες ελλείψεις δεν αποτελούν ζητήματα υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με τις παραδοχές της που αφορούν την απόρριψη της κυρίας παρέμβασης, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ. 10 και 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του και ως προς τις δύο προβαλλόμενες αιτιάσεις, καθ’ όσον εκτός από την αριθμητική επίκληση των παραπάνω διατάξεων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα στοιχείο από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση τους. Ειδικότερα 1) σε σχέση με την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 10 δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη και 2) σε σχέση με την προβαλλόμενη αιτίαση από τον αρ. 11 γ δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, τα οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων παραδεκτώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1, 13 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στις οποίες υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ότι ασκούσαν σ’ αυτό πράξεις νομής οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους, απορρίπτοντας ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ιδίας αυτού νομής και κυριότητας, κτηθείσας με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου από 6-8-1830 και 7-7-1830 και με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 9-7-1832, παραλείποντας να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 4 του ΑΝ 1539/1938 σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματά του είναι απαράγραπτα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ’ όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δικαιώματος του αναιρεσείοντος επί των επίδικων ακινήτων.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/1/2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 279/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αριθμός 7/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Κ. Κ. του Σ. 2)Π. Γ. του Α., κατοίκων ..., 3)Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., 4)Π. Θ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-6-1979 δύο αγωγές των αρχικώς εναγόντων Σ. συζ. Π. Γ. το γένος Γ. Γ. και Σ. Κ. του Κ. που απεβίωσαν, και κληρονομήθηκαν από τους αναιρεσίβλητους, την από 20-9-1979 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση Ι. Δ. Μ., τις από 5-10-1979 και 12-10-1979 κύριες παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8068/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου,279/2012 Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 10-2-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ,, κατά την οποία "αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας διαδικασίας", σαφώς προκύπτει ότι ο κυρίως παρεμβαίνων, ο οποίος γίνεται αντίδικος αμφοτέρων των αρχικών διαδίκων ως επιδιώκων την υπέρ αυτού έκβαση της δίκης, δεν μπορεί να επιζητεί με την παρέμβασή του την επιδίκαση σε αυτόν αντικειμένου διαφόρου εκείνου για το οποίο ερίζουν οι αρχικοί διάδικοι της δίκης, στην οποία παρενέβη ή πλέον του αντικειμένου αυτού. Ειδικότερα σε δίκη διατάραξης της νομής ο κυρίως παρεμβαίνων δεν μπορεί να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος της επίδικης εκτάσεως. Τα αυτά ισχύουν για την ταυτότητα του νόμιμου λόγου και όταν σε δίκη διατάραξης της νομής παρεμβαίνει κυρίως το Ελληνικό Δημόσιο και υποβάλει το αυτό ως άνω αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας του επί του επιδίκου. Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ισχύ του ΑΚ κατ’ άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, κατά την οποία το Δημόσιο μπορεί σε δίκη περί νομής (διαταράξεως ή αποβολής), όταν ενάγεται να προτείνει την ένσταση ιδίας κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, έστω και αν αυτό δεν έχει αναγνωριστεί σε δίκη μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, της οποίας αποδεικνυομένης απορρίπτεται η αγωγή, εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 991 ΑΚ και δεν μεταβάλει τη ρύθμιση του άρθρου 79 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όταν εισάγεται κυρία παρέμβαση από το Δημόσιο.
Συνεπώς το έννομο συμφέρον του κυρίως παρεμβαίνοντος Δημοσίου σε δίκη διαταράξεως της νομής, πρέπει να θεμελιώνεται στην αντιποίηση, ολική ή μερική, του αντικειμένου της αρχικής δίκης, άλλως η κυρία παρέμβαση του απορρίπτεται ως απαράδεκτη, έστω και αν η τελευταία ασκείται με τα προσόντα και τις προϋποθέσεις της αυτοτελούς αγωγής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με τις δύο κύριες παρεμβάσεις που άσκησε το αναιρεσείον στη δίκη που ανοίχθηκε επί αγωγών περί νομής των αρχικώς εναγόντων, την οποία (δίκη) συνέχισαν οι αναιρεσίβλητοι μετά το θάνατο των τελευταίων, ως καθολικοί τους διάδοχοι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση οι προαναφερόμενες κυρίες παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το αίτημα αυτών με το οποίο επιδιώκεται η αναγνώριση του κυρίως παρεμβαίνοντος ως κυρίου των επιδίκων ακινήτων, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι διευρύνεται ανεπίτρεπτα το αντικείμενο της δίκης που άρχισε με τις ανωτέρω δύο αγωγές, με τις οποίες ζητείται η αναγνώριση μόνο της νομής των εναγόντων στα επίδικα ακίνητα, λόγω της επικαλούμενης διαταράξεως αυτής από τον εναγόμενο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψεως αυτής".
Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, με βάση και τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη που προηγήθηκε και πρέπει ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, προκύπτει, ότι προς απόκτηση της νομής πάνω στο πράγμα απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντα, δηλαδή το σωματικό (corpus) και το ψυχικό (animus). Και το πρώτο μεν εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτή, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σε αυτό κάθε στιγμή, Η διάνοια κυρίου, επίσης, εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 § 1 και 987 εδάφιο α’ ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής περί αποβολής από την νομή, στην οποία μπορεί να σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή, είναι η νομή του ενάγοντα πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της αποβολής και της άσκησης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με αποβολή που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα- ενάγοντα. Ως αποβολή νοείται η αφαίρεση της καθολικής φυσικής εξουσίας σε όλο το πράγμα ή σε μέρος αυτού. Η συνδρομή της αποβολής από τη νομή κρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία, ενώ ο χρόνος, ο τρόπος και η αιτία απόκτησης της νομής δεν αποτελούν στοιχεία της σχετικής αγωγής. Είναι, δηλαδή, αδιάφορο επί πόσο χρόνο πριν από την αποβολή νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, όπως, επίσης και με ποιο τρόπο αποκτήθηκε η νομή (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου) και από ποια αιτία, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αιτιολογία και του τρόπου κτήσης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 και 983 ΑΚ η νομή αποκτάται είτε με παράδοση αυτής στον αποκτώντα με τη βούληση του έως τώρα νομέα ή και με μόνη τη μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση αυτής, εφόσον ο αποκτών είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε με κληρονομική διαδοχή. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα είναι δύο όμορα και συνεχόμενα οικόπεδα, που βρίσκονται στην περιοχή με την ονομασία "...", που ανήκει στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων και ειδικότερα: α) το ένα εξ αυτών, που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής της αρχικής ενάγουσας, καθώς και της σχετικής με την άνω αγωγή κυρίας παρεμβάσεως, έχει έκταση 175,35 τ.μ., εμφανίζεται με τον αριθμό ... στο με κλίμακα 1:500 από 20-12-1956 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ. Π., που έχει προσαρτηθεί τόσο στο υπ’ αριθμό .../1959 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Χρήστου Κουτσιμπού, όσο και στο υπ αριθμό ...1958 πληρεξούσιο του συμβ/φου Αθηνών Στεφ. Αυγερόπουλου, συνορεύει .....και β) το δε άλλο, που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής του αρχικού ενάγοντος Σ. Κ., καθώς και της σχετικής με την άνω αγωγή κυρίας παρεμβάσεως, έχει έκταση 175,68 τ,μ, εμφανίζεται με τον αριθμό ...) στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ. Π., συνορεύει .... Και τα δύο επίδικα οικόπεδα αποτελούν τμήματα μεγαλύτερης έκτασης 228 στρεμμάτων, που ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στη Σ. συζ. Σ. Κ., στην οποία περιήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής των προγόνων της και συνόρευε ......, όπως αναφέρεται στο υπ’ αριθμό .../4-8-1883 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Σπυρ. Αρμάγου, δυνάμει του οποίου οι αδελφοί Ν. και Α. Κ. του Ι., εγγονοί του Σ. Κ. και Σ. συζ. Σ. Κ., πώλησαν στους Γ. Π. και Η. Β. ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω μείζονος έκτασης. Η περιγραφή της ανωτέρω μείζονος έκτασης στο ανωτέρω συμβόλαιο είναι σημαντική τόσο ως προς τη θέση αυτής (ήτοι θέση ...), όσο και ως προς την έκταση αυτής, την οποία προσδιορίζει με ακρίβεια (228 στρέμματα, χωρίς να αναφέρεται στη γνωστή τυπική διατύπωση "ή όσον εστί", ώστε να καλύπτεται τυχόν σφάλμα ως προς μεταγενέστερες μετρήσεις), όσο και ως προς τα όρια αυτής, στα οποία δεν γίνεται αναφορά του Δημοσίου ως ομόρου ιδιοκτήτη, ούτε φέρεται ως ιδιοκτήτης ομόρου ακινήτου κάποιος "άγνωστος", που επιτρέπει τη δημιουργία αμφιβολίας ότι η ιδιοκτησία του "αγνώστου" ανήκει στο Δημόσιο. Η ανωτέρω μεγαλύτερη έκταση των 228 στρεμμάτων, η οποία ήταν ανέκαθεν ιδιωτική, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα νομίμως επικυρωμένα αντίγραφα συμβολαίων της περιόδου των ετών 1883 και εντεύθεν, αλλά και τα αναφερόμενα σ’ αυτά χρονικώς προγενέστερα συμβόλαια, όπως το υπ’ αριθμό .../23-12-1865 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αργυρίου Πέππα, περιήλθε, κατόπιν διαδοχικών καθολικών διαδοχών, αρχικώς μεν, κατ’ ίσο ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, στα έξι τέκνα της Σ. Σ. Κ., ήτοι στους Σ. Κ., Μ. Κ., Ι. Κ., Α. Κ., Μ. Μ. και Ό. Λ.. Στη συνέχεια η ανωτέρω έκταση των 228 στρεμμάτων περιήλθε στους κληρονόμους των ανωτέρω αδελφών, ορισμένοι από τους οποίους πώλησαν τα ανήκοντα σ’ αυτούς ιδανικά μερίδια σε τρίτους. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και ο Γ. Π. και Η. Β., οι οποίοι με τα υπ’ αριθμούς .../1883 συμβόλαια του συμβ/φου Αθηνών Σπυρ. Αρμάγου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, απέκτησαν με αγορά από τους κληρονόμους της πρώτης και απώτατης δικαιοπαρόχου, ήτοι ....., τα εκεί μνημονευόμενα ιδανικά μερίδια της μεγαλύτερης έκτασης των 228 στρεμμάτων, ενώ με το υπ’ αριθμό ...1897 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ι. Γαϊτάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Γ. Π. απέκτησε με αγορά από το Σ. Ζ. και άλλο ιδανικό μερίδιο της ίδιας έκτασης, που αντιστοιχούσε σε 39 στρέμματα και 312,5 τ.μ, το οποίο ο πωλητής είχε αποκτήσει με κατακύρωση υπέρ αυτού σε δημόσιο πλειστηριασμό της μερίδας συγκυριότητας του οφειλέτη Η. Β. (που είχε αγοράσει μερίδιο εξ αδιαιρέτου από τον Α. Ι. Καπανδριώτη, με το προαναφερόμενο ... συμβόλαιο), για την οποία (κατακύρωση) συντάχθηκε η υπ’ αριθμό .../1897 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβ/φου Αθηνών Παναγ. Παπαδιαμαντοπούλου, με αποτέλεσμα ο Γ. Π. να καταστεί συγκύριος της μείζονος έκτασης που αντιστοιχούσε σε έκταση 79,5 στρέμματα. Με το υπ’ αριθμό ...1901 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Λεωνίδα Πέρδικα, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι της Σ. συζ. Σ. Κ., τους οποίους περιλαμβανόταν και ο Γ. Π., διένειμαν την έκταση των 228 στρεμμάτων αρχικώς μεν σε δύο τμήματα, εκ των το ένα περιελάμβανε την εντός σχεδίου περιοχή και το άλλο την εκτός σχεδίου έκταση, στη συνέχεια δε προέβησαν στη διανομή της εντός σχεδίου έκτασης σε έξι μερίδες και την εκτός σχεδίου σε τρεις επιφάνειες και κάθε επιφάνεια σε έξι μερίδες, ...... Από την εκτός σχεδίου διανεμηθείσα έκταση, η ..., στην οποία εντοπίζονται τα επίδικα οικόπεδα, κληρώθηκε στους Μ. συζ. Χ. Ρ., Ο. συζ. Α. Σ., Δ. Σ., Σ. Γ., Χ. Γ., Π. Π., Α. Κ. και Γ. Π.. Ακολούθως, με το υπ’ αριθμό .../1907 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αντωνίου Μπουρνιά, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι κληρονόμοι και κληροδόχοι του Γ. Π. μεταβίβασαν με σύμβαση συμβιβασμού στο Γ. Γ., ποσοστό 12% εξ αδιαιρέτου επί της συνολικής μερίδας του δικαιοπαρόχου τους Γ. Π. κατά τη διανομή του έτους 1901 και συνεπώς και επί της .... Κατόπιν, και αφού προηγουμένως έλαβαν χώρα διαδοχικές καθολικές και ειδικές διαδοχές στη νομή και στην κυριότητα των μεριδίων που ανήκαν στους συγκυρίους της ..., δυνάμει των υπ’ αριθμούς ...1933, .../1938 και .../1938 διανεμητηρίων συμβολαίων των συμβ/φων Αθηνών Αναστασίου Ηλιακόποπουλου (το πρώτο) και Κων/νου Ρούσσου (τα υπόλοιπα δύο), που μεταγράφηκαν νόμιμα διανεμήθηκε περαιτέρω η ..., έκτασης 2,900 τ.μ,, μεταξύ των προσώπων που ήταν ήδη συγκύριοι κατά τους χρόνους πραγματοποίησης των διανομών και δημιουργήθηκαν διακεκριμένες εκτάσεις, ορισμένες από τις οποίες περιήλθαν, αναλόγως των ιδανικών τους μεριδίων, σε ορισμένους εκ των συγκυρίων, οι οποίοι με τον τρόπο αυτόν εξήλθαν της κοινωνίας, η οποία εξακολούθησε να υφίσταται πλέον μεταξύ των λοιπών συγκυρίων της εναπομείνασας κοινής μεταξύ αυτών έκτασης, οι οποίοι, λόγω της επικείμενης επέκτασης του σχεδίου πόλεως της Αθήνας και στην περιοχή που βρισκόταν η ... του ανωτέρω εκτός του σχεδίου πόλεως τμήματος της μείζονος από 228 στέμματα έκτασης, έδωσαν εντολή στον πολιτικό μηχανικό Χρ. Παπαγεωργίου να συντάξει σχεδιάγραμμα, με σκοπό τη δημιουργία διακριτών οικοπέδων εντός της κοινής έκτασης αυτών. Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής ο ανωτέρω μηχανικός προέβη στη σύνταξη του από 20-12-1956 προαναφερομένου σχεδιαγράμματος, στο οποίο τα επίδικα ακίνητα εμφανίζονται με τους αριθμούς .... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με τα υπ’ αριθμούς ...1958 και .../1959 πληρεξούσια των συμβ/φων Αθηνών Σ. Α. και Χ. Κ. αντίστοιχα, οι συγκύριοι της ... χορήγησαν προς αλλήλους την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να παραχωρήσουν μεταβιβάσουν και παραδώσουν κατά πλήρες δικαίωμα νομής, κατοχής και κυριότητας σε οποιονδήποτε τρίτο ή σ’ αυτούς τους ίδιους τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά που τους ανήκαν επί των ειδικώς προσδιοριζόμενων οικοπέδων,..... Στους συννομείς και συγκυρίους της επίκοινης ... ανήκαν μεταξύ άλλων και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά το έτος 1942 Γ. Γ., ο οποίος με τη νομίμως δημοσιευθείσα από 6-2-1938 ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του αφενός τις δύο θυγατέρες του, ήτοι την αρχική ενάγουσα και την Ο., αφετέρου δε τη σύζυγο του, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου την κάθε μια απ’ αυτές. Οι ανωτέρω τρεις κληρονόμοι του Γ. Γ., έχοντας συνολικό μερίδιο στην κοινή ... ίσο με τη μερίδα του άνω κληρονομουμένου, δηλαδή 12% εξ αδιαιρέτου, έλαβαν μέρος στην κατάρτιση των ανωτέρω πληρεξουσίων τόσο ως εντολείς όσο και ως εντολοδόχοι των άλλων συγκυρίων, σ’ αυτές δε χορηγήθηκε η κατά το άνω περιεχόμενο εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσουν στις ίδιες ή σε τρίτα πρόσωπα τα επίδικα οικόπεδα με αριθμούς .... Έτσι, οι ανωτέρω τρεις κληρονόμοι, ενεργώντας μέσα στα πλαίσια της χορηγηθείσας σ’ αυτές εξουσίας τόσο για λογαριασμό των λοιπών συνιδιοκτητών της επίκοινης ..., ..... όσο και για ατομικό τους λογαριασμό, πώλησαν και μεταβίβασαν στον αρχικώς ενάγοντα, ήτοι το Σ. Κ. του Κ. - στη θέση του οποίου υπεισήλθε μετά τον επισυμβάντα κατά έτος 1987 θάνατο του, λόγω κληρονομικής διαδοχής, ο υιός του Κ. Κ. του Σ. - το επίδικο οικόπεδο με ..., κατά τα ανήκοντα στις ίδιες και στους λοιπούς και εκπροσωπούμενους απ’ αυτές συγκυρίους εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας ανερχόμενα σε 84,82%, όπως ρητά αναφέρεται στο υπ’ αριθμό .../1958 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ι. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα. Από το έτος αυτό ο Σ. Κ. έλαβε στην κατοχή του το ανωτέρω οικόπεδο και έως το χρόνο του θανάτου του, ενεργούσε επ’ αυτού, ανεμπόδιστα και χωρίς αμφισβήτηση από οποιονδήποτε τρίτο, ..... όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, όπως οριοθέτηση, επιτήρηση των ορίων του με συχνές και τακτικές επισκέψεις κλπ, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου ολόκληρου του οικοπέδου, παρά το γεγονός ότι στο προαναφερόμενο συμβόλαιο αναφέρεται ότι μεταβιβάσθηκε μόνο ποσοστό 84,82% εξ αδιαιρέτου. Το άλλο επίδικο οικόπεδο με ... περιήλθε μετά τη σύνταξη των άνω πληρεξουσίων συμβολαίων αρχικά στη συννομή των ανωτέρω τριών κληρονόμων του Γ. Γ., εν γνώσει και με τη συναίνεση των λοιπών συγκυρίων. Μετά το θάνατο της συζύγου του άνω κληρονομουμένου, και την καθολική διαδοχή αυτής από τις θυγατέρες της Σ. και Ο., σε συνδυασμό και με το υπ’ αριθμό .../1967 πληρεξούσιο του συμβ/φου Αθηνών Χρήστου Κουτσιμπού, με το οποίο η Ο. Γ. παρέχει την εξουσία στην αδελφή της Σ. να πράττει για το δικό της αποκλειστικά συμφέρον όσα ανέφεραν τα προαναφερόμενα με αριθμούς ...1958 και .../1959 δύο πληρεξούσια, το ανωτέρω οικόπεδο περιήλθε με άτυπη κατ’ ουσία διανομή στην αποκλειστική νομή της αρχικώς ενάγουσας η οποία κατείχε έκτοτε έως το χρόνο του θανάτου της, με διάνοια αποκλειστικής κυρίας το εν λόγω επίδικο οικόπεδο, ασκώντας επ’ αυτού, ανεμπόδιστα και χωρίς αμφισβήτηση από οποιονδήποτε, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στη φύση και στο σκοπό του, και ειδικότερα φρόντιζε για τη σταθερή οριοθέτηση του, τον καθαρισμό αυτού και την επίβλεψη του με συχνές επισκέψεις, ενώ πλήρωνε τα επιβαλλόμενα τέλη ακαλύπτων χώρων, όπως έπραττε και ο ενάγων για το άλλο επίδικο οικόπεδο. Η ανωτέρω κατάσταση, με την ανεμπόδιστη άσκηση της νομής από τους αρχικούς ενάγοντες στα επίδικα ακίνητα, διακόπηκε παροδικά στις 15-7-1978, όταν στην περιοχή των επιδίκων εμφανίσθηκε για πρώτη φορά ο εναγόμενος, ο οποίος, όπως προέκυψε μεταγενέστερα, έχοντας την εντύπωση ότι τα επίδικα ανήκουν κατά κυριότητα στο κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, υπέβαλε στο τελευταίο αίτηση εξαγοράς αυτών και συγχρόνως επιχείρησε να εισέλθει εντός αυτών και να ασκήσει πράξεις νομής. Η πρόθεση του όμως έγινε αμέσως αντιληπτή και αποτράπηκε προσωρινά η προσβολή της νομής των εναγόντων στα επίδικα. Ο τελευταίος όμως επανήλθε τις βραδινές ώρες και χωρίς νόμιμη αιτία και χωρίς τη συναίνεση και εναντίον της θέλησης των αρχικών εναγόντων εισήλθε εντός των επιδίκων και κατόρθωσε να κατασκευάσει επ’ αυτών πρόχειρο παράπηγμα, συγχρόνως δε εναπόθεσε και στα δύο επίδικα όσα οικοδομικά υλικά δεν χρησιμοποιήθηκαν. Για την προσωρινή προστασία της νομής του από την προαναφερόμενη προσβολή αυτής ο ενάγων ζήτησε να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, ..... Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 68/12-10-1979 απόφαση του ανωτέρω Εισαγγελέα, με την οποία, αφού κρίθηκε προηγουμένως ότι μόνος ανεπίληπτος και αληθής νομέας του υπ’ ... οικοπέδου ήταν ο αιτών Σ. Κ. και όχι ο εναγόμενος ή το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας. Οι ανωτέρω αρχικοί ενάγοντες εξακολούθησαν έκτοτε έως και το χρόνο του θανάτου τους να ασκούν στα επίδικα τις προαναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίων, μετά δε το θάνατο αυτών οι νόμιμοι κληρονόμοι τους εξακολουθούν να ασκούν έως σήμερα με τα ίδια προσόντα τη νομή επί των επιδίκων. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα οι ισχυρισμοί του κυρίως παρεμβαίνοντος, ότι τα επίδικα ανήκουν στη νομή (και την κυριότητα) αυτού, εφόσον το τελευταίο δεν προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται πλήρως, ότι απέκτησε τη νομή (και κυριότητα) των επιδίκων, ως αποτελούντων τμήματα έκτασης 7.400 στρεμμάτων που βρίσκονται στην περιοχή "...": α) με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 9-7-1932 και με τα από 6-8-1830 και 7-7-1930 Πρωτόκολλα του Λονδίνου. Ειδικότερα, το κυρίως παρεμβαίνον δεν προσκόμισε οποιοδήποτε νόμιμο τίτλο κτήσης των επιδίκων, στα οποία ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής ή κατοχής, δεδομένου ότι αυτά ανέκαθεν, από αμνημονεύτων χρόνων, ανήκαν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στη Σ. συζ. Σ. Κ., μετά δε το θάνατο αυτής περιήλθαν στη νομή των κληρονόμων της και από αυτούς στη νομή των δικών τους καθολικών και ειδικών διαδόχων, μέχρι τη κτήση της νομής τους από τους αρχικούς ενάγοντες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, που εξακολούθησαν τη νομή των δικαιοπαρόχων τους. (Ακολουθούν εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ ιδίαν αποδεικτικών μέσων και επιχειρήματα του δικαστηρίου υπέρ των παραπάνω παραδοχών του). Περαιτέρω, όσο αφορά τους συνδεόμενους με τους λόγους της έφεσης ισχυρισμούς του κυρίως παρεμβαίνοντος ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στην περιοχή (θέση) "..." η οποία δεν συμπίπτει με τις θέσεις "Τουρκοβούνια" ή "..." και ότι επίσης τα επίδικα βρίσκονται στην κηρυχθείσα με την προαναφερόμενη απόφαση του Υπουργού Γεωργίας αναδασωτέα περιοχή των 1.300 στρεμμάτων, αποτελούν δικά τους συμπεράσματα, τα οποία στηρίζονται κυρίως στο γεγονός ότι με την υπ’ αριθμό ...29-10-1938 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση 1.300 στρεμμάτων, παρατηρείται ότι: α) η έκταση, στην οποία βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα περιγράφεται σε όλα τα προσκομισθέντα συμβόλαια των ετών 1883 και εφεξής, ως ευρισκόμενη στη θέση "..." ή "Τουρκοβούνια" ή και "..." κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι οι ανωτέρω ονομασίες αναφέρονται στην ίδια περιοχή και β) η περίφραξη, την οποία ολοκλήρωσαν τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου κατά το έτος 1948 για να οριοθετήσουν την αναδασωτέα έκταση των 1.330 στρεμμάτων, δεν έφθανε έως την οδό ..., που αποτελεί το νότιο όριο των επιδίκων, αλλά τουλάχιστον 250 μέτρα βορειότερα των επιδίκων, όπως προαναφέρθηκε. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και αν η ανωτέρω περίφραξη, που καθαιρέθηκε από τους κατοίκους της περιοχής, περιελάμβανε και τα επίδικα οικόπεδα, αποτελούσε μεμονωμένη και αποσπασματική συμπεριφορά του κυρίως παρεμβαίνοντος, το οποίο δεν πραγματοποίησε οποιαδήποτε άλλη διακατοχική πράξη στα επίδικα, που να δικαιολογεί και να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του ότι ασκούσε τη νομή επί των επιδίκων ακινήτων και μάλιστα επί μια συνεχή εικοσαετία τουλάχιστον". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι οι αρχικοί ενάγοντες, κατόπιν διαδοχικών καθολικών και ειδικών διαδοχών, απόκτησαν τη νομή στα επίδικα ακίνητα, από την οποία αποβλήθηκαν προσωρινά στις 15/7/1978 από τον (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) εναγόμενο και την οποία εξακολούθησαν έκτοτε να ασκούν συνεχώς μέχρι το χρόνο άσκησης των ένδικων αγωγών τους και των κύριων παρεμβάσεων του αναιρεσείοντος, αλλά και μέχρι το χρόνο του θανάτου τους (κατά τα έτη 1987 και 2007, αντίστοιχα), και ότι τη νομή αυτή εξακολούθησαν έκτοτε με τα ίδια προσόντα να ασκούν μέχρι σήμερα οι αναιρεσίβλητοι, ως νόμιμοι κληρονόμοι των αρχικώς εναγόντων, ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε κάνει εν μέρει δεκτές τις πιο πάνω αγωγές περί αναγνώρισης του δικαιώματος νομής και περί αποβολής από αυτή των αρχικώς εναγόντων, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα νομής τους στα επίδικα ακίνητα και είχε απορρίψει τις κύριες παρεμβάσεις του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αναγνώρισης των αρχικώς εναγόντων ως νομέων των επίδικων ακινήτων.
Συνεπώς ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο έκτος από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι καθ’ όσον η επικαλούμενη ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης δεν αναφέρεται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, δεν αφορά ζητήματα υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ότι δηλαδή αποδείχθηκε ότι νομείς των επιδίκων είναι οι αρχικώς ενάγοντες και ότι ουδέποτε υπήρξε νομέας τούτων το αναιρεσείον, το οποίο διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση. Επίσης ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ’ όσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όπως ήδη αναφέρθηκε διατυπώνεται σαφώς. Απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ελλιπών αιτιολογιών και, ειδικότερα, από την παράλειψη αναφοράς σ’ αυτήν 1) των ακριβών στοιχείων μεταγραφής των πράξεων αποδοχής κληρονομίας των υπεισελθόντων στη θέση των αρχικών εναγόντων, που απεβίωσαν κατά την διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης, καθολικών διαδόχων τους και 2) της υπεισέλευσης τούτων στη νομή των κληρονομούμενων, καθ’ όσον οι επικαλούμενες ελλείψεις δεν αποτελούν ζητήματα υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με τις παραδοχές της που αφορούν την απόρριψη της κυρίας παρέμβασης, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ. 10 και 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του και ως προς τις δύο προβαλλόμενες αιτιάσεις, καθ’ όσον εκτός από την αριθμητική επίκληση των παραπάνω διατάξεων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα στοιχείο από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση τους. Ειδικότερα 1) σε σχέση με την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 10 δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη και 2) σε σχέση με την προβαλλόμενη αιτίαση από τον αρ. 11 γ δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, τα οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων παραδεκτώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1, 13 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στις οποίες υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ότι ασκούσαν σ’ αυτό πράξεις νομής οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους, απορρίπτοντας ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ιδίας αυτού νομής και κυριότητας, κτηθείσας με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου από 6-8-1830 και 7-7-1830 και με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 9-7-1832, παραλείποντας να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 4 του ΑΝ 1539/1938 σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματά του είναι απαράγραπτα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ’ όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δικαιώματος του αναιρεσείοντος επί των επίδικων ακινήτων.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/1/2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 279/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(http://www.legalnews24.gr - areiospagos.gr)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου