
Μ.Π.Σύρ. 46/2010
ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΥΚΛΑΔΩΝ. - Κατά τους κανόνες του εθιμικού δικαίου των Κυκλάδων ο θεσμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας στηρίζεται στους εξής τρεις βασικούς κανόνες: 1) Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή τμήματος ορόφου είναι αποκλειστικός κύριος του ορόφου του, δηλαδή των πρωτοτοίχων που ανήκουν σ` αυτόν, του δαπέδου, της οροφής...
του και των κοινοχρήστων χώρων, που αντιστοιχούν στον όροφό του. 2) Ο κύριος του ισογείου είναι αποκλειστικός κύριος του οικοπέδου και του υπεδάφους. 3) Ο κύριος του ανωγείου είναι αποκλειστικός κύριος του αέρος εκτός αν ο αέρας είχε ήδη πωληθεί σε τρίτο ή παρακρατηθεί από τον πωλητή. Μάλιστα, είναι τόσο αυστηρή η διάκριση των εννοιών «ισόγειο» και «αέρας ή όροφος», ώστε ακόμη και αν κύριος του ισογείου και του «αέρος» είναι το ίδιο πρόσωπο, νοούνται και υπάρχουν δύο αυτοτελείς ιδιοκτησίες, ουσιώδες δε στοιχείο του εθίμου αυτού είναι ότι ο κύριος του «αέρος» δεν έχει κανένα δικαίωμα συγκυριότητας επί του εδάφους της οικοδομής, που ανήκει στον κύριο του ισογείου, ο οποίος υποχρεούται να το διατηρεί από δομική άποψη σε τέτοια κατάσταση, που να στηρίζει το βάρος του κατοικήσιμου ορόφου.ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΥΚΛΑΔΩΝ. - Κατά τους κανόνες του εθιμικού δικαίου των Κυκλάδων ο θεσμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας στηρίζεται στους εξής τρεις βασικούς κανόνες: 1) Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή τμήματος ορόφου είναι αποκλειστικός κύριος του ορόφου του, δηλαδή των πρωτοτοίχων που ανήκουν σ` αυτόν, του δαπέδου, της οροφής...
Ναι μεν με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργήθηκε, δυνάμει του άρθρου 1 ΕισΝΑΚ, το προπεριγραφάμενο κυκλαδικό έθιμο, ωστόσο η κατάργηση αυτή αφορά τις εφεξής αναφυόμενες έννομες σχέσεις και όχι δικαιώματα, που ήδη είχαν δημιουργηθεί πριν την εισαγωγή του.
ΑΓΩΓΗ ΔΙΑΤΑΡΑΞΗΣ ΝΟΜΗΣ. ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ - Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της διαφοράς ως προερχόμενης από τη σχέση της οροφοκτησίας είναι το εάν πραγματικά η συγκεκριμένη διαφορά αναφύεται από αυτή την ίδια τη σχέση της κατ` όροφο ιδιοκτησίας, που διέπεται από το Ν. 3741/1929, ανεξάρτητα από τη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, στην οποία στηρίζεται (π.χ. νομή, κυριότητα, εντολή, διοίκηση αλλότριων κλπ.) ή από άλλη σχέση, τυχαία και άσχετη από την ειδική σχέση της οροφοκτησίας. Με την κρινόμενη ...., δεν εισάγεται διαφορά μεταξύ των οροφοκτητών, που είναι συναφής προς την εφαρμογή του Ν. 3741/1929 και προς την ενάσκηση και εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο αυτό και υπάγεται, κατά το άρθρο 17 αρ. 2 ΚΠολΔ στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648-657 ΚΠολΔ. Αντίθετα, με το ως άνω περιεχόμενο και τα αιτήματα, η προαναφερόμενη αγωγή εκτιμάται ως αρνητική αγωγή, αρμόδιο για την εκδίκαση της οποίας, κατά την τακτική διαδικασία, είναι, κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία γνώμη το Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Μ.Π.Σύρ. 46/2010
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου (ειδική διαδικασία)
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Βασίλειο Παπαθανασίου, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος Πρωτοδικών Σύρου και τη Γραμματέα Δέσποινα Λουκή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2009, για να δικάσει την υπόθεση:
Της ενάγουσας: ……. συζ. …, το γένος…………, κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, .....
Της εναγομένης: …………… συζ. ……, το γένος………… και ………., κατοίκου Τήνου Κυκλάδων, η οποία εμφανίστηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, .....
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 17-11-2006 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 2078/16-11-2006, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 8-11-2007 και μετά από αναβολές για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και γράφτηκε στο πινάκιο (βλ. την 2078/2008 έκθεση κατάθεσης δικογράφου αγωγής και την πράξη ορισμού συζήτησης).
Κατά τη συζήτηση της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται, στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τους κανόνες του εθιμικού δικαίου των Κυκλάδων ο θεσμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας στηρίζεται στους εξής τρεις βασικούς κανόνες:
1) Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή τμήματος ορόφου είναι αποκλειστικός κύριος του ορόφου του, δηλαδή των πρωτοτοίχων που ανήκουν σ` αυτόν, του δαπέδου, της οροφής του και των κοινοχρήστων χώρων, που αντιστοιχούν στον όροφό του. 2) Ο κύριος του ισογείου είναι αποκλειστικός κύριος του οικοπέδου και του υπεδάφους. 3) Ο κύριος του ανωγείου είναι αποκλειστικός κύριος του αέρος εκτός αν ο αέρας είχε ήδη πωληθεί σε τρίτο ή παρακρατηθεί από τον πωλητή.
Μάλιστα, είναι τόσο αυστηρή η διάκριση των εννοιών «ισόγειο» και «αέρας ή όροφος», ώστε ακόμη και αν κύριος του ισογείου και του «αέρος» είναι το ίδιο πρόσωπο, νοούνται και υπάρχουν δύο αυτοτελείς ιδιοκτησίες, ουσιώδες δε στοιχείο του εθίμου αυτού είναι ότι ο κύριος του «αέρος» δεν έχει κανένα δικαίωμα συγκυριότητας επί του εδάφους της οικοδομής, που ανήκει στον κύριο του ισογείου, ο οποίος υποχρεούται να το διατηρεί από δομική άποψη σε τέτοια κατάσταση, που να στηρίζει το βάρος του κατοικήσιμου ορόφου (ΠΠρΣυρ 145/1996, ΑρχΝ 1998, 92, Δακαναλάκης, Το κυκλαδικόν έθιμον περί του δικαιώματος αέρος και το νέον σύστημα οριζοντίου ιδιοκτησίας, ΝοΒ 20, 1368).
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 544 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, το οποίο καθιέρωνε μια μορφή οριζόντιας ιδιοκτησίας με την πρόβλεψη ύπαρξης και κοινόχρηστων χώρων επί της οικοδομής και του οικοπέδου, που ανήκαν στη συγκυριότητα των επιμέρους κυρίων κάθε ορόφου, εφόσον δεν οριζόταν κάτι αντίθετο στη σχετική πράξη οροφοκτησίας, η δημιουργία οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατά το εθιμικό δίκαιο των Κυκλάδων, είχε ως χαρακτηριστικό την ύπαρξη αυτοτελών κατ` όροφο ιδιοκτησιών χωρίς την ύπαρξη χώρων, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου στους κυρίους των επιμέρους ορόφων,
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 55 ΕισΝΑΚ, το δικαίωμα κυριότητας, που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διέπεται στο εξής ως προς την έκταση, το περιεχόμενο, τη δυνατότητα μεταβίβασης, την προστασία και την απόσβεση του από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ενώ το ίδιο ισχύει και για την κυριότητα σε όροφο ή σε διαμέρισμα ορόφου.
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 ΕισΝΑΚ, εμπράγματα δικαιώματα χωριστής κυριότητας, που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα σε οικοδομές σε ξένο έδαφος, διατηρούνται και εξακολουθούν να διέπονται από το έως τώρα δίκαιο ή από τις ειδικές σχετικές διατάξεις, που ισχύουν έως τώρα.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργήθηκε, δυνάμει του άρθρου 1 ΕισΝΑΚ, το προπεριγραφάμενο κυκλαδικό έθιμο, ωστόσο η κατάργηση αυτή αφορά τις εφεξής αναφυόμενες έννομες σχέσεις και όχι δικαιώματα, που ήδη είχαν δημιουργηθεί πριν την εισαγωγή του.
Συνεπώς, δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας σε ορόφους οικοδομής, που ήδη είχαν δημιουργηθεί υπό την ισχύ του κυκλαδικού εθίμου, εξακολουθούν να ισχύουν, και διέπονται, και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, από τους ορισμούς του καταργηθέντος εθίμου (Δακαναλάκης, ό.π., σελ. 1370, ΠΠρΣυρ 77/2007, ΑρχΝ 2008, 54). Από τα ανωτέρω συνάγεται, επίσης, ότι, μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η ήδη συσταθείσα κατά το κυκλαδικό έθιμο αποκλειστική κυριότητα επί ορόφου οικοδομής δεν μεταπίπτει άνευ ετέρου σε σχέση οροφοκτησίας, που διέπεται από το Ν. 3741/1929, καθώς για τη δημιουργία τέτοιας σχέσης απαιτείται η σύσταση της με κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 Ν. 3741/1929, 1002 ΑΚ, 2 ΝΑ 1024/1971, 480Λ ΚΠολΔ και του Ν. 1562/1985 τρόπους (για τους τρόπους σύστασης της οροφοκτησίας βλ. αναλυτικά 1. Κατρά, Πανδέκτης μισθώσεων και οροφοκτησίας, 2005, σελ. 895 επ.).
Περαιτέρω, από τη διάταξη τη διάταξη του άρθρου 17 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην καθ` ύλην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε, χωρίς διάκριση του αντικείμενου της διαφοράς, οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, που μάλιστα δεν εγγράφονται στα βιβλία διεκδικήσεων, καθώς δεν αποτελούν εμπράγματες ή μικτές αγωγές (ΑΠ 1465/2009, Βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ).
Από τη διατύπωση της ως άνω διάταξης είναι φανερό ότι δύο είναι τα στοιχεία που καθορίζουν την εξαιρετική αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού: α) η διαφορά μεταξύ οροφοκτητών και β) η διαφορά αυτή να προέρχεται από τη σχέση οροφοκτησίας μεταξύ των ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, ανεξάρτητα εάν αφορά τις διαιρετές ιδιοκτησίες τους ή τα κοινά της οικοδομής.
Ως τέτοιες διαφορές πρέπει να νοηθούν, μεταξύ άλλων, και εκείνες, που αναφέρονται στις διενέξεις γενικά μεταξύ των οροφοκτητών και της ίδιας της οροφοκτησίας ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Δηλαδή, πρέπει οι διαφορές να είναι συναφείς προς την εφαρμογή του Ν. 3741/1929 και προς την ενάσκηση και εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο αυτό.
Είναι δυνατό δε να αφορούν οι διαφορές αυτές όχι μόνον τα κοινά πράγματα της αδιαίρετης συνιδιοκτησίας, αλλά και τα πράγματα της αποκλειστικής ιδιοκτησίας καθενός από τους συνιδιοκτήτες.
Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της διαφοράς ως προερχόμενης από τη σχέση της οροφοκτησίας είναι το εάν πραγματικά η συγκεκριμένη διαφορά αναφύεται από αυτή την ίδια τη σχέση της κατ` όροφο ιδιοκτησίας, που διέπεται από το Ν. 3741/1929, ανεξάρτητα από τη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, στην οποία στηρίζεται (π.χ. νομή, κυριότητα, εντολή, διοίκηση αλλότριων κλπ.) ή από άλλη σχέση, τυχαία και άσχετη από την ειδική σχέση της οροφοκτησίας (πρβλ. ATI 934/2008, Βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 541/2007, Βάση δεδομένωνΝΟΜΟΣ, βλ. αναλυτικά ΜΠρΘεσ 1979/2008, ΧρΙδΔ 2008, 352 και Νίκα σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, άρθρο 17 αρ. 2 επ.)
Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της, όπως παραδεκτά το δικόγραφο της διορθώθηκε με τις προτάσεις της, εκθέτει τα εξής:
Οτι τυγχάνει αποκλειστική κυρία μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα του ανώγειου ορόφου μιας διώροφης οικοδομής, εμβαδού 60,75 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 50/100 εξ αδιαιρέτου, και της πάνω από αυτόν αέρινης στήλης, η οποία οικοδομή είναι χτισμένη επί οικοπέδου έκτασης 93 τ.μ. και βρίσκεται στη συμβολή των οδών ……………..και ………………………….. στην πόλη της Τήνου και ότι η εναγομένη τυγχάνει κυρία του ισογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, εμβαδού 77,24 τ.μ..
Οτι ως άνω όροφος μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα από τη μητέρα της, … χήρα …….., το γένος……….. και …………………….., δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος 36958/21-2-1978 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελευθερίου Πέγκου, στη δε μητέρα της είχε περιέλθει ως ανεξάρτητη ιδιοκτησία δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος 2054/6-4-1910 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Τήνου, Πέτρου Αφεντάκη, σύμφωνα με το ισχύον, κατά το χρόνο αυτό, κυκλαδικό εθιμικό δίκαιο, ο δε ισόγειος όροφος περιήλθε στην εναγομένη με αγορά από τους ……. και ………….. δυνάμει των νόμιμα μεταγραφέντων 161/20-9-1984 και 429/5-11-1985 συμβολαίων πώλησης.
Οτι οι προαναφερόμενοι (…….. και …………………………………) απέκτησαν τον ισόγειο όροφο της οικοδομής δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος 1286/18-7-1978 συμβολαίου διανομής} σε συνδυασμό με την νόμιμα μεταγραφείσα 1285/18-7-1978 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατέρα τους, ………………………, στον οποίο ο ισόγειος όροφος είχε περιέλθει, κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου, με αγορά από τους …………. του ……….. και ……………………. του ……………….., δυνάμει των νόμιμα μεταγραφέντων 19174/19-10-1966 και 18351/26-9-1927 συμβολαίων πώλησης, και, κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του αποβιώσαντος κατά το έτος 1917 πατέρα του, ……………………………… του ……, που είχε ανοικοδομήσει το όλο ακίνητο.
Οτι με τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις των επιμέρους ορόφων η διώροφη οικοδομή έχει υπαχθεί αυτοδικαίως στις διατάξεις περί οροφοκτησίας, με συνέπεια οι διάδικοι να είναι συγκύριοι στα κοινόχρηστα μέρη και στον αύλειο χώρο της οικοδομής και αποκλειστικοί κύριοι κάθε ορόφου της.
Οτι η εναγομένη κατά τελευταία 26 έτη έχει προβεί σε αυθαίρετες παρεμβάσεις επί της οικοδομής και των κοινόχρηστων χώρων της, που διαταράσσουν την αποκλειστική της κυριότητα, αλλά και παρεμποδίζουν το δικαίωμα σύγχρησης των κοινόχρηστων χώρων της και ειδικότερα: α) εγκατέστησε στο ισόγειο της οικοδομής και στην αυλή της ξύλινους πάγκους, αποκλείοντας την πρόσβαση της ενάγουσας στον ανώγειο όροφο της από, την επί της οδού ………………………….είσοδο της οικοδομής, β) τοποθέτησε δύο τέντες στην πρόσοψη του ανώγειου ορόφου, που ανήκει στην ενάγουσα, γ) τοποθέτησε στα κιγκλιδώματα της περίφραξης της αυλής της οικοδομής ελενίτ μήκους 30 μέτρων και ύψους 80 εκατοστών, αλλοιώνοντας την αισθητική και τη μορφή της περίφραξης της, και δ) υπέσκαψε τα θεμέλια του δαπέδου της οικοδομής στο εσωτερικό του ισογείου ορόφου σε βάρος της στατικότητας του κτιρίου, προκαλώντας ρωγμές στην τοιχοποιία του ανωγείου ορόφου.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζητεί, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της με τις προτάσεις της (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να υποχρεωθεί η εναγομένη να άρει τη διατάραξη της κυριότητάς της επί του ανωγείου ορόφου και τη συγκυριότητα της επί των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής, προβαίνοντας α) στην απομάκρυνση των ξύλινων πάγκων από την πρόσοψη της οικοδομής, β) στην καθαίρεση των τεντών, που τοποθέτησε στον εξωτερικό τοίχο του ανωγείου ορόφου, γ) στην απομάκρυνση των ελενίτ, που τοποθέτησε στα κιγκλιδώματα της περίγραξης της αυλής και δ) στην κάλυψη των θεμελίων της οικοδομής με ρίψη στο έδαφος του ισογείου ισχυρού σιδηρομπετόν σε βάθος 50 εκ., και σε περίπτωση άρνησής της να επιτραπεί η επιχείρηση των πράξεων αυτών στην ενάγουσα με δαπάνες της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να παραλείπει στο μέλλον κάθε παρόμοια προσβολή της κυριότητας την επί του ανωγείου ορόφου και της συγκυριότητας της επί των κοινόχρηστων χώρων στο μέλλον, με απειλή χρηματική ποινής 1.000 € και προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα.
Οπως προκύπτει από το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής, η ενάγουσα επικαλείται την ύπαρξη σχέσης οροφοκτησίας, που διέπεται πλέον από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, χωρίς όμως αυτή να έχει συσταθεί με κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 Ν. 3741/1929, 1002 ΑΚ, 2 Ν.Δ. 1024/1971, 480Α ΚΠολΔ και του Ν. 1562/1985 τρόπους.
Αντίθετα, επικαλείται ότι οι αυτοτελείς κατ` όροφο ιδιοκτησίες σχηματίστηκαν ήδη πριν το Ν. 3741/1929 και την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα βάσει του κυκλαδικού εθιμικού δικαίου (βλ. τη 2η σελίδα-7ο στοίχο της αγωγής της) και ότι λόγω των αναφερόμενων στην αγωγή μεταβιβαστικών πράξεων των επιμέρους αυτοτελών ιδιοκτησιών, που πραγματοποιήθηκαν μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, συστήθηκε αυτοδικαίως οροφοκτησία και η οικοδομή με το οικόπεδο της υπάγεται πλέον στις διατάξεις του Ν. 3741/1929.
Ωστόσο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι περιγραφόμενες στην αγωγή αυτοτελείς κατ` όροφο ιδιοκτησίες, που σχηματίστηκαν κατά το κυκλαδικό έθιμο, δεν υπάγονται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 περί οροφοκτησίας, αλλά εξακολουθούν να διέπονται από τους ορισμούς του καταργηθέντος εθίμου, με συνέπεια στην εν λόγω οικοδομή να υφίστανται μόνο δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας κατ` όροφο και όχι δικαιώματα συγκυριότητας.
Εξ άλλου, ακόμη και η μνεία στο 36958/21-2-1978 συμβόλαιο μεταβίβασης του ανωγείου ορόφου, που υπήρχε ως αυτοτελής ιδιοκτησία πριν από το Ν. 3741/1929, ότι η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία θα ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/ 1929 και τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομότυπη υπαγωγή της όλης οικοδομής στις διατάξεις περί οροφοκτησίας, γιατί τέτοια εφαρμογή προϋποθέτει σύμπραξη όλων των ιδιοκτητών (ή του μοναδικού ιδιοκτήτη της όλης οικοδομής) και όχι μόνο του ιδιοκτήτη του ανωγείου, όπως έγινε εν προκειμένω, αφού προϋποθέτει κατάργηση των υφισταμένων δικαιωμάτων αποκλειστικής κυριότητας του ιδιοκτήτη κάθε ορόφου, στους θεωρούμενους μετά το Ν. 3741/1929 κοινόχρηστους χώρους, κατάργηση που δεν είναι δυνατό να επιβληθεί με τη βούληση ενός μόνο από τους ιδιοκτήτες ορόφου, ο οποίος είναι αποκλειστικός κύριος του ορόφου του, αλλά δεν έχει κανένα δικαίωμα από όσα ανήκουν στους κυρίους άλλων ορόφων.
Συνεπώς, ακόμη και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, καθένας από τους διαδίκους είναι αποκλειστικός κύριος κάθε αυτοτελούς ορόφου και των ανηκόντων σε κάθε όροφο χώρων, ενώ η σχέση μεταξύ των κυρίων κάθε ορόφου δεν διέπεται από το Ν. 3741/1929, αλλά αποτελεί έννομη σχέση μεταξύ κυρίων όμορων – αλλά καθ` ύψος – ακινήτων.
Με βάση τα προαναφερόμενα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, με την κρινόμενη αγωγή, που αν και φέρεται προς συζήτηση κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648-657 ΚΠολΔ εγγράφηκε στο πινάκιο, αν και τούτο δεν προβλέπεται (άρθρο 648 εδ. β` ΚΠολΔ), δεν εισάγεται διαφορά μεταξύ των οροφοκτητών, που είναι συναφής προς την εφαρμογή του Ν. 3741/1929 και προς την ενάσκηση και εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο αυτό και υπάγεται, κατά το άρθρο 17 αρ. 2 ΚΠολΔ στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648-657 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, με το ως άνω περιεχόμενο και τα αιτήματα, η προαναφερόμενη αγωγή εκτιμάται ως αρνητική αγωγή, αρμόδιο για την εκδίκαση της οποίας, κατά την τακτική διαδικασία, είναι, κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία γνώμη το Πολυμελές Πρωτοδικείο (βλ. ΕφΑΘ 5518/2003, ΕλλΔνη 2004, 182, όπου και εκτενής αναφορά στις υποστηριζόμενες απόψεις, ΕφΛαρ 69/2001, Βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1115/2000, ΕλλΔνη 2000, 797, Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο Ι, 1992, σελ. 629, Κ. Παπαδόπουλο, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου Ι, σελ. 370), η οποία μάλιστα απαιτείται, κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ, να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων (βλ. και ΕφΠατρ 1165/2006, Βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ).
Ωστόσο, δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή δεν έχει εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Τήνου, πρέπει να μην παραπεμφθεί η εκδίκαση της ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, αλλά να απορριφθεί από το Δικαστήριο τούτο, για λόγους οικονομίας της δίκης (βλ. Νίκα σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα άρθρο 46 αρ. 6), ως απαράδεκτη.
Τέλος, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερη δυσχερής, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στο σύνολο τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
– ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
– ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
– ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Σύρο σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 29 Μαρτίου 2010.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Βασίλειο Παπαθανασίου, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος Πρωτοδικών Σύρου και τη Γραμματέα Δέσποινα Λουκή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2009, για να δικάσει την υπόθεση:
Της ενάγουσας: ……. συζ. …, το γένος…………, κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, .....
Της εναγομένης: …………… συζ. ……, το γένος………… και ………., κατοίκου Τήνου Κυκλάδων, η οποία εμφανίστηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, .....
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 17-11-2006 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 2078/16-11-2006, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 8-11-2007 και μετά από αναβολές για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και γράφτηκε στο πινάκιο (βλ. την 2078/2008 έκθεση κατάθεσης δικογράφου αγωγής και την πράξη ορισμού συζήτησης).
Κατά τη συζήτηση της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται, στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τους κανόνες του εθιμικού δικαίου των Κυκλάδων ο θεσμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας στηρίζεται στους εξής τρεις βασικούς κανόνες:
1) Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή τμήματος ορόφου είναι αποκλειστικός κύριος του ορόφου του, δηλαδή των πρωτοτοίχων που ανήκουν σ` αυτόν, του δαπέδου, της οροφής του και των κοινοχρήστων χώρων, που αντιστοιχούν στον όροφό του. 2) Ο κύριος του ισογείου είναι αποκλειστικός κύριος του οικοπέδου και του υπεδάφους. 3) Ο κύριος του ανωγείου είναι αποκλειστικός κύριος του αέρος εκτός αν ο αέρας είχε ήδη πωληθεί σε τρίτο ή παρακρατηθεί από τον πωλητή.
Μάλιστα, είναι τόσο αυστηρή η διάκριση των εννοιών «ισόγειο» και «αέρας ή όροφος», ώστε ακόμη και αν κύριος του ισογείου και του «αέρος» είναι το ίδιο πρόσωπο, νοούνται και υπάρχουν δύο αυτοτελείς ιδιοκτησίες, ουσιώδες δε στοιχείο του εθίμου αυτού είναι ότι ο κύριος του «αέρος» δεν έχει κανένα δικαίωμα συγκυριότητας επί του εδάφους της οικοδομής, που ανήκει στον κύριο του ισογείου, ο οποίος υποχρεούται να το διατηρεί από δομική άποψη σε τέτοια κατάσταση, που να στηρίζει το βάρος του κατοικήσιμου ορόφου (ΠΠρΣυρ 145/1996, ΑρχΝ 1998, 92, Δακαναλάκης, Το κυκλαδικόν έθιμον περί του δικαιώματος αέρος και το νέον σύστημα οριζοντίου ιδιοκτησίας, ΝοΒ 20, 1368).
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 544 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, το οποίο καθιέρωνε μια μορφή οριζόντιας ιδιοκτησίας με την πρόβλεψη ύπαρξης και κοινόχρηστων χώρων επί της οικοδομής και του οικοπέδου, που ανήκαν στη συγκυριότητα των επιμέρους κυρίων κάθε ορόφου, εφόσον δεν οριζόταν κάτι αντίθετο στη σχετική πράξη οροφοκτησίας, η δημιουργία οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατά το εθιμικό δίκαιο των Κυκλάδων, είχε ως χαρακτηριστικό την ύπαρξη αυτοτελών κατ` όροφο ιδιοκτησιών χωρίς την ύπαρξη χώρων, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου στους κυρίους των επιμέρους ορόφων,
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 55 ΕισΝΑΚ, το δικαίωμα κυριότητας, που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διέπεται στο εξής ως προς την έκταση, το περιεχόμενο, τη δυνατότητα μεταβίβασης, την προστασία και την απόσβεση του από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ενώ το ίδιο ισχύει και για την κυριότητα σε όροφο ή σε διαμέρισμα ορόφου.
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 ΕισΝΑΚ, εμπράγματα δικαιώματα χωριστής κυριότητας, που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα σε οικοδομές σε ξένο έδαφος, διατηρούνται και εξακολουθούν να διέπονται από το έως τώρα δίκαιο ή από τις ειδικές σχετικές διατάξεις, που ισχύουν έως τώρα.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργήθηκε, δυνάμει του άρθρου 1 ΕισΝΑΚ, το προπεριγραφάμενο κυκλαδικό έθιμο, ωστόσο η κατάργηση αυτή αφορά τις εφεξής αναφυόμενες έννομες σχέσεις και όχι δικαιώματα, που ήδη είχαν δημιουργηθεί πριν την εισαγωγή του.
Συνεπώς, δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας σε ορόφους οικοδομής, που ήδη είχαν δημιουργηθεί υπό την ισχύ του κυκλαδικού εθίμου, εξακολουθούν να ισχύουν, και διέπονται, και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, από τους ορισμούς του καταργηθέντος εθίμου (Δακαναλάκης, ό.π., σελ. 1370, ΠΠρΣυρ 77/2007, ΑρχΝ 2008, 54). Από τα ανωτέρω συνάγεται, επίσης, ότι, μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η ήδη συσταθείσα κατά το κυκλαδικό έθιμο αποκλειστική κυριότητα επί ορόφου οικοδομής δεν μεταπίπτει άνευ ετέρου σε σχέση οροφοκτησίας, που διέπεται από το Ν. 3741/1929, καθώς για τη δημιουργία τέτοιας σχέσης απαιτείται η σύσταση της με κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 Ν. 3741/1929, 1002 ΑΚ, 2 ΝΑ 1024/1971, 480Λ ΚΠολΔ και του Ν. 1562/1985 τρόπους (για τους τρόπους σύστασης της οροφοκτησίας βλ. αναλυτικά 1. Κατρά, Πανδέκτης μισθώσεων και οροφοκτησίας, 2005, σελ. 895 επ.).
Περαιτέρω, από τη διάταξη τη διάταξη του άρθρου 17 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην καθ` ύλην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε, χωρίς διάκριση του αντικείμενου της διαφοράς, οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, που μάλιστα δεν εγγράφονται στα βιβλία διεκδικήσεων, καθώς δεν αποτελούν εμπράγματες ή μικτές αγωγές (ΑΠ 1465/2009, Βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ).
Από τη διατύπωση της ως άνω διάταξης είναι φανερό ότι δύο είναι τα στοιχεία που καθορίζουν την εξαιρετική αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού: α) η διαφορά μεταξύ οροφοκτητών και β) η διαφορά αυτή να προέρχεται από τη σχέση οροφοκτησίας μεταξύ των ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, ανεξάρτητα εάν αφορά τις διαιρετές ιδιοκτησίες τους ή τα κοινά της οικοδομής.
Ως τέτοιες διαφορές πρέπει να νοηθούν, μεταξύ άλλων, και εκείνες, που αναφέρονται στις διενέξεις γενικά μεταξύ των οροφοκτητών και της ίδιας της οροφοκτησίας ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Δηλαδή, πρέπει οι διαφορές να είναι συναφείς προς την εφαρμογή του Ν. 3741/1929 και προς την ενάσκηση και εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο αυτό.
Είναι δυνατό δε να αφορούν οι διαφορές αυτές όχι μόνον τα κοινά πράγματα της αδιαίρετης συνιδιοκτησίας, αλλά και τα πράγματα της αποκλειστικής ιδιοκτησίας καθενός από τους συνιδιοκτήτες.
Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της διαφοράς ως προερχόμενης από τη σχέση της οροφοκτησίας είναι το εάν πραγματικά η συγκεκριμένη διαφορά αναφύεται από αυτή την ίδια τη σχέση της κατ` όροφο ιδιοκτησίας, που διέπεται από το Ν. 3741/1929, ανεξάρτητα από τη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, στην οποία στηρίζεται (π.χ. νομή, κυριότητα, εντολή, διοίκηση αλλότριων κλπ.) ή από άλλη σχέση, τυχαία και άσχετη από την ειδική σχέση της οροφοκτησίας (πρβλ. ATI 934/2008, Βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 541/2007, Βάση δεδομένωνΝΟΜΟΣ, βλ. αναλυτικά ΜΠρΘεσ 1979/2008, ΧρΙδΔ 2008, 352 και Νίκα σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, άρθρο 17 αρ. 2 επ.)
Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της, όπως παραδεκτά το δικόγραφο της διορθώθηκε με τις προτάσεις της, εκθέτει τα εξής:
Οτι τυγχάνει αποκλειστική κυρία μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα του ανώγειου ορόφου μιας διώροφης οικοδομής, εμβαδού 60,75 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 50/100 εξ αδιαιρέτου, και της πάνω από αυτόν αέρινης στήλης, η οποία οικοδομή είναι χτισμένη επί οικοπέδου έκτασης 93 τ.μ. και βρίσκεται στη συμβολή των οδών ……………..και ………………………….. στην πόλη της Τήνου και ότι η εναγομένη τυγχάνει κυρία του ισογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, εμβαδού 77,24 τ.μ..
Οτι ως άνω όροφος μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα από τη μητέρα της, … χήρα …….., το γένος……….. και …………………….., δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος 36958/21-2-1978 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελευθερίου Πέγκου, στη δε μητέρα της είχε περιέλθει ως ανεξάρτητη ιδιοκτησία δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος 2054/6-4-1910 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Τήνου, Πέτρου Αφεντάκη, σύμφωνα με το ισχύον, κατά το χρόνο αυτό, κυκλαδικό εθιμικό δίκαιο, ο δε ισόγειος όροφος περιήλθε στην εναγομένη με αγορά από τους ……. και ………….. δυνάμει των νόμιμα μεταγραφέντων 161/20-9-1984 και 429/5-11-1985 συμβολαίων πώλησης.
Οτι οι προαναφερόμενοι (…….. και …………………………………) απέκτησαν τον ισόγειο όροφο της οικοδομής δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος 1286/18-7-1978 συμβολαίου διανομής} σε συνδυασμό με την νόμιμα μεταγραφείσα 1285/18-7-1978 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατέρα τους, ………………………, στον οποίο ο ισόγειος όροφος είχε περιέλθει, κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου, με αγορά από τους …………. του ……….. και ……………………. του ……………….., δυνάμει των νόμιμα μεταγραφέντων 19174/19-10-1966 και 18351/26-9-1927 συμβολαίων πώλησης, και, κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του αποβιώσαντος κατά το έτος 1917 πατέρα του, ……………………………… του ……, που είχε ανοικοδομήσει το όλο ακίνητο.
Οτι με τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις των επιμέρους ορόφων η διώροφη οικοδομή έχει υπαχθεί αυτοδικαίως στις διατάξεις περί οροφοκτησίας, με συνέπεια οι διάδικοι να είναι συγκύριοι στα κοινόχρηστα μέρη και στον αύλειο χώρο της οικοδομής και αποκλειστικοί κύριοι κάθε ορόφου της.
Οτι η εναγομένη κατά τελευταία 26 έτη έχει προβεί σε αυθαίρετες παρεμβάσεις επί της οικοδομής και των κοινόχρηστων χώρων της, που διαταράσσουν την αποκλειστική της κυριότητα, αλλά και παρεμποδίζουν το δικαίωμα σύγχρησης των κοινόχρηστων χώρων της και ειδικότερα: α) εγκατέστησε στο ισόγειο της οικοδομής και στην αυλή της ξύλινους πάγκους, αποκλείοντας την πρόσβαση της ενάγουσας στον ανώγειο όροφο της από, την επί της οδού ………………………….είσοδο της οικοδομής, β) τοποθέτησε δύο τέντες στην πρόσοψη του ανώγειου ορόφου, που ανήκει στην ενάγουσα, γ) τοποθέτησε στα κιγκλιδώματα της περίφραξης της αυλής της οικοδομής ελενίτ μήκους 30 μέτρων και ύψους 80 εκατοστών, αλλοιώνοντας την αισθητική και τη μορφή της περίφραξης της, και δ) υπέσκαψε τα θεμέλια του δαπέδου της οικοδομής στο εσωτερικό του ισογείου ορόφου σε βάρος της στατικότητας του κτιρίου, προκαλώντας ρωγμές στην τοιχοποιία του ανωγείου ορόφου.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζητεί, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της με τις προτάσεις της (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να υποχρεωθεί η εναγομένη να άρει τη διατάραξη της κυριότητάς της επί του ανωγείου ορόφου και τη συγκυριότητα της επί των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής, προβαίνοντας α) στην απομάκρυνση των ξύλινων πάγκων από την πρόσοψη της οικοδομής, β) στην καθαίρεση των τεντών, που τοποθέτησε στον εξωτερικό τοίχο του ανωγείου ορόφου, γ) στην απομάκρυνση των ελενίτ, που τοποθέτησε στα κιγκλιδώματα της περίγραξης της αυλής και δ) στην κάλυψη των θεμελίων της οικοδομής με ρίψη στο έδαφος του ισογείου ισχυρού σιδηρομπετόν σε βάθος 50 εκ., και σε περίπτωση άρνησής της να επιτραπεί η επιχείρηση των πράξεων αυτών στην ενάγουσα με δαπάνες της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να παραλείπει στο μέλλον κάθε παρόμοια προσβολή της κυριότητας την επί του ανωγείου ορόφου και της συγκυριότητας της επί των κοινόχρηστων χώρων στο μέλλον, με απειλή χρηματική ποινής 1.000 € και προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα.
Οπως προκύπτει από το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής, η ενάγουσα επικαλείται την ύπαρξη σχέσης οροφοκτησίας, που διέπεται πλέον από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, χωρίς όμως αυτή να έχει συσταθεί με κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 Ν. 3741/1929, 1002 ΑΚ, 2 Ν.Δ. 1024/1971, 480Α ΚΠολΔ και του Ν. 1562/1985 τρόπους.
Αντίθετα, επικαλείται ότι οι αυτοτελείς κατ` όροφο ιδιοκτησίες σχηματίστηκαν ήδη πριν το Ν. 3741/1929 και την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα βάσει του κυκλαδικού εθιμικού δικαίου (βλ. τη 2η σελίδα-7ο στοίχο της αγωγής της) και ότι λόγω των αναφερόμενων στην αγωγή μεταβιβαστικών πράξεων των επιμέρους αυτοτελών ιδιοκτησιών, που πραγματοποιήθηκαν μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, συστήθηκε αυτοδικαίως οροφοκτησία και η οικοδομή με το οικόπεδο της υπάγεται πλέον στις διατάξεις του Ν. 3741/1929.
Ωστόσο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι περιγραφόμενες στην αγωγή αυτοτελείς κατ` όροφο ιδιοκτησίες, που σχηματίστηκαν κατά το κυκλαδικό έθιμο, δεν υπάγονται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 περί οροφοκτησίας, αλλά εξακολουθούν να διέπονται από τους ορισμούς του καταργηθέντος εθίμου, με συνέπεια στην εν λόγω οικοδομή να υφίστανται μόνο δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας κατ` όροφο και όχι δικαιώματα συγκυριότητας.
Εξ άλλου, ακόμη και η μνεία στο 36958/21-2-1978 συμβόλαιο μεταβίβασης του ανωγείου ορόφου, που υπήρχε ως αυτοτελής ιδιοκτησία πριν από το Ν. 3741/1929, ότι η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία θα ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/ 1929 και τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομότυπη υπαγωγή της όλης οικοδομής στις διατάξεις περί οροφοκτησίας, γιατί τέτοια εφαρμογή προϋποθέτει σύμπραξη όλων των ιδιοκτητών (ή του μοναδικού ιδιοκτήτη της όλης οικοδομής) και όχι μόνο του ιδιοκτήτη του ανωγείου, όπως έγινε εν προκειμένω, αφού προϋποθέτει κατάργηση των υφισταμένων δικαιωμάτων αποκλειστικής κυριότητας του ιδιοκτήτη κάθε ορόφου, στους θεωρούμενους μετά το Ν. 3741/1929 κοινόχρηστους χώρους, κατάργηση που δεν είναι δυνατό να επιβληθεί με τη βούληση ενός μόνο από τους ιδιοκτήτες ορόφου, ο οποίος είναι αποκλειστικός κύριος του ορόφου του, αλλά δεν έχει κανένα δικαίωμα από όσα ανήκουν στους κυρίους άλλων ορόφων.
Συνεπώς, ακόμη και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, καθένας από τους διαδίκους είναι αποκλειστικός κύριος κάθε αυτοτελούς ορόφου και των ανηκόντων σε κάθε όροφο χώρων, ενώ η σχέση μεταξύ των κυρίων κάθε ορόφου δεν διέπεται από το Ν. 3741/1929, αλλά αποτελεί έννομη σχέση μεταξύ κυρίων όμορων – αλλά καθ` ύψος – ακινήτων.
Με βάση τα προαναφερόμενα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, με την κρινόμενη αγωγή, που αν και φέρεται προς συζήτηση κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648-657 ΚΠολΔ εγγράφηκε στο πινάκιο, αν και τούτο δεν προβλέπεται (άρθρο 648 εδ. β` ΚΠολΔ), δεν εισάγεται διαφορά μεταξύ των οροφοκτητών, που είναι συναφής προς την εφαρμογή του Ν. 3741/1929 και προς την ενάσκηση και εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο αυτό και υπάγεται, κατά το άρθρο 17 αρ. 2 ΚΠολΔ στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648-657 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, με το ως άνω περιεχόμενο και τα αιτήματα, η προαναφερόμενη αγωγή εκτιμάται ως αρνητική αγωγή, αρμόδιο για την εκδίκαση της οποίας, κατά την τακτική διαδικασία, είναι, κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία γνώμη το Πολυμελές Πρωτοδικείο (βλ. ΕφΑΘ 5518/2003, ΕλλΔνη 2004, 182, όπου και εκτενής αναφορά στις υποστηριζόμενες απόψεις, ΕφΛαρ 69/2001, Βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1115/2000, ΕλλΔνη 2000, 797, Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο Ι, 1992, σελ. 629, Κ. Παπαδόπουλο, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου Ι, σελ. 370), η οποία μάλιστα απαιτείται, κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ, να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων (βλ. και ΕφΠατρ 1165/2006, Βάση δεδομένων ΝΟΜΟΣ).
Ωστόσο, δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή δεν έχει εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Τήνου, πρέπει να μην παραπεμφθεί η εκδίκαση της ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, αλλά να απορριφθεί από το Δικαστήριο τούτο, για λόγους οικονομίας της δίκης (βλ. Νίκα σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα άρθρο 46 αρ. 6), ως απαράδεκτη.
Τέλος, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερη δυσχερής, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στο σύνολο τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
– ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
– ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
– ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Σύρο σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 29 Μαρτίου 2010.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου