
Α.Π. 306 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΑΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΣΕ ΑΛΛΟΔΑΠΟ - ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ - ΟΜΟΙΩΣ ΔΕΝ ΔΥΝΑΤΑΙ ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΣΕ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΑ -ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΔΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ) - ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ - ΑΛΛΑΓΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΟΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΤΗ Η ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΣΕ ΠΟΛΙΤΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ - ΜΗ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΙΣΧΥΣ - Αδεια αλλοδαπού (κατοίκου ΕΕ) για..
απόκτηση ακινήτου σε παραμεθόρια περιοχή - Ισχυρισμό για ανδρομική ισχύ - Η κτητική παραγαρφή άρχισε να υπολογίζεται από την χορήγηση της άδειας ενώ ο προδιαδραμών χρόνος δεν δυναται να υπολογιστεί - Απόρριψη αγωγής αφού ο ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα ούτε με χρησικτησία - Ορθώς το δικάσαν Εφετείο ως δικαστήριο αναπομπής δεσμευόταν ως προς το νομικό ζήτημα από την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, αφετέρου γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερεύνησε κατ’ ουσίαν την επίμαχη αγωγή, ενώ τούτο δεν συνέβη, αφού τούτο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης ερεύνησε το νόμω βάσιμο της αγωγής, ως προς το οποίο (νόμω βάσιμο) εφαρμοστέος ήταν ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της πρωτόδικης απόφασης, ο οποίος (νόμος) και ορθά εφαρμόσθηκε - Απόρριψη λόγων αναίρεσης (1033, 1045, 1051, 2 ΑΚ, 579, 581, 533 ΚΠολΔ)ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΑΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΣΕ ΑΛΛΟΔΑΠΟ - ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ - ΟΜΟΙΩΣ ΔΕΝ ΔΥΝΑΤΑΙ ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΣΕ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΑ -ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΔΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ) - ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ - ΑΛΛΑΓΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΟΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΤΗ Η ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΣΕ ΠΟΛΙΤΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ - ΜΗ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΙΣΧΥΣ - Αδεια αλλοδαπού (κατοίκου ΕΕ) για..
ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΕΝΝΟΙΑ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΙΑΣ - ΠΑΡΟΔΟΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΑΣΚΗΣΗ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑΣ - ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΙΑΜΕΝΟΥΝ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ - ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗΡΩΣ (ΜΕ ΑΣΚΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ) - ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΕΙΔΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ ΣΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ - Εν προκειμένω με την απ’ ευθείας άσκηση αναίρεσης, κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Εφετείου, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας από τον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα, έλαβε χώρα παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, την οποία και ενέκρινε - Παραδεκτή η κρινόμενη αίτηση (553, 309, 495, 503, 297, 98 ΚΠολΔικ)
Α.Π. 306/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: J. S. (Γ. Σ.) του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....
Της αναιρεσίβλητης: C. M. (Κ. Μ.) του M. (Μ.) C., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της .......
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/5/2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 21/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 132/2009 του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 25/11/2009 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 568/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση. Μετά τη συζήτηση εκδόθηκε η 81/2014 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ήδη αναιρεσείων με την από 28-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 17-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιες της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1, περ. β, 309 εδα, 321 και 495 παρ.1 ΚΠολΔικ συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001).
Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 2 και 3 του ίδιου κώδικα, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ως χρόνος δε επίδοσης για τους διαμένοντες σε Κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 19 του εφαρμοζομένου από 13.11.2008 Κανονισμού 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις, η πραγματική επίδοση που αποδεικνύεται με βεβαίωση του άρθρου 10 του προαναφερθέντος κανονισμού και όχι με την κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔικ πλασματική επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα (ΟλΑΠ 23-29/2009).
Συνεπώς η ερήμην εκδοθείσα οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η προαναφερθείσα 60ήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης στον διαμένοντα στο εξωτερικό διάδικο, είτε γιατί ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, γιατί έκτοτε αυτή (απόφαση) καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔικ.
Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου, είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔικ, γιατί ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου. Ενόψει τούτου, η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος, άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο. 98 περ. β ΚΠολΔικ), η έλλειψη, όμως της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά της υπ’ αριθμ. 81/2014 ερήμην του αναιρεσείοντα εκδοθείσας αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, η οποία υπογράφεται από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο Σύρου Ε. Κ., ενώ ο παραστάς κατά τη συζήτηση της αναίρεσης στο ακροατήριο δικηγόρος Νικόλαος Αναγνωστόπουλος προσκομίζει το μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης συνταχθέν, υπ’ αριθμ. .../1.2.2017 ειδικό πληρεξούσιο, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας θυγ. Γεωργίου Κολοβού, από το οποίο προκύπτει, ότι ο ερημοδικασθείς ενάγων - εναγόμενος κάτοικος Δανίας και ήδη αναιρεσείων, διόρισε τον δικηγόρο αυτό δια του έχοντος σχετική υπεξουσιότητα δικηγόρου Αθηνών Α. Γ., να παραστεί και να τον αντιπροσωπεύσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και να υποστηρίξει την αναίρεσή του κατά της άνω προσβαλλομένης αποφάσεως και να εγκρίνει και όλες τις πράξεις που έγιναν προηγουμένως ως ισχυρές και απρόσβλητες. Ενόψει τούτων συνάγεται ότι με την απ’ ευθείας άσκηση αναίρεσης, κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Εφετείου, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας από τον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα, έλαβε χώρα παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, την οποία αυτός ενέκρινε. Ειδικότερα η ερήμην του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου και κατοίκου ... προσβαλλομένη, επιδόθηκε σ’ αυτόν στις 16.6.2015, όπως τούτο προκύπτει από την οικεία και με αριθμό πρωτοκόλλου ...19.6.2015 βεβαίωση παραλαβής του δικαστηρίου HERNING της Δανίας (βλ. και υπ’ αριθμ. .../15.5.2015 έκθεση επιδόσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου της δικαστικού επιμελήτριας Σύρου Α. Δ.). Η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε (κατατέθηκε) στις 31.7.2015, χωρίς προηγουμένως να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας, από δε την άσκηση αυτή συνάγεται παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου και συνακόλουθα παραδεκτά ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση μέσα στην οριζόμενη στο άρθρο 564 παρ. 2 ΚΠολΔικ προθεσμία από την επίδοση της απόφασης (που κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως ήταν ενενήντα ημέρες) αφού η προσβαλλομένη έγινε τελεσίδικη με την παραίτηση από το προαναφερθέν δικαίωμα λόγω της αναδρομικής εγκρίσεως από τον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα.
Επειδή όπως έχει ήδη αναφερθεί, η κρινόμενη αναίρεση στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 81/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε μετά από αναίρεση της υπ’ αριθμ. 132/2009 αποφάσεως του ίδιου Εφετείου, με την υπ’ αριθμ. 568/2013 απόφαση του δικαστηρίου τούτου (ΑΠ), με την οποία κρίθηκε ότι η αναιρεθείσα απόφαση (132/2009) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1, 30 και 31 Ν. 1540/1985, 26 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 και 8 του Ν. 1898/1990, κατά τις οποίες η οριζομένη στο άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 3250/1924 - όπως τούτο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ΠΔ 22/24 Ιουνίου 1927 - και το άρθρο 1 του ΑΝ 13...1938 ακυρότητα των μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών σε παραμεθόριες περιοχές από αλλοδαπό, αφορά και την απόκτηση κτήσεως κυριότητας και με χρησικτησία και ότι η ακυρότητα αυτή με την παρ. 1 του άρθρου 11 του Ν. 1340/1985 κατέστη από απόλυτη που ήταν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού (10.4.1985) σε σχετική υπέρ του Δημοσίου και ότι εφαρμόζεται στις χρησικτησίες που είχαν συμπληρωθεί μέχρι το χρόνο αυτό (10.4.1985), αφού ο ίδιος ο νόμος (άρθρο 30 και 31 παρ. 2) για τον μετέπειτα χρόνο καθιερώνει απόλυτη ακυρότητα. Ότι η οριζόμενη στο άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 άδεια για τις αναφερόμενες στο άρθρο 25 του ίδιου νόμου συμβάσεις δεν έχει αναδρομική ισχύ, εκτός από τις συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8 του Ν. 1898/1990, περί των οποίων δεν πρόκειται στην κρινόμενη περίπτωση, η δε απαγόρευση καταρτίσεως των εν λόγω δικαιοπραξιών (άρθρ. 25) ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για την απόκτηση κυριότητας επί των ακινήτων αυτών (παραμεθορίων) με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η έναρξη της οποίας προϋποθέτει την ύπαρξη της άδειας του άρθρου 26, ήτοι η κτητική παραγραφή δεν αρχίζει εάν ο χρησιδεσπόζων επί ακινήτου κειμένου σε παραμεθόρια περιοχή, δεν έχει εφοδιασθεί με την παραπάνω άδεια.
Εξάλλου κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔικ μετά την αναίρεση της απόφασης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε, από δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής εξετάζει και πάλι τις διαδικαστικές προϋποθέσεις και μπορεί να εξετάσει οίκοθεν, εάν η αγωγή στερείται των απαραίτητων για τη θεμελίωσή της στοιχείων ή ασκήθηκε απαραδέκτως ή δεν στηρίζεται στο νόμο υπό την προϋπόθεση ότι δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος, ήτοι το μετ’ αναίρεση επιλαμβανόμενο εκ νέου δικαστήριο έχει την εξουσία να απορρίψει την αγωγή ως νομικά αβάσιμη ή αόριστη. Η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο ‘ Αρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 580 παρ. 4.
Περαιτέρω από το άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ρύθμισε την έννομη σχέση ή το δικαίωμα που αποτελούσε αντικείμενο της δίκης και συνεπώς ήταν εφαρμοστέος όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση και όχι τον τυχόν ισχύοντα νεότερο νόμο με αντίθετο ή άλλο περιεχόμενο, που όμως δεν έχει αναδρομική δύναμη. Ο κανόνας είναι λοιπόν ότι το Εφετείο εφαρμόζει το νόμο του χρόνου δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και δεν θεμελιώνει λόγο έφεσης ή μετά ταύτα ευνοϊκή υπέρ του εκκαλούντος νομική μεταβολή, εξαιρουμένης της περιπτώσεως κατά την οποία η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά παραδοχή κάποιου λόγου ως ουσιαστικά βασίμου και η υπόθεση κρατείται από το Εφετείο και δικάζεται εκ νέου κατ’ ουσία, οπότε τούτο (Εφετείο) υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της ΑΚ 2, να εφαρμόσει το νέο νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δικής του απόφασης, άσχετα αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 30/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ως προς την αποτελούσα αντικείμενο του πρώτου λόγου της αναιρέσεως συνεκδικασθείσα με δύο αγωγές (διεκδικητική και αποζημίωσης χρήσεως) της αναιρεσίβλητης από 21.9.2005 και με αριθμ. πραξ. καταθ. .../22.9.2005 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου του αναιρεσείοντα τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος Γ. Σ., με την ασκηθείσα σε βάρος της ενάγουσας από 21-9-2005 και με αριθμ. καταθ. .../22-9-2005 αντίθετη αγωγή του εξέθετε, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, ότι το επίδικο ακίνητο το αγόρασε ατύπως κατά το έτος 1980 από τον πατέρα της εναγομένης, ο οποίος ήταν και αληθινός του κύριος, καταβάλλοντάς του μάλιστα ως τίμημα το ποσό των 50.000 δολαρίων ΗΠΑ, γεγονός που η εναγομένη γνώριζε. Ότι η υπογραφή της μεταβιβαστικής συμβάσεως δεν κατέστη δυνατή, διότι σε συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδος, όπως η Σαντορίνη, ο νόμος περί παραμεθορίων περιοχών απαγόρευσε την αγορά ακινήτων από αλλοδαπούς, όταν δε το έτος 1997 η σχετική απαγόρευση ήρθη δια της χορηγήσεως σ’ αυτόν της υπ’ αριθμ. .../18-9-1997 αποφάσεως του Επιτροπής του άρθρου 26 του Ν. 1892/1990, η σύμβαση και πάλι δεν καταρτίστηκε, διότι ο πατέρας της ενάγουσας είχε εντωμεταξύ (το έτος 1996) αποβιώσει. Ότι ο ίδιος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, διότι νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου για πάνω από είκοσι έτη, ήτοι από το έτος 1980 και έως την άσκηση της αγωγής του (2005). Ότι η εναγομένη, μολονότι επί 24 συναπτά έτη αναγνώριζε αυτόν ως κύριο του ακινήτου, χωρίς ποτέ να τον ενοχλήσει στην άσκηση της νομής του, αμφισβήτησε για πρώτη φορά την επ’ αυτού κυριότητα του με την επιδοθείσα στις 1-9-2004 από 25-5-2004 αγωγή της. Κατόπιν αυτών ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ.1, 30, 31 παρ.2 του Ν. 1540/1985, 26 παρ.1 του Ν. 1982/1990. και 8 του Ν. 1898/1990 και με όσα αναλυτικά ορίζονται στην προηγούμενη νομική σκέψη, τόσο οι ημεδαποί, όσο και οι πολίτες Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως είναι και ο ενάγων, δεν μπορούν να αποκτήσουν κυριότητα σε παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες ισχύει καθεστώς ελεγχόμενης κτήσης κυριότητας, της απαγόρευσης αυτής εκτεινομένης, όχι μόνο στην κτήση κυριότητας με δικαιοπραξία, αλλά και στην κτήση με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, καθόσον ο πρωτότυπος αυτός τρόπος κτήσης κυριότητος προϋποθέτει, εκτός από την πάροδο ορισμένου χρόνου, και την ιδιότητα, του πράγματος ως δεκτικού χρησικτησίας, την οποία δεν έχουν τα παραμεθόρια ακίνητα. Η απαγόρευση αυτή μπορεί να αρθεί μόνο με τη χορήγηση σχετικής άδειας από την αρμόδια Επιτροπή της Διοίκησης, η δε δικαιοπραξία, που συνάπτεται χωρίς αυτήν (άδεια), είναι απολύτως άκυρη, αυτή δε η απόλυτη ακυρότητα πλήττει, όχι μόνο την εκποιητική δικαιοπραξία του 1033 ΑΚ, αλλά και την υποσχετική δικαιοπραξία.
Ο εφοδιασμός του αγοραστή με την εν λόγω άδεια μετά Την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, δεν επάγεται και την αναδρομική επικύρωσή της. Επί χρησικτησίας ειδικότερα, η κτητική παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που ο χρησιδεσπόζων εφοδιάζεται με την παραπάνω άδεια, αυτός δε, δεν δύναται να προσμετρήσει το χρόνο, που διήνυσε στη νομή του ακινήτου πριν από την έκδοση της αδείας, ώστε να συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας και τούτο διότι η ανωτέρω άδεια, ως διοικητική πράξη, ισχύει μόνο για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ.
Εν προκειμένω, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος εκθέτει στην ένδικη από 21-9-2005 αγωγή του, εφοδιάστηκε την άδεια του άρθρου 26 του Ν. 1892/1990 στις 18-9-1997. Συνεπώς, από του χρόνου τούτου νομιμοποιείτο, αφ’ ενός να συνάψει το σχετικό μεταβιβαστικό συμβόλαιο και αφετέρου να ασκεί πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου, ώστε μετά την πάροδο εικοσαετίας, να αποκτήσει την κυριότητα τούτου με έκτακτη χρησικτησία. Οι πράξεις νομής, που αυτός ισχυρίζεται ότι άσκησε πριν από την έκδοση της εν λόγω άδειας, ήτοι από το έτος 1980 και έως το 1997, δεν μπορούν να προσμετρηθούν ώστε να συμπληρωθεί η απαιτούμενη εικοσαετία, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η άδεια είναι μία διοικητική πράξη, που ισχύει μόνο για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική "ανατρέχουσα" ισχύ, εκτός αν ο νόμος, κατ’ εξουσιοδότηση του οποίου εκδίδεται η διοικητική πράξη, το επιτρέπει. Συνεπώς, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο χρόνος που μεσολάβησε από τη λήψη της ανωτέρω αδείας (1997) και μέχρι την άσκησή της (2005), είναι λιγότερος της εικοσαετίας, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, οι δε επίκλησή τους εκ μέρους του ενάγοντος γίνεται εσφαλμένως και κατά παράβαση του νόμου.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή του ενάγοντος, ακολούθως δε την έκανε δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, δεχόμενο μάλιστα ότι ο τελευταίος μπορούσε να προσμετρήσει και το χρόνο, που διήνυσε στη νομή του ακινήτου πριν από την κατά το έτος 1997 έκδοση της αδείας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επομένως, αφού το Εφετείο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό και το νόμιμο της αγωγής, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 552 ΚΠολΔ), μπορεί, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, να την απορρίψει ως μη νόμιμη, δεκτού γενομένου ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν του σχετικού λόγου της υπό κρίση εφέσεως."
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση, κατά το αφορόν το παραπάνω κεφάλαιο της εκκαλουμένης οικείο λόγο της εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη που είχε δεχθεί ως νομικά βάσιμη την αγωγή και αφού, την κράτησε κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔικ την δίκασε εκ νέου και την απέρριψε ως νομικά αβάσιμη, όπως κατά το άρθρο 581 παρ. 2 είχε δικαίωμα, κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο εφόσον εξαφάνισε κατά το παραπάνω κεφάλαιό της την πρωτόδικη απόφαση, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1, 30, 31 παρ. 2 του Ν. 1540/1985, 26 παρ. 1 του Ν. 1982/1990 και 8 του Ν. 1898/1990 που ίσχυαν κατά το χρόνο εκδόσεως της πρωτόδικης απόφασης (30.3.2007), ενώ θα έπρεπε (κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη του προερευνηθέντος λόγου) να εφαρμόσει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (30.6.2014) και που ήταν ο νόμος 3478/2011, ο οποίος με το άρθρο 114 παρ. 2 και 3 αντικατέστησε το άρθρο 26 του Ν. 1892/1990 και όρισε ότι άδεια για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στις παραμεθόριες περιοχές δεν απαιτείται αν ο αποκτών είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο με ιθαγένεια ή έδρα εντός των κρατών της Ευρωπαϊκής ‘ Ενωσης και της Ευρωπαϊκής ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφενός μεν γιατί το δικάσαν Εφετείο ως δικαστήριο αναπομπής δεσμευόταν ως προς το νομικό ζήτημα από την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, αφετέρου δε γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερεύνησε κατ’ ουσίαν την επίμαχη αγωγή, ενώ τούτο δεν συνέβη, αφού τούτο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης ερεύνησε το νόμω βάσιμο της αγωγής, ως προς το οποίο (νόμω βάσιμο) εφαρμοστέος ήταν ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της πρωτόδικης απόφασης, ο οποίος (νόμος) και ορθά εφαρμόσθηκε. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί.
Με τον ίδιο πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 59 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τις αναφερόμενες στον προαναφερθέντα λόγο διατάξεις και απέρριψε τον περί έκτακτης χρησικτησίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, τον οποίο αυτός υπέβαλλε προς αντίκρουση της από 25.5.2004 και με αριθμό πραξ. καταθέσεως ...22.4.2004 αντίθετη με την αναφερόμενη στον προαναφερθέντα λόγο περί διεκδικήσεως του ίδιου ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ θα έπρεπε κατ’ εφαρμογή του ίδιου άρθρου 114 του Ν. 3789/2011 να τον κάνει δεκτό. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ουσιαστική έρευνα της επίμαχης αγωγής δέχθηκε ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό του εναγομένου - εφεσίβλητου - αναιρεσείοντα τα ακόλουθα: "Ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος ότι κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθόσον νεμήθηκε τούτο για χρονικό διάστημα πλέον των 20 ετών, ήτοι από το έτος 1980 και έως την άσκηση της αγωγής του (2005) ασκώντας επ’ αυτού με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως είναι οι εργασίες ανακαίνισης, η τακτοποίηση ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων, η βελτίωση εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, οι εργασίες συντήρησης κλπ. Ο ισχυρισμός αυτό του εναγομένου δεν μπορεί να θεμελιώσει έκτακτη χρησικτησία, συμφώνως με όσα αναλυτικά ειπώθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια της απορρίψεως της δικής του αγωγής και τα οποία είναι άσκοπο να επαναληφθούν.
Συνεπώς η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο ως δικαστήριο αναπομπής συμμορφώθηκε, όπως και όφειλε κατά το άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔικ ως προς το αφορών την επίμαχη ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου - αναιρεσείοντα νομικό ζήτημα, με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθμ. 568/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός κατά την ερευνώμενη αιτίασή του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ η επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός, (ένσταση ιδίας κυριότητας) όπως στην προκειμένη περίπτωση λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.
Επειδή οι διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ενώ κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν συντρέχουν οι αναφερόμενες στη διάταξη αυτή περιπτώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, το πρώτον στον Άρειο Πάγο και χωρίς την επίκληση της συνδρομής κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ που να δικαιολογεί την υποβολή αυτή, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση, είναι απαράδεκτος, αφού δεν υποβλήθηκε στα δικαστήρια της ουσίας.
Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η αναίρεση πρέπει, στο σύνολό της, να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτός (αναιρεσείων) λόγω της ήττας του (άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.7.2015 αίτηση του J. S. (Γ. Σ.) του Φ. κατά της C. M. (Κ. Μ.) του Μ. C. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 81/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου