
Α.Π. 476/2014 (Τμήμα Β1)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
- 648, 669, 672 Α.Κ, 35α Ν. 2190/1920 - Ο ενάγων, πρόεδρος Δ.Σ. Α.Ε., εργάστηκε σε αυτήν με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως πολιτικός μηχανικός. Αγωγή καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημίωσης απόλυσης και επικουρικά, αν..
η σύμβαση κριθεί άκυρη, καταβολή των ίδιων ποσών, κατά 904 Α.Κ. Το Εφετείο Αθηνών απέρριψε ουσία αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής και δέχτηκε εν μέρει την επικουρική. Η ένδικη σύμβαση που εκφεύγει των τρεχουσών συναλλαγών της Α.Ε., λόγω μεγάλου ύψους των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, είναι άκυρη, διότι δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε άδεια από τη Γ.Σ. των μετόχων για τη σύναψη της σύμβασης, ληφθείσα σε νόμιμη συνεδρίαση.ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
- 648, 669, 672 Α.Κ, 35α Ν. 2190/1920 - Ο ενάγων, πρόεδρος Δ.Σ. Α.Ε., εργάστηκε σε αυτήν με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως πολιτικός μηχανικός. Αγωγή καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημίωσης απόλυσης και επικουρικά, αν..
- 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 241, 242 Α.Κ., 29 παρ. 2, 35α, 35β, 35γ Ν. 2190/1920 - Η επαναληπτική - έκτακτη Γ.Σ. των μετόχων, που ενέκρινε σύναψη σύμβασης εργασίας μεταξύ της Α.Ε. και του προέδρου της, ήταν άκυρη διότι α. δε συγκλήθηκε με τήρηση της νόμιμης προθεσμίας, διότι μεταξύ της δημοσίευσης της πρόσκλησης και της συνεδρίασης της Γ.Σ. δεν παρεμβλήθηκαν 10 μέρες, αφού η προθεσμία έληγε Σάββατο, το οποίο δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωσή της, β. δεν παρέστη και δεν εκπροσωπήθηκε το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου αλλά 26,675% αυτού. Η ακυρότητα ερευνάται παρεμπιπτόντως από το δικάζον την έφεση δικαστήριο, αφού στη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε παρέλθει η διετής αποσβεστική προθεσμία από την υποβολή στο Υπ. Εμπορίου αντιγράφου των πρακτικών της Γ.Σ.
- 2 Α.Κ. - Αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρ. 35α Ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3604/2007, που ίσχυε κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του. Ορθώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφάρμοσε το άνω άρθρο όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του, αφού ο τροποποιητικός νόμος ορίζει ότι οι τροποποιήσεις εφαρμόζονται, για τις αποφάσεις Γ.Σ. που λαμβάνονται 2 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του, αποκλείοντας αναδρομική εφαρμογή του σε προγενέστερες αποφάσεις. Αβάσιμος ο εκ του 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης.
- 279 Α.Κ. - Αιτίαση ότι για την πληρότητα της ένστασης ακυρωσίας απόφασης Γ.Σ., σύμφωνα με το τροποποιηθέν αρθρ. 35α Ν. 2190/1920, η Α.Ε. δεν επικαλέσθηκε ότι, μέχρι την προβολή της ένστασης, δεν είχε παρέλθει 3μηνη αποσβεστική προθεσμία, από την υποβολή του πρακτικού Γ.Σ. στην αρμόδια αρχή ή την καταχώριση στο Μ.Α.Ε. Ο εκ του 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν εφαρμόζεται το αρθρ. 35α Ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε, αλλ’ όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση, ενώ για την πληρότητα της ένστασης, δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται ότι η αποσβεστική προθεσμία δεν παρήλθε, διότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
- 240 Α.Κ. - Αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη, εσφαλμένως υπολόγισε ως αφετηρία της 10ήμερης προθεσμίας, για την πρόσκληση επαναληπτικής Γ.Σ., την επόμενη της γνωστοποίησης της πρόσκλησης και όχι την προηγούμενη της ημέρας που έλαβε χώρα η Γ.Σ. Ο εκ του 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης απορρίπτεται διότι οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες υπολογίζονται κατά τη φορά του χρόνου, δηλ. από την ημερομηνία που έλαβε χώρα η ενέργεια για την προετοιμαζόμενη πράξη και όχι αντιστρόφως.
Α.Π. 476/2014 (Τμήμα Β1)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δούναβη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην …, έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και εκπροσωπείται νόμιμα από την ορισθείσα ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1606/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5741/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 27-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5741/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους λόγους αυτής, εκτός από τους δεύτερο και τρίτο και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρ. 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495 § 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν αρχίσει η συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης. Επομένως, η παραίτηση του αναιρεσείοντος, από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης, από τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως και καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, είναι νόμιμη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς το λόγο αυτό αναιρέσεως, που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 295 § 1 και 299 του ΚΠολΔ).
2. Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης "κατ' ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ.ΑΠ 7 και 8/2011).
Με το νόμο 3604/2007 επήλθε αναμόρφωση των άρθρων 35α, 35β και 35γ του ν. 2190/1920, σχετικά με την ακυρωσία των αποφάσεων των Γ.Σ. της Ανώνυμης Εταιρίας. Η νέα ρύθμιση διεύρυνε τους λόγους ακυρωσίας, και πλέον έκτοτε προβλέπονται τέσσερις κατηγορίες ακυρώσιμων αποφάσεων: α) αποφάσεις που ελήφθησαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με τον νόμο ή το καταστατικό, β) αποφάσεις που ελήφθησαν από Γ.Σ. που δε είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί, γ) αποφάσεις που ελήφθησαν χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 και δ) αποφάσεις που ελήφθησαν κατά κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα, το άρθρο 35α παρ. 1, εδ. α' και β' του ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του νόμου 3604/2007, ορίζει ρητά ως ακυρώσιμες τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης που δεν έχει νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. Ο όρος συγκρότηση της Γ.Σ., νοείται υπό ευρεία έννοια ως το σύνολο των τηρητέων διαδικαστικών πράξεων, ώστε η Γ.Σ. να συνεδριάζει ως εταιρικό όργανο κατά τους όρους του ν. 2190/1920.
Το ελάττωμα της ακυρωσίας δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, ούτε αρκεί να προταθεί εξωδίκως (με το προηγούμενο όμως νομοθετικό καθεστώς οι αποφάσεις αυτές ήταν αυτοδικαίως άκυρες).
Οφείλει να προταθεί με αγωγή που θα ασκηθεί από συγκεκριμένα πρόσωπα και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ενώ γίνεται δεκτό ότι δε μπορεί να προταθεί με ένσταση (σε αντίθεση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς). Ειδικότερα, κατά την παρ. 3 του ως άνω άρθρου, η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή από οποιονδήποτε μέτοχο, κάτοχο μετοχών που εκπροσωπούν τα δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου, αν δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση. Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου...
Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου άρθρου η ανωτέρω αγωγή στρέφεται κατά της εταιρείας και ασκείται εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Μητρώο... Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 79 του Ν. 3604/2007 (ΦΕΚ Α' 189/8.8.2007): "Οι διατάξεις του νόμου αυτού για την ακυρότητα, την ακυρωσία και το ανυπόστατο των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ισχύουν για αποφάσεις που λαμβάνονται από γενικές συνελεύσεις που συγκαλούνται ή, σε περίπτωση μη νόμιμης πρόσκλησης, λαμβάνουν χώρα δύο (2) μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".
Συνεπώς, για τις αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων που δεν λήφθηκαν δυο μήνες μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου πιο πάνω νόμου, αλλά προγενέστερα, και έχουν σχέση με την ακυρότητα και ακυρωσία των αποφάσεων των Γ.Σ. της Ανώνυμης Εταιρίας, εφαρμόζεται η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 35α του ν. 2190/1920, όπως κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α` του ν. 1157/12.5.1981 ορίζεται ότι η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7.00' μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Από την αδιάστικτη διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όπως και των ομοίων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, 241, 242 ΑΚ, συνάγεται ότι αυτές ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν (όσον αφορά τις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες), εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα 7.00' μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (Ολ.ΑΠ 33/1996, ΑΠ 266/1985).
Οι εν λόγω προθεσμίες, ανεξάρτητα αν είναι ενέργειας ή προπαρασκευαστικές, υπολογίζονται κατά τη φορά του χρόνου (δηλ. από ένα χρονικό σημείο προς το μέλλον) και όχι αντίθετα προς αυτήν. Έτσι και οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες έχουν για αφετηρία τους την ενέργεια που πρέπει να γίνει πριν την προετοιμαζόμενη πράξη και αρχίζει από την επόμενη ημέρα αυτής (Ολ.ΑΠ 33/1996, 266/1985, ΑΠ 575/2013, 1095/2010, 1239/2010, 576/2004) και όχι αντιστρόφως δηλ. από την προηγούμενη ημέρα που είχε προσδιορισθεί να λάβει χώρα η πράξη. Προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των δέκα (10) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει πριν από την πρόσκληση της επαναληπτικής τακτικής Γ.Σ. των μετόχων της Α.Ε. και μέχρι την ημέρα της συνέλευσης, κατά το άρθρο 29 του ν. 2190/1920.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Σ
την κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 15/2/2007 και με αρ. κατ. δικ. 783/2007 αγωγή, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ -ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε." με την από 1-12-2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πολιτικός μηχανικός με συμβατικές αποδοχές αρχικά μεν ποσού 13.850 ευρώ μηνιαίως, από δε 1-7-2004 και εφεξής ποσού 15.035 ευρώ μηνιαίως. Ότι δυνάμει της αναφερομένης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου η ανωτέρω εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης από 26-6-2006, οπότε και λύθηκε αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του, ενώ η εναγόμενη εκπροσωπείται πλέον από την ορισθείσα ειδική εκκαθαρίστρια αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.". Ότι από τον Ιανουάριο 2005 και εφεξής η εναγόμενη έπαυσε να του καταβάλλει τις συμβατικές μηνιαίες αποδοχές του με αποτέλεσμα να του οφείλει από 1/1/2005 και έως την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής του σύμβασης στις 26/6/2006 το συνολικό ποσό των 320.746,42 ευρώ συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας. Ότι λόγω της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σύμβασης δικαιούται την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 35.018,66 ευρώ.
Με βάση δε το ανωτέρω ιστορικό, και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό που έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, ζητούσε με βάση την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, και επικουρικά δηλ. σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο ήθελε κριθεί ότι η τελευταία είναι άκυρη σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ν' αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 355.765,08 ευρώ, νομιμοτόκως αφότου έκαστο επιμέρους κονδύλιο έπρεπε να του καταβληθεί κατά τις αναφερόμενες επιμέρους διακρίσεις, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1606/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της, την αγωγή, πλην του αιτήματος περί αναγνώρισης οφειλής αποζημίωσης απόλυσης, το οποίο απέρριψε, κατά μεν την κύρια βάση ως απαράδεκτο λόγω άπρακτης παρόδου της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955, κατά δε την επικουρική ως μη νόμιμο, διότι η απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης κατά την ως άνω διάταξη συνιστά νόμιμη αιτία πλουτισμού της εναγόμενης. Στη συνεχεία δέχθηκε, εν μέρει, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη εργοδότρια, νομίμως εκπροσωπούμενη από την ορισθείσα ως άνω ειδική εκκαθαρίστριά της, οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 293.666,15 ευρώ για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτίες. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5741/2012 απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής. Στη συνέχεια δε, ερεύνησε την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση, την οποία δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη.
Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "....
Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την από 1-12-2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, που είχε την ιδιότητα του μέλους του δ.σ. αυτής - και δη του εντεταλμένου συμβούλου την 1-12-03 και του προέδρου και εκτελεστικού μέλους του δ.σ. την 1-9-2004 - σύμφωνα με τα προσαγόμενα και επικαλούμενα ΦΕΚ Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε., ως πολιτικό μηχανικό με διευθυντικές και διοικητικές αρμοδιότητες στο τομέα νέων επενδύσεων, με αποδοχές ποσού 13.850 ευρώ μηνιαίως, ακολούθως δε με την από 1-9-2004 σύμβαση τροποποίησης της ανωτέρω αρχικής σύμβασης του ανέθεσε και τη διοίκηση και δ/νση του τομέα ανάπτυξης μετά των αντιστοίχων διευθύνσεων, με αποδοχές ποσού 15.035 ευρώ μηνιαίως, αρχής γενομένης από 1-7-2004.
Αμφότερες οι ένδικες συμβάσεις εργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγόμενης και του ενάγοντος με την ιδιότητα του εκτελεστικού μέλους του δ.σ. αυτής, και εκφεύγουν των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών, ενόψει του μεγάλου ύψους των συμβατικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, είναι άκυρες.
Τούτο δε, διότι δεν αποδεικνύεται ότι της καταρτίσεώς τους προϋπήρξε έγκρισή τους (άδεια) από τη γενική συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρείας, η οποία (εγκριτική άδεια) να έχει ληφθεί σε νομίμως συγκληθείσα συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της. Ειδικότερα, ο ενάγων για την εγκυρότητα της μεν πρώτης των ενδίκων συμβάσεων, ήτοι της από 1-12-2003, προσκομίζει και επικαλείται την από 24-11-2003 απόφαση της Α' επαναληπτικής - έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης περί προηγούμενης έγκρισης της σύναψής της η οποία είναι απολύτως και αυτοδικαίως άκυρη, διότι λήφθηκε κατά παράβαση των περί νομίμου συγκλήσεως των γενικών συνελεύσεων διατάξεων των προαναφερθεισών διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων", σύμφωνα με όσα θα αναφερθούν παρακάτω, της δε δεύτερης, ήτοι της από 1-9-2004 τροποποιητικής σύμβασης της πρώτης, δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης περί προηγούμενης έγκρισης της σύναψής της. Συγκεκριμένα, η ανωτέρω Α' επαναληπτική - έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης, που έλαβε την απόφαση περί έγκρισης της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων της από 1-12-2003 σύμβασης εργασίας, δεν συγκλήθηκε με τήρηση της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 29 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, ήτοι προσκαλούμενη προ δέκα τουλάχιστον ημερών, δοθέντος ότι η σχετική πρόσκληση των μετόχων της σε α' επαναληπτική γ.σ. για τις 24-11-2003, ημέρα Δευτέρα και ώρα 9.00' π.μ. στα γραφεία της εταιρείας στην οδό Αμαλιάδος αρ. 15 και Καλαβρύτων στη Ν. Κηφισιά Αττικής με τα αναφερόμενα σ' αυτήν θέματα δημοσιεύτηκε: 1) στο υπ. αρ. 12044/12-11-2003 φύλλο Τ.Α.Ε. της Εφ.Κ., 2) στο υπ. αρ. 14013/12-11-03 φύλλο της ημερήσιας πολιτικής εφημερίδας το "ΒΗΜΑ", 3) στο υπ' αρ. 12182/12-11-03 φύλλο της ημερήσιας οικονομικής εφημερίδας "ΕΞΠΡΕΣ" και 4) στο υπ' αρ. 457/11-11-03 φύλλο της εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας "ΤΥΠΟΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ", και η γενική συνέλευση των μετόχων της συγκλήθηκε και συνεδρίασε τη Δευτέρα 24-11-2003, ήτοι χωρίς να παρεμβληθούν δέκα ημέρες τουλάχιστον μεταξύ δημοσίευσης της πρόσκλησης (12-11-2003) και της συνεδρίασης (24-11-2003) των μετόχων, καθόσον η τελευταία ημέρα λήξεως της εν λόγω 10ήμερης προθεσμίας ήταν Σάββατο (22-11-2003), ημέρα η οποία δεν υπολογίζεται κατά νόμο για τη συμπλήρωσή της, με αποτέλεσμα η προθεσμία αυτή να λήξει με την πάροδο της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή τη Δευτέρα 24-11-2003. Κατά συνέπεια, η παρανόμως συγκληθείσα ανωτέρω γενική συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης, στην οποία σημειωτέον δεν παρέστη και δεν εκπροσωπήθηκε το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης αλλά παρέστησαν μέτοχοι που εκπροσωπούσαν ποσοστό 26,675% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου έτσι ώστε να είναι έγκυρες οι αποφάσεις της και χωρίς τη νόμιμη σύγκλησή της, ακύρως έλαβε την επικαλούμενη από τον ενάγοντα εγκριτική απόφαση περί σύναψης της επίδικης από 1-12-2003 σύμβασης εργασίας μεταξύ αυτού και της εναγόμενης, με περαιτέρω συνέπεια την ακυρότητα της εν λόγω σύμβασης.
Η ακυρότητα δε αυτή, παραδεκτώς ερευνάται, παρεμπιπτόντως, από το δικάζον την έφεση Δικαστήριο, καθόσον προβλήθηκε ο σχετικός λόγος από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, η οποία έχει προς τούτο πρόδηλο έννομο συμφέρον και δεν είχε κατά την συζήτηση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλθει η προβλεπόμενη από το άρθρο 35α παρ. 2 του Ν. 2190/1920 (ως ίσχυε τούτο προ της αντικαταστάσεώς του διά του άρθρου 42 του Ν. 3604/2007) διετής αποσβεστική προθεσμία από της υποβολής στο Υπουργείο Εμπορίου του αντιγράφου των πρακτικών της ανωτέρω από 24-11-2003 Α' επαναληπτικής - έκτακτης γενικής συνελεύσεως, καθόσον ο ενάγων δεν ισχυρίστηκε ούτε και απέδειξε ότι έλαβε χώρα υποβολή αντιγράφου πρακτικών της ως άνω γενικής συνέλευσης στο Υπουργείο Εμπορίου, ούτε ότι καταχωρήθηκε και πότε η κρίσιμη απόφαση στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης - εκκαλούσας περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης εργασίας και τροποποιητικής αυτής και συνακόλουθα περί απόρριψης των επί της βάσεως αυτής θεμελιουμένων ενδίκων αξιώσεων, που παραδεκτά προτάθηκε πρωτοδίκως με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της και την προσθήκη - αντίκρουση αυτών (άρ. 591 παρ. 1 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ), και ο οποίος (ισχυρισμός) παραδεκτά (άρθρο 527 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) επαναφέρεται και ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τον πρώτο λόγο έφεσης.
Συνεπώς, η ένδικη σύμβαση εργασίας και η τροποποιητική αυτής, ως γενόμενες παρά την παραπάνω απαγόρευση, είναι άκυρες και μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης εταιρείας δημιουργήθηκε απλή σχέση εργασίας Έτσι, ο ενάγων, που παρείχε τις υπηρεσίες του με απλή σχέση εργασίας μπορεί να αξιώσει από την εναγόμενη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού...". Με τους λόγους της κρινόμενης αίτησης, αποδίδονται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία), καθώς και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα.
Συγκεκριμένα: Α) με το 2ο λόγο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 35α του νόμου 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του νόμου 3604/2007, που ίσχυε τόσο κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, αλλά και κατά την κατ' ουσία έρευνα της διαφοράς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο σύμφωνα με την οποία, εφόσον πρόκειται για ακυρωσία της απόφασης της Γ.Σ. της αναιρεσίβλητης, 1) η τελευταία δεν δικαιούται να προτείνει κατ' ένσταση την ακυρότητα των αποφάσεων των επίμαχων Γενικών Συνελεύσεων, 2) ότι για την πληρότητα της ένστασης αυτής δεν επικαλέσθηκε ότι, μέχρι την προβολή της (ένστασης), δεν είχε παρέλθει η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, από την υποβολή του οικείου πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή την καταχώρισή του στο Μητρώο και συνακόλουθα ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος και απορριπτέος. Και Β) με τον 3ο λόγο, ότι η προσβαλλόμενη, εσφαλμένως υπολόγισε ως αφετηρία της δεκαήμερης προθεσμίας, για την πρόσκληση της επαναληπτικής Γ.Σ. την επόμενη της γνωστοποίησης της πρόσκλησης και όχι την προηγούμενη της ημέρας που έλαβε χώρα η Γ.Σ. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.
Ειδικότερα: 1) ο δεύτερος: α) κατά το πρώτο σκέλος του, καθόσον, ορθώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 35α του Ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 3604/2007, την κύρια βάση της αγωγής, δεχθέν ότι δεν υπήρχε ειδική έγκριση, με νομότυπη απόφαση της γενικής συνέλευσης, για τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, μέλους του διοικητικού συμβουλίου και εντεταλμένου συμβούλου αυτής, χωρίς να προσφύγει στις διατάξεις του ίδιου άρθρου (35α ), όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 42 του Ν. 3604/2007. Τούτο διότι, δεν είχε τη δυνατότητα να προσφύγει στις τελευταίες, ως άνω διατάξεις, αφού δεν προκύπτει απ' αυτές η δυνατότητα ρύθμισης με αναδρομική ισχύ της ένδικης έννομης σχέσης εξικνούμενης χρονικά κατά το αντικείμενό της μέχρι την 1-9-2004. Αντιθέτως, με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 του νόμου αυτού (3604/2007), όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, ορίστηκε ότι οι τροποποιημένες διατάξεις του άρθρου 35α εφαρμόζονται, για τις αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων που λαμβάνονται δυο μήνες μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3604/2007, αποκλείοντας έτσι την εφαρμογή του σε προγενέστερες αποφάσεις των εν λόγω οργάνων.
Εξάλλου, σύμφωνα το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς, που είχε εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη να προβάλλει κατ' ένσταση την εν λόγω ακυρότητα. β) Όσον αφορά τον ίδιο πιο πάνω λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, εφόσον στην κρινόμενη διαφορά δεν έχουν εφαρμογή οι τροποποιημένες διατάξεις του άρθρου 35α παρ. 7, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την πάροδο της προβλεπόμενης, από τη διάταξη αυτή, τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας και συνακόλουθα ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Σημειώνεται, εξάλλου ότι για την πληρότητα του, ως άνω, ισχυρισμού (ακυρότητα αποφάσεως Γ.Σ. της ΑΕ), δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται ότι η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη (35α), αποσβεστική προθεσμία, δεν έχει παρέλθει, μέχρι την προβολή της ακυρότητας. Τούτο μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση του καθού απευθύνεται, ενώ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Και 2) ο τρίτος λόγος, διότι και οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες υπολογίζονται, όπως πιο πάνω αναφέρεται και, ορθώς, δέχτηκε το Εφετείο, κατά τη φορά του χρόνου, δηλ. από την ημερομηνία που έλαβε χώρα η ενέργεια για την προετοιμαζόμενη πράξη και όχι αντιστρόφως. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
Τέλος η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον αναιρεσείοντα, ηττώμενο διάδικο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 4-3-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 5741/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δούναβη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην …, έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και εκπροσωπείται νόμιμα από την ορισθείσα ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1606/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5741/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 27-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5741/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους λόγους αυτής, εκτός από τους δεύτερο και τρίτο και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρ. 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495 § 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν αρχίσει η συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης. Επομένως, η παραίτηση του αναιρεσείοντος, από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης, από τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως και καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, είναι νόμιμη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς το λόγο αυτό αναιρέσεως, που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 295 § 1 και 299 του ΚΠολΔ).
2. Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης "κατ' ουσίαν", υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ.ΑΠ 7 και 8/2011).
Με το νόμο 3604/2007 επήλθε αναμόρφωση των άρθρων 35α, 35β και 35γ του ν. 2190/1920, σχετικά με την ακυρωσία των αποφάσεων των Γ.Σ. της Ανώνυμης Εταιρίας. Η νέα ρύθμιση διεύρυνε τους λόγους ακυρωσίας, και πλέον έκτοτε προβλέπονται τέσσερις κατηγορίες ακυρώσιμων αποφάσεων: α) αποφάσεις που ελήφθησαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με τον νόμο ή το καταστατικό, β) αποφάσεις που ελήφθησαν από Γ.Σ. που δε είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί, γ) αποφάσεις που ελήφθησαν χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 και δ) αποφάσεις που ελήφθησαν κατά κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα, το άρθρο 35α παρ. 1, εδ. α' και β' του ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του νόμου 3604/2007, ορίζει ρητά ως ακυρώσιμες τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης που δεν έχει νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. Ο όρος συγκρότηση της Γ.Σ., νοείται υπό ευρεία έννοια ως το σύνολο των τηρητέων διαδικαστικών πράξεων, ώστε η Γ.Σ. να συνεδριάζει ως εταιρικό όργανο κατά τους όρους του ν. 2190/1920.
Το ελάττωμα της ακυρωσίας δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, ούτε αρκεί να προταθεί εξωδίκως (με το προηγούμενο όμως νομοθετικό καθεστώς οι αποφάσεις αυτές ήταν αυτοδικαίως άκυρες).
Οφείλει να προταθεί με αγωγή που θα ασκηθεί από συγκεκριμένα πρόσωπα και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ενώ γίνεται δεκτό ότι δε μπορεί να προταθεί με ένσταση (σε αντίθεση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς). Ειδικότερα, κατά την παρ. 3 του ως άνω άρθρου, η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί με αγωγή από οποιονδήποτε μέτοχο, κάτοχο μετοχών που εκπροσωπούν τα δύο εκατοστά (2/100) του κεφαλαίου, αν δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση. Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου...
Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου άρθρου η ανωτέρω αγωγή στρέφεται κατά της εταιρείας και ασκείται εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Μητρώο... Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 79 του Ν. 3604/2007 (ΦΕΚ Α' 189/8.8.2007): "Οι διατάξεις του νόμου αυτού για την ακυρότητα, την ακυρωσία και το ανυπόστατο των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ισχύουν για αποφάσεις που λαμβάνονται από γενικές συνελεύσεις που συγκαλούνται ή, σε περίπτωση μη νόμιμης πρόσκλησης, λαμβάνουν χώρα δύο (2) μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".
Συνεπώς, για τις αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων που δεν λήφθηκαν δυο μήνες μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου πιο πάνω νόμου, αλλά προγενέστερα, και έχουν σχέση με την ακυρότητα και ακυρωσία των αποφάσεων των Γ.Σ. της Ανώνυμης Εταιρίας, εφαρμόζεται η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 35α του ν. 2190/1920, όπως κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α` του ν. 1157/12.5.1981 ορίζεται ότι η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7.00' μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Από την αδιάστικτη διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όπως και των ομοίων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, 241, 242 ΑΚ, συνάγεται ότι αυτές ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν (όσον αφορά τις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες), εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα 7.00' μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (Ολ.ΑΠ 33/1996, ΑΠ 266/1985).
Οι εν λόγω προθεσμίες, ανεξάρτητα αν είναι ενέργειας ή προπαρασκευαστικές, υπολογίζονται κατά τη φορά του χρόνου (δηλ. από ένα χρονικό σημείο προς το μέλλον) και όχι αντίθετα προς αυτήν. Έτσι και οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες έχουν για αφετηρία τους την ενέργεια που πρέπει να γίνει πριν την προετοιμαζόμενη πράξη και αρχίζει από την επόμενη ημέρα αυτής (Ολ.ΑΠ 33/1996, 266/1985, ΑΠ 575/2013, 1095/2010, 1239/2010, 576/2004) και όχι αντιστρόφως δηλ. από την προηγούμενη ημέρα που είχε προσδιορισθεί να λάβει χώρα η πράξη. Προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των δέκα (10) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει πριν από την πρόσκληση της επαναληπτικής τακτικής Γ.Σ. των μετόχων της Α.Ε. και μέχρι την ημέρα της συνέλευσης, κατά το άρθρο 29 του ν. 2190/1920.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Σ
την κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 15/2/2007 και με αρ. κατ. δικ. 783/2007 αγωγή, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ -ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε." με την από 1-12-2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πολιτικός μηχανικός με συμβατικές αποδοχές αρχικά μεν ποσού 13.850 ευρώ μηνιαίως, από δε 1-7-2004 και εφεξής ποσού 15.035 ευρώ μηνιαίως. Ότι δυνάμει της αναφερομένης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου η ανωτέρω εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης από 26-6-2006, οπότε και λύθηκε αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του, ενώ η εναγόμενη εκπροσωπείται πλέον από την ορισθείσα ειδική εκκαθαρίστρια αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.". Ότι από τον Ιανουάριο 2005 και εφεξής η εναγόμενη έπαυσε να του καταβάλλει τις συμβατικές μηνιαίες αποδοχές του με αποτέλεσμα να του οφείλει από 1/1/2005 και έως την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής του σύμβασης στις 26/6/2006 το συνολικό ποσό των 320.746,42 ευρώ συμπεριλαμβανομένων δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας. Ότι λόγω της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σύμβασης δικαιούται την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 35.018,66 ευρώ.
Με βάση δε το ανωτέρω ιστορικό, και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό που έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, ζητούσε με βάση την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, και επικουρικά δηλ. σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο ήθελε κριθεί ότι η τελευταία είναι άκυρη σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ν' αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 355.765,08 ευρώ, νομιμοτόκως αφότου έκαστο επιμέρους κονδύλιο έπρεπε να του καταβληθεί κατά τις αναφερόμενες επιμέρους διακρίσεις, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1606/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της, την αγωγή, πλην του αιτήματος περί αναγνώρισης οφειλής αποζημίωσης απόλυσης, το οποίο απέρριψε, κατά μεν την κύρια βάση ως απαράδεκτο λόγω άπρακτης παρόδου της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955, κατά δε την επικουρική ως μη νόμιμο, διότι η απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης κατά την ως άνω διάταξη συνιστά νόμιμη αιτία πλουτισμού της εναγόμενης. Στη συνεχεία δέχθηκε, εν μέρει, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη εργοδότρια, νομίμως εκπροσωπούμενη από την ορισθείσα ως άνω ειδική εκκαθαρίστριά της, οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 293.666,15 ευρώ για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτίες. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5741/2012 απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής. Στη συνέχεια δε, ερεύνησε την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση, την οποία δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη.
Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "....
Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την από 1-12-2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, που είχε την ιδιότητα του μέλους του δ.σ. αυτής - και δη του εντεταλμένου συμβούλου την 1-12-03 και του προέδρου και εκτελεστικού μέλους του δ.σ. την 1-9-2004 - σύμφωνα με τα προσαγόμενα και επικαλούμενα ΦΕΚ Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε., ως πολιτικό μηχανικό με διευθυντικές και διοικητικές αρμοδιότητες στο τομέα νέων επενδύσεων, με αποδοχές ποσού 13.850 ευρώ μηνιαίως, ακολούθως δε με την από 1-9-2004 σύμβαση τροποποίησης της ανωτέρω αρχικής σύμβασης του ανέθεσε και τη διοίκηση και δ/νση του τομέα ανάπτυξης μετά των αντιστοίχων διευθύνσεων, με αποδοχές ποσού 15.035 ευρώ μηνιαίως, αρχής γενομένης από 1-7-2004.
Αμφότερες οι ένδικες συμβάσεις εργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγόμενης και του ενάγοντος με την ιδιότητα του εκτελεστικού μέλους του δ.σ. αυτής, και εκφεύγουν των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών, ενόψει του μεγάλου ύψους των συμβατικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, είναι άκυρες.
Τούτο δε, διότι δεν αποδεικνύεται ότι της καταρτίσεώς τους προϋπήρξε έγκρισή τους (άδεια) από τη γενική συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης - εκκαλούσας εταιρείας, η οποία (εγκριτική άδεια) να έχει ληφθεί σε νομίμως συγκληθείσα συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της. Ειδικότερα, ο ενάγων για την εγκυρότητα της μεν πρώτης των ενδίκων συμβάσεων, ήτοι της από 1-12-2003, προσκομίζει και επικαλείται την από 24-11-2003 απόφαση της Α' επαναληπτικής - έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης περί προηγούμενης έγκρισης της σύναψής της η οποία είναι απολύτως και αυτοδικαίως άκυρη, διότι λήφθηκε κατά παράβαση των περί νομίμου συγκλήσεως των γενικών συνελεύσεων διατάξεων των προαναφερθεισών διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων", σύμφωνα με όσα θα αναφερθούν παρακάτω, της δε δεύτερης, ήτοι της από 1-9-2004 τροποποιητικής σύμβασης της πρώτης, δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενης περί προηγούμενης έγκρισης της σύναψής της. Συγκεκριμένα, η ανωτέρω Α' επαναληπτική - έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης, που έλαβε την απόφαση περί έγκρισης της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων της από 1-12-2003 σύμβασης εργασίας, δεν συγκλήθηκε με τήρηση της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 29 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, ήτοι προσκαλούμενη προ δέκα τουλάχιστον ημερών, δοθέντος ότι η σχετική πρόσκληση των μετόχων της σε α' επαναληπτική γ.σ. για τις 24-11-2003, ημέρα Δευτέρα και ώρα 9.00' π.μ. στα γραφεία της εταιρείας στην οδό Αμαλιάδος αρ. 15 και Καλαβρύτων στη Ν. Κηφισιά Αττικής με τα αναφερόμενα σ' αυτήν θέματα δημοσιεύτηκε: 1) στο υπ. αρ. 12044/12-11-2003 φύλλο Τ.Α.Ε. της Εφ.Κ., 2) στο υπ. αρ. 14013/12-11-03 φύλλο της ημερήσιας πολιτικής εφημερίδας το "ΒΗΜΑ", 3) στο υπ' αρ. 12182/12-11-03 φύλλο της ημερήσιας οικονομικής εφημερίδας "ΕΞΠΡΕΣ" και 4) στο υπ' αρ. 457/11-11-03 φύλλο της εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας "ΤΥΠΟΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ", και η γενική συνέλευση των μετόχων της συγκλήθηκε και συνεδρίασε τη Δευτέρα 24-11-2003, ήτοι χωρίς να παρεμβληθούν δέκα ημέρες τουλάχιστον μεταξύ δημοσίευσης της πρόσκλησης (12-11-2003) και της συνεδρίασης (24-11-2003) των μετόχων, καθόσον η τελευταία ημέρα λήξεως της εν λόγω 10ήμερης προθεσμίας ήταν Σάββατο (22-11-2003), ημέρα η οποία δεν υπολογίζεται κατά νόμο για τη συμπλήρωσή της, με αποτέλεσμα η προθεσμία αυτή να λήξει με την πάροδο της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή τη Δευτέρα 24-11-2003. Κατά συνέπεια, η παρανόμως συγκληθείσα ανωτέρω γενική συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης, στην οποία σημειωτέον δεν παρέστη και δεν εκπροσωπήθηκε το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης αλλά παρέστησαν μέτοχοι που εκπροσωπούσαν ποσοστό 26,675% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου έτσι ώστε να είναι έγκυρες οι αποφάσεις της και χωρίς τη νόμιμη σύγκλησή της, ακύρως έλαβε την επικαλούμενη από τον ενάγοντα εγκριτική απόφαση περί σύναψης της επίδικης από 1-12-2003 σύμβασης εργασίας μεταξύ αυτού και της εναγόμενης, με περαιτέρω συνέπεια την ακυρότητα της εν λόγω σύμβασης.
Η ακυρότητα δε αυτή, παραδεκτώς ερευνάται, παρεμπιπτόντως, από το δικάζον την έφεση Δικαστήριο, καθόσον προβλήθηκε ο σχετικός λόγος από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, η οποία έχει προς τούτο πρόδηλο έννομο συμφέρον και δεν είχε κατά την συζήτηση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλθει η προβλεπόμενη από το άρθρο 35α παρ. 2 του Ν. 2190/1920 (ως ίσχυε τούτο προ της αντικαταστάσεώς του διά του άρθρου 42 του Ν. 3604/2007) διετής αποσβεστική προθεσμία από της υποβολής στο Υπουργείο Εμπορίου του αντιγράφου των πρακτικών της ανωτέρω από 24-11-2003 Α' επαναληπτικής - έκτακτης γενικής συνελεύσεως, καθόσον ο ενάγων δεν ισχυρίστηκε ούτε και απέδειξε ότι έλαβε χώρα υποβολή αντιγράφου πρακτικών της ως άνω γενικής συνέλευσης στο Υπουργείο Εμπορίου, ούτε ότι καταχωρήθηκε και πότε η κρίσιμη απόφαση στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης - εκκαλούσας περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης εργασίας και τροποποιητικής αυτής και συνακόλουθα περί απόρριψης των επί της βάσεως αυτής θεμελιουμένων ενδίκων αξιώσεων, που παραδεκτά προτάθηκε πρωτοδίκως με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της και την προσθήκη - αντίκρουση αυτών (άρ. 591 παρ. 1 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ), και ο οποίος (ισχυρισμός) παραδεκτά (άρθρο 527 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) επαναφέρεται και ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τον πρώτο λόγο έφεσης.
Συνεπώς, η ένδικη σύμβαση εργασίας και η τροποποιητική αυτής, ως γενόμενες παρά την παραπάνω απαγόρευση, είναι άκυρες και μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης εταιρείας δημιουργήθηκε απλή σχέση εργασίας Έτσι, ο ενάγων, που παρείχε τις υπηρεσίες του με απλή σχέση εργασίας μπορεί να αξιώσει από την εναγόμενη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού...". Με τους λόγους της κρινόμενης αίτησης, αποδίδονται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία), καθώς και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα.
Συγκεκριμένα: Α) με το 2ο λόγο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 35α του νόμου 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του νόμου 3604/2007, που ίσχυε τόσο κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, αλλά και κατά την κατ' ουσία έρευνα της διαφοράς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο σύμφωνα με την οποία, εφόσον πρόκειται για ακυρωσία της απόφασης της Γ.Σ. της αναιρεσίβλητης, 1) η τελευταία δεν δικαιούται να προτείνει κατ' ένσταση την ακυρότητα των αποφάσεων των επίμαχων Γενικών Συνελεύσεων, 2) ότι για την πληρότητα της ένστασης αυτής δεν επικαλέσθηκε ότι, μέχρι την προβολή της (ένστασης), δεν είχε παρέλθει η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, από την υποβολή του οικείου πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή την καταχώρισή του στο Μητρώο και συνακόλουθα ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος και απορριπτέος. Και Β) με τον 3ο λόγο, ότι η προσβαλλόμενη, εσφαλμένως υπολόγισε ως αφετηρία της δεκαήμερης προθεσμίας, για την πρόσκληση της επαναληπτικής Γ.Σ. την επόμενη της γνωστοποίησης της πρόσκλησης και όχι την προηγούμενη της ημέρας που έλαβε χώρα η Γ.Σ. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.
Ειδικότερα: 1) ο δεύτερος: α) κατά το πρώτο σκέλος του, καθόσον, ορθώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 35α του Ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 3604/2007, την κύρια βάση της αγωγής, δεχθέν ότι δεν υπήρχε ειδική έγκριση, με νομότυπη απόφαση της γενικής συνέλευσης, για τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, μέλους του διοικητικού συμβουλίου και εντεταλμένου συμβούλου αυτής, χωρίς να προσφύγει στις διατάξεις του ίδιου άρθρου (35α ), όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 42 του Ν. 3604/2007. Τούτο διότι, δεν είχε τη δυνατότητα να προσφύγει στις τελευταίες, ως άνω διατάξεις, αφού δεν προκύπτει απ' αυτές η δυνατότητα ρύθμισης με αναδρομική ισχύ της ένδικης έννομης σχέσης εξικνούμενης χρονικά κατά το αντικείμενό της μέχρι την 1-9-2004. Αντιθέτως, με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 του νόμου αυτού (3604/2007), όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, ορίστηκε ότι οι τροποποιημένες διατάξεις του άρθρου 35α εφαρμόζονται, για τις αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων που λαμβάνονται δυο μήνες μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3604/2007, αποκλείοντας έτσι την εφαρμογή του σε προγενέστερες αποφάσεις των εν λόγω οργάνων.
Εξάλλου, σύμφωνα το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς, που είχε εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη να προβάλλει κατ' ένσταση την εν λόγω ακυρότητα. β) Όσον αφορά τον ίδιο πιο πάνω λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, εφόσον στην κρινόμενη διαφορά δεν έχουν εφαρμογή οι τροποποιημένες διατάξεις του άρθρου 35α παρ. 7, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την πάροδο της προβλεπόμενης, από τη διάταξη αυτή, τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας και συνακόλουθα ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Σημειώνεται, εξάλλου ότι για την πληρότητα του, ως άνω, ισχυρισμού (ακυρότητα αποφάσεως Γ.Σ. της ΑΕ), δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται ότι η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη (35α), αποσβεστική προθεσμία, δεν έχει παρέλθει, μέχρι την προβολή της ακυρότητας. Τούτο μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση του καθού απευθύνεται, ενώ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Και 2) ο τρίτος λόγος, διότι και οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες υπολογίζονται, όπως πιο πάνω αναφέρεται και, ορθώς, δέχτηκε το Εφετείο, κατά τη φορά του χρόνου, δηλ. από την ημερομηνία που έλαβε χώρα η ενέργεια για την προετοιμαζόμενη πράξη και όχι αντιστρόφως. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
Τέλος η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον αναιρεσείοντα, ηττώμενο διάδικο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 4-3-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 5741/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου