Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Α.Π. 547/2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΕΙ Ο ΕΝΑΓΩΝ ΣΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ – ΕΝΝΟΙΑ ΝΟΜΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΙ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ ΑΥΤΗΣ – ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΜΕΤΡΗΣΗ ΧΡΟΝΟΥ ΝΟΜΗΣ – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΤΑΚΤΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ – Η ΜΗ ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΤΙΤΛΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΘΙΜΟΥ – ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΥΤΟΥ ΩΣ ΠΗΓΗ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΘΙΜΟΥ – ΙΣΧΥΣ ΩΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΑ ΑΝΕΛΕΓΚΤΗ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΕΡΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ Ή ΜΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΘΙΜΟΥ (1 ΑΚ)

Α.Π. 547/2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΕΙ Ο ΕΝΑΓΩΝ ΣΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ – ΕΝΝΟΙΑ ΝΟΜΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΙ ΑΠΟΚΤΗΣΗΣ ΑΥΤΗΣ – ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΜΕΤΡΗΣΗ...
ΧΡΟΝΟΥ ΝΟΜΗΣ – ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΤΑΚΤΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ – Η ΜΗ ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΤΙΤΛΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ – Ορθώς κρίθηκε ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του πρώτου επίδικου ακινήτου τόσο με τον προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο, που αποτελεί και την κύρια βάση της αγωγής της, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, νεμόμενη τόσο η ίδια, όσο και οι δικαιοπάροχοί της τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή, με διάνοια κυρίου το εν λόγω ακίνητο για χρονικό διάστημα πλέον της πεντηκονταετίας προ του έτους 2003, τη νομή και κατοχή του οποίου αυτή (ενάγουσα) διατήρησε έως το Νοέμβριο του 2008, που η εναγόμενη την απέβαλε, ως άνω, από αυτό, αναγνώρισε αυτήν κυρία του εν λόγω επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε την εκκαλούσα - εναγομένη να της αποδώσει αυτό – Νόμιμο και ορισμένο αγωγής – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (1710, 1045, 1051, 1041, 1042, 974, 1094 ΑΚ, 216 ΚΠολΔ)

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΘΙΜΟΥ – ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΥΤΟΥ ΩΣ ΠΗΓΗ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΘΙΜΟΥ – ΙΣΧΥΣ ΩΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΑ ΑΝΕΛΕΓΚΤΗ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΕΡΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ Ή ΜΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΘΙΜΟΥ (1 ΑΚ)

Αριθμός 547/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Α. Φ.-Μ. του Γ., συζύγου Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου .......
Της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση: Α. Σ. του Ε., συζύγου Ν. Φ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2012, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2013 του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2014 αίτησή της και τους από 3-9-2015 πρόσθετους λόγους επ’ αυτής.
Εκδόθηκε η 27/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλλε τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 27-9-2017 κλήση της η αναιρεσείουσα επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αίτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Πέτρος Σαλίχος ανέγνωσε την από 6-5-2015 έκθεση Αρεοπαγίτη Ασπασίας Μαγιάκου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, την από 28-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 26-1-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι επ’ αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα, όμως, των ακινήτων που περιλαμβάνεται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ’ αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Έτσι, επί διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται, καθόσον αφορά τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντα στο επίδικο ακίνητο, στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ : α) η κυριότητα του κληρονομουμένου στο επίδικο ακίνητο, β) η αποδοχή της κληρονομίας από τον ενάγοντα και η μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού, γ) η αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής ή κατοχής του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο και δ) η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, ώστε να η γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Εάν δεν αναφέρονται τα παραπάνω στοιχεία, η αγωγή είναι αόριστη και δεν μπορεί η αοριστία αυτή να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης της αγωγής. Ο τρόπος κτήσης της νομής του κληρονομουμένου (παράγωγος ή πρωτότυπος) δεν αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής (ΑΠ 1607/2002). Μόνον αν ο εναγόμενος αμφισβητεί με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του κληρονομουμένου και των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρει είτε με την αγωγή, καθ’ υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης το νόμιμο τρόπο με τον οποίο τα ανωτέρω πρόσωπα έγιναν κύριοι του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι και εκείνος της κτήσης κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό και προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομές να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 158, 361, 369, 974, 976, 983, 1051, 1872 παρ.1, 1846 ΑΚ, για το συνυπολογισμό του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων στο χρόνο χρησικτησίας του νομέα για την απόκτηση κυριότητας αυτού σε ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, απαιτείται ο τελευταίος να έχει αποκτήσει τη νομή από το δικαιοπάροχο του με καθολική ή ειδική διαδοχή. Και επί μεν καθολικής διαδοχής η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του μέχρι τότε νομέα, χωρίς να απαιτείται φυσική εξουσίαση στο κληρονομιαίο αντικείμενο (ακίνητο) ούτε αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης, ενώ επί ειδικής διαδοχής απαιτείται είτε υλική παράδοση του ακινήτου στον αποκτώντα με τη βούληση του μέχρι τότε νομέα, ανεξάρτητα από την αιτία παράδοσης (π. χ. δωρεά, πώληση) ή και με μόνη την απλή συμφωνία μεταξύ του παλαιού νομέα και του αποκτώντα, εφόσον ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκήσει την φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι η συμφωνία για τη μεταβίβαση της νομής είναι άτυπη και αναιτιώδης, αφού δεν υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου ούτε σε μεταγραφή και επιφέρει το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της υποκείμενης αιτίας (Α.Π. 1171/2012). Περαιτέρω, αν πρόκειται για συνυπολογισμό χρόνου έκτακτης χρησικτησίας που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος στη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και κατά ένα μέρος στη διάρκεια ισχύος του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, τότε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 64 και 65 ΕισΝΑΚ, αν με το συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείτο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοστεί το προϊσχύσαν βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη νομής του δικαιοπαρόχου, με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου (νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη). Αντίθετα, αν υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοστεί ο ΑΚ και η εικοσαετία που απαιτείται από αυτόν για την έκτακτη χρησικτησία θα αρχίσει από το χρόνο έναρξης της ισχύος του (23.2.1946).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 17/3/2010 διεκδικητική αγωγή της ισχυρίστηκε ότι περιήλθαν στην κυριότητά της δύο ακίνητα, στο ένα από τα οποία υπάρχει παλαιά διώροφη οικία, όπως αυτά περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια, αφενός μεν κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου με κληρονομική διαδοχή, καθόσον αποδέχθηκε με νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη την κληρονομία του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη κατά το έτος 1978, πατέρα της Ε. Σ., αφετέρου δε, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με γονική παροχή της μητέρας της Α. Σ., που καταρτίσθηκε με νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη κατά το έτος 2009. Ότι τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου της ίδιας και της μητέρας της Ε. Σ. με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Α. Σ., πριν από το έτος 1942 (από το έτος 1935 μέχρι το 1942). Ότι έκτοτε ο τελευταίος νεμόταν μέχρι το θάνατό του τα πιο πάνω ακίνητα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής που περιγράφονται στην αγωγή, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω των συγγενικών του προσώπων, συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Ότι ειδικότερα, κατά τη δεκαετία 1950-1960 αυτός είχε παραχωρήσει την προαναφερθείσα οικία, χωρίς αντάλλαγμα, στον εξάδελφο του Π. Χ., για να τη χρησιμοποιεί ως αποθήκη, να σταβλίζει το ζώο του στο ισόγειο και να εναποθέτει τα άχυρα για το ζώο στον πρώτο όροφο αυτής, καθώς και το περιβόλι, όπου υπήρχαν τρεις καρυδιές για να συλλέγει τους καρπούς, για την ίδια δε χρήση παραχώρησε στη συνέχεια την πιο πάνω οικία στο γείτονά του Β. Γ..

Ότι τις ίδιες πράξεις νομής εξακολούθησαν να ασκούν στα ακίνητα αυτά η αναιρεσίβλητη και η μητέρα της μετά το θάνατο του πιο πάνω δικαιοπαρόχου τους, και στη συνέχεια μόνη η αναιρεσίβλητη, μετά τη γονική παροχή της μητέρας της. Ότι έτσι αυτή (αναιρεσίβλητη) κατέστη κυρία των επίδικων ακινήτων με παράγωγο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της. Ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα αμφισβητεί την κυριότητά της στα επίδικα ακίνητα, έχοντας καταλάβει το ένα από αυτά με την παλαιά διώροφη οικία, το οποίο κατείχε μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς της στα πιο πάνω ακίνητα και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της αποδώσει τη νομή του καταληφθέντος ακινήτου. Η ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο και τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν περιέχει όλα τα αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της στοιχεία και είναι ορισμένη. Σε σχέση ειδικότερα με την παράγωγη κτήση (με ειδική διαδοχή) της νομής των επίδικων ακινήτων από το δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Ε. Σ. πριν από το έτος 1942 (κατά το διάστημα των ετών 1935-1942) που αναφέρεται, καθ’ υποφορά, στην αγωγή κατά την ανάπτυξη του πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας αυτού (έκτακτη χρησικτησία) δεν ήταν αναγκαίο στοιχείο για την πληρότητα της ένδικης αγωγής ο ακριβέστερος προσδιορισμός του χρόνου μεταβίβασης στον τελευταίο της νομής των πιο πάνω ακινήτων, και συγκεκριμένα της άτυπης δωρεάς του Α. Σ. προς το γιο του Ε. Σ..

Και τούτο διότι, ενόψει και της σχετικής αμφισβήτησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας του τρόπου κτήσης κυριότητας του πιο πάνω δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης στα επίδικα ακίνητα, αρκούσε για το ορισμένο της αγωγής η ειδικότερη αναφορά των πράξεων νομής που άσκησε ο Ε. Σ. στα ακίνητα αυτά και μάλιστα αυτοτελώς από το έτος 1950, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το θάνατο του (1978), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ο υπολογισμός του οποίου, σε κάθε περίπτωση, θα γίνει από την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23.2.1946), που εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, και όχι από τον (χωρίς έννομη επιρροή) επικαλούμενο χρόνο της άτυπης δωρεάς, αφού ο χρόνος που διέρρευσε από τότε (1935-1942) μέχρι τις 23-2-1946 υπολείπεται του χρόνου των τριάντα ετών που απαιτείτο κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση. Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που πρόβαλε με τον πρώτο λόγο της έφεσής της περί αοριστίας της αγωγής λόγω μη μνείας του ακριβούς χρόνου κατάρτισης της άτυπης δωρεάς των επίδικων ακινήτων προς το δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Ε. Σ. δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτη, την πιο πάνω αγωγή, μετ’ αποδοχή του περί αοριστίας πιο πάνω λόγου έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται, κατ’ εκτίμηση, η από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια (όχι δε και από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος. –

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, και τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του: α) αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων Ε. Χ. και Β. Γ., αναφορικά με τη γνώση τους για τις πράξεις νομής που άσκησε ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης στην επίδικη οικία και β) ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την αξιολόγηση των φωτογραφιών που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι αυτή και όχι η αναιρεσίβλητη ασκούσε τη φυσική εξουσία επί της επίδικης οικίας, με την αποκατάσταση των ζημιών τμήματος του τοίχου και του μπαλκονιού αυτής. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι οι πιο πάνω επικαλούμενες αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες δεν αναφέρονται σε "ζητήματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, αλλά σε πλημμέλειες που ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στη στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο της ουσίας.-

Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη (ρύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου προς εκείνη του άρθρου 1045 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος, που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Η δυνατότητα του συνυπολογισμού στην ειδική διαδοχή ίσχυε και κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, τόσο στην έκτακτη όσο και στην τακτική χρησικτησία. Η ειδική δε διαδοχή επί ακινήτου συνίστατο μόνο με έγκυρη εν ζωή δικαιοπραξία, για την οποία τηρούνταν ο συμβολαιογραφικός τόπος, κατά την τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα περί χαρτοσήμου του έτους 1931 και με την οποία μεταβιβαζόταν το δικαίωμα του προκτήτορα στον ειδικό διάδοχο. Η ειδική αυτή διαδοχή αποτελούσε αναγκαίο σύνδεσμο μεταξύ του νομέα και του προκτήτορος, χωρίς τον οποίο ο εν λόγω συνυπολογισμός δεν ήταν νόμιμος (Α.Π. 1007/1976).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ.1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ.1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ’ αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίας του νομέα πάνω στο ακίνητο, και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π.12/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, και τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 ΑΚ και 48 του ν. ΑΧΚΕ περί χαρτοσήμου, με το να δεχτεί ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης κατέστη κύριος της επίδικης οικίας με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτής διακατοχικές πράξεις, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας πριν το θάνατό του, ενώ δεν ήταν δυνατή η συνδρομή του στοιχείου της διάνοιας κυρίου στο πρόσωπό του, διότι κατά το διάστημα των ετών 1930-1942 που δέχθηκε ότι περιήλθε σ’ αυτόν η πιο πάνω οικία με άτυπη δωρεά, δεν ήταν επιτρεπτή εκ του νόμου η παροχή δωρεάς ακινήτου χωρίς την κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου και τη μεταγραφή του.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι η επικαλούμενη μη νομότυπη κατάρτιση της πιο πάνω δωρεάς δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη του στοιχείου της διάνοιας κυρίου στο πρόσωπο του νομέα - δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης κατά την άσκηση των διακατοχικών του πράξεων στην επίδικη οικία, αλλά έχει σημασία για την κρίση του μόνο ως προς το στοιχείο της ύπαρξης ή μη καλής πίστης του εν λόγω δικαιοπαρόχου, στοιχείο όμως το οποίο μετά την έναρξη ισχύος του ΑΚ δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, και που σε κάθε περίπτωση ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.-

Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1710 παρ.1, 1193, 1198, 1199 Α.Κ., προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή είτε προέρχεται από διαθήκη είτε από το νόμο αποτελεί νόμιμο τίτλο για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία ακόμη και αν η μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομίας γίνει μετά το χρόνο κτήσης της νομής από τον κληρονόμο, αφού αυτή (η μεταγραφή) ενεργεί αναδρομικά από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Έτσι, η μεταγενέστερη μεταγραφή της αποδοχής κληρονομίας δεν εμποδίζει την κτήση κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, όταν παρέλθει πλήρως ο απαιτούμενος χρόνος από την έναρξη της νομής, ακόμη και αν αυτή (νομή) έλαβε χώρα πριν από τη μεταγραφής αλλά οπωσδήποτε μετά το θάνατο του κληρονομούμενου (Α.Π. 1327/1994). Περαιτέρω, στην τακτική χρησικτησία ως καλή πίστη, η οποία πρέπει να συνδέεται με το νόμιμο τίτλο και να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, νοείται η πεποίθηση που έχει, χωρίς βαριά αμέλεια, ο νομέας ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος, ενώ αυτός δεν τελεί σε καλή πίστη όταν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή από βαριά αμέλεια το αγνοεί (Α.Π. 92/2002).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 και 4/2005). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το τέταρτο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1193, 1198 ΑΚ με το να δεχτεί ότι η αναιρεσίβλητη νεμήθηκε την επίδικη οικία με διάνοια κυρίου κατά το διάστημα των ετών 1978-2009 και κατέστη κυρία αυτής με έκτακτη χρησικτησία, παρά το ότι δεν μετέγραψε τη δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου της (πατέρα της) κατά το χρόνο του θανάτου του (το έτος 1978), αλλά κατά το έτος 2009. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η μη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας συνδέεται με την ανυπαρξία νόμιμου τίτλου, ως στοιχείου της κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία και όχι με την έλλειψη του στοιχείου της διάνοιας κυρίου στο πρόσωπο του νεμόμενου το κληρονομιαίο ακίνητο, εκτός του ότι η μεταγενέστερη μεταγραφή της πιο πάνω δήλωσης μετά την κτήση της νομής, δεν εμποδίζει την κτήση κυριότητας του ακινήτου με τακτική χρησικτησία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (καλή πίστη και πάροδος δέκα ετών). Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις, αναφορικά με τις παραδοχές του Εφετείου ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας της επίδικης οικίας από το δικαιοπάροχο (πατέρα) της αναιρεσίβλητης και τη σύσταση της άτυπης δωρεάς προς αυτόν πριν από το έτος 1942 είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).-

Για τη δημιουργία εθίμου που αναγνωρίζεται από το άρθρο 1 του ΑΚ ως πηγή δικαίου, απαιτούνται ως στοιχεία η μακρόχρονη και ομοιόμορφη άσκηση ως και η κοινή συνείδηση ή θέληση είτε των πολιτών ολόκληρου του Κράτους είτε τμήματος αυτού ή των ανήκοντων σε μια τάξη ή επάγγελμα προσώπων ότι το εφαρμοζόμενο ισχύει ως κανόνας δικαίου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη των στοιχείων που απαιτούνται κατά τα ως άνω για τη δημιουργία εθίμου, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (Α.Π. 201/2004).

Εξάλλου, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.1β’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης μόνο, αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή για την υπαγωγή σ’ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Α.Π. 1162/2010). Επομένως, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι "σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα κρατούντα κατά το έτος 1930 έθιμα η επίδικη οικία στη ... δεν θα έπρεπε να δοθεί ως προίκα στην Α. Σ. (δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας), στην οποία (οικία) εξακολουθούσε να διαμένει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 η οικογένεια Σ., και ότι αποτελούσε σπάνιο φαινόμενο να δίδεται ως προίκα η πατρογονική οικία σε θήλυ μέρος της οικογένειας και μάλιστα χωρίς να έχει ανάγκη ή πρόθεση να εγκατασταθεί σε αυτή, αλλά και χωρίς να συντάσσεται συμβόλαιο προς εξασφάλιση του προικολήπτη συζύγου, ο οποίος δεν θα ήταν λογικό να αρκεστεί σε άτυπη μεταβίβαση", αντί να δεχθεί ότι σύμφωνα με τα παραπάνω διδάγματα και τα τότε κρατούντα έθιμα (κατά την άποψη της αναιρεσείουσας) "προηγούνταν η υποχρέωση του πατέρα να προικίσει τη θυγατέρα του και όχι να δωρίσει στο γιο του αυτό, με το οποίο θα προίκιζε τη θυγατέρα του", παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα για το έθιμο, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών γεγονότων.

- Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.β’ και γ’ ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης όπως εκτιμάται από το άρθρο 559 αρ.11 περ.β’ και γ’ ΚΠολΔ (όχι δε και από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ που αναφέρεται στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι παρά το νόμο: 1) έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση του Π. Χ. για να στηρίξει την αποδεικτική του κρίση υπέρ του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι ο δικαιοπάροχός της Ε. Σ. παραχώρησε, κατά το έτος 1976, τη χρήση της επίδικης οικίας στο Β. Γ., ο οποίος ασκούσε έκτοτε τη φυσική εξουσία επ’ αυτής για λογαριασμό του τελευταίου, χωρίς όμως η αναιρεσίβλητη να έχει επικαλεστεί και προσκομίσει με τις κατ’ έφεση προτάσεις της την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση και 2) δεν έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα με τις κατατεθείσες προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι αυτή ασκούσε τη φυσική εξουσία στην πιο πάνω οικία, επισκευάζοντας με δική της δαπάνη και φροντίδα τμήμα του τοίχου και του μπαλκονιού στην ανατολική πλευρά αυτής.

Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μεταξύ των ένορκων βεβαιώσεων που προσκόμισε με νόμιμη επίκληση η αναιρεσίβλητη και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο για τη στήριξη της αποδεικτικής του κρίσης, αναφορικά με τον προαναφερθέντα ισχυρισμό της, περιλαμβανόταν και η με αριθμό .../2010 ένορκη βεβαίωση του Ι. Χ. που δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., ενώ η αναφορά που γίνεται στη 12η σελίδα της απόφασης με τη φράση "από τη ρηθείσα ένορκη βεβαίωση του ιδίου του Π. Χ. κατά τα προεκτεθέντα" οφείλεται σε προφανή παραδρομή ως προς το μικρό όνομα του πράγματι ενόρκως βεβαιώσαντος Ι. Χ., αφού από το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο μόνον η ένορκη βεβαίωση του τελευταίου. Περαιτέρω, από την περιεχόμενη στην πιο πάνω απόφαση γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μάλιστα δε και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ότι " η επίδικη οικία περιήλθε στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, την οποία νεμόταν (συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της) για χρονικό διάστημα πλέον της πεντηκονταετίας πριν από το έτος 2003, οπότε για πρώτη φορά αμφισβήτησε την κυριότητά της η αναιρεσείουσα" έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις προαναφερθείσες φωτογραφίες, που προσκόμισε με νόμιμη επίκληση η τελευταία. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.-

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1192, 1193, 1195, 1198, 1199, 1846 και 1710 του ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας επί των κληρονομιαίων ακινήτων, η επί των οποίων κυριότητα μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (ο κληρονόμος) αποδεχθεί, με δημόσιο έγγραφο, την κληρονομία και μεταγράψει την περί της αποδοχής δήλωσή του ή εκδοθεί κληρονομητήριο και αυτό μεταγραφεί.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (Ολ.Α.Π.25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 17-3-2010 (αριθμ. κατάθ. ...-3-2010) διεκδικητική κυριότητας ακινήτων αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, μετ’ ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Τα επίδικα δύο οικόπεδα βρίσκονται εντός των ορίων του παραδοσιακού Οικισμού ...ς του ... του Νομού Αρκαδίας, τυγχάνουν δε άρτια και οικοδομήσιμα. Συγκεκριμένα : α) το πρώτο εξ αυτών είναι εκτάσεως 250 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησία Γ., κληρονόμων Ι. Σ., με δημοτική οδό, με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Σ. και με μάντρα προαυλίου χώρου Ιερού Ναού .... Εντός του ως άνω οικοπέδου υπάρχει διώροφη οικία, αποτελούμενη από ισόγειο βοηθητικό κτίσμα επιφάνειας 20 τ.μ. περίπου και κατοικία πρώτου ορόφου επιφάνειας 60 τ.μ. και β) το δεύτερο εξ αυτών είναι 250 τ.μ. περίπου, χωρίς κτίσμα (περιβόλι) συνορευόμενου γύρωθεν με ρέμα, με δημοτικό δρόμο, με ιδιοκτησία Κ. Σ. και με ιδιοκτησία Α. Σ.. Όπως συνομολογείται από τους διαδίκους ανήκαν, έως το 1932 τουλάχιστον, στην κυριότητα του Α. Δ.. Σ., πάππο της ενάγουσας και προπάππο της εναγομένης. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι το πρώτο από τα εν λόγω ακίνητα περιήλθε στην ενάγουσα : α) κατά μεν ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2009 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικολώνων (τ. ...), από κληρονομία του πατέρα της Ε. Σ. του Α., που απεβίωσε την 23-12-1978 χωρίς να αφήσει διαθήκη και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την ίδια την ενάγουσα και τη σύζυγό του και μητέρα της ενάγουσας Α. χα Ε. Σ., το γένος Σ. Π., β) κατά το λοιπό ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από τη μητέρα της ενάγουσας Α. χα Ε. Σ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../...2009 συμβολαίου γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τ. ...). Στη μητέρα της ενάγουσας Α. χα Ε. Σ. το οικόπεδο αυτό και κατά το ποσοστό της (1/4) είχε περιέλθει δυνάμει της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. .../2009 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως κατά τα ανωτέρω μεταγεγραμμένης, από κληρονομία του συζύγου της και πατέρα της ενάγουσας Ε. Σ. του Α.. Αποδείχθηκε δε ότι ο δικαιοπάροχος (άμεσος και απώτερος) της ενάγουσας ασκούσε με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων διακατοχικές πράξεις νομής για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας προ του θανάτου του. Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από τις υπ’ αριθ. .../16-9-2010 ένορκες βεβαιώσεις της Ε. χήρας Π. Χ. και Ι. Χ. του Κ., αντίστοιχα, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ. ο σύζυγος της πρώτης και αδελφός του δεύτερου των ανωτέρω Π. Χ. είχε ζητήσει κατά το έτος 1951, το οίκημα που βρίσκεται εντός του πρώτου εκ των ως άνω περιγραφόμενων ακινήτων, προκειμένου να σταβλίσει τα άλογά του. Κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο ως κύριος του συγκεκριμένου ακινήτου, είχε εμφανισθεί ο Ε. Σ. και σε συμφωνία με αυτόν είχε παραχωρηθεί στον Π. Χ. το υπόγειο της οικίας του για να σταβλίζει τα άλογά του και το ισόγειο αυτής για να τοποθετεί άχυρα, καθώς και το περιβόλι δίπλα στο κτήμα, τα ανωτέρω δε ακίνητα εκμεταλλεύτηκε ο Π. Χ. επί μία εικοσαετία περίπου, αναγνωρίζοντας πάντα ως κύριο αυτών τον Ε. Σ.. Οι ίδιοι ως άνω ενόρκως εξετασθέντες, άλλωστε, καταθέτουν με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ότι ο Π. Χ. είχε μεσολαβήσει το Καλοκαίρι του έτους 1976, ώστε να παραχωρηθεί η ανωτέρω οικία και στο Β. Γ. για τον σταβλισμό των ζώων του, ερχόμενος πάλι σε συνεννόηση με τον Ε. Σ., καθώς τον εξελάμβανε ως αδιαμφισβήτητο ιδιοκτήτη των ακινήτων αυτών.

Οι ως άνω ενόρκως εξετασθέντες είχαν άμεση αντίληψη των περιστατικών για τα οποία κατέθεταν, λόγω της άμεσης συγγενικής τους σχέσης με τον Π. Χ., αλλά και εκ του γεγονότος ότι αμφότεροι βρίσκονταν στη ... το Καλοκαίρι του έτους 1976 (οπότε και έλαβε χώρα η συμφωνία με το Β. Γ.), η δε Ε. Χ. διέμενε στη ... καθόλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1950 έως το έτος 1971. Εκ των ανωτέρω το Δικαστήριο καταλήγει στη κρίση ότι στον Ε. Σ. τα ανωτέρω ακίνητα είχαν μεταβιβασθεί από τον πατέρα του (και πάππο της ενάγουσας) Α. Σ. άτυπης δωρεάς προ του έτους 1942, όπως άλλωστε βεβαιώνει τόσο ο μάρτυρας απόδειξης Ν. Φ., εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου, όσο και η Α. χήρα Ε. Σ., το γένος Σ. Π., κατά την υπ’ αρ. .../10-5-2011 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία μάλιστα κατέθεσε τα ανωτέρω περιστατικά, έχουσα άμεση αντίληψη αυτών ως σύζυγος του Ε. Σ.. Η ίδια μάλιστα στην ως άνω ένορκη βεβαίωση αντέκρουσε το επιχείρημα που είχε διατυπωθεί από την πλευρά της εναγομένης, ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε παραχωρηθεί ως προίκα προς τη μάμμη της εναγομένης Α. σύζ. Π. Φ., το γένος Σ., καθώς στον Ε. Σ. δόθηκαν αρκετά χρήματα για τις σπουδές του, αναφέροντας πως τα έξοδα των σπουδών του συζύγου της στην Παιδαγωγική Ακαδημία τα είχε αναλάβει ο θείος του Β. Π., ο οποίος παράλληλα τον είχε φιλοξενήσει στην οικία του κατά το διάστημα των σπουδών του. Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα ήταν λογικό να έχει παραχωρηθεί ως προίκα προς την Α. Σ. (η οποία παντρεύτηκε το 1932 και εγκαταστάθηκε με το σύζυγό της στη Χαλκίδα Ευβοίας) το οίκημα στη ... Αρκαδίας, στο οποίο εξακολουθούσε να διαμένει, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η οικογένεια Σ..

Άλλωστε κατά τα τότε κρατούντα έθιμα αποτελούσε σπάνιο φαινόμενο να δίνεται ως προίκα η πατρογονική οικία σε θήλυ μέλος της οικογένειας και μάλιστα, χωρίς αυτή να έχει ανάγκη και πρόθεση να εγκατασταθεί σ’ αυτήν, αλλά και χωρίς να συντάσσεται συμβόλαιο προς εξασφάλιση του προικολήπτη συζύγου, ο οποίος δεν θα ήταν λογικό να αρκεστεί σε άτυπη μεταβίβαση. Το γεγονός ότι αργότερα, περί το 1935, αναχώρησε τελικά και η λοιπή οικογένεια από τη ..., προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, δεν αναιρεί την άνω παραδοχή. Το ότι η Σ. σύζ. Δ. Κ. και Μ. Σ. του Δ. κατέθεσαν στις ρηθείσες υπ’ αρ. .../18-5-2011 και .../14-10-2010 ένορκες βεβαιώσεις τους, ότι η Α. Σ. επισκεπτόταν συχνά τη ..., σχεδόν κάθε χρόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, προκειμένου να συναντήσει συγγενείς και φίλους της καθώς και ότι έτρεφε μεγάλη αγάπη για το παλαιό και ακατοίκητο σπίτι, δεν αποτελούν περιστατικά εκ μόνων των οποίων μπορεί να συναχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι η Α. Σ. ασκούσε πράξεις νομής επί του επίδικου α’ ακινήτου. Οι ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσασες άλλωστε δε θα μπορούσαν να έχουν άμεση και προσωπική αντίληψη περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, καθώς, αφενός μεν η Σ. Κ. ήταν γειτόνισσα της ενάγουσας στο ... και ουδεμία συγγενική σχέση είχε με την οικογένεια Σ. και - ακολούθως - ουδεμία επαφή με την περιοχή της ... Αρκαδίας και τα επίδικα ακίνητα, αφετέρου η Μ. Σ., η οποία είναι θεία της εναγομένης και ανεψιά της Α.ς Σ., γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Εύβοια, όπου και εξακολουθεί να κατοικεί, συνεπώς τα όσα καταθέτει τα γνωρίζει από διηγήσεις τρίτων προσώπων, χωρίς η ίδια να έχει προσωπική γνώση ούτε των ακινήτων ούτε του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος. Αλλά και ο Β. Γ. ναι μεν έχει αμεσότερη γνώση από τις προαναφερόμενες, ωστόσο πρωτοκατοίκησε στη ... μόλις το 1950 και επομένως δεν μπορεί να έχει ιδία γνώση σε ποιον θέλησε να μεταβιβάσει την επίδικη οικία ο Α. Σ.. Επίσης, αν και παραδέχεται ότι ο Π. Χ. στάβλιζε στην επίδικη οικία τα άλογά του, ισχυρίζεται ότι αυτό εγένετο κατόπιν αδείας της Α. Σ. (μάμμης της ενάγουσας), ισχυρισμός όμως που καταρρίπτεται από τη ρηθείσα ένορκη βεβαίωση του ιδίου του Π. Χ., κατά τα προεκτεθέντα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και μετά το θάνατο του Ε. Σ. στις 23-12-1978 οι κληρονόμοι αυτού, ήτοι η ενάγουσα και η μητέρα της Α. Σ. τον διαδέχθηκαν στη νομή του α’ ακινήτου, συνεχίζοντας να ενεργούν αντιστοίχως τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτού διακατοχικές πράξεις. Συγκεκριμένα, από το έτος 1982 αμφότερες συμπεριελάμβαναν την οικία στη ... στις δηλώσεις φόρου ακίνητης περιουσίας, που υπέβαλαν προς την ΚΓ’ Εφορία Αθηνών, όπως αποδεικνύεται εναργώς από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των σχετικών δηλώσεων με ημερομηνία 21-6-1982, δηλώνοντας μάλιστα ως χρονολογία κτήσης του ακινήτου αυτού το έτος 1978, ήτοι τη χρονολογία θανάτου του πατέρα της ενάγουσας. Σημειώνεται ότι στις δηλώσεις αυτές το παρόν Δικαστήριο δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού έχουν συνταχθεί σε όλως ανύποπτο χρόνο. Η ενάγουσα συνέχισε να συμπεριλαμβάνει το συγκεκριμένο οίκημα και στις μεταγενέστερες δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9), καθώς και αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων ακινήτων (Ε2), όπως αποδεικνύεται από τις - ενδεικτικώς προσκομιζόμενες- σχετικές δηλώσεις των οικονομικών ετών 1997, 2001, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν είχε αποτυπώσει στις ανωτέρω δηλώσεις τις ακριβείς διαστάσεις του όλου ακινήτου και της οικίας (στη δήλωση του έτους 1982 καταγράφεται ως επιφάνεια του οικοπέδου 60 τ.μ. και της οικίας 40 τ.μ. και στη δήλωση του έτους 1997 το συνολικό οικόπεδο ως εμβαδού 80 τ.μ.), πλην όμως η εσφαλμένη αντίληψη που τυχόν είχε η ενάγουσα για την επιφάνεια του ακινήτου της, δεν αρκεί από μόνη της ώστε να στοιχειοθετήσει την επικαλούμενη από την εναγομένη έλλειψη διάνοιας κυρίου της ενάγουσας επί του ακινήτου, πολλώ δε μάλλον που η ενάγουσα δεν καταγράφει και άλλα ακίνητα και οικίες στην περιοχή της ...ς, ώστε να τίθεται σε αμφιβολία αν οι παραπάνω δηλώσεις αφορούν το επίδικο α’ ακίνητο. Η δε καθυστέρηση στην αποδοχή της κληρονομίας δια συμβολαιογραφικής πράξεως αποδίδεται σε αμέλεια της ενάγουσας, ενόψει ότι, ως μόνο τέκνο του Ε. Σ., δεν αισθανόταν την πίεση να τακτοποιήσει τις κληρονομικές της εκκρεμότητες.

Επιπλέον, όπως ανέφεραν τόσο η Ε. χήρα Π. Χ., όσο και η Α. Σ. στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τους, το Καλοκαίρι του 1980 η ενάγουσα με τη μητέρα της είχαν επισκεφθεί τη ... Αρκαδίας, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον ιδιοκτήτη γειτονικού ακινήτου Κ. Χ. καθώς στην ανατολική πλευρά του οικήματος είχε καταρρεύσει το μπαλκόνι του ισογείου, μαζί με την μπαλκονόπορτα και μέρος του αριστερού παραθύρου, με αποτέλεσμα να πέφτουν πέτρες και να κινδυνεύει εξ αυτού του λόγου η γειτονική κατοικία. Η ενάγουσα με τη μητέρα της απευθύνθηκαν στον Π. Χ. και ο τελευταίος τους σύστησε τοπικό τεχνίτη - το όνομα του οποίου ο μάρτυρας απόδειξης Ν. Φ. προσδιόρισε ως ‘ ‘ Β. Π.’ ‘ - ο οποίος ανέλαβε τις επισκευές. Όπως αποδεικνύεται δε από τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, την επίβλεψη των εργασιών επισκευής επέβλεψε ο ίδιος ο Π. Χ., κατ’ εντολή της μητέρας της ενάγουσας Α. Σ., ο οποίος μάλιστα κατέβαλε προς τον τεχνίτη το συμφωνημένο ποσό των 5.000 δρχ με χρήματα που του είχε δώσει η τελευταία. Επίσης, όπως ανέφερε η Α. Σ. στην ένορκη βεβαίωσή της και πιστοποίησε ο μάρτυρας απόδειξης Ν. Φ. κατά την ένορκη εξέτασή του στο ακροατήριο, το ίδιο έτος (1980) και λίγους μήνες μετά την πραγματοποίηση των επισκευών, διαπιστώθηκε από την ενάγουσα και τη μητέρα της, σε μεταγενέστερη επίσκεψη, ότι έτερος ιδιοκτήτης γειτονικού ακινήτου, ονόματι Γ. Σ., είχε τοποθετήσει περίφραξη σε τμήμα του επίδικου οικοπέδου προς τη νότια πλευρά, η οποία (περίφραξη) αφαιρέθηκε κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης της μητέρας της ενάγουσας με το συγκεκριμένο όμορο ιδιοκτήτη. Τέλος, ο μάρτυρας απόδειξης Ν. Φ. ανέφερε στην ένορκη εξέτασή του στο ακροατήριο ότι το έτος 1990 ο ίδιος μαζί με την ενάγουσα είχαν τοποθετήσει λουκέτο στον πρώτο όροφο της οικίας, προκειμένου να αποφευχθεί η άνοδος σε αυτόν τρίτων ατόμων και ο ενδεχόμενος τραυματισμός τους από πτώση, δεδομένου ότι το κτίριο ήταν σε κακή κατάσταση.

Από όλα τα ανωτέρω περιγραφόμενα περιστατικά αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είχε αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου, τόσο κατά παράγωγο τρόπο (δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων), όσο και με πρωτότυπο τρόπο, νεμόμενη τόσο η ίδια, όσο και οι δικαιοπάροχοί της Ε. Σ. του Α. και Α. χήρα Ε. Σ. - τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή (ΑΚ 983) - με διάνοια κυρίου το ανωτέρω ακίνητο για χρονικό διάστημα πλέον της πεντηκονταετίας προ του έτους 2003, οπότε και εκδηλώθηκε για πρώτη φορά αμφισβήτηση της κυριότητας της ενάγουσας...Έτσι επομένως που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το α’ ακίνητο, ορθά εξετίμησε τις αποδείξεις και ορθά έκανε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4ΚΠολΔ), ως προς την ειδικότερη παραδοχή του ότι ουδείς λόγος υπήρχε να μεταβιβασθεί προς την Α. Σ. η επίδικη οικία από τη στιγμή που εκείνη εγκαταστάθηκε αμέσως μετά το γάμο της εκτός ..., η δε λοιπή οικογένεια παρέμεινε στον άνω οικισμό και διέμεινε στην επίδικη οικία. Οι σχετικοί επομένως λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, κατά το μέρος που αφορούν το προαναφερόμενο α’ ακίνητο, απορριπτέοι τυγχάνουν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στην κρίση ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του πρώτου επίδικου ακινήτου τόσο με τον προεκτιθέμενο παράγωγο τρόπο, που αποτελεί και την κύρια βάση της αγωγής της, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, νεμόμενη τόσο η ίδια, όσο και οι δικαιοπάροχοί της Ε. Σ. του Α. και Α. χήρα Ε. Σ., τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή, με διάνοια κυρίου το εν λόγω ακίνητο για χρονικό διάστημα πλέον της πεντηκονταετίας προ του έτους 2003, τη νομή και κατοχή του οποίου αυτή (ενάγουσα) διατήρησε έως το Νοέμβριο του 2008, που η εναγόμενη την απέβαλε, ως άνω, από αυτό, αναγνώρισε αυτήν κυρία του εν λόγω επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε την εκκαλούσα - εναγομένη να της αποδώσει αυτό, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της, ακολούθως απέρριψε την έφεση της εναγόμενης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, αφού, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου τόσο παραγώγως κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, ως κληρονόμος του πατέρα της Ε. Σ. του Α., που απεβίωσε στις 23-12-1978, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ’ αριθμ..../2009 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από τη μητέρα της Α. χήρα Ε. Σ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ..../10-12-2009 συμβολαίου γονικής παροχής του ίδιου, ως άνω, συμβολαιογράφου, στην οποία είχε περιέλθει κατά το εν λόγω ποσοστό δυνάμει της πιο πάνω πράξης αποδοχής κληρονομίας από κληρονομία του συζύγου της, όσο και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, αφού αναφέρονται σ’ αυτήν (απόφαση) όλα τα παραγωγικά της κτήσεως της κυριότητας περιστατικά επί του πρώτου επίδικου ακινήτου, ότι δηλαδή νεμήθηκε αυτό, όπως και η μητέρα της Α. Σ., με διάνοια κυρίου από τον πιο πάνω χρόνο του θανάτου του πατέρα και συζύγου τους, αντίστοιχα, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας μέχρι την προαναφερόμενη προσβολή και της μη απόδειξης ότι αυτό περιήλθε ποτέ στην κυριότητα της αναιρεσείουσας. Έτσι το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσία την αγωγή ως προς τις δύο βάσεις αυτής, δηλαδή τις θεμελιούμενες τόσο στον παράγωγο, όσο και στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης και το συναφή τρίτο πρόσθετο αυτής λόγο, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 (ως προς το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου και ως προς τον τρίτο λόγο), 11 περ.α’ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο και πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθέως, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 1193,1198, 1199 και 1846 Α.Κ., παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός της Ε. Σ. είχε καταστεί κύριος κατά το χρόνο του θανάτου του με άτυπη δωρεά και όχι καταρτισθείσα με συμβολαιογραφικό έγγραφο και τη μεταγραφή του. Οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν μόνο την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης που έχει σχέση με τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη και στηρίζει την κύρια αγωγική βάση. Η άλλη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, που συναρτάται με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγικής βάσης, που στηρίζεται στην κτήση από την αναιρεσίβλητη της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο. Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί του ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, και πρέπει ως τέτοιοι να απορριφθούν.-

Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα αναφορικά με την έναρξη του χρόνου νομής της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της επί του επίδικου ακινήτου και την απόρριψη του ισχυρισμού της ότι αυτή, και όχι οι τελευταίοι, ασκούσε τη φυσική εξουσία επ’ αυτού και επιπλέον αφορούν ελλείψεις σχετικά με την ανεπάρκεια του αποδεικτικού πορίσματος και σε αντίθετα επιχειρήματα αυτής (αναιρεσείουσας) ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί απόκτησης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία, προς στήριξη του βασικού ισχυρισμού της ότι αυτή νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο κατά τον κρίσιμο χρόνο και όχι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα, πλημμέλειες όμως που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., για το λόγο ότι το Εφετείο που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του η αναιρεσείουσα για την ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή τα σ’ αυτόν το λόγο ρητά μνημονευόμενα έγγραφα και τις φωτογραφίες, που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων ‘ ‘ από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που με επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων’ ‘ , σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω φωτογραφίες, χωρίς σημειωτέον κατά νόμο να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός τους.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η από 14-1-2014 ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι από 3-9-2015 πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-1-2014 αίτηση και τους από 3-9-2015 πρόσθετους επ’ αυτής λόγους της Α. Φ.-Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 109/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: