Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ - ΝΟΜΗ - ΕΝΝΟΙΑ - ΘΕΩΡΙΑ

ΠΗΓΗ: http://ebooks.nb.org/view/7257/2

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Έννοια νομής. Όπως προκύπτει από τη διάταξη της ΑΚ 974, η νομή αποτελεί τη

φυσική (υλική) εξουσίαση1 του προσώπου πάνω σε ένα πράγμα2 η οποία ασκείται

με διάνοια κυρίου3, 4, δηλαδή με τη θέληση του νομέα να εξουσιάζει το πράγμα......

διαρκώς, αποκλειστικά και απεριόριστα όπως ο κύριος5, 6, εκδηλώνεται δε με πρά-

ξεις επί του πράγματος που αρμόζουν στον κύριο αυτού7, 8. Η ταυτόχρονη κατά

1. Η εξουσίαση πραγματώνεται μόνο με υλικές πράξεις μη αρκούντων των νομικών ενεργειών (ΕιρΚα-

λαυρίας 7/2006 ΑρχΝ 2006,653).

2. Αντικείμενο της νομής είναι μόνο πράγματα (κινητά και ακίνητα) ή μέρος πράγματος, εφόσον όμως

είναι εξωτερικά διακριτό και χωριστό (π.χ. δωμάτιο οικίας, δέντρο κ.λπ.) (ΑΠ 109/1971 ΝοΒ 19,602,

ΑΠ 2254/1971 ΕΕΝ 38,559, ΠΠρΛαρ 725/1994 ΑρχΝ 1997,533). Εξαιρούνται α) τα κοινά τοις πάσι

(άρθρο 966 ΑΚ), β) τα κοινόχρηστα (άρθρο 967 ΑΚ) (ΕφΠατρ 236/1995 ΑρχΝ 1996,248, ΕιρΚοζ

1/1996 Αρμ 1997,904) και γ) εκείνα που εξαιρούνται των συναλλαγών από τη φύση, το νόμο ή την

ιδιωτική βούληση (άρθρο 966 ΑΚ) (Μπόσδας, Περί ικανότητος προς διακατοχή και διακατοχιμότητος

πραγμάτων ΑρχΝ 17,1).

3. Από τη νομολογία βλ. ενδεικτικά ΑΠ 2298/2009 ΝοΒ 2010,1470 (περίλ.), ΑΠ 1589/2008, ΑΠ

110/2005 ΕλλΔνη 2005,815, ΑΠ 1420/2003 ΕλλΔνη 2004,1049, ΑΠ 435/2003 ΕλλΔνη 2004,787, ΑΠ

27/2003 ΕλλΔνη 2003,774, ΑΠ 1152/1999 ΕλλΔνη 41,452, ΑΠ 5/1997 ΕλλΔνη 1997,1574, ΠΠρΡοδ

258/2006, ΕιρΣαμ 8/2005 ΕΕΝ 2005,695, ΕιρΑγιάς 7/1995 Δ 26,971.

4. Ως διάνοια κυρίου νοείται η πρόθεση δηλαδή για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση

του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας,

η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπο-

ρούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να

κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού

που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει και την κυριότητα αυτού (ΑΠ 267/2007 ΝοΒ 2007,2357).

5. Γεωργιάδης Απ., Εμπράγματο Δίκαιο, έκδ. β’, 2010, σελ. 165, αρ. 9, Παπαστερίου Δ., Εμπράγματο Δί-

καιο, τ. Ι, 2008, σελ. 321, αρ. 4, σελ. 322, αρ. 7, σελ. 325, αρ. 12, ΕφΠατρ 661/2004 ΑχΝομ 2005,158,

ΕιρΧαν 23/2013 Αρμ 2013,1648, ΕλλΔνη 2013,891.

6. Πρόκειται για τη νομή σε στενή έννοια η οποία αντιδιαστέλλεται από την κατοχή η οποία συνίσταται

στην απλή φυσική εξουσίαση του πράγματος με θέληση κατοχής. Η κατοχή και η νομή σε στενή

έννοια απαρτίζουν τη νομή σε ευρεία έννοια (βλ. σε Γεωργιάδη Απ., ό.π.).

7. ΑΠ 1420/2003 ΑρχΝ 2004,192, ΑΠ 1025/2002 ΕλλΔνη 43,1680, ΑΠ 1152/1999 ΕλλΔνη 41,452, ΕιρΧαν

569/2013, ΕιρΧαν 23/2013, ό.π.

8. Άσκηση νομής επί ακινήτου (κατά το άρθρο 974 ΑΚ) αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις

πάνω σ’ αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξου-__

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΗΣ [1]

5

κανόνα συνύπαρξη των στοιχείων αυτών είναι δημιουργική του μη εμπράγματου

δικαιώματος της νομής9.

Οιονεί νομή. Ως οιονεί νομή ορίζεται η μερική φυσική εξουσίαση του πράγματος,

εκείνη δηλαδή που περιλαμβάνει ορισμένη ή ορισμένες χρησιμότητες του πράγματος

και δη τις χρησιμότητες που αντιστοιχούν στο περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα

που αφορά η διάνοιά του (ενέχυρο ή δουλεία) και ασκείται με διάνοια δικαιούχου

ενεχύρου ή δουλείας (ΑΚ 975)10. Για τη στοιχειοθέτηση οιονεί νομής δεν απαιτείται

δουλεία νομίμως συσταθείσα11.

Προσβολή νομής. Ως προσβολή της νομής κατ’ άρθρο 984 παρ. 1 ΑΚ12 νοείται κάθε

αποβολή ή διατάραξη της νομής η οποία λαμβάνει χώρα παράνομα με πράξη13 ή πα-

ράλειψη οποιουδήποτε ικανού ή ανίκανου προς δικαιοπραξία και γίνεται χωρίς τη

θέληση του νομέα14. Συγκεκριμένα, οι γενικοί όροι που θέτει η ως άνω διάταξη για

να στοιχειοθετηθεί προσβολή της νομής15 που χρήζει έννομης προστασίας16, είναι

σίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του (βλ. Γεωργιάδη Απ.,

ό.π., σελ. 188, αρ. 8, Πουρνάρα Ε., σε Καράκωστα Ι., ΕρμΑΚ, τ. 7Α, άρθρο 980, σελ. 156, αρ. 3, 4 -

από τη νομολογία βλ. ΑΠ 1152/1999 ΕλλΔνη 41,452, ΑΠ 1492/1997 ΕλλΔνη 39,859, ΑΠ 1272/1997

ΕλλΔνη 40,156, ΑΠ 5/1997 ΕλλΔνη 1997,1574, ΑΠ 561/1994 ΕλλΔνη 1995,187, ΑΠ 502/1992 ΕλλΔνη

34,1468, ΑΠ 1151/1986 ΕΕΝ 54,413, ΕφΝαυπλ 207/2008 ΕΠολΔ 2008,710, ΕφΛαρ 95/2007 Δικογρ

2008,65, ΕιρΚαλαμπάκας 31/2005 ΑρχΝ 2008,359).

9. ΕιρΧαν 23/2013, ό.π.

10. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 175, αρ. 1, σελ. 177, αρ. 6, Πουρνάρας Ε. σε ΕρμΑΚ Καράκωστα, τ. 7Α,

άρθρο 975, σελ. 129, αρ. 3. Από τη νομολογία βλ. ΑΠ 1742/2012 ΧρΙΔ 2013,360, ΑΠ 809/2005

ΕλλΔνη 2006,130, ΕφΔωδ 324/2004, ΕιρΑνδρου 9/2006 ΑρχΝ 2007,19.

11. ΕιρΚοζ 48/1996 ΕλλΔνη 1998,557.

12. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι «η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα εφό-

σον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του».

13. Βλ. σχετικά ΑΠ 358/2012 ΝΟΜΟΣ κατά την οποία κτήση της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί

κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθρο 984 παρ. 1 του ΑΚ), με την οποία συντελεί-

ται η αφαίρεση της νομής του ανεξάρτητα αν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια

με την οποία συντελέσθηκε η παράνομη κτήση αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη. Η παρεχόμενη από

την εν λόγω διάταξη αγωγή (ΑΚ 1009) δεν έχει ως θεμέλιο τη βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά

απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητάς του.

14. Μπαλής Γ., ΕμπρΔ, 1951, παρ. 10, Βούλγαρη Κ. (διεύθυνση σειράς Τσούμας Β.), Το Δίκαιο των Ακι-

νήτων, έκδ. β’, σελ. 305, αρ. 38. ΑΠ 306/2004 ΕλλΔνη 2004,1423, ΑΠ 771/2002 ΕλλΔνη 43,168, ΑΠ

1127/2001 ΕλλΔνη 44,481, ΕΔΠ 2003,207, ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 2005,66, ΕφΑθ 1583/2010 ΕφΑΔ

2011,174 (παρατ. Βούλγαρη Κ.), ΕφΘεσ 401/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΒολ 197/2008 Αρμ 2009,1680,

ΕιρΣαμαίων 14/2000 ΕλλΔνη 2001,524, ΝοΒ 2001,679.

15. Φορέας της εν λόγω προστασίας είναι κάθε νομέας, ακόμη και ο επιλήψιμος απέναντι στον δικό του

προσβολέα (Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 416, αρ. 7).

16. Ο νομοθέτης παρέχει στον νομέα τόσο την αυτοδύναμη (βλ. άρθρα 985-986 ΑΚ) όσο και την ένδικη

προστασία (βλ. άρθρα 987-992 ΑΚ), η οποία είναι αυτοτελής, ανεξάρτητα αν ο φορέας της νομής

είναι ή όχι φορέας εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος (βλ. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 414, αρ. 3).

2

3

[1] ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΗΣ

6

α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνομη· παράνομο της προσβολής17 συντρέχει όταν

ο νόμος είτε δεν την επιτρέπει είτε την επιτρέπει με συνδρομή ορισμένων όρων ή

με την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων, οι οποίες όμως δεν υπάρχουν κατά τον

χρόνο της προσβολής18, 19 καθώς και όταν ο προσβάλλων ενεργεί χωρίς δικαίωμα20,

γ) υλοποίηση της προσβολής χωρίς τη θέληση του νομέα21. Ωστόσο, έχει γίνει δεκτό

ότι κατά το νόμο, περίπτωση επιτρεπόμενης προσβολής δεν υφίσταται από το ότι ο

προσβολέας είχε κατά του νομέα δικαίωμα να απαιτήσει τη νομή. Η προσβολή δε

χωρίς τη θέληση του νομέα γίνεται όταν δεν υπάρχει συναίνεση τούτου22. Πέραν των

προϋποθέσεων αυτών, ο νόμος δεν θέτει άλλους όρους για την παροχή προστασίας

επί προσβολής της νομής, όπως είναι η διάρκεια της προσβολής, η περιουσιακή ζη-

μία του νομέα, η χρήση βίας, η γνώση ή η άγνοια, η υπαιτιότητα ή η κακή πίστη από

μέρους του προσβολέα23. Συνεπώς το παράνομο της νομής κρίνεται αντικειμενικά24.

Η ζημία και η υπαιτιότητα λαμβάνονται υπόψη μόνο για τη θεμελίωση της αξίωσης

του νομέα προς αποζημίωση25.

17. Προσβολή της νομής δεν επέρχεται με την εκτέλεση δικαστικής απόφασης (ΕιρΛευκ 49/2004 ΑρχΝ

2004,751).

18. Βαθρακοκοίλης Β., ΕρμΑΚ, τ. β’, έκδ. γ’, 1994, σελ. 1391, Καραμανλή-Μπαρουτάκη Α., Το δίκαιο της

νομής. Θεωρία - Νομολογία - Υποδείγματα, 1997, σελ. 95, αρ. 4, ΑΠ 2110/2009 ΧρΙΔ 2011,32 (πα-

ρατ. Νεζερίτη Ε.), ΕφΑθ 2843/1996 Αρμ 24,331, ΕφΑθ 2843/1969 Αρμ 24,331, ΕφΑθ 118/1964 ΝοΒ

13,409, ΕιρΑθ 1308/2002 ΑρχΝ 2003,703, ΕιρΑθ 3917/2001 ΑρχΝ 2002,801, ΕιρΣαμαίων 14/2000

ΕλλΔνη 2001,524, ΝοΒ 2001,679.

19. Δεν αποτελεί παράνομη προσβολή η πράξη που επιτρέπεται από περιορισμούς της ιδιοκτησίας.

Με τις διατάξεις του γειτονικού δικαίου και κατ’ απόκλιση των διατάξεων του άρθρου 1000 ΑΚ

προβλέπονται ορισμένες περιπτώσεις, που ο κύριος ακινήτου υποχρεώνεται να ανεχθεί ορισμένες

επενέργειες από γειτονικό ακίνητο. Στις περιπτώσεις αυτές δεν υπάρχει και παράνομη προσβολή της

νομής (ΕιρΑθ 1308/2002 ΑρχΝ 2003,703).

20. Τούσης Α., ΕμπρΔ, 1988, σελ. 159, ΕιρΜυτ 98/2002 ΑρχΝ 2003,269 (σημ. Σταθόπουλου Ι.).

Κατά τον Μπαλή Γ., παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει (βλ. και ΕιρΧαν

569/2013, ΕιρΧαν 23/2013 Αρμ 2013,1648, ΕλλΔνη 2013,891). Προσβολή της νομής δεν επέρχεται

με την εκτέλεση δικαστικής απόφασης (ΕιρΛευκ 49/2004 ΑρχΝ 2004,751).

21. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 238, αρ. 3, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 416, αρ. 8, Γιαννακόπουλος Η., σε

Καράκωστα Ι., ΕρμΑΚ, ό.π., άρθρο 984, αρ. 1, σελ. 187-188, Καραμανλή-Μπαρουτάκη Α., ό.π., σελ.

95, αρ. 4, Μπαλής Γ., ΕμπρΔ, 1951, αρ. 13. Από τη νομολογία βλ. ενδεικτικά ΑΠ 306/2004 ΕλλΔνη

45,1424, ΧρΙΔ 4,708, ΑΠ 1127/2001 ΕλλΔνη 44,481, ΕφΑθ 1583/2010 ΕφΑΔ 2011,174 (παρατ.

Κ. Βούλγαρη), ΕφΘεσ 401/2012, ΠΠρΑθ 6065/1978 Αρμ 1979,384, ΕιρΧαν 569/2013, ΕιρΑργαλ

17/1992 ΑρχΝ 1994,763, ΕιρΛιβ 11/1986 ΑρχΝ 1986,227.

22. ΑΠ 2110/2009 ΧρΙΔ 2011,32 (παρατ. Νεζερίτη Ε.), ΕιρΣαμαίων 14/2000, ό.π.

23. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 238, αρ. 3, Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι., ΕρμΑΚ, ό.π., άρθρο

984, σελ. 188, αρ. 1, ΕιρΧαν 569/2013, ΕιρΛιβ 11/1985 ΑρχΝ 37,227.

24. Γεωργιάδης Απ., ό.π.

25. Γεωργιάδης Απ., ό.π.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΗΣ [1]

7

Προσβολή οιονεί νομής. Η οιονεί νομή προστατεύεται σε περίπτωση προσβολής

της όπως και η καθολική νομή26, αδιάφορα αν η προσβολή προέρχεται από τον

καθολικό νομέα ή τρίτο. Επομένως, ο δικαιούχος δουλείας διόδου μέσα από γει-

τονικό ακίνητο, αν αποβληθεί ή παρακωλυθεί στην άσκηση της δουλείας του, είτε

από τον καθολικό νομέα είτε από τρίτο, προστατεύεται με τις περί προστασίας της

νομής αγωγές. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ, ο εναγόμενος για απο-

βολή ή διατάραξη νομής δεν μπορεί να επικαλεσθεί ίδιο δικαίωμα (κυριότητα ή

άλλο εμπράγματο δικαίωμα) με βάση το οποίο προέβη στην αποβολή ή διατάραξη,

διότι ο Αστικός Κώδικας προστατεύει τη νομή καθεαυτή, ώστε να αποκλείεται κάθε

προσβολή της, ανεξάρτητα αν ο προσβολέας επικαλείται δικαίωμα το οποίο προτί-

θεται να αποδείξει και τούτο διότι σε αντίθετη περίπτωση θα είχαμε παρέλευση της

δίκης περί νομής έως ότου αποδειχθεί το προσβαλλόμενο ίδιο δικαίωμα. Το αντίθε-

το ισχύει μόνο αν η προσβολή έγινε βάσει αποδεδειγμένου με τελεσίδικη δικαστική

απόφαση δικαιώματος, διότι τότε ελλείπει το στοιχείο του παρανόμου και δεν στοι-

χειοθετείται η έννοια της προσβολής27.

Προσβολή συννομής. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 994,789,

790, 282 και 284 ΑΚ συνάγεται ότι η νομή μπορεί να ανήκει κατά το περιεχόμενό

της σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, οπότε υπάρχει κοινωνία κατ’ ιδανικά μέρη,

δηλαδή συννομή, η οποία, αν προσβάλλεται παράνομα από τρίτο πρόσωπο, οι συν-

νομείς έχουν πλήρη την προστασία από τη νομή, εάν δε η συννομή προσβάλλεται

από συννομέα τότε εάν η έριδα στρέφεται περί την ύπαρξη της συννομής του συν-

νομέα, αυτός έχει πλήρη την προστασία της νομής όπως όταν η νομή προσβάλλεται

από τρίτο (δικαστική και αυτοδύναμη), χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η άσκηση

της απλής αναγνωριστικής αγωγής σε περίπτωση απλής αμφισβητήσεως της συννο-

μής, που είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής των αγωγών περί νομής λόγω αποβολής ή

διαταράξεως28.

II. Η αγωγή αποβολής από τη νομή

Γενικά περί της αγωγής. Με την αγωγή ζητείται η παροχή έννομης προστασίας29 επί

προσβολής δικαιώματος. Η άσκηση της αγωγής χαρακτηρίζεται ως σύνθετη διαδικα-

26. ΑΠ 1742/2012, ό.π.

27. ΑΠ 1522/2006 ΕλλΔνη 2006,1391, ΑΠ 621/2005 ΕλλΔνη 2006,1025.

28. ΑΠ 1731/2011 ΕλλΔνη 2012, 435 (παρατ. Ι.Ν.Κ.).

29. Βλ. άρθρο 20 παρ. 1 Συντ.: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δι-

καστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του,

όπως νόμος ορίζει».

[1] ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΗΣ

8

στική πράξη30, καθώς γι’ αυτήν απαιτείται κατ’ αρχήν η ενέργεια δύο διαδικαστικών

πράξεων: α) η κατάθεση του σχετικού δικογράφου (πρωτοτύπου) στη γραμματεία

του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και β) η επίδοση αντιγράφου της στον ενα-

γόμενο31.

Η αγωγή αποβολής από τη νομή32. Εκείνος που αποβλήθηκε από τη νομή (ή από την

οιονεί νομή33 ή από τη συννομή34) προστατεύεται αυτοτελώς, δηλαδή ανεξάρτητα

από το αν η νομή του στηριζόταν σε δικαίωμα, η δε αγωγή περί αποβολής από τη

νομή δεν επιτρέπεται κατ’ αρχήν να αποκρουστεί με την ένσταση του εναγομένου ότι

η προσβολή έγινε δυνάμει εμπραγμάτου ή ενοχικού δικαιώματος επί του επιδίκου

πράγματος, δυνάμει των οποίων ο εναγόμενος θα μπορούσε να αξιώσει την παρά-

δοση του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσης του σ’ αυτόν, εκτός αν το δι-

καίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ενάγοντα35.

Σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας στην έννομη τάξη, ορθό είναι να γίνει δεκτό

ότι ειδικότερα η περίπτωση κατά την οποία επίκειται αποβολή από τη νομή, μπορεί

(και πρέπει) να αντιμετωπιστεί όχι μόνο με ασφαλιστικά μέτρα νομής, αλλά και με

την προληπτική αγωγή παράλειψης της διατάραξης ή αποβολής από τη νομή, αρκεί

στην αγωγή (προληπτική) διατάραξης της νομής, να αναφέρονται ο κίνδυνος διατά-

ραξης κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν,

ώστε να αποτραπεί η απειλούμενη διατάραξη, στη δε αγωγή (προληπτική) αποβολής

από τη νομή, ο κίνδυνος αποβολής κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων36.

Νομοθετική ρύθμιση της αγωγής αποβολής. Η διάταξη της ΑΚ 987 ορίζει σχετικά με

την αγωγή αποβολής από τη νομή ότι «ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη

νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ’ αυτόν που νέμεται επιλήψιμα

απέναντί του. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες

δεν αποκλείεται». Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων

984, 989 και 993 του ΑΚ προκύπτει ότι η προσβολή της νομής, αν είναι παράνομη

και γίνεται χωρίς τη θέληση του νομέα παρέχει στον τελευταίο την προβλεπόμενη

30. Κεραμεύς Κ., Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 202, Καλαβρός Κ., σε Μπέη Κ./Καλαβρό Κ./Σταμα-

τόπουλο Σ., Πολιτική Δικονομία, Γενικό μέρος, σελ. 75, Μητσόπουλος Γ., Διαδικαστικαί πράξεις,

Μελέται γενικής θεωρίας δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου, σελ. 366 επ.

31. Βλ. σε Μπαλογιάννη Ε., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Ερμηνεία κατ’ άρθρο, έκδ. γ’, 2013, άρθρο

215, σελ. 478, αρ. 1.

32. Στην αγωγή αποβολής από τη νομή αντιστοιχεί η διεκδικητική αγωγή (Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ.

448, αρ. 11).

33. ΑΠ 784/2001 ΕλλΔνη 2002,1417.

34. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 448, αρ. 10.

35. ΑΠ 2110/2009 ΧρΙΔ 2011,32 (παρατ. Νεζερίτη Ε.), ΑΠ 572/2008, ΑΠ 1522/2006, ΑΠ 771/2002, ΑΠ

1408/2001 ΝοΒ 2002,1469, ΕλλΔνη 2002,1681, ΕΕΝ 2003,44, ΕφΑθ 5117/2008 ΕλλΔνη 2011,243

(περίλ.). Βλ. και κατωτέρω την ανάπτυξη υπό την ένσταση ιδίου δικαιώματος, αρ. 112 επ.

36. ΕιρΆνδρου 13/2007 ΑρχΝ 2009,574

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΗΣ [1]

9

από το ανωτέρω άρθρο 987 ΑΚ αγωγή με την οποία αξιώνει την απόδοση της νομής

από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του37.

α. Τα στοιχεία της αγωγής

Στοιχεία ορισμένου της αγωγής. Η αγωγή αποβολής από τη νομή για να είναι ορι-

σμένη θα πρέπει να περιέχει τα εξής αναγκαία στοιχεία:

1) ύπαρξη νομής κατά τον χρόνο της αποβολής38,

2) το είδος του αντικειμένου του οποίου η νομή προσβλήθηκε και αν είναι ακίνητο

η ακριβής περιγραφή του κατ’ είδος, έκταση, θέση και όρια39,

3) αποβολή από τη νομή παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα40,

4) επιλήψιμη νομή του προσβολέα και

5) αίτημα της αγωγής41.

Αοριστία αγωγής. Αν λείπει κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία ή αυτά περιέχονται

ασαφώς ή ελλιπώς η αγωγή αποβολής απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστί-

ας42, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με την παραπο-

μπή σε άλλα έγγραφα ή από την εκτίμηση των αποδείξεων43. Το απαράδεκτο αυτό

ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως αναγόμενο στην προδικασία και

αφορούν στη δημόσια τάξη44.

37. ΑΠ 1621-1622/2009 ΝοΒ 2010,444 (περίλ.), ΑΠ 1801/2009 ΕλλΔνη 2011,145 (περίλ.), ΑΠ 572/2008,

ΑΠ 1717/2006, ΕφΛαρ 95/2007 Δικογρ 2008,65.

38. Βλ. ΑΠ 202/2005 ΕλλΔνη 2006,503 (περίλ.), ΕφΝαυπλ 207/2008 ΕΠολΔ 2008,710.

39. Βλ. σχετικά ΑΠ 204/2008 ΝοΒ 2008,1574 (περίλ.), ΑΠ 2002/2006 ΧρΙΔ 2007,606, ΑΠ 712/1993

ΕλλΔνη 36,93, ΑΠ 1614/1980 ΝοΒ 29,1053, ΑΠ 559/1979 ΝοΒ 27,1598, ΕφΑθ 5509/2006, ΕφΑθ

2732/2005, ΕφΑθ 3690/1985 ΕλλΔνη 26,1173, ΕφΠειρ 239/1998 ΕλλΔνη 39,887, ΕφΠειρ 330/1995

ΕλλΔνη 37,1427, ΕφΘεσ 2076/1990 Αρμ 44,631, ΕφΛαρ 95/2007 Δικογρ 2008,65.

40. Η προϋπόθεση αυτή δεν πραγματώνεται, όταν η αποβολή του νομέα γίνεται σε εκτέλεση πράξης

εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου (ΠΠρΚατερ 190/2003 Αρμ 2004,1271).

41. Για τα εν λόγω στοιχεία του δικογράφου της αγωγής αποβολής, βλ. Μπαλογιάννη Ε., σε Απαλα-

γάκη Χ., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, έκδ. γ’, 2010, άρθρο 216, αρ. 6,

σελ. 485, Παπαδόπουλο Κ., Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, τ. Α’, 1989, σελ. 158, παρ. 46α, ΑΠ

1621-1622/2009 ΝοΒ 2010,444 (περίλ.), ΕΔΠ 2010,424, ΑΠ 1620/2009 ΝοΒ 2010,1699 (περίλ.),

ΑΠ 345/2007 ΝοΒ 2008,901, ΑΠ 2002/2006, ό.π., ΑΠ 1678/2002 ΝοΒ 2003,1218, ΑΠ 1417/2002

ΕλλΔνη 2003,183, ΧρΙΔ 2003,31, ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 1999,66, ΑΠ 712/1993 ΕλλΔνη 36,93, ΑΠ

1614/1980 ΝοΒ 29,1053, ΑΠ 559/1979 ΝοΒ 27,1598, ΕφΑθ 848/2009 ΕλλΔνη 2010,823, ΕφΑθ

5509/2006, ΕφΑθ 2732/2005, ΕφΑθ 9630/2002 ΕλλΔνη 2004,587, ΕφΑθ 3690/1985 ΕλλΔνη

26,1173, ΕφΠειρ 239/1998 ΕλλΔνη 39,887, ΕφΠειρ 330/1995 ΕλλΔνη 37,1427, ΕφΘεσ 2076/1990

Αρμ 44,631, ΕφΝαυπλ 207/2008 ΕΔΠ 2008,710, ΜΠρΒολ 197/2008 Αρμ 2009,1680.

42. ΕφΑθ _________4777/2012 ΕφΑΔ 2013,259, ΕιρΘεσ 180/1995 Αρμ 1995,1005.

43. ΕφΑθ 4777/2012, ό.π.

44. ΕφΑθ 4777/2012, ό.π.

9

10

[1] ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΗΣ

10

Στοιχεία μη κρινόμενα ως απαραίτητα για το ορισμένο της αγωγής. Αντίθετα, δεν

αποτελούν στοιχεία της βάσης της ίδιας αγωγής η χρονική διάρκεια που είχε ο ενά-

γων στη νομή του το ακίνητο, ούτε αν ο ίδιος έγινε νομέας ανεξάρτητα από τη βού-

ληση του τυχόν προηγούμενου νομέα (εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής

της διάταξης του άρθρου 988 ΑΚ), δηλαδή επιλήψιμα ή κατόπιν ειδικής συμφωνίας

με τον προηγούμενο νομέα45. Επίσης, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής

ο χρόνος αποβολής, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ένστασης παραγραφής

του εναγομένου.46

β. Εννοιολογική προσέγγιση των επιμέρους στοιχείων της αγωγής

1. Ύπαρξη νομής

Νομή κατά τον χρόνο της αποβολής. Κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση της αγω-

γής αποβολής είναι η ύπαρξη νομής του ενάγοντα κατά τον χρόνο της αποβολής47.

Θα πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σε αυτή ότι ο ενάγων απέκτησε και εξουσίαζε με

διάνοια κυρίου το επίδικο πράγμα κατά τον χρόνο της αποβολής, διότι διαφορετικά

δεν νοείται προστασία προσώπου που δεν είναι φορέας της νομής48. Ο επικαλούμε-

νος τη νομή ενάγων πρέπει να αναφέρει στην αγωγή τις μερικότερες διακατοχικές

πράξεις από τις οποίες συνάγεται η άσκηση φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα και

η πραγμάτωση της θέλησής του να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου49. Εφόσον οι

πράξεις αυτές αμφισβητούνται πρέπει να αποδεικνύονται από αυτόν και δεν αρκεί

η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο, χωρίς αναφορά στις υλικές πράξεις

νομής που ενήργησε πάνω σ’ αυτό και με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του

νομέα να το έχει για δικό του, η μη αναφορά δε αυτών των πράξεων καθιστά την

αγωγή αόριστη50. Είναι αδιάφορο πόσο χρόνο πριν ο ενάγων νεμόταν το επίδικο

ακίνητο και πότε άρχισε να το νέμεται51. Δεν ενδιαφέρει επίσης η καλή πίστη του

ενάγοντος νομέα ούτε αν απέκτησε τη νομή επιλήψιμα από κάποιον τρίτο52. Ωστόσο,

όπως ορίζει το άρθρο 988 ΑΚ, «η αγωγή αποβολής είναι απαράδεκτη, αν εκείνος

45. ΑΠ 1621-1622/2009, ό.π., ΑΠ 1620/2009, ό.π.

46. ΕφΑθ 6877/2004.

47. ΑΠ 202/2005 ΕλλΔνη 2005,503, ΑΠ 1368/1996 ΕλλΔνη 1997,1127, ΑΠ 174/1995 ΕλλΔνη 1996,672,

ΕφΛαρ 95/2007 Δικογρ 2008,65, ΕιρΡοδ 15/2006.

48. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 447, αρ. 7.

49. ΑΠ 1272/1997 ΕλλΔνη 40,156, ΕφΝαυπλ 207/2008 ΕΠολΔ 2008,710, ΕφΔωδ 314/2005, ΠΠρΘεσ

37234/2007 Αρμ 2008,402 (σημ. Σ.Ι.Κ.), ΜΠρΑθ 856/2011.

50. ΑΠ 1272/1997, ό.π., ΕφΝαυπλ 207/2008, ό.π., ΕφΔωδ 314/2005.

51. ΑΠ 1195/2011, ΑΠ 1386/1996 ΕλλΔνη 1997,1127, ΕφΑθ 848/2009 ΕλλΔνη 2010,823, ΜΠρΒολ

197/2008 Αρμ 2009,1680.

52. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 158, παρ. 47, Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 312, αρ. 61, ΑΠ 1183/2010, ΑΠ

1141/2002 ΕλλΔνη 2004,471.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΗΣ [1]

11

που αποβλήθηκε είχε αποκτήσει τη νομή επιλήψιμα απέναντι στον τωρινό νομέα

ή στους δικαιοπαρόχους του μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την αποβολή του».

Τρόπος κτήσης της νομής. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ’ αυτού

μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που

υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Ωστό-

σο, η νομή που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα και χωρίς

την διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, χωρίς δηλαδή να είναι ανά-

γκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι

σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς

αυτό. Εάν το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε εν αγνοία του νομέα, η νομή δεν χάνεται

πριν πληροφορηθεί την κατάληψη ο νομέας53. Είναι αδιάφορος ο χρόνος που ο ενά-

γων νεμόταν το ακίνητο, ενώ επιπλέον δεν ενδιαφέρει ο τρόπος κτήσης της νομής54.

2. Περιγραφή του επίδικου αντικειμένου

Περιγραφή του ακινήτου. Στην αγωγή αποβολής από τη νομή ακινήτου πρέπει να

περιγράφεται το επίδικο πράγμα από το οποίο έγινε η αποβολή λεπτομερώς, έτσι

ώστε να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του55.

Όταν πρόκειται για ακίνητο τούτο μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε

τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο να προκύπτει, πλην του σχή-

ματος των πλευρών του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του,

εφόσον το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγω-

γής56. Δεν είναι πάντως αναγκαίος ο επακριβής προσδιορισμός των πλευρικών του

διαστάσεων, εφόσον και χωρίς το στοιχείο αυτό δεν δημιουργείται αμφιβολία ως

προς την ταυτότητά του57. Επιπλέον, θα πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή και η αξία

του επίδικου (βλ. ΚΠολΔ 216 παρ. 2 περ. α’)58.

Περιγραφή του ακινήτου επί προσβολής της νομής τμήματος μεγαλύτερου ακινή-

του. Σε περιπτώσεις προσβολής της νομής τμήματος μεγαλύτερου ακινήτου, είναι

απαραίτητη η όσο το δυνατό πληρέστερη και λεπτομερέστερη περιγραφή τόσο του

όλου ακινήτου όσο και του τμήματος, του οποίου η νομή προσβλήθηκε59. Έτσι πρέ-

πει να προσδιορίζονται και τα δύο (το όλο και το τμήμα εντός αυτού) κατά θέση,

53. ΑΠ 388/2010 Αρμ 2012,58 (παρατ. Κουμάνη Σ.).

54. ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 1141/2002 ΕλλΔνη 2004,471.

55. Βλ. σχετικά Παπαδόπουλο Κ., ό.π., σελ. 158, παρ. 47.

56. ΑΠ 1955/2008, ΕφΛαμ 55/2005 Αρμ 2007,224 (παρατ. Δ.Σ.), ΕιρΚερκ 143/2007 ΙονΕπιθΔ 2007,191.

57. ΑΠ 1955/2008.

58. ΑΠ 1678/2002 ΝοΒ 2003,1218, ΑΠ 1417/2002 ΕλλΔνη 2003,183, ΧρΙΔ 2003,31, ΕιρΣαλαμίνας

88/2009 ΑρχΝ 2011,249 (σημ. Νικολαΐδη Χ.).

59. ΑΠ 18/1997 ΕλλΔνη 1997,1534, ΕφΛαμ 55/2005 Αρμ 2007,224, ΠΠρΧαλ 323/2002 Αρμ 2004,223,

ΕιρΜαραθ 191/2012 ΝοΒ 2012,1460.

13

14

15__

[1] ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΗΣ

12

έκταση, ιδιότητα (αγρός, οικόπεδο, κτίριο κ.λπ.) και όρια και μάλιστα τόσο λεπτο-

μερώς, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, συνακόλουθα

δε, να καταστεί δυνατή η έκδοση σαφούς και συγκεκριμένης απόφασης, καθώς και

η εκτέλεσή της. Και αυτό γιατί η εκτέλεση της σχετικής απόφασης πραγματοποιείται

με αποβολή του καθ’ου από το επίδικο ακίνητο ή τμήμα του τελευταίου και εγκατά-

σταση σ’ αυτό του αιτούντα, άμεση εκτέλεση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 943 παρ.

1 ΚΠολΔ60. Συγκεκριμένα, όταν το επίδικο είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου,

ο αιτών έχει υποχρέωση να περιγράψει λεπτομερώς, εκτός από τη θέση, την έκτα-

ση του επιδίκου, το σχήμα και τα όρια, τον προσανατολισμό, την πρόσοψη και τις

πλευρικές διαστάσεις, όταν δημιουργείται αμφιβολία από τις ελλείψεις αυτές61, τόσο

αυτού του τμήματος, όσο και του όλου ακινήτου, προσδιορίζοντας και εξατομικεύ-

οντας επακριβώς τη θέση του τελευταίου (επιδίκου) μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο,

ούτως ώστε να είναι δυνατόν στον καθ’ου να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου

(και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου62. Για τον προσδιορισμό αυτό δεν απαιτεί-

ται να γίνει παραπομπή σε σχεδιάγραμμα, εκτός αν αυτό ενσωματώνεται στο δικό-

γραφο63. Η αοριστία που δημιουργείται λόγω έλλειψης επαρκούς προσδιορισμού

δεν μπορεί να συμπληρωθεί και θεραπευτεί ούτε με τις έγγραφες προτάσεις του

αιτούντος, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση

των αποδείξεων64.

3. Αποβολή από τη νομή παράνομη και χωρίς

τη θέληση του νομέα65

Έννοια αποβολής. Αποβολή από τη νομή αποτελεί κάθε πράξη που συνεπάγεται

για το νομέα ολική ή μερική απώλεια της νομής του66, αποτελώντας έτσι καθολική

προσβολή της νομής67. Χαρακτηριστικό της αποβολής είναι ότι ο μέχρι τώρα νομέας

60. Βλ. σχετικά ΑΠ 491/1995 ΕλλΔνη 37,317, ΑΠ 1296/1983 ΝοΒ 32,1028, ΕφΑθ 6600/2004 ΕλλΔνη

2005,498, ΕφΑθ 8660/2002 ΕλλΔνη 2003,797.

61. Βλ. ΑΠ 1628/2005, ΑΠ 930/2005.

62. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., § 103, ΑΠ 365/2000 ΕλλΔνη 41,1301, ΑΠ 560/1979 ΝοΒ 27,1599, ΕφΑθ

2722/1996 Αρμ ΝΑ’,348, ΕφΠειρ 186/2006 ΕΝΔ 2006,275, ΠΠρΧαλ 323/2002 Αρμ 2004,223.

63. ΑΠ 2002/2006, ΑΠ 712/1993 ΕλλΔνη 36,93, ΕφΑθ 848/2009 ΕλλΔνη 2010,823, ΕφΑθ 5509/2006.

64. ΑΠ 365/2000 ΕλλΔνη 41,1301, ΑΠ 280/1992 Δ 23,1065, ΕφΑθ 8511/2005 ΕλλΔνη 2006,534, ΕφΑθ

7395/1998 ΕλλΔνη 40,1104, ΠΠρΑθ 2371/2008 αδημ., ΕιρΜαραθ 191/2012, ό.π.

65. Βλ. σχετικά ΑΠ 572/2008 ΧρΙΔ 2008,899, ΑΠ 1792/2005 ΕΕΝ 2007,40, ΕφΛαρ 95/2007 Δικογρ

2008,65.

66. ΕιρΛαρ 175/2004 Δικογρ 2005,170, ΕιρΑμβρύσ 7/1998 Αρμ 1999,1539. Υπέρ της αποβολής κατά

τρόπο που επιφέρει οριστική απώλεια της νομής, βλ. ΑΠ 164/1985 ΕΕΝ 52,862.

67. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 238 - 239, αρ. 4, Καραμανλή-Μπαρουτάκη A., ό.π., σελ. 95, αρ. 6, Βούλ-

γαρη Κ. (διεύθυνση σειράς Τσούμας Β.), Το Δίκαιο των Ακινήτων, έκδ. β’, 2009, σελ. 305, αρ. 39,

Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 421, αρ. 17, ΑΠ 1386/1998 ΕλλΔνη 1999,339. Βλ. και ΕφΑθ 1583/2010

ΕφΑΔ 2011,174 (παρατ. Βούλγαρη Κ.), ΕφΘεσ 401/2012, κατά τις οποίες αποβολή του νομέα από

χάνει πλήρως τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή σε μέρος αυτού68. Η αιτία της

αποβολής μπορεί να συνίσταται είτε σε αφαίρεση του πράγματος από την κατοχή

του νομέα, όταν πρόκειται για κινητό (π.χ. κλοπή) είτε σε κατάληψη του πράγματος

όταν είναι ακίνητο (π.χ. βίαιη ή λαθραία κατάληψη, κατάληψη μέρους του γειτονικού

ακινήτου με μετάθεση των ορίων, μερική ανοικοδόμηση στο γειτονικό ακίνητο)69.

Κριτήριο για την κατάφαση αποβολής. Περιπτώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση αποβο-

λής από τη νομή κριτήριο αποτελούν οι αντιλήψεις των συναλλαγών λαμβανομένων

υπόψη και των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης70. Έτσι, έχει κριθεί ότι

συνιστούν αποβολή η αντιποίηση της νομής71, η άρνηση απόδοσης του ακινήτου

μετά τη λήξη της σύμβασης72, η άρνηση του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο το

οποίο κατέχει δυνάμει άκυρης σύμβασης μίσθωσης73, η παρεμπόδιση του νομέα να

εισέλθει στο κτήμα του, η περίφραξη αλλότριου οικοπέδου74. Αποβολή από τη νομή

μπορεί να επέλθει και με πράξη της δημόσιας Αρχής όταν η πράξη αυτή ή η εκτε-

λεστική διαδικασία είναι άκυρες ή με άκυρη αναγκαστική εκτέλεση ή με απόφαση

ασφαλιστικών μέτρων υπό τον όρο ότι η σχετική αφαίρεση του πράγματος ήταν πα-

ράνομη ή με δικαστική απόφαση μη εκτελεστή εναντίον εκείνου που εκτελέσθηκε75.

Πάντως απαιτείται εκείνος που ενήργησε την αφαίρεση να απέκτησε διαρκή εξουσία

πάνω στο πράγμα76.

Ειδικότερα περί της αφαίρεσης του πράγματος. Η αφαίρεση προϋποθέτει την πλή-

ρη και διαρκή εξουσίαση του πράγματος από εκείνον που την ενήργησε, διότι δια-

φορετικά πρόκειται για διατάραξη της νομής77. Αφαίρεση του πράγματος που στοι-

χειοθετεί αποβολή από τη νομή, συντρέχει και όταν αυτό αφαιρείται από την κατοχή

τη νομή είναι η εκ μέρους του προσβολέα εκβολή του νομέα από τη νομή του πράγματος και αντί-

στοιχη απώλεια της εν λόγω νομής γι’ αυτόν (έτσι και ΑΠ 1127/2001 ΕλλΔνη 44,481, ΑΠ 1260/1998

ΕλλΔνη 40,66).

68. ΕφΘεσ 424/1958 Αρμ 13,223, ΕιρΧαν 23/2013 Αρμ 2013,1648, ΕλλΔνη 2013,891, ΕιρΧαν 569/2013

ΝΟΜΟΣ.

69. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 238-239, αρ. 4, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 447, αρ. 8.

70. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 239, αρ. 5.

71. ΑΠ 1653/2012 ΕλλΔνη 2013,1024 (σημ. Ι.Ν. Κατρά), ΕιρΚομ 165/2012.

72. ΑΠ 228/1995 ΕΕΝ 18,667, ΕφΑθ 3776/1991 ΑρχΝ 1992,606.

73. ΕιρΘεσ 1916/1986 Αρμ 41,221.

74. Βλ. σχετικά Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 239, αρ. 5.

75. Γεωργιάδης Απ., ό.π., αρ. 6, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 159.

76. Γεωργιάδης Απ., ό.π., αρ. 6, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι., ΕρμΑΚ,

άρθρο 984, σελ. 189, αρ. 4, ΑΠ 164/1985 ΕΕΝ 52,862.

77. Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 312, αρ. 61.

17

18

του βοηθού νομής ή όταν υφίσταται συγκατάθεση του κατόχου η οποία όμως είναι

παράνομη ή υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του78.

Ειδικότερα περί της αντιποίησης της νομής. Ως αποβολή από τη νομή νοείται και η

παράλειψη απόδοσης του πράγματος μετά τη λήξη συμβατικής σχέσης79, όπως π.χ.

της σχέσης της μίσθωσης, της σχέσης του χρησιδανείου ή της παρακαταθήκης κ.λπ.,

εφόσον βέβαια στην τελευταία αυτή περίπτωση η άρνηση απόδοσης, ούσα μη ευλο-

γοφανής και καταφανώς αβάσιμη, συναρτάται με βούληση αντιποίησης της νομής80,

αντιποίηση η οποία βέβαια μπορεί να εκδηλωθεί και στη διάρκεια της ισχύος της

συμβατικής σχέσης, εάν ο κάτοχος σε κάποιο δεδομένο χρονικό σημείο εκφράσει

με σαφή, άμεσο ή έμμεσο, τρόπο81 προς το νομέα του πράγματος τη θέλησή του να

νέμεται στο εξής το όλο ή μέρος του πράγματος για ίδιο λογαριασμό και με διάνοια

κυρίου ως νομέας τούτου82. Δεν υπάρχουν οι όροι της αποβολής, όταν ο κάτοχος

με ενοχική σχέση αρνείται την απόδοση όχι αντιποιούμενος δική του νομή, αλλά

ισχυριζόμενος ότι συνεχίζει να έχει δικαίωμα κατοχής λόγω ενοχικής σχέσης. Το δι-

καστήριο δικαιούται να κρίνει εάν ο ισχυρισμός συνιστά συγκαλυμμένη αντιποίηση

νομής83. Επί αντιποιήσεως της νομής από τον μισθωτή, όταν δηλαδή ο μισθωτής

αρνείται να αποδώσει το μίσθιο μετά τη λήξη της μισθωτικής σχέσης, για την από-

δοση του μισθίου ο εκμισθωτής δικαιούται να ασκήσει την αγωγή από τη σύμβαση

(ΑΚ 599), ασκώντας παράλληλα και την αγωγή αποβολής από τη νομή (ΑΚ 982 σε

συνδυασμό με ΑΚ 987)84. Σύμφωνα με τη γνώμη που επικρατεί, δεν συντρέχει περί-

πτωση αποβολής από τη νομή και δεν χωρεί η αγωγή του άρθρου 987 του ΑΚ ούτε

αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής (κατ’ άρθρο 733 του ΚΠολΔ) κατά

του κατόχου μισθωτού, όταν αυτός αρνείται την απόδοση, χωρίς όμως η άρνησή

78. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 239, αρ. 6, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 159, Θηβαίος Χρ., Το δίκαιον της

νομής, τ. Γ’, 1957, σελ. 238.

79. Από τη νομολογία βλ. ΑΠ 228/1951 ΕΕΝ 18,667, ΕφΑθ 3776/1991 ΑρχΝ 1992,606.

80. Βλ. σχετικά ΕιρΒάλτου 9/1999 ΝοΒ 2000,85 που δέχθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται αντιποίηση της

νομής όταν ο κάτοχος αρνείται μεν την απόδοση όχι όμως «αντιποιούμενος» ξεχωριστή νομή, αλλά

αποκρούοντας και ισχυριζόμενος ότι έχει δικαίωμα στην κατοχή, γιατί _______δεν έπαυσε να ισχύει η ενο-

χική σχέση με βάση την οποία πήρε στην κατοχή του πράγμα.

81. Κατά τον Τούση A. (ΕμπρΔ, 1966, παρ. 39, σελ. 166), ο κάτοχος πρέπει να εκδηλώσει έμπρακτα την

πρόθεσή του να αντιποιηθεί τη νομή. Κατά την ΕιρΜαραθ 166/1997 ΑρχΝ 1999,719, ως έμπρα-

κτη εκδήλωση νοείται αυτή που φανερώνει μεταστροφή της διάνοιας του κατόχου από animus

detentionis σε animus dominandi.

82. ΕιρΝίκαιας 35/2008, ΕιρΚομ 165/2012.

83. ΕιρΚερκυρ 359/2000 ΙονΕπιθΔ 2002,247. Επίσης σχετικά έχει γίνει δεκτό ότι ο ισχυρισμός του ενα-

γομένου περί υπάρξεως εννόμου σχέσεως, η οποία διαφοροποιεί την ιστορική αιτία της αγωγής,

πρέπει να είναι ευλογοφανής και να μην είναι καταφανώς αστήρικτος, διότι θα πρόκειται για συ-

γκεκαλυμμένη αντιποίηση της νομής (ΠρΑγρ 50/1953 ΝοΒ 1,37, ΠρΡοδ 207/1962 ΝοΒ 10,1069,

ΜΠρΘεσ 117/1973 ΝοΒ 21,1372, ΕιρΑθ 2049/2000 ΑρχΝ 2003,546).

84. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 445-446, αρ. 4.

19

του αυτή να συνιστά αντιποίηση της νομής του αντιπροσωπευόμενου νομέα (εκμι-

σθωτή)85.

Έννοια παράνομης αποβολής. Ως παράνομη χαρακτηρίζεται η αποβολή, η οποία

αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου86. Για την παραδεκτή έγερση της αγωγής

αποβολής από τη νομή θα πρέπει να γίνεται σε αυτήν επίκληση ότι ενάγων νομέας

αποβλήθηκε από τη νομή χωρίς δικαίωμα (εμπράγματο ή ενοχικό) του εναγομένου

ή με δικαίωμα καθ’ υπέρβαση του περιεχομένου του87. Παράνομη αποβολή του

νομέα υφίσταται και στην περίπτωση που αυτή πραγματοποιήθηκε μετά από την

εκτέλεση απόφασης Ειρηνοδικείου, που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα88. Επίσης έχει

κριθεί ότι παράνομη αποβολή είναι η κατάληψη ακινήτου από όργανα του Δημο-

σίου χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης89. Αντίθετα

έχει γίνει δεκτό ότι δεν συντρέχει παράνομη αποβολή όταν αυτή γίνεται σε εκτέλεση

πράξης εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου90. Περαιτέρω, δεν μπορεί να γίνει

λόγος για παρανομία όταν ο εναγόμενος νέμεται το επίδικο αντικείμενο έχοντας τη

βούληση να γίνει κύριός του με χρησικτησία91. Επίσης, όσο ισχύει η ρύθμιση της

οικογενειακής στέγης δεν υφίσταται προσβολή της νομής, δηλαδή αποβολή ή δια-

τάραξη από τον σύζυγο υπέρ του οποίου η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής

στέγης (άρθρο 1393 ΑΚ), γιατί δεν υφίσταται το στοιχείο της παρανομίας. Μόνο αν

εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου παύει η ρύθμιση της ΑΚ 1393 και ισχύουν

πλέον οι γενικές διατάξεις του ενοχικού και εμπράγματου δικαίου92.

Αποκλεισμός παρανόμου. Ο παράνομος χαρακτήρας της αποβολής αποκλείεται κατ’

εξαίρεση όταν υπάρχει αυτοδικία (ΑΚ 282), άμυνα (ΑΚ 284) ή κατάσταση ανάγκης

(ΑΚ 285), όταν ο δικαστικός επιμελητής αφαιρεί πράγμα κατά την αναγκαστική εκτέ-

λεση (ΚΠολΔ 941 - 943), όταν ενεργείται κατάσχεση των πειστηρίων του εγκλήματος

από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας93. Επίσης, δεν υπάρχει παράνομη προσβολή

της νομής όταν αυτή επιτρέπεται από περιορισμούς της ιδιοκτησίας94, όπως όταν

με διατάξεις του γειτονικού δικαίου και κατ’ απόκλιση των διατάξεων του άρθρου

85. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 160, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 448, υποσημ. 16, ΕιρΚομ 165/2012, βλ.

έτσι και ΑΠ Ολ 104/1952 ΕΕΝ 19,303, ΕιρΑθ 5054/2009 ΧρΙΔ 2010,266, ΕιρΜαραθ 166/1997, ό.π.

86. Γιαννακόπουλος ____________Η., σε Καράκωστα Ι. ΕρμΑΚ, ό.π., άρθρο 987, σελ. 205, αρ. 2.

87. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 245, αρ. 17, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 122.

88. ΑΠ 174/1995 ΕλλΔνη 37,672.

89. ΕφΘεσ 1046/1976 Αρμ 33,870.

90. ΠΠρΚατερ 190/2003 Αρμ 2004,1271.

91. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 161-162, ΑΠ 1894/1983 ΕΕΝ 51,790.

92. ΕιρΆργους 28/2007 ΝοΒ 2007,1337.

93. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 245, αρ. 19, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 122-123.

94. ΕιρΑθ 1308/2002 ΑρχΝ 2003,703.

1000 ΑΚ ο κύριος ακινήτου υποχρεώνεται να ανεχθεί ορισμένες επενέργειες από

γειτονικό ακίνητο95.

Αποβολή χωρίς τη θέληση του νομέα. Αν και κατά κανόνα είναι παράνομη κάθε

παρεμβατική σε αλλότρια νομή πράξη χωρίς τη βούληση του νομέα, ωστόσο το

στοιχείο της βούλησης του νομέα δεν ταυτίζεται με το στοιχείο του παρανόμου96.

Αποβολή χωρίς τη θέληση του νομέα έγκειται στην αποβολή χωρίς τη συναίνεση ή

την έγκριση (ρητή ή σιωπηρή) του νομέα97, διότι μόνο τότε δικαιολογείται προστα-

σία της νομής98. Η θέληση νοείται ως η ψυχολογικά ώριμη θέληση και όχι η δικαι-

οπρακτική99. Οι πραγματοποιούμενες με τη θέληση του νομέα παρεμβάσεις είναι

αυτές που στηρίζονται σε ενοχική σύμβαση μεταξύ του νομέα και του τρίτου ή σε

εμπράγματη σύμβαση με την οποία ο νομέας συνιστά υπέρ τρίτου περιορισμένο

εμπράγματο δικαίωμα (π.χ. επικαρπία, οίκηση ή πραγματική δουλεία) και αυτές που

θεμελιώνονται στη συγκατάθεση του νομέα100. Όπως αναφέρθηκε ήδη, κρίσιμος

χρόνος της συγκατάθεσης είναι αυτός της αποβολής.

4. Επιλήψιμη νομή

Έννοια, χαρακτηριστικά και συνέπειες της επιλήψιμης νομής. Επί παράνομης αφαί-

ρεσης του πράγματος (ή κατάληψης του ακινήτου) χωρίς τη βούληση του νομέα,

ο προσβολέας τη νομή θεμελιώνει επιλήψιμη νομή101 (βλ. ΑΚ 984 παρ. 2 εδ. α’102)

συνεπεία της αφαίρεσης. Η νομή θεωρείται επιλήψιμη ακόμη και αν ο νομέας είναι

καλόπιστος, υπό τον (αυτονόητο) όρο ότι απέκτησε τη νομή παράνομα και χωρίς τη

θέληση του δικαιούχου103. Η επιλήψιμη νομή χαρακτηρίζεται ως νομή ελαττωμα-

τική104, γεγονός που επιφέρει τις εξής δυσμενείς επιπτώσεις: Κατά του επιλήψιμου

νομέα μπορεί να ασκηθεί η κατ’ άρθρο 987 ΑΚ αγωγή αποβολής (ΑΚ 987 εδ. α’),

ενώ σε περίπτωση που λάβει χώρα αποβολή ή διατάραξη και ο επιλήψιμος νομέας

ασκήσει κατά του αποβληθέντος μία από τις αγωγές περί νομής, μπορεί να προτα-

95. ΕιρΑθ 1308/2002, ό.π.

96. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 418, αρ. 10.

97. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 123.

98. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 246, αρ. 20.

99. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 246, αρ. 21.

100. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 418, αρ. 11

101. ΑΠ 174/1995 ΕλλΔνη 1996,672, ΕΕΝ 1996,168. Σε αντίθεση με την ανεπίληπτη νομή που απο-

κτάται με τη συγκατάθεση του νομέα ή σύμφωνα με το νόμο (βλ. Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 246,

υποσημ. αρ. 61, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 426, υποσημ. 56).

102. Η εν λόγω διάταξη ορίζει: «Η νομή που αποκτήθηκε με τέτοια αποβολή είναι επιλήψιμη».

103. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 246, αρ. 24.

104. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 427, αρ. 35

θεί εναντίον του η ένσταση της επιλήψιμης νομής (ΑΚ 988, 990)105. Περαιτέρω, η

επιλήψιμη νομή έχει σχετική ενέργεια, καθώς προβάλλεται μόνο έναντι αυτού που

αποβλήθηκε και των διαδόχων του (καθολικών ή άλλων - ΑΚ 985, 988 και 990) και

όχι έναντι τρίτων106, 107.

Επιλήψιμοι νομείς. Όπως προκύπτει από την ΑΚ 984 παρ. 2, εκτός από τον προσβο-

λέα108, επιλήψιμοι νομείς είναι ο κληρονόμος του τελευταίου - χωρίς να εξετάζεται η

γνώση του ως προς το ελάττωμα της νομής του κληρονομουμένου109 και αν απέκτη-

σε τη νομή μετά τον θάνατο του προσβολέα με σωματική κατάληψη του πράγματος

(ΑΚ 974) ή χωρίς αυτή (ΑΚ 983)110 - καθώς και κάθε συνεχιστής της επιλήψιμης

νομής111 - δηλαδή όχι μόνο ο ειδικός διάδοχος112 - εφόσον κατά το χρόνο της κτή-

σεως γνώριζε το ελάττωμα της νομής του προκατόχου του (ΑΚ 984 παρ. 2 εδ. β’)113.

Δεν αρκεί δηλαδή απλή άγνοια, ακόμη και αν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, αλλά

απαιτείται θετική γνώση του διαδόχου του προσβολέα στη νομή, η οποία πρέπει να

υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κτήσης της νομής114. Μεταγενέστερη της κτήσε-

ως γνώση του ελαττώματος της νομής δεν έχει νομική επιρροή και δεν λαμβάνεται

υπόψη115. Σε περίπτωση διαδοχικών κτήσεων της νομής, αν μεσολαβήσει καλόπιστη

κτήση συγκεκριμένου νομέα, αυτός (και κάθε επόμενος διάδοχός του) αποκτά ανε-

πίληπτη νομή, ακόμη και αν γνώριζε το επιλήψιμο της αρχικής κτήσης της νομής116.

105. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 427 - 428, αρ. 37 - 39, Βαθρακοκοίλης Β., ό.π., σελ. 210, Γιαννακόπου-

λος Η., σε Καράκωστα Ι., ΕρμΑΚ, άρθρο 984, σελ. 193, αρ. 13.

106. Γεωργιάδης Απ., ό.π., αρ. 25, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 427, αρ. 36, ΑΠ 270/1982 ΕΕΝ 50,150.

107. Γεωργιάδης Απ., ό.π., αρ. 25, ΑΠ 270/1982, ό.π., ΕιρΦλωρ 66/2000 Αρμ 2002,1314.

108. Π.χ. ο κλέφτης κινητού, ο καταπατητής ακινήτου.

109. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 428, αρ. 41, Μπαλής Γ., ό.π., παρ. 14, σελ. 46, Βαβούσκος, ΕμπρΔ, σελ.

90-91, αρ. 85.

110. Τούτο διότι ο κληρονόμος αποκτά την ίδια ακριβώς νομή του κληρονομούμενου (Γεωργιάδης

Απ., ό.π., σελ. 247, αρ. 28, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 428, αρ. 41, Μπαλής, ό.π., παρ. 14, αρ. 2).

111. Ως διάδοχος του νομέα νοείται δηλαδή και εκείνος που χωρίς σύμβαση απέκτησε τη νομή και τη

συνεχίζει (π.χ. ο κλεπταποδόχος) (Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 248, αρ. 29, Παπαστερίου Δ., ό.π.,

σελ. 429, αρ. 42, Μπαλής Γ., ό.π., παρ. 14, σελ. 46-47, Βαβούσκος Κ., ΕμπρΔ, σελ. 90, αρ. 85,

Θηβαίος Χρ., Το δίκαιον της νομής, ΙΙ, σελ. 13, υποσημ. 4). Κατ’ αναλογία της ΑΚ 984 παρ. 2 εδ.

β’, επιλήψιμος μπορεί να θεωρηθεί και ο κάτοχος που έλαβε το πράγμα από τον αποβολέα (Γεωρ-

γιάδης Απ., ό.π., σελ. 248, υποσημ. αρ. 66).

112. Βλ. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 429, αρ. 41, Αθανασόπουλο Τ., Εμπράγματο Δίκαιο, 2001, τ. Γ’, σελ.

165, Σπυριδάκη Ι., Εμπράγματο Δίκαιο, 1983, σελ. 92.

113. ΕφΘεσ 401/2012 NOMOΣ, ΕιρΚαστορ 216/1983 Αρμ 1984,377.

114. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 248, αρ. 31, 32, Βαθρακοκοίλης Β., ΕρμΑΚ, τ. Δ’, 2007, σελ. 210.

115. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 429, αρ. 42, Μπαλής Γ., ό.π., παρ. 14, σελ. 47.

116. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 429, αρ. 42, Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι. ΕρμΑΚ, ό.π., άρθρο

984, αρ. 14.

 

5. Αίτημα της αγωγής

Απόδοση της νομής. Αίτημα της αγωγής για την προστασία της νομής από την απο-

βολή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ είναι η απόδοση της νομής (ή της

οιονεί νομής117) του πράγματος που αφαιρέθηκε από τον επιλήψιμο νομέα118 διά

της καταδίκης αυτού119, αφού σκοπός είναι η αποκατάσταση της νομής που έχει

αφαιρεθεί120 και όχι η άρση της προσβολής, η οποία αποτελεί αίτημα αγωγής περί

διαταράξεως της νομής121. Αν το αντικείμενο της προσβολής είναι ακίνητο το αίτημα

συνίσταται στην αποβολή του εναγομένου και την εγκατάσταση του ενάγοντος σ’

αυτό122. Το αίτημα της αγωγής μπορεί να συνίσταται και σε απόδοση της νομής του

πράγματος σε τρίτον (π.χ. στον μισθωτή)123.

Αιτήματα απαράδεκτα. Σε αντίθεση με τη διεκδικητική αγωγή, ο ενάγων δεν μπο-

ρεί να συμπεριλάβει στην υπόψη αγωγή και αίτημα για απόδοση των ωφελημάτων

του πράγματος που εξήχθησαν ή μπορούσαν να εξαχθούν από αυτό (ΑΚ 1096 και

1098), αλλά μόνο αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες124. Επίσης, δεν

επιτρέπεται η κατ’ άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ απειλή κατά του προσβολέα για χρημα-

τική ποινή υπέρ του νομέα ή κατόχου και προσωπικής κρατήσεως125, λαμβανομένου

υπόψη ότι τα αιτήματα αυτά αφορούν στην παράλειψη κάθε μελλοντικής διατάραξης

του νομέα ή κατόχου, όχι όμως και την άρνηση προς απόδοση του πράγματος126.

Αποζημίωση. Αντικειμενική σώρευση αγωγών. Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων

μπορεί να ζητήσει και αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες

117. ΑΠ 784/2001 ΕλλΔνη 2002,1417.

118. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 260, αρ. 12, Μπαλής Γ., Εμπράγματο Δίκαιο, παρ. 14, αρ. 3, Τριάντος Ν.,

ό.π., ΑΠ 345/2007 ΝοΒ 2008,901, ΑΠ 1748/2002 ΧρΙΔ 3,233, ΝοΒ 51,1228, ΑΠ 1678/2002 ΝοΒ

2003,1218, ΑΠ 1417/2002 ΕλλΔνη 44,184, ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 40,66, ΑΠ 1202/1993 ΕλλΔνη

36,187, ΕφΑθ 848/2009 ΕλλΔνη 2010,823, ΕφΑθ 9630/2002 ΕλλΔνη 45,586, ΕφΠειρ 330/1995

ΕλλΔνη 37,1427, ΕιρΚαλαμπάκας 52/2006 ΑρχΝ 2009,96.

119. ΑΠ 503/2009 ΕλλΔνη 50,1007, ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 40,66, ΕφΑθ 1583/2010 ΕφΑΔ 2011,174

(παρατ. Βούλγαρη Κ.).

120. ΕφΑθ 848/2009 ΕλλΔνη 2010,823.

121. ΕιρΚαλαμπάκας 52/2006, ό.π.

122. ΑΠ 1577/2003 ΕλλΔνη 46,1653, ΕφΠειρ 330/1995 ΕλλΔνη 37,1427, ΕιρΠατμ 4/1997 Αρμ 1999, 628.

123. Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι., ΕρμΑΚ, ό.π., άρθρο 987, αρ. 11, Σπυριδάκης Ι., Η αγωγή

αποβολής από τη νομή, 1997, σελ. 46.

124. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 260, αρ. 14, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 163, παρ. 50, Σπυριδάκης/

Περάκης, ΕμπρΔ, άρθρο 987, αρ. 8, ΑΠ 464/1969 ΝοΒ 18,49, ΑΠ 469/1964 ΝοΒ 12,1130.

125. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 260, υποσημ. αρ. 21, Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι. ΕρμΑΚ,

άρθρο 987, αρ. 11, ΠΠρΚαβ 229/1997 Αρμ ΝΓ’,670, ΕιρΠατμ 4/1997 Αρμ 1999,361, ΕιρΙστιαίας

3/1999 ΑρχΝ 1999,696.

126. ΑΠ 889/1990 ΕΕΝ 1991,282

(ΑΚ 987 εδ. β’), υπό τη συνδρομή των όρων από την ΑΚ 914 ή 919127. Στην περί-

πτωση αυτή που με το ίδιο δικόγραφο της αγωγής ζητείται απόδοση της νομής του

πράγματος και αποζημίωση πρόκειται για αντικειμενική σώρευση αγωγών (ΚΠολΔ

218 παρ. 1)128.

γ. Διάδικοι

1. Ενάγων

Ο νομέας. Ενάγων στην αγωγή αποβολής από τη νομή είναι ο νομέας129 (φυσικό ή

νομικό πρόσωπο), δηλαδή εκείνος που ασκεί φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου

και απώλεσε τη νομή του παράνομα και χωρίς τη θέλησή του130. Κρίσιμο στοιχείο

είναι η ύπαρξη νομής κατά τον χρόνο της προσβολής, χωρίς να ενδιαφέρει αν ο

νομέας είχε τη νομή και προγενέστερα, ούτε αρκεί το γεγονός ότι ήταν νομέας κατά

το προηγούμενο χρονικό διάστημα, αν δεν εξακολουθούσε να έχει τη νομή κατά τον

κρίσιμο χρόνο131. Ενάγων μπορεί να είναι ακόμη και ο επιλήψιμος νομέας, δηλαδή

εκείνος που νέμεται το πράγμα επιλήψιμα έναντι του εναγομένου μετά όμως από

την παρέλευση έτους από την αποβολή (βλ. ΑΚ 988), καθώς τότε παραγράφεται η

αγωγή αποβολής του εναγομένου κατά του ενάγοντος132. Αν ο ενάγων είναι ανήλι-

κος ο οποίος τελεί υπό επιτροπεία, η αγωγή αποβολής μπορεί να ασκηθεί εφόσον

συντρέχουν οι όροι από την ΑΚ 1621133.

Άλλες περιπτώσεις νομής. Την αγωγή αποβολής δικαιούται να ασκήσει και ο οιονεί

νομέας (ΑΚ 996)134. Ως οιονεί νομέας και ο επικαρπωτής δικαιούται στην άσκηση

της αγωγής αποβολής από τη νομή κατά τρίτων καθώς και κατά του ιδίου του κυρί-

ου135. Δικαίωμα άσκησης της αγωγής αυτής έχουν ο νομέας σε μέρος του πράγμα-

τος, ιδίως χωριστά διαμερίσματα κατοικιών ή άλλους χώρους (βλ. ΑΚ 993), υπό τον

127. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 162, παρ. 50.

128. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 260, αρ. 12, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 452, αρ. 21, Παπαδόπουλος

Κ., ό.π.

129. Την αγωγή αποβολής από τη νομή δεν δικαιούται όμως να ασκήσει ο βοηθός νομέα, ο οποίος

έχει μόνο την αυτοδύναμη προστασία από την ΑΚ 986 (Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 449, αρ. 13,

Τριάντος Ν., Αστικό Δίκαιο Επιτομή, 2013, σελ. 265).

130. Βλ. σχετικές παρατηρήσεις ανωτέρω, υπό II.β.1,3. Από τη νομολογία βλ. ΑΠ 1141/2002 ΕλλΔνη

2004,471.

131. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 448, αρ. 13.

132. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 449, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 164.

133. Παπαστερίου Δ., ό.π., Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 163, παρ. 51, Θηβαίος Χρ., Το δίκαιον της

νομής, ΙΙΙ, σελ. 256, υποσημ. 2. Αντίθετα Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 1651, σελ. 2134,

Σπυριδάκης/Περάκης, ΟικογΔ, άρθρο 1651, αρ. 1.

134. ΑΠ 621/2005 ΕλλΔνη 47,1025, ΑΠ 771/2002 ΝοΒ 2003,39.

135. ΑΠ 1522/2006 ΕΕΝ 2008,242. Βλ. και κατωτέρω στην ενότητα για την προστασία της επικαρπίας,

αρ. 61.

 

όρο ότι το μέρος αυτό είναι εξωτερικά διακριτό και χωριστό και ότι είναι, σύμφωνα

με τις αντιλήψεις στις συναλλαγές, νοητή και δυνατή η χωριστή νομή136. Επίσης και

ο συννομέας137 (ΑΚ 994) κατά των τρίτων μόνο, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση των

άλλων συννομέων138. Αν όμως ένας συννομέας ασκήσει την αγωγή για λογαριασμό

όλων των συννομέων, πρέπει να ζητήσει την απόδοση της νομής σε όλους (βλ. ΑΚ

1116)139.

Ο κάτοχος. Εκτός από τον νομέα, ενάγων στην αγωγή αποβολής είναι και ο κάτοχος

(και οι διάδοχοί του), δηλαδή εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος από

τον νομέα βάσει της ΑΚ 997 π.χ. ως μισθωτής, θεματοφύλακας, χρησάμενος ή με

άλλη παρόμοια ενοχική σχέση140, χωρίς να εξετάζεται αν αυτή είναι έγκυρη ή όχι141.

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, την αγωγή αυτή ο κάτοχος μπορεί να ασκήσει

μόνο κατά τρίτων και όχι κατά του νομέα142. Σε περίπτωση συγκατοχής, ο συγκά-

τοχος μπορεί να ασκήσει την αγωγή τόσο κατά τρίτων όσο και κατά του αποβολέα

συγκατόχου του143.

Ο καθολικός διάδοχος του νομέα. Ενεργητικά νομιμοποιούμενος στην αγωγή απο-

βολής είναι και ο καθολικός διάδοχος του νομέα, όπως είναι ο κληρονόμος του

νομέα, ανεξάρτητα από το αν είχε αποκτήσει τη νομή πριν από την αποβολή (βλ. ΑΚ

983)144. Επίσης είναι αδιάφορο αν η αποβολή είχε γίνει όσο ζούσε ο κληρονομούμε-

νος ή μετά από τον θάνατό του. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη της ΑΚ 983 που ορίζει

136. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 37, ΑΠ 1748/2005 ΕλλΔνη 48,1692, ΑΠ 1417/2002 ΕλλΔνη 2003,183,

ΧρΙΔ 2003,31.

137. Βλ. ΑΠ 621/2005, ό.π., ΑΠ 771/2002, ό.π.

138. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 164, Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι. ΕρμΑΚ, ό.π., άρθρο 987,

αρ. 6. Σημειώνεται ότι οι σχέσεις μεταξύ των συννομέων διέπονται από τις διατάξεις για την κοι-

νωνία (ΑΚ 785 - 805).

139. Παπαδόπουλος Κ., ό.π.

140. Έτσι, έχει κριθεί ότι τέτοια σχέση μπορεί να θεωρηθεί και η σύμβαση μεταξύ οικοπεδούχου και

εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει, αντί συμφωνηθείσης αντιπαροχής, να κατα-

σκευάσει σε οικόπεδο του πρώτου οικοδομή, ο δε οικοπεδούχος υπόσχεται να μεταβιβάσει κατά

κυριότητα αναλόγως με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου

του οικοπέδου του προς τον εργολάβο ή τον υπό αυτόν υποδειχθησόμενο τρίτο. Κατά τη διάρκεια

της σύμβασης αυτής, που θεωρείται σύμβαση έργου, ο εργοδότης οικοπεδούχος έχει τη νομή του

οικοπέδου και των διαμερισμάτων, καταστημάτων κ.λπ. της οικοδομής. Η νομή ασκείται σύμφω-

να με το άρθρο 980 του ΑΚ για το νομέα οικοπεδούχο από τον κάτοχο εργολάβο. Νομή ασκεί ο

εργολάβος, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, μόνο στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που του με-

ταβιβάζονται με οριστικό συμβόλαιο ως αμοιβή του (ΑΠ 1792/2005 ΧρΙΔ 2006,420, ΕΕΝ 2007,40).

141. Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 313, αρ. 64. Αντίθετα ότι η μεταξύ του κατόχου και του νομέα ενοχική

σχέση πρέπει να είναι έγκυρη και ισχυρή, βλ. ΑΠ 1792/2005, ό.π.

142. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 449, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 165, Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 258.

143. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 166.

144. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 449, αρ. 14, Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι. ΕρμΑΚ, ό.π., άρθρο

987, αρ. 5.

ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονό-

μος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων,

ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντι-

κειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος

ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα και, συνεπώς,

μπορεί να ασκήσει και τις περί νομής αγωγές (άρθρο 984 ΑΚ). Για να αποκτήσει ο

κληρονόμος και φυσική εξουσία πρέπει να καταλάβει σωματικά το πράγμα. Επομέ-

νως, η έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 983 ΑΚ, είναι ότι στον κληρονόμο μετα-

βιβάζεται το δικαίωμα νομής, δυνάμει του οποίου μπορεί πλέον αυτός να επιληφθεί

του πράγματος και να ιδρύσει νέα, τη δική του φυσική εξουσία145. Αν η αποβολή

είχε γίνει στη διάρκεια της ζωής του κληρονομούμενου νομέα, ο κληρονόμος κληρο-

νομεί τις αξιώσεις από τη νομή (ή την κατοχή), υπό τον όρο ότι δεν συμπληρώθηκε

ο χρόνος της παραγραφής. Αν όμως ο κληρονόμος έγινε νομέας πριν από την απο-

βολή, διότι αυτή εμφιλοχώρησε μετά τον θάνατο του κληρονομούμενου, ο πρώτος

ενάγει ο ίδιος ως αποβεβλημένος νομέας, όπως θα έπραττε και ο κληρονομούμενος

αν ζούσε146. Τέλος, αν ο κληρονομούμενος είχε ασκήσει την αγωγή, ο κληρονόμος

συνεχίζει τη δίκη147. Επίσης, την προκείμενη αγωγή μπορεί να ασκήσει ο υποκατά-

στατος, ο καθολικός καταπιστευματοδόχος και ο κληροδόχος του επιδίκου148.

Ο ειδικός διάδοχος του νομέα. Η αγωγή αποβολής από τη νομή μπορεί να ασκηθεί

και από τον ειδικό διάδοχο του νομέα, εφόσον του εκχωρήθηκε η αγωγή149.

Άλλες περιπτώσεις εναγόντων. Παραπέρα, δικαίωμα στην άσκηση της αγωγής απο-

βολής έχουν και εκείνος που αποβλήθηκε από τη νομή σε εκτέλεση απόφασης του

Ειρηνοδικείου για λήψη ασφαλιστικών μέτρων150, καθώς και ο δανειστής ο οποίος

145. ΑΠ 2110/2009 ΧρΙΔ 2011,32 (παρατ. Νεζερίτη Ε.).

146. Αθανασόπουλος Τ., Εμπράγματο Δίκαιο Ι, τ. Γ’, 2001, σελ. 179-180, ΑΠ 2110/2009 ΧρΙΔ 2011,32

(παρατ. Νεζερίτη Ε.).

147. Αθανασόπουλος Τ., ό.π., Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 257, υποσημ. αρ. 7, Παπαδόπουλος Κ., ό.π.,

σελ. 164, Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 987, αρ. 6.

148. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 449-450, αρ. 14, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 313,

αρ. 64, Τούσης Α., ΕμπρΔ, σελ. 173, υποσημ. αρ. 4, ΠΠρΠρεβ 60/1997 Αρμ 1998,1194.

149. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 257-258, αρ. 6, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 450, αρ. 15, Παπαδόπουλος

Κ., ό.π., σελ. 165, Θηβαίος Χρ., Το δίκαιον της νομής ΙΙΙ, σελ. 257-258, Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟ-

ΜΑΚ, άρθρο 987, αρ. 6. Αντίθετα ότι ο ειδικός διάδοχος μπορεί να είναι ενάγων χωρίς να του έχει

εκχωρηθεί η αγωγή από τον νομέα διατείνονται οι Τούσης Α., ΕμπρΔ, 1988, παρ. 39, σελ. 167,

Κιτσικόπουλος, Νομή και οιονεί νομή, 1958, σελ. 209, αρ. 550.

150. Τούτο διότι η απόφαση αυτή δεν δημιουργεί δεδικασμένο για τη δίκη της νομής (βλ. Γεωργιάδη

Απ., ό.π., σελ. 258, αρ. 7, Γιαννακόπουλο Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 987, σελ. 206,

αρ. 6)

ασκώντας πλαγιαστικά τη σχετική αγωγή (ΚΠολΔ 72) ασκεί δικαίωμα του οφειλέτη

του151.

2. Εναγόμενος

Ο αποβολέας του νομέα. Εναγόμενος στην αγωγή αποβολής από τη νομή μπορεί να

είναι ο αποβολέας του νομέα, δηλαδή εκείνος που αφαίρεσε τη νομή παράνομα και

χωρίς τη θέληση του νομέα152, την οποία διατηρεί κατά την άσκηση της αγωγής153.

Εναγόμενος μπορεί να είναι και ο συννομέας ο οποίος απέβαλε από τη συννομή άλ-

λον συννομέα154, εκτός και αν πρόκειται για συνηθισμένη χρήση του πράγματος155.

Ο βοηθός νομής. Εκτός από τον νομέα, με την αγωγή αποβολής μπορεί να εναχθεί

και ο βοηθός νομής (π.χ. ο υπάλληλος, ο υπηρέτης), εφόσον η συμπεριφορά του

χαρακτηρίζεται επιλήψιμη156, δηλαδή όταν αρνείται να αποδώσει τη νομή του επι-

δίκου.

Το πρόσωπο που έδωσε εντολή για αφαίρεση της νομής. Εναγόμενος μπορεί να

είναι και αυτός που έδωσε εντολή για την αποβολή, αλλά και εκείνος που ενέκρινε

τη γενόμενη από άλλον αποβολή, υπό τον αυτονόητο όρο ότι ο τελευταίος δέχθηκε

και κατέλαβε το αφαιρεθέν πράγμα157. Εκτός από τον εντολέα εναγόμενος μπορεί

να είναι και ο εντολοδόχος158, ο οποίος δικαιούται να προσεπικαλέσει στη δίκη τον

εντολέα159.

Γενικός όρος εναγωγής. Αν αυτός που αφαίρεσε τη νομή του επιδίκου έπαυσε να

είναι νομέας ή κάτοχος, δεν μπορεί να εναχθεί με την αγωγή αποβολής, μπορεί όμως

να ασκηθεί εναντίον του η αγωγή αποζημίωσης, υπό τη συνδρομή των όρων από

την ΑΚ 914160.

Ο κάτοχος. Η προκείμενη αγωγή μπορεί να στραφεί και εναντίον του κατόχου, αλλά

μόνο αν απέκτησε την κατοχή του επιδίκου από τον νομέα δυνάμει ενοχικής σχέσης

151. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 166, Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 313, αρ. 64.

152. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 258, αρ. 8, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 166, Τριάντος Ν., ό.π., ΑΠ

1792/2005 ΧρΙΔ 2006,420, ΕιρΑνδρ 9/2006 ΑρχΝ 2007,197.

153. ΕφΑθ 1583/2010 ΕφΑΔ 2011,174 (παρατ. Βούλγαρη Κ.).

154. ΑΠ 306/2004 ΧρΙΔ 2004,708.

155. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 166-167.

156. Μπαλής Γ., ΕμπρΔ, παρ. 17, σελ. 54.

157. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 167, Θηβαίος Χρ., ό.π., σελ. 262.

158. Τριάντος Ν., ό.π., ΕιρΑνδρ 9/2006 ΑρχΝ 2007,197.

159. ΑΠ 432/1960 ΝοΒ 9,84.

160. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 259, αρ. 10, Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο

987, αρ. 7, σελ. 207

(βλ. ΑΚ 997). Τέτοια σχέση υπάρχει μεταξύ του μισθωτή και του εκμισθωτή161, κα-

θώς και μεταξύ του εργολάβου και του εργοδότη οικοπεδούχου162.

Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος του αποβολέα. Στην αγωγή αποβολής από τη

νομή εναγόμενος μπορεί να είναι τόσο ο καθολικός όσο και ο ειδικός διάδοχος του

αποβολέα, εφόσον όμως ο τελευταίος είναι επιλήψιμος, δηλαδή κατά τον χρόνο της

κτήσης γνώριζε το ελάττωμα της νομής του δικαιοπαρόχου του163, χωρίς να λαμ-

βάνεται υπόψη η γνώση του ελαττώματος της νομής που επέρχεται μετά από την

κτήση αυτής164. Επί πολλαπλής ειδικής διαδοχής ενάγεται ο τελευταίος επιλήψιμος

νομέας, αφού αίτημα της αγωγής είναι η απόδοση του πράγματος165. Αν η νομή

μεταβιβάσθηκε σε τρίτο μετά από την άσκηση της αγωγής, η δίκη μπορεί να συνεχι-

σθεί κατά του αρχικού διαδίκου, χωρίς να ενδιαφέρει αν ο τρίτος απέκτησε τη νομή

καλόπιστα. Τούτο διότι όπως προκύπτει από την ΚΠολΔ 919 περ. 1, η απόφαση που

θα εκδοθεί μπορεί να γίνει και κατά του τελευταίου αυτού προσώπου. Αν όμως ο

τρίτος απέκτησε κατά τη διάρκεια της δίκης εκτός από τη νομή και την κυριότητα ως

καλόπιστος κατά την ΑΚ 1036, η απόφαση που θα εκδοθεί κατά του μεταβιβάσαντος

δεν εκτελείται εναντίον του (ΚΠολΔ 919 αρ. 1 σε συνδυασμό με 325 αρ. 3)166.

δ. Αντικειμενική167 σώρευση αγωγών

Αγωγές με τις οποίες σωρεύεται η αγωγή αποβολής. Η αγωγή αποβολής από τη

νομή μπορεί να σωρευθεί με τις εξής αγωγές168:

1) Με την αγωγή αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από τις ΑΚ

914 και 919 προϋποθέσεις.

2) Με τη διεκδικητική αγωγή, αν ο αποβληθείς νομέας είναι και κύριος του πράγ-

ματος169.

161. Βλ. σχετικά ΕιρΚομοτηνής 165/2012 ΝΟΜΟΣ.

162. Βλ. ΑΠ 306/2004 ΧρΙΔ 2004,708, ΕιρΑμαρ 224/1980 Αρμ 34,730.

163. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 258-259, αρ. 8, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 451-452, αρ. 19, Γιαννακό-

πουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 206-207, αρ. 7, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 167,

Τριάντος Ν., ό.π.

164. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 451-452, αρ. 19, Θηβαίος Χρ., ό.π., σελ. 263.

165. ΕφΘεσ 132/2007 ΝοΒ 2007,2053, ΕπισκΕΔ 2007,224.

166. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 259, αρ. 10, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 168.

167. Η αντικειμενική σώρευση αγωγών ρυθμίζεται από το άρθρο 218 ΚΠολΔ και πρέπει να διακρίνεται

από την επικουρική σώρευση αγωγών, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 219 ΚΠολΔ.

168. Βλ. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 477, αρ. 84, Παπαδόπουλο Κ., ό.π., σελ. 174, Σπυριδάκη Ι., Η αγω-

γή αποβολής από τη νομή, 1997, σελ. 73, Γιαννακόπουλο Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο

987, σελ. 208-210, αρ. 12-14, Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 315, αρ. 69.

169. Βλ. έτσι ΑΠ 973/2004 ΕλλΔνη 3005,389, ΕφΛαρ 133/1973 Αρμ 27,685. Σχετική η μελέτη του Δη-

μοσθένους Π., Σωρευτική αντικειμενική ένωση αγωγών διεκδίκησης και απόδοσης της νομής Δ

22,4

45. Αντίθετα η ΑΠ 21/2005 ΕλλΔνη 2005,1395, κατά την οποία δεν μπορούν να σωρευθούν

3) Με την αναγνωριστική αγωγή170,

4) Με την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Μη επιτρεπτή σώρευση της αγωγής αποβολής. Αντίθετα η αγωγή αποβολής από τη

νομή δεν μπορεί να σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο:

1) Με την αγωγή απόδοσης μισθίου από τη σύμβαση μίσθωσης που έληξε (ΑΚ 599

παρ. 1), διότι καθεμία από τις δύο αυτές αγωγές υπάγεται σε διαφορετικό είδος δια-

δικασίας (ΚΠολΔ 218 παρ. 1 περ. α’). Συγκεκριμένα, η αγωγή αποβολής από τη νομή

εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία (ΚΠολΔ 208 επ.), ενώ η αγωγή απόδοσης

μισθίου κατά την ειδική διαδικασία (ΚΠολΔ 647 επ.)171.

2) Με την αγωγή διαταράξεως της νομής, λόγω της υπάρχουσας αντίφασης μεταξύ

τους (άρθρο 218 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ)172, εκτός αν η αποβολή έγινε από ορισμένο

τμήμα του ακινήτου, ενώ η διατάραξη εντοπίζεται στο υπόλοιπο ακίνητο, οπότε η

καθεμία από τις αγωγές αναφέρεται σε διακεκριμένο τμήμα του ίδιου ακινήτου173.

Τούτο εξηγείται και εκ του ότι ο μεν ενάγων επί διαταράξεως της νομής του βρίσκεται

σ’ αυτήν (νομή) και επιδιώκει τη διατήρησή της με την απαγόρευση της παρούσας

διατάραξης καθώς και της μελλοντικής, ενώ ο ενάγων επί αποβολής έχει απωλέσει

τη νομή και επιδιώκει την ανάκτησή της174. Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι επικου-

ρική σώρευση των δύο αυτών αγωγών είναι δυνατή, σύμφωνα με το άρθρο 219

ΚΠολΔ175.

στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική αγωγή και η αγωγή για τη νομή, διότι η επιδίκαση της κυ-

ριότητας καθιστά μάταιη την δίκη για τη νομή. Κατά την ΑΠ 973/2004 ΕλλΔνη 2005,389, με τη

διεκδικητική ακινήτου αγωγή παραδεκτώς σωρεύεται και η τακτική αγωγή περί νομής, οπότε αν

το δικαστήριο περιοριστεί μόνο στην διεκδικητική αγωγή και παραλείψει την τακτική νομής, δεν

υπάρχει επιδίκαση διαφόρου του αιτηθέντος. Άρα τη σχετική πλημμέλεια μπορεί να την προβάλλει

μόνο ο ενάγων κατ’ άρθρο 559 παρ. 9 ΚΠολΔ, όχι δε και ο εναγόμενος που στερείται εννόμου

συμφέροντος.

170. ΑΠ 324/2002 ΕλλΔνη 44,184, ΕφΠατρ 207/1961 ΝοΒ 1963,342.

171. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 276, αρ. 62, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 477, αρ. 85, Παπαδόπουλος Κ.,

ό.π., σελ. 174, Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 315, αρ. 69.

172. Η αντίφαση εντοπίζεται στο γεγονός ότι στην αγωγή διατάραξης ο ενάγων ο οποίος έχει τη νομή,

επιδιώκει τη διατήρησή της, ενώ ο ενάγων στην αγωγή αποβολής ο οποίος έχει χάσει τη νομή,

επιδιώκει την ανάκτησή της (Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 277, υποσημ. αρ. 84). Βλ. σχετικά και

ΕιρΑχαρνών 217/2003 ΑρχΝ 2009,97.

173. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 477, αρ. 85, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ

Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 987, σελ. 210, αρ. 15, ΕφΑθ 1583/2010 ΕφΑΔ 2011,174 (παρατ.

Βούλγαρη Κ.), ΕφΑθ 6583/1999 ΑρχΝ 2000,795, ΠΠρΠειρ 3831/2005 ΧρΙΔ 2006,422, ΠρΝαυπλ

743/1967 ΑρχΝ 1968,318, ΜΠρΒολ 197/2008 Αρμ 2009,1680.

174. ΠΠρΠειρ 3831/2005, ό.π.

175. Παπαστερίου Δ., ό.π., Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 174, Αθανασόπουλος Τ., ό.π., σελ. 191, ΕφΑθ

1583/2010, ό.π., ΕφΑθ 2603/1983 Αρμ 38,26, ΕφΠατρ 207/1961 ΝοΒ 1963,342.

III. Η αγωγή διατάραξης της νομής

Νομοθετική ρύθμιση της αγωγής διατάραξης της νομής. Το άρθρο 989 ΑΚ προβλέ-

πει ότι «ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύ-

ση της διατάραξης καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης

κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται».

Έννοια της αγωγής διατάραξης της νομής. Η αγωγή διαταράξεως είναι εκείνη η

αγωγή με την οποία ο νομέας που διαταράσσεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή

του στη νομή του, αξιώνει από τον προσβολέα την παύση της διατάραξης και την

παράλειψή της στο μέλλον176.

Διάκριση από την αγωγή αποβολής από τη νομή. Η εν λόγω αγωγή διαφέρει από

την αγωγή αποβολής από τη νομή, καθώς η διατάραξη της νομής δεν φθάνει μέχρι

την αποβολή. Οι έννοιες δηλαδή της διατάραξης και της αποβολής είναι διαφορετι-

κές μεταξύ τους και σε κάθε περίπτωση θα κριθεί αν κάποια πράξη εκ μέρους του

προσβολέα συνιστά αποβολή ή διατάραξη177. Περαιτέρω, η απόφαση που εκδίδεται

επί της αγωγής αποβολής από τη νομή εκτελείται άμεσα κατά τις ΚΠολΔ 941 και 943

παρ. 3, ενώ στην αγωγή διατάραξης η εκτέλεση της απόφασης γίνεται έμμεσα κατά

την ΚΠολΔ 947 παρ. 1, δηλαδή με απειλή χρηματικής ποινής υπέρ του ενάγοντος και

προσωπική κράτηση μέχρι 1 έτος178. Επίσης έγερση της αγωγής αποβολής κατά του

ειδικού διαδόχου του προσβολέα επιτρέπεται μόνο όταν αυτός κατά την κτήση της

νομής γνώριζε το επιλήψιμο της νομής του προκατόχου του (ΑΚ 987, 984 παρ. 2).

Αντίθετα, επί διατάραξης οφειλόμενης σε κατασκεύασμα, η αγωγή ασκείται εναντίον

οποιουδήποτε διαδόχου στη νομή αυτού, διότι διατηρώντας το καθίσταται πλέον

και ο ίδιος διαταράσσων179.

Διάκριση από την αρνητική αγωγή. Η αγωγή διατάραξης της νομής και η αρνητική

αγωγή παρουσιάζουν ομοιότητα, αλλά έχουν και σημαντικές διαφορές. Έτσι, αίτημα

και των δύο αγωγών είναι η άρση της προσβολής και η παράλειψή της στο μέλλον,

διαφέρουν όμως σε άλλα σημεία, όπως είναι το πρόσωπο του ενάγοντος180. Ακόμη,

σε αντίθεση με την αρνητική αγωγή, στην αγωγή διατάραξης της νομής ο εναγόμενος

δεν επιτρέπεται να επικαλεσθεί ίδιο δικαίωμα μη αποδεδειγμένο ακόμη181. Περαιτέ-

ρω, η αρνητική αγωγή υπόκειται στη συνήθη παραγραφή των είκοσι ετών, ενώ η

176. Βλ. σχετικά Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 453, αρ. 23.

177. ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 1999,66, ΕφΑθ 848/2009 ΕλλΔνη 2010,823, ΜΠρΒολ 197/2008 Αρμ 2009,1680.

178. Βλ. σε Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 264, αρ. 32.

179. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 264, αρ. 31-33.

180. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 453, ΕφΘεσ 1036/1999 Αρμ 2002,536.

181. Βαβούσκος Κ., ΕμπρΔ, 1979, σελ. 106, Παπαδόπουλος Κ., Η αρνητική αγωγή, σελ. 46, ΕφΘεσ

1036/1999 Αρμ 2002,536.

αγωγή περί διατάραξης της νομής υπόκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 992

ΑΚ ενιαύσια παραγραφή. Τέλος, στην αρνητική αγωγή δεν χωρούν ασφαλιστικά μέ-

τρα, ενώ αυτά επιτρέπονται στην αγωγή διατάραξης της νομής182.

α. Τα στοιχεία της αγωγής

Στοιχεία ορισμένου της αγωγής. Για την πληρότητα της προκείμενης αγωγής πρέπει

να συντρέχουν τα εξής στοιχεία183:

1) ύπαρξη νομής,

2) διατάραξη της νομής παράνομη και χωρίς τη βούληση του νομέα,

3) αξία της νομής,

4) αίτημα.

Περιγραφή του επίδικου αντικειμένου. Η περιγραφή του επίδικου αντικειμένου του

οποίου η νομή διαταράχθηκε, γίνεται κατά τρόπο ανάλογο με την αγωγή αποβολής

από τη νομή184.

Αοριστία της αγωγής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο

πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλει-

ψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως

απαραδέκτου λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως, είτε

και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί

να συμπληρωθεί ούτε και με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο

άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε επίσης

με αναφορά απλή στη σχετική διάταξη του νόμου ή απλή μνεία αυτής, ούτε και με

δικαστική ομολογία του εναγομένου, η οποία, ως αποδεικτικό μέσο με δεσμευτική

αποδεικτική δύναμη, αποκλείει μόνο την διεξαγωγή των αποδείξεων και απαλλάσ-

σει τον αντίδικο από το βάρος της αποδείξεως του ομολογουμένου ισχυρισμού185.

Στοιχεία μη απαραίτητα της αγωγής. Δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής αυτής ο χρό-

νος, ο τρόπος και η αιτία της απόκτησης της νομής, είναι δηλαδή αδιάφορο πόσο

χρόνο πριν από τη διατάραξη νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, καθώς επίσης και με

ποιον τρόπο (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου, πράγμα

που ο τελευταίος πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει) και από ποια αιτία αυτός απέ-

182. Παπαδόπουλος Κ., Η αρνητική αγωγή, ό.π., ΕφΘεσ 1036/1999, ό.π.

183. Από τη νομολογία βλ. ενδεικτικά ΑΠ 503/2009 ΕλλΔνη 2009,1006, ΑΠ 864/2005 ΕλλΔνη 2008,184,

ΑΠ 52/1999 ΕλλΔνη 40,628, ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 1999,66, ΑΠ 1360/1996 ΕλλΔνη 38,1837,

ΕφΑθ 848/2009 ΕλλΔνη 2010,823.

184. Βλ. ανωτέρω το οικείο σημείο υπό την αγωγή αποβολής από τη νομή (αρ. 14 επ.). Από τη νομολο-

γία βλ. ΑΠ 639/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 168/2007 Δικογρ 2007,140.

185. ΑΠ 639/2012 ΝΟΜΟΣ.

κτησε τη νομή του186. Επίσης, δεν είναι αναγκαία η ειδικότερη μνεία στην εν λόγω

αγωγή του στοιχείου της διάνοιας κυρίου, αφού με τη λέξη «νομή» προσδιορίζεται

έννοια εξουσίασης, περιλαμβάνουσα ως αδιάσπαστη ενότητα και τη με διάνοια κυ-

ρίου άσκηση αυτής, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αιτιολογία και του τρόπου κτήσης

της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα187.

β. Εννοιολογική προσέγγιση των επιμέρους στοιχείων της αγωγής

1. Ύπαρξη νομής

Νομή κατά τον χρόνο της διατάραξης. Αυτονόητο στοιχείο της βάσης της αγωγής

διατάραξης της νομής είναι η ύπαρξη νομής του ενάγοντα στο επίδικο κατά τον χρό-

νο της διατάραξης αλλά και της επίδοσης της αγωγής188, οπότε ο ενάγων πρέπει να

επικαλείται και να αποδεικνύει ότι είχε τη νομή κατά τον χρόνο της διατάραξής της

και ότι εξακολουθεί να την έχει και μετά τον χρόνο άσκησης της αγωγής189. Επο-

μένως, για την άσκηση της υπόψη αγωγής απαιτείται η ύπαρξη προσώπου με την

ιδιότητα του νομέα, χωρίς να αποκλείεται (αλλά ούτε να εξετάζεται) να είναι κάτοχος

ή και κύριος190, ο οποίος σε περίπτωση διατάραξης της νομής, να μπορεί να θεμε-

λιώσει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης και την παράλειψή της στο

μέλλον191. Περισσότερα για το εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω όρου, βλ.

ανωτέρω το αντίστοιχο σημείο στην αγωγή αποβολής από τη νομή όπου και παρα-

πέμπουμε (αρ. 12).

2. Διατάραξη της νομής παράνομη και χωρίς τη θέληση του νομέα

i. Έννοια διατάραξης

Μερική προσβολή της νομής. Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση

της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή192, αλλά

συνιστά μερική προσβολή, καθώς επιφέρει μόνο μερική στέρηση της εν λόγω φυσι-

κής εξουσίας193. Έτσι ο νομέας μπορεί να ασκήσει την προκείμενη αγωγή όταν παρε-

νοχλείται στην άσκηση της φυσικής εξουσίας του, δηλαδή σε κάποιες χρησιμότητες

186. ΑΠ 275/2010 ΝοΒ 2010,1747 (περίλ.), ΑΠ 1360/1996 ΕλλΔνη 38,1837, ΕφΑθ 4326/2006 ΕλλΔνη

2008,917.

187. ΑΠ 275/2010, ό.π.

188. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., παρ. 33α, σελ. 118, ΑΠ 639/2012, ΑΠ 52/1999 ΕλλΔνη 46,628, ΕφΑθ

170/2012 ΕλλΔνη 2012,834, ΕφΠατρ 175/2006 ΑχΝομ 2007,147.

189. Καραμανλή-Μπαρουτάκη Α., ό.π., σελ. 102, αρ. 52.

190. Στην περίπτωση αυτή συνήθως ασκείται σε πρώτη φάση η αγωγή διατάραξης της νομής (Παπαστε-

ρίου Δ., ό.π., σελ. 423, αρ. 25).

191. Παπαστερίου ____________Δ., ό.π., σελ. 454, αρ. 24.

192. Από τη νομολογία βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 1999,66, ΕιρΧαν 569/2013 ΝΟΜΟΣ.

193. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 240, αρ. 7.

του πράγματος, χωρίς να αποβάλλεται από τη νομή, αλλά εξακολουθώντας να δια-

τηρεί τη νομή του υπόκειται σε μερική μόνο προσβολή αυτής194. Επί πλήρους στέρη-

σης της φυσικής εξουσίας, συντρέχει αποβολή από τη νομή για την οποία ασκείται

η αντίστοιχη αγωγή195. Η μερική απώλεια της νομής η οποία πρέπει να οφείλεται σε

πράξη του προσβολέα, κρίνεται κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, εκτιμωμένων

και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης196.

Διατάραξη της νομής με πράξη ή παράλειψη. Η διατάραξη της νομής η οποία κατά

κύριο λόγο ανακύπτει στα πλαίσια της σχέση γειτονίας μεταξύ ακινήτων ή διαμερι-

σμάτων (ΑΚ 1033-1032)197, επέρχεται είτε με πράξη είτε με παράλειψη του προσβο-

λέα, η οποία αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του198.

Διατάραξη με πράξη. Περιπτωσιολογία. Συγκεκριμένα, η διατάραξη της νομής

πραγματοποιείται με πράξη του προσβολέα (θετικά), όταν ενεργεί πάνω στο πράγ-

μα (π.χ. αφαιρώντας αντικείμενα από ξένη ιδιοκτησία). Ενδεικτικά αναφέρονται οι

εξής περιπτώσεις διατάραξης της νομής που λαμβάνουν χώρα θετικά, με πράξη του

προσβολέα επί του πράγματος: η ανέγερση κατασκευάσματος σε ξένο ακίνητο199 ή η

διατήρηση εγκαταστάσεων στο γειτονικό ακίνητο, η αφαίρεση εξωτερικών αντικει-

μένων (περίφραξης) από ιδιοκτησία τρίτου200, η εμφάνιση από τον προσβολέα του

ακινήτου (όταν υπάρχουν πολλοί νομείς χωριστών τμημάτων του ίδιου μεγάλου ακι-

194. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 240, αρ. 7, 260, αρ. 16, ΑΠ 275/2010 ΝοΒ 2010,1747 (περίλ.), ΑΠ

1386/1998 ΕλλΔνη 1999,1539, ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 1999,66, ΕφΑθ 1583/2010 ΕφΑΔ 2011,174

(παρατ. Βούλγαρη Κ.), ΕφΑθ 131/1976 Αρμ 31,347, ΕφΠειρ 330/1995 ΕλλΔνη 37,1427, ΕιρΧαν

569/2013, ΕιρΧαν 23/2013 Αρμ 2013,1648, ΕλλΔνη 2013,891.

195. Ωστόσο ενίοτε μπορεί η ίδια πράξη προσβολής να εκλαμβάνεται είτε ως διατάραξη είτε ως μερική

αποβολή (Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 241, αρ. 9), όπως π.χ. στην περίπτωση που ο κύριος οικοδο-

μής κατασκευάσει εξώστη, ο οποίος προεξέχει μερικώς επί του γειτονικού ακινήτου (παράδειγμα

από Γιαννακόπουλο Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 984, σελ. 192, αρ. 12). Στα πλαίσια

του προβληματισμού αυτού προτείνεται ως κριτήριο το αν ο προσβολέας θεμελίωσε για τον εαυ-

τό του νομή οποιασδήποτε μορφής (π.χ. καθολική, οιονεί, μέρους πράγματος, συννομή) οπότε

συντρέχει αποβολή, ή όχι οπότε πρόκειται για διατάραξη (ΑΠ 1386/1998 ΕλλΔνη 1999,1539).

196. Παπαστερίου Δ., ό.π, σελ. 424, αρ. 29.

197. Βλ. σε Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 241-242, αρ. 10, Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι., ΕρμΑΚ,

ό.π., άρθρο 984, σελ. 190, αρ. 7.

198. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 240, αρ. 8, Παπαστερίου Δ., ό.π., Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καρά-

κωστα Ι., ό.π., άρθρο 989, αρ. 2, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 120, ΑΠ 1717/2006 ΕΕΝ 2008,318,

ΕλλΔνη 2007,184, ΕφΑθ 170/2012 ΕλλΔνη 2012,834, ΕφΑθ 2050/2009 ΕλλΔνη 50,1511, ΕφΠειρ

468/1994 ΕλλΔνη 36,697, ΠΠρΚαβ 76/1997 Αρμ 1999,674, ΕιρΧαν 569/2013 ΝΟΜΟΣ.

199. Έτσι κρίθηκε ότι διατάραξη της νομής επέρχεται και με την κατασκευή εξώστη ή άλλου προστε-

γάσματος ή προβολής σε ξένο ακίνητο (ΕφΑθ 5173/1989 ΕΕΝ 52,862, ΕΔΠ 1989,280, ΕφΠειρ

1515/1988 ΕλλΔνη 31,1482). Διατάραξη της νομής θεωρείται και η τοποθέτηση σε ξένο ακίνητο

πασάλων και συρματοπλέγματος, με τα οποία εμποδίζεται η εφαρμογή της άδειας περιφράξεως

που χορήγησε το πολεοδομικό γραφείο (ΑΠ 244/1970 ΝοΒ 18,965).

200. ΕιρΧαν 23/2013 ΕλλΔνη 2013,891, Αρμ 2013,1648

νήτου) ως ενιαίου και ότι ανήκει μόνο σε αυτόν τμήμα ξένου ακινήτου201 ή ότι είναι

ενιαίο με όμορο202 για να επιτύχει την έκδοση οικοδομικής άδειας, η εμφάνιση από

νομέα γειτονικού ακινήτου που πρόκειται να ανεγείρει οικοδομή στο ακίνητό του,

ως ανήκον σε αυτόν μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο, συμπεριλαμβάνοντας και μέρος

του ακινήτου του γείτονα203, η παράνομη είσοδος των εναγόμενων ιδιοκτητών όμο-

ρου ακινήτου στο ακίνητο της ενάγουσας παραβιάζοντας το λουκέτο της πόρτας της

περίφραξης που είχε στο ακίνητό της204, η παράνομη διέλευση αυτοκινήτων από

την επίδικη εδαφική λωρίδα205 καθώς και η αυθαίρετη και παράνομη εισαγωγή των

ποιμνίων σε ξένο ακίνητο και η βοσκή τους206, η κατάκλυση ακινήτου από όμβρια

ύδατα λόγω κατασκευής προχώματος207, η ροή υδάτων υψηλότερου ακινήτου σε

χαμηλότερο ακίνητο, η οποία όμως δεν είναι φυσική, αλλά τεχνητή με ανθρώπινο

κατασκεύασμα208, η πτήση σμήνους μελισσών του γείτονα στο κτήμα του νομέα209,

η παράνομη ρυτινοσυλλογή210, οι υλικές επενέργειες και άλλες παρόμοιες εκπομπές

π.χ. καπνός, αιθάλη, αναθυμιάσεις, θόρυβος, εκτυφλωτικό φως, δονήσεις, σκόνη,

υγρασία, ψύξη, θερμότητα, ηλεκτρική ενέργεια, ραδιενέργεια κ.λπ. που υπερβαί-

νουν τα όρια της διάταξης της ΑΚ 1003211, η παραβίαση από τον εργολάβο της συγ-

γραφής υποχρεώσεων212, η ενέργεια πράξεων με τις οποίες δημιουργείται αμφιβο-

λία ως προς τη νομή του ενάγοντος (π.χ. κτηματογράφηση ή οριοθέτηση του ξένου

ακινήτου, παράνομη κατάσχεση του ακινήτου, εκμίσθωση σε τρίτον)213. Διατάραξη

της νομής με παρεμπόδιση πράξης του νομέα αποτελούν η δυσχέρεια του τρίτου να

εισέλθει στην ιδιοκτησία του λόγω τοποθέτησης αντικειμένων που φράζουν ή παρε-

201. ΠΠρΚατ 261/1978 Αρμ 33,384, ΕιρΠιερ 22/1979 ΕλλΔνη 21,472.

202. ΠΠΣπαρτ 45/1989 ΑρχΝ ΜΑ’,37, ΕιρΚερκ 335/1989 ΙονΕπιθΔ 1990,106, ΕιρΦλωρ 66/2000 Αρμ

2002,1314.

203. ΕιρΦλωρ 66/2000 Αρμ 2002,1314.

204. ΕιρΧαν 569/2013 ΝΟΜΟΣ.

205. ΕφΠατρ 384/2003 ΑχΝομ 2004,122.

206. ΑΠ 52/1999 ΕλλΔνη 1999,595, ΕφΛαρ 185/1964 ΝοΒ 13,409.

207. ΠΠρΣπαρτ 45/1989 ΑρχΝ 1990,37.

208. ΑΠ 1534/2009 ΕλλΔνη 2012,437 (παρατ. Ι.Ν.Κ.), ΧρΙΔ 2010,531. Βλ. σχετικά και ΕφΛαρ 79/2005

όπου έγινε δεκτό ότι στοιχειοθετείται διατάραξη της νομής από τη διοχέτευση των ομβρίων υδά-

των σε όμορο ακίνητο, κατόπιν υπερυψώσεως με τσιμεντόστρωση του γειτονικού ακινήτου και

παραλείψεως κατασκευής στέρεου τοιχίου αντιστήριξης.

209. ΕιρΠαρ 11/1990 ΑρχΝ 42,317.

210. ΑΠ 82/1966 ΝοΒ 14,863.

211. ΑΠ 810/2005 ΕλλΔνη 2006,175, ΕιρΚερκ 201/2006 ΙονΕπιθΔ 2006,190, ΕιρΚερκ 161/2006 ΙονΕ-

πιθΔ 2006,196, ΕιρΑιτωλ 81/1949 Αρμ 4,265.

212. ΕιρΘεσ 237/1975 Αρμ 30,857, ΕιρΒασιλικών 47/2013 Αρμ 2014,74.

213. ΕιρΧαλκ 249/1961 ΕλλΔνη 3,227.

μποδίζουν ή παρακωλύουν την είσοδο και έξοδο απ’ αυτήν214, η παρεμπόδιση του

γείτονα να χτίσει μέσα στο κτήμα του διαχωριστικό τοίχο ή να ανεγείρει οικοδομή215, 216

όταν τα κλαδιά δένδρου, που βρίσκεται στο όριο του γειτονικού ακινήτου, περνούν

στα μπαλκόνια του ακινήτου των θιγόμενων, σκίζουν τις τέντες τους και περιορίζουν

το φυσικό φως217, καθώς και όταν τα κλαδιά αυτά συγκεντρώνουν σκόνη, μύγες και

άλλα έντομα, ενώ οι ρίζες τους έχοντας περάσει 3 μέτρα στο ακίνητο των θιγόμενων

έχουν καταστρέψει τον μανδρότοιχο που βρίσκεται στο όριο του οικοπέδου τους, το

δάπεδο του ακινήτου τους και τέλος έχουν καταστρέψει και το πεζοδρόμιο θέτοντας

σε κίνδυνο ακόμη και τα θεμέλια της οικοδομής αυτών218. Επίσης, υφίσταται διατά-

ραξη νομής συγκυρίου ακινήτου όταν στις κοινόχρηστες πρασιές που είναι χώρος

προσπέλασης του αιτούντος εμποδίζεται η ελεύθερη προσπέλασή του καθώς και

όταν απειλείται άμεσος κίνδυνος πυρκαγιάς και καταστροφής της περιουσίας αυτού

και του όλου κτιρίου από τη συσσώρευση εύφλεκτων αντικειμένων τα οποία χρησι-

μοποιούνται στην παραγωγή οινοπνεύματος από την καθ’ ης219. Δεν συνιστά όμως

διατάραξη της νομής η διάνοιξη και διατήρηση παραθύρων σε υφιστάμενο εντός

γειτονικού ακινήτου οίκημα, οσοδήποτε και αν το παράθυρο προσεγγίζει προς το

γειτονικό ακίνητο220. Δεν αποτελεί διατάραξη της νομής η παραμονή του μισθωτού

στο μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης221. Ενδέχεται όμως να συντρέχει διατάραξη

της νομής επί κακής χρήσης του μισθίου, γεγονός που εκδηλώνεται και με την αυ-

θαίρετη κατεδάφιση του διαχωριστικού τοίχου που βρίσκεται εντός του μισθίου222.

Διατάραξη με παράλειψη. Με παράλειψη (αρνητικά) η διατάραξη εκδηλώνεται, όταν

ο προσβολέας είτε παρεμποδίζει το νομέα από το να ενεργήσει πάνω στο πράγμα με

πράξεις που αρμόζουν στη νομή του (π.χ. εμποδίζεται στην ανέγερση οικοδομής ή

παρακωλύεται στην καλλιέργεια του αγρού του) είτε δεν προβαίνει στην επιβαλλό-

μενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης παρά την ύπαρξη σχετικής

214. ΕιρΧαν 23/2013, ό.π. Σχετικά αναφέρεται ότι κρίθηκε ως διατάραξη και η ανέγερση μανδρότοιχου

που εμποδίζει την ελεύθερη προσπέλαση στο επίδικο (ΑΠ 579/1970 ΝοΒ 18,1460).

215. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 242, αρ. 12.

216. Αντίθετα _______κρίθηκε ότι δεν υπήρξε προσβολή της νομής του γειτονικού ακινήτου, εκ της κατ’ ανάγκη

ανασκαφής παρά τα θεμέλια του ακινήτου για την επισκευή του δυτικού τοίχου της οικίας του

εναγομένου, χωρίς να παρακωλύεται η χρήση του ακινήτου των εναγόντων από αυτούς, οι οποίοι

αν έχουν υποστεί ζημία από την ενέργεια αυτή του εναγομένου δικαιούνται μόνο αποζημίωση,

σύμφωνα με την ΑΚ 1018 [βλ. ΑΠ 1514/2009 ΝοΒ 2010,433 (περίλ.), ΧρΙΔ 2010,446].

217. ΕιρΝικ 1/2000 ΝοΒ 2000,825.

218. ΕιρΝικ 1/2000, ό.π.

219. ΕιρΚαλ 643/2000 ΑρχΝ 2001,225.

220. ΑΠ 810/2005 ΕλλΔνη 2006,175, ΠΠρΘεσ 14609/2007 Αρμ 2007,1505.

221. ΕιρΑγρ 30/1995 ΑρχΝ 1996,190.

222. ΕιρΑθ 1623/1987 ΕλλΔνη 1989,391.

υποχρέωσής του να αποτραπεί ή να αρθεί η διατάραξη223. Η υποχρέωση προς πράξη

μπορεί να προκύπτει είτε απευθείας από το νόμο είτε από προηγούμενη συμπεριφο-

ρά του διαταράσσοντος (ή του δικαιοπαρόχου του) ή από σύμβαση ή από την καλή

πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις224. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν αυτός παρα-

λείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή

και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του225. Άλλες

περιπτώσεις διατάραξης της νομής αρνητικώς, με παράλειψη του διαταράσσοντος

είναι η άρνηση της εισόδου στο εργατοτεχνικό προσωπικό του γειτονικού ακινήτου

για ενέργεια επισκευών226, η παράλειψη του κυρίου της οικοδομής να επισκευάσει

τη στέγη της, με αποτέλεσμα τα βρόχινα νερά να πέφτουν στο γειτονικό οικόπε-

δο227, η παρακώλυση του νομέα να καλλιεργήσει τον αγρό του, να αντλήσει νερό

από τη γεώτρησή του ή να κτίσει μέσα στο οικόπεδό του228,η παράλειψη κοπής των

κλαδιών του δέντρου που βρίσκεται στο όριο του γειτονικού ακινήτου με αποτέ-

λεσμα να διέρχονται στο όμορο ακίνητο περιορίζοντας το φυσικό φως και συγκε-

ντρώνοντας σκόνη και έντομα229, η παραμέληση του συνιδιοκτήτη να συντηρήσει τις

σωληνώσεις του διαμερίσματός του, με συνέπεια την εισροή υδάτων σε γειτονικό

διαμέρισμα230.

Αμφισβήτηση της νομής. Δεν στοιχειοθετεί διατάραξη της νομής η απλή αμφισβή-

τησή της, όπως είναι εκείνη που γίνεται μόνο με προφορική παρενόχληση231. Στην

περίπτωση αυτή ο νομέας είναι δυνατό να ασκήσει κατά του προσβάλλοντος ανα-

γνωριστική αγωγή της νομής του που είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής των αγωγών

223. Από τη νομολογία βλ. σχετικά ΑΠ 275/2010 ΝοΒ 2010,1747 (περίλ.), ΑΠ 1534/2009 ΕλλΔνη

2012, 437 (παρατ. Ι.Ν.Κ.), ΧρΙΔ 2010,531, ΑΠ 1258/2008 ΝοΒ 2009,75,134, ΑΠ 1717/2006 ΕΕΝ

2008,318, ΕλλΔνη 2007,184, ΑΠ 1386/1998 ΕλλΔνη 40,339, ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 1999,66, ΕφΑθ

1583/2010 ΕφΑΔ 2011,174 (παρατ. Βούλγαρη Κ.), ΕφΑθ 2050/2009 ΕλλΔνη 50,1511, ΜΠρΒολ

197/2008 Αρμ 2009,1680, ΕιρΧαν 23/2013 ΕλλΔνη 2013,891, Αρμ 2013,1648.

224. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 242, αρ. 13, Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., άρθρο 984,

σελ. 191-192, αρ. 11.

225. Παπαστερίου Δ., ό.π., Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 120-121, Βαθρακοκοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, 2007,

άρθρο 984, αρ. 6, 9, σελ. 208-209, ΑΠ 275/2010, ό.π., ΑΠ 1717/2006, ό.π., ΜΠρΒολ 197/2008,

ό.π., ΕιρΧαν 569/2013 ΝΟΜΟΣ.

226. ΕιρΠιερ 244/1980 Αρμ 35,473.

227. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 425, αρ. 29, Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο

984, σελ. 192, αρ. 12.

228. Παπαστερίου Δ., ό.π. Βλ. σχετικά και ΕιρΝαξ 41/1993 ΑρχΝ 45,395 όπου κρίθηκε ότι αποτελεί

διατάραξη της νομής η αποκοπή νερού πηγαδιού ή πηγής με έργα στο γειτονικό κτήμα.

229. ΕιρΝικ 1/2000 ΝοΒ 2000,825.

230. ΑΠ 865/1992.

231. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 242, αρ. 14, ΑΠ 1058/1996 ΕλλΔνη 1997,1836, ΕιρΡοδου 6/2008

περί νομής (λόγω αποβολής ή διατάραξης)232. Ενδέχεται όμως βάσει των ειδικών

συνθηκών της εκάστοτε περίπτωσης να θεμελιώσει διατάραξη η απειλή διατάραξης

εναντίον του νομέα ή κατόχου, αφορώσα σε συγκεκριμένη πράξη νομής την οποία

ο διαταράσσων απειλεί ότι θα επιχειρήσει ή από τη διάπραξη της οποίας θέλει να

παρεμποδίσει τον νομέα233.

Διάρκεια της διατάραξης. Το περιεχόμενο του αιτήματος, όπως αυτό διατυπώνεται

στην ΑΚ 989, καταδεικνύει ότι η διατάραξη της νομής πρέπει να έχει κάποια διάρκεια

έστω και μικρή που να παρουσιάζει περιοδικότητα ή να περικλείει τον κίνδυνο της

επανάληψης234, διότι για την άσκηση της αγωγής διατάραξης δεν αρκεί η παροδική

και μεμονωμένη στο παρελθόν ενέργεια τρίτου235.

ii. Διατάραξη παράνομη και χωρίς τη θέληση του νομέα

Έννοια «παρανόμου» και «χωρίς τη θέληση του νομέα». Οι εν λόγω έννοιες έχουν

αναπτυχθεί στο αντίστοιχο σημείο υπό την αγωγή αποβολής από τη νομή (βλ. αρ.

16 επ.). Το γεγονός ότι η ΑΚ 989 σε αντίθεση με την ΑΚ 984 αναφέρεται μόνο σε

παράνομη πράξη236, αποδίδεται σε αβλεψία του νομοθέτη, αφού αντίθετη ρύθμιση

δεν νοείται237. Παράνομη δε διατάραξη της νομής υπάρχει και όταν σε γειτονικό

ακίνητο κατασκευάζονται ή διατηρούνται εγκαταστάσεις από την ύπαρξη ή χρήση

των οποίων προβλέπονται με βεβαιότητα παράνομες επενέργειες στο ακίνητο του

νομέα238. Δεν ενδιαφέρει η ύπαρξη υπαιτιότητας (δόλος ή αμέλεια) του διαταράσ-

σοντος ούτε απαιτείται αντιποίηση νομής που διαταράσσεται από τον εναγόμενο239.

iii. Αίτημα της αγωγής

Περιεχόμενο αιτήματος. Αίτημα της αγωγής διαταράξεως είναι η παύση της προσβο-

λής και η παράλειψη νέας διατάραξης στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής και

προσωπικής κράτησης ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης (βλ. ΑΚ 989 εδ. α’)240. Από

232. ΑΠ 1417/2002 ΕλλΔνη 44,184, ΑΠ 324/2002 ΕλλΔνη 44,184, ΑΠ 1058/1996 ΕλλΔνη 1997,1836,

ΕφΑθ 848/2009 ΕλλΔνη 2010,823.

233. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 120-121, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 426, Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ.

261, αρ. 18, ΑΠ 314/1966 ΕΕΝ 1967,55, ΝοΒ 13,25, ΠΠρΛειβ 23/1999 Αρμ 2000,1373, ΕισΕφΘρακ

1/2004 Αρμ 2004,1266, ΕισΠρΛειβ 1/1999 ΝοΒ 2000,830.

234. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 426, αρ. 32, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 119-120, Γιαννακόπουλος

Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 989, σελ. 224, αρ. 2, Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 308, αρ. 49,

Καραμανλή-Μπαρουτάκη Α., Το δίκαιο της νομής, ό.π., σελ. 101, αρ. 42.

235. Καραμανλή-Μπαρουτάκη Α., ό.π., ΑΠ 244/1970 ΝοΒ 18,965.

236. «Ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης κα-

θώς και την παράλειψή της στο μέλλον [...]».

237. Βαθρακοκοίλης Β., ό.π., σελ. 241.

238. ΑΠ 523/1985 ΝοΒ 34,398, ΕφΑθ 6583/1999 ΑρχΝ 2000,795, ΠΠρΑθ 2041/2010 ΝΟΜΟΣ.

239. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 425, αρ. 30, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 123-124.

240. ΑΠ 503/2009 ΕλλΔνη 2009,1006, βλ. σχετικά και ΜΠρΒολ 197/2008 Αρμ 2009,1680.

τη σχετική πρόβλεψη προκύπτει ότι ανάλογα με το είδος της διατάραξης ο ενάγων

μπορεί να ζητήσει είτε παύση της προσβολής (π.χ. άρση της συγκεκριμένης διατα-

ρακτικής εγκατάστασης) είτε παράλειψή της στο μέλλον ή και τα δύο σωρευτικά241.

Το αίτημα της παύσης της προσβολής (ΚΠολΔ 945, 946) αρμόζει στις περιπτώσεις

όπου η διατάραξη της νομής είναι διαρκής (π.χ. κατασκεύασμα), αν όμως η διατά-

ραξη είναι παροδική και υπάρχει κίνδυνος επανάληψης, προσήκει μόνο η αξίωση

για παράλειψη της προσβολής στο μέλλον (ΚΠολΔ 947 παρ. 1)242. Αν η διατάραξη

είναι συνεχής ή αποτελείται από περιοδικά επαναλαμβανόμενες ενέργειες, το αίτημα

της αγωγής διατάραξης είναι τόσο η παύση της διατάραξης όσο και η παράλειψή της

στο μέλλον243.

Καταδίκη σε παράλειψη. Η παράλειψη κάθε διατάραξης στο μέλλον γίνεται με την

καταδίκη σε παράλειψη κατά το άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η αξίωση αυτή προϋπο-

θέτει ότι υπάρχει ήδη μία τουλάχιστον διατάραξη στο παρελθόν και σοβαρή πιθα-

νότητα να επαναληφθεί στο μέλλον ή ότι η διατάραξη απειλείται σοβαρά για πρώτη

φορά244. Στα πλαίσια του εν λόγω αιτήματος μπορεί να ζητηθεί απειλή για κάθε πα-

ράβαση χρηματικής ποινής έως 100.000 ευρώ και προσωπική κράτηση έως 1 έτος.

Κατ’ άρθρο 947 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν το ζητήσει ο ενάγων, το δικαστήριο μπορεί, εκτός

από την απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης, να επιβάλει

στον οφειλέτη να δώσει και εγγύηση για την παράλειψη ή την ανοχή της πράξης.

Καταδίκη εκπροσώπου νομικού προσώπου. Όταν ζητείται η καταδίκη του εκπρο-

σώπου νομικού προσώπου σε προσωπική κράτηση, για υποχρέωση προς παράλει-

ψη ή ανοχή, η αγωγή πρέπει να στρέφεται και κατά του εκπροσώπου ονομαστικά,

διαφορετικά είναι αόριστη. Η αρχή αυτή, όμως, εφαρμόζεται μόνο ως προς την από-

φαση που καταδικάζει στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση και όχι ως

προς εκείνη που απλώς απειλεί τα μέσα αυτά245. Συνακόλουθα, δεν μπορεί να αξι-

ώνεται με ποινή απαραδέκτου του κατ’ άρθρο 947 ΚΠολΔ παρεπόμενου αιτήματος

απειλής προσωπικής κράτησης η σχετική αγωγή διάγνωσης της κύριας οφειλής να

στρέφεται ονομαστικά και κατά του νομικού εκπροσώπου του εναγόμενου νομικού

241. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 458, αρ. 37, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 129-130, Γιαννακόπουλος Η.,

σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 227, αρ. 14, Τριάντος Ν., ό.π., σελ. 266, ΕφΠειρ 330/1995

ΕλλΔνη 37,1427.

242. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 263-264, αρ. 29, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 458, αρ. 38, Γιαννακόπου-

λος Η., ό.π.

243. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 458, αρ. 38, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., παρ. 38β, σελ. 129.

244. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 129-130, ΕιρΑνδρ 3/2003 ΑρχΝ 2003,548.

245. ΕφΘεσ 217/1988 Αρμ 1988,471, ΕφΛαρ 240/2001 Δικογρ 2002,21, ΜΠρΒολ 197/2008 Αρμ 2009

1680, Νικολόπουλος Γ., σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ ΙΙ, 947 αριθ. 9, αντίθετα ΑΠ 1134/1990

ΕλλΔνη 1992,527, ΑΠ 127/1987 ΕλλΔνη 1988,670, ΕφΑθ 4499/2000 ΚριτΕπιθ 2001,253, ΕφΑθ

12555/1988 ΝοΒ 1989,1223, ΕφΠατρ 137/1999 ΔΕΕ 2000,79, Βαθρακοκοίλης Β., ΚΠολΔ, τ. Ε’,

1997, άρθρο 947, αρ. 68.

65

66

προσώπου, αφού η υποχρέωση σε παράλειψη ή ανοχή αφορά το νομικό πρόσωπο

και μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτή τίθενται όροι ενεργοποίησης της

διάταξής της (πρώτης απόφασης) με την οποία απειλήθηκε προσωπική κράτηση του

νομίμου εκπροσώπου του, η οποία, όμως, δεν αφορά τον νόμιμο εκπρόσωπο του

εναγομένου κατά το χρόνο της πρώτης δίκης, αλλά κατά το χρόνο παράβασης του

διατακτικού της πρώτης απόφασης, ο οποίος είναι ο μόνος σε βάρος του οποίου δύ-

ναται να απαγγελθεί προσωπική κράτηση, χωρίς να μπορεί, βέβαια, να αποκλειστεί

το ενδεχόμενο να είναι διαφορετικός από εκείνον που εκπροσωπούσε το νομικό

πρόσωπο κατά την πρώτη δίκη246.

Προσωρινά εκτελεστή απόφαση. Με το δικόγραφο της εν λόγω αγωγής ο ενάγων

δικαιούται να ζητήσει κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής (βλ. άρθρο 908

παρ. 1 περ. ζ’ ΚΠολΔ)247.

γ. Διάδικοι

1. Ενάγων

Ο νομέας. Την αγωγή διατάραξης της νομής μπορεί να ασκήσει ο νομέας (φυσικό ή

νομικό πρόσωπο) του οποίου η νομή διαταράχθηκε παράνομα, εφόσον διατηρεί τη

νομή και κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής248. Ομοίως δικαίωμα θεμελίωσης της

αγωγής αυτής διατηρεί και ο οιονεί νομέας (ΑΚ 996)249, ο νομέας μέρους πράγματος

«ιδίως χωριστών διαμερισμάτων κατοικιών ή άλλων χώρων (ΑΚ 993) και ο συννο-

μέας, επί διατάραξης της ιδανικής μερίδας του από τρίτο250. Αν όμως η προσβολή

συνίσταται σε διατάραξη, η οποία ταυτίζεται με τα όρια της προσήκουσας χρήσης, η

προστασία γίνεται όχι με τις διατάξεις νομής, αλλά βάσει της εσωτερικής σχέσης των

συννομέων, που μπορεί να πηγάζει από σύμβαση των συννομέων ή απευθείας από

το νόμο. Στην δεύτερη περίπτωση, ο τρόπος διοίκησης και χρήσης του κοινού πράγ-

ματος καθορίζεται από τις διατάξεις περί κοινωνίας251. Αν μετά από την άσκηση της

αγωγής και πριν από τη συζήτησή της (ΚΠολΔ 281) ο ενάγων απωλέσει τη νομή κατά

οποιονδήποτε τρόπο και ο εναγόμενος επικαλεστεί το γεγονός αυτό, η αγωγή του θα

246. ΜΠρΒολ 197/2008 Αρμ 2009,1680.

247. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι «το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση

ολικά ή εν μέρει σε κάθε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι γι’ αυτό ή ότι

η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον διάδικο που νίκησε.

Ιδίως μπορεί να διαταχθεί προσωρινή εκτέλεση [...] ζ) σε διαφορές σχετικές με τη νομή». Από

τη διατύπωση της ρύθμισης αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν κηρύσσει αυτεπάγγελτα την

απόφαση προσωρινά εκτελεστή, αλλά απαιτείται αίτηση του διαδίκου (Παπαδόπουλος Κ., ό.π.,

σελ. 130).

248. ΑΠ 646/2001 ΕλλΔνη 2002,1349, ΑΠ 52/1999 ΕλλΔνη 40,628, ΑΠ 64/1972 ΕΕΝ 1972,374.

249. ΑΠ 771/2002 ΝοΒ 2003,39.

250. Βλ. σε Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 309.

251. ΕιρΛαρ 175/2004 Δικογρ 2005,170.__

απορριφθεί ως αβάσιμη252. Ενάγων μπορεί να είναι ακόμη και ο επιλήψιμος νομέας,

όπως όμως προκύπτει από τη διάταξη της ΑΚ 990, δεν μπορεί να ασκήσει την υπόψη

αγωγή κατά του προσώπου έναντι του οποίου απέκτησε τη νομή επιλήψιμα, εκτός

και αν επήλθε παραγραφή της διατάραξης, δηλαδή παρήλθε έτος από την αφαίρεση

της νομής του πράγματος253.

Ο κληρονόμος του νομέα. Στα πλαίσια της ΑΚ 983, ο κληρονόμος του νομέα έχει

το δικαίωμα άσκησης της αγωγής διατάραξης της νομής. Ομοίως το ίδιο δικαίωμα

θεμελιώνει και ο υποκατάστατος, ο καθολικός καταπιστευματοδόχος και ο κληρο-

νόμος του νομέα254. Προϋπόθεση είναι η διατάραξη να συνεχίζεται κατά τον χρόνο

επαγωγής της κληρονομίας ή της κληροδοσίας. Αν ο νομέας πεθάνει μετά από την

άσκηση της αγωγής διατάραξης της νομής, η δίκη συνεχίζεται από τους καθολικούς

διαδόχους του255.

Ο κάτοχος. Εκτός από τον νομέα, ενάγων μπορεί να είναι και ο κάτοχός του, εφόσον

στη διατάραξη προβαίνει τρίτος256, καθώς και ο οιονεί κάτοχος και ο συγκάτοχος

κατά των τρίτων (άρθρο 997 ΑΚ). Σε περίπτωση θανάτου του, ενάγων καθίσταται ο

κληρονόμος του257.

Ο ειδικός διάδοχος του νομέα. Ενεργητικά νομιμοποιείται και ο ειδικός διάδοχος

του νομέα (π.χ. αγοραστής, δωρεοδόχος κ.λπ.), εφόσον η διατάραξη της νομής του

δικαιοπαρόχου του συνεχίζεται και μετά από τη διαδοχή, μόνο αν η αγωγή του

εκχωρήθηκε258. Σε περίπτωση που η διατάραξη συνίσταται στη μεταβίβαση της νο-

μής, ο ειδικός διάδοχος μπορεί είτε να ασκήσει κύρια παρέμβαση (ΚΠολΔ 79) είτε

να εγείρει αυτός την αγωγή, εφόσον η διατάραξη εξακολουθεί, δεδομένου ότι οι

προϋποθέσεις για την άσκηση της αγωγής συντρέχουν πλέον στο πρόσωπό του259.

2. Εναγόμενος

Ο διαταράσσων. Εναγόμενος είναι εκείνος που προκαλεί τη διατάραξη της νομής,

δηλαδή ο τρίτος ο οποίος με τις πράξεις ή παραλείψεις του διαταράσσει τη νομή

252. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 262, αρ. 21, Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 308, αρ. 50.

253. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 455, αρ. 30, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 132.

254. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 455, αρ. 31, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., Θηβαίος Χρ., ό.π., σελ. 223, 227.

255. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 262, αρ. 23, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 455-456, αρ. 31, Βούλγαρη Κ.,

ό.π., σελ. 308-309, αρ. 50.

256. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 455, Θηβαίος Χρ., ό.π., σελ. 226.

257. Βούλγαρη Κ., ό.π., σελ. 309.

258. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 262, αρ. 24, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 456, αρ. 32, Παπαδόπουλος Κ.,

ό.π., σελ. 132, Θηβαίος Χρ., ό.π., σελ. 224-225, Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π.,

άρθρο 989, σελ. 225, αρ. 7.

259. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 262, αρ. 22, Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο

989, αρ. 5.

παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα260. Εκτός από τον τρίτο που επιχειρεί δι-

αταρακτικές πράξεις (π.χ. ο γείτονας, ο βοσκός που περνάει το κοπάδι του από το

κτήμα του νομέα), με την αγωγή διατάραξης μπορεί να εναχθεί και ο κάτοχος261 ή

ο βοηθός νομής262. Επίσης, εναγόμενος μπορεί να είναι και εκείνος που έδωσε σε

άλλον την εντολή για τη διατάραξη της νομής ή το πρόσωπο που ενέκρινε τη γενόμε-

νη διατάραξη263. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εναγόμενος μπορεί να είναι και ο

εντολοδόχος που διατάραξε τη νομή. Έτσι ο εναγόμενος μπορεί να επιλέξει εναντίον

ποιου προσώπου θα ασκήσει την αγωγή (του εντολέα ή του διαταράσσοντος), μπο-

ρεί όμως να στρέψει την αγωγή του εναντίον και των δύο264. Στα πλαίσια της σχέσης

από την αντιπροσώπευση, αν η διατάραξη προέρχεται αποκλειστικά από το νόμιμο

αντιπρόσωπο, εναγόμενος είναι μόνο αυτός και όχι ο αντιπροσωπευόμενος265.

Ο διάδοχος του διαταράσσοντος. Εναγόμενος της αγωγής διατάραξης δεν μπορεί να

είναι ο ειδικός διάδοχος του διαταράσσοντος ξένη νομή. Αν όμως η διατάραξη προ-

έρχεται από κατασκεύασμα του δικαιοπαρόχου του (π.χ. οικοδομή, τοίχος, όρυγμα),

οπότε η διατάραξη που προκαλείται με τη διατήρηση του έργου, εξακολουθεί να

υπάρχει και κατά τον χρόνο της νομής του διαδόχου, τότε εναγόμενος μπορεί να

είναι και ο τελευταίος, δηλαδή και ο ειδικός ή ο καθολικός διάδοχος. Τούτο διότι

πλέον η αγωγή ασκείται για τη δική του διατάραξη και όχι για τη διατάραξη του

δικαιοπαρόχου του266.

Περισσότεροι εναγόμενοι. Αν η διατάραξη προέρχεται από περισσότερους, η αγω-

γή μπορεί να ασκηθεί είτε εναντίον καθενός χωριστά είτε εναντίον όλων από κοι-

νού267. Η ευθύνη καθενός για τη διατάραξη είναι ατομική, αλλά όταν δεν μπορεί να

εξακριβωθεί τίνος πράξη (ή παράλειψη) προκάλεσε τη διατάραξη, διαμορφώνεται

ευθύνη εις ολόκληρον268.

Εναγωγή νομικών προσώπων. Πέρα από φυσικό πρόσωπο, εναγόμενος μπορεί να

είναι και νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Αν στη διατάραξη προ-

βαίνει νομικό πρόσωπο, η παθητική νομιμοποίησή του ακολουθεί τη νόμιμη εκπρο-

260. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 457, αρ. 34, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 134-135, ΕιρΑργαλαστής

13/1992 ΑρχΝ 1995,38.

261. ΕφΑθ 12577/1995 ΕΔΠ 1997,38.

262. Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 989, σελ. 226, αρ. 9, Βούλγαρη Κ., ό.π.,

σελ. 309.

263. Παπαστερίου Δ., ό.π., Θηβαίος Χρ., ό.π., σελ. 227-228.

264. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 263, αρ. 26, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 134, ΑΠ 488/1961 ΝοΒ 10,203.

265. Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 989, σελ. 226, αρ. 10.

266. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 457, αρ. 36, Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 262 - 263, αρ. 25, Παπαδόπου-

λος Κ., ό.π., σελ. 134, Θηβαίος Χρ., ό.π., σελ. 229, Αθανασόπουλος Τ., ό.π., σελ. 204.

267. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 263, αρ. 28.

268. Γεωργιάδης Απ., ό.π., Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 135

σώπησή του. Τα φυσικά πρόσωπα που αποτελούν το νομικό πρόσωπο και τα οποία

διέπραξαν τη διατάραξη μπορούν να εναχθούν ή να συνεναχθούν269.

Εναγωγή Δημοσίου, Δήμου ή Κοινότητας. Στα πλαίσια της παραπάνω παραδοχής

περί εναγωγής κάθε νομικού προσώπου, εναγόμενοι μπορεί να είναι το Δημόσιο,

οι Δήμοι και οι Κοινότητες. Ωστόσο, δεν είναι συνηθισμένη η εναγωγή του Δημοσί-

ου, διότι οι διαταρακτικές πράξεις αποτελούν πράξεις διοίκησης ή άσκηση πολιτικής

εξουσίας270.

δ. Σώρευση αγωγών

Η αγωγή διατάραξης της νομής μπορεί να σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο με:

1) Την αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας (ΑΚ 989 εδ. β’ σε συνδυασμό με τις

ΑΚ 914 και 919)271,

2) Την αρνητική αγωγή, αν ο διαταρασσόμενος νομέας είναι και κύριος του πράγμα-

τος (βλ. και κατωτέρω υπό την ενότητα για την προστασία της κυριότητας, αρ. 368),

3) Την αναγνωριστική αγωγή (ΚΠολΔ 70)272,

4) Άλλες αγωγές διατάραξης της νομής, αν έλαβαν χώρα περισσότερες και διαφορε-

τικές μεταξύ τους διαταράξεις στην ίδια νομή ή αυτοτελώς σε μέρη του πράγματος273.

IV. Δικονομικά ζητήματα επί των αγωγών

από την προσβολή νομής

α. Αρμοδιότητα

1. Καθ’ ύλην αρμοδιότητα

Αρμοδιότητα του ΜονΠρωτ ή του Ειρηνοδικείου. Κατ’ άρθρο 16 περ. 13 ΚΠολΔ,

όπως ισχύει μετά από την αντικατάστασή του από το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν

4055/2012274, οι διαφορές από προσβολές της νομής υπάγονται στην εξαιρετική

269. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 263, αρ. 27, Γιαννακόπουλος Η. σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., άρθρο 989,

σελ. 226, αρ. 9, αντίθετα Βαθρακοκοίλης Β., ό.π., σελ. 241.

270. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 263, αρ. 27, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 136.

271. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 264, αρ. 30, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 458, αρ. 39. Από τη νομολο-

γία βλ. ΜΠρΒολ 197/2008 ό.π., όπου απορρίφθηκε η σωρευόμενη με τις αγωγές αποβολής από

τη νομή και την αγωγή διατάραξη της νομής αγωγή αποζημίωσης, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας,

αφού ενάγων επικαλείται αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου Δήμου για συμπεριφορά που

επέδειξε ο Δήμαρχος ενεργώντας προς διάνοιξη οδού, δηλαδή για δραστηριότητα εντός των υπη-

ρεσιακών του καθηκόντων, που συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας (σημ. Σ.Ι.Κ.).

272. Βλ. σχετικά ΑΠ 1577/2003 ΕλλΔνη 46,1653, ΜΠρΡοδ 30/2006 ΝΟΜΟΣ.

273. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 477-478, αρ. 86.

274. Έναρξη ισχύος της ρύθμισης η 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Ν 4055/2012.

αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ακόμα και αν η αξία του αντικειμέ-

νου της διαφοράς υπερβαίνει τις 250.000 ευρώ275. Δεν αποκλείεται να θεμελιωθεί

και αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν

υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ (άρθρο 14 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ). Από αυτά

συνάγεται ότι η υλική αρμοδιότητα επί των διαφορών νομής καθορίζεται από την

αξία του επίδικου πράγματος276. Η έλλειψη του στοιχείου αυτού στο δικόγραφο της

αγωγής δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής και μπορεί να συμπληρωθεί παρα-

δεκτώς με τις προτάσεις277. Για τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου της δια-

φοράς λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος άσκησης της αγωγής (άρθρο 10 ΚΠολΔ). Στη

συνολική αξία του ακινήτου υπολογίζεται και η αξία των συστατικών του278. Επί

ομοδικίας λαμβάνεται υπόψη το αιτούμενο από κάθε ενάγοντα ή από κάθε εναγόμε-

νο και αρμόδιο είναι το ανώτερο δικαστήριο279.

2. Κατά τόπο αρμοδιότητα

Αγωγή νομής ακινήτου. Επί αγωγής για διαφορά που δημιουργείται από την προ-

σβολή της νομή ακινήτου, η κατά τόπο αρμοδιότητα ρυθμίζεται από το άρθρο 29

ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή εισάγοντας τη δωσιδικία της τοποθεσίας του

ακινήτου, ορίζει ως αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής σχετικά με

τη νομή ακινήτου το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο.

Σύμφωνα με την παρ. 2 της ίδιας διάταξης, αν το ακίνητο βρίσκεται στις περιφέρειες

περισσότερων δικαστηρίων, ο ενάγων έχει το δικαίωμα επιλογής.

Αγωγή νομής κινητού. Αν η αγωγή νομής αφορά σε κινητό πράγμα κατά τόπο αρ-

μόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία

του ο εναγόμενος, κατά την πρόβλεψη του άρθρου 22 ΚΠολΔ.

β. Διαδικασία

Τακτική διαδικασία. Η διαδικασία που εφαρμόζεται για την εκδίκαση των αγωγών

νομής είναι η τακτική διαδικασία των ΚΠολΔ 208 επ. Όταν όμως η αξία του αντικει-

μένου της διαφοράς είναι μικρότερη από 5.000 ευρώ, ακολουθείται η ειδική διαδι-

κασία για τις μικροδιαφορές (ΚΠολΔ 467-472)280.

275. Σχετικά με την καθ’ ύλην αρμοδιότητα βλ. ΕφΑθ 4777/2012 ΕφΑΔ 2013,259, ΕιρΚαλαυρ 11/2002

ΝοΒ 2002,1727.

276. ΑΠ 764/2008, ΕφΛαρ 20/2012 Δικογρ 2012,446, ΕιρΣαλαμίνας 88/2009 ΑρχΝ 2011,249 (σημ.

Νικολαΐδη Χ.).

277. ΕφΠειρ 122/1989 ΑρχΝ 1989,258, ΕφΑθ 13609/1988 ΑρχΝ 1990,106, ΜΠρΕυρυτ 2/1988 ΕλλΔνη

1989,641, ΕιρΣαλαμίνας 88/2009, ό.π.

278. ΕιρΛεβ 3/1981 ΑρχΝ 32,487.

279. ΕφΛαρ 20/2012, ό.π.

280. Συγκεκριμένα, κατ’ άρθρο 466 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 παρ. 1 του

Ν 3994/2011), «αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις

Αγωγή αποβολής από το ακίνητο κατά του Δημοσίου. Επί αγωγής αποβολής από

ακίνητο η οποία στρέφεται κατά του Δημοσίου, δεν απαιτείται να τηρηθεί η προβλε-

πόμενη από το άρθρο 8 του ΑΝ 1539/1938281 προδικασία.

γ. Δικαστικό ένσημο - Εγγραφή των αγωγών

στα βιβλία διεκδικήσεων/κτηματολογικά φύλλα -

Πιστοποιητικό καταβολής ΕΝ.ΦΙ.Α.

Δικαστικό ένσημο. Οι αγωγές της νομής υπόκεινται σε καταβολή δικαστικού ενσή-

μου κατά τις διατάξεις του Ν ΓϡΟΗ/1912, όπως ισχύει. Ο υπολογισμός του δικαστι-

κού ενσήμου γίνεται στα κινητά βάσει της αξίας της νομής κατά τον χρόνο άσκησης

της αγωγής, ενώ στα ακίνητα βάσει του εικοσαπλάσιου της ετήσιας προσόδου282.

Η ρύθμιση της ΚΠολΔ 220 παρ. 1. Κατά την πρόβλεψη του άρθρου 220 παρ. 1

ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά από την αντικατάστασή του από το άρθρο 21 του Ν

3994/2011), μεταξύ άλλων και οι αγωγές νομής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφο-

νται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της

περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε 30 ημέρες από την κατάθεσή τους,

διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες283. Το ίδιο ισχύει

και για την κύρια παρέμβαση που συνεκδικάζεται με την έφεση που αφορά σε από-

δοση νομής ακινήτου284. Δικαιολογητικός λόγος για τη θέσπιση της ρύθμισης αυτής

είναι η προστασία των διαδόχων στη νομή, οι οποίοι εφόσον γίνονται διάδοχοι των

διαδίκων κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας αυτής, δεσμεύονται από το

δεδικασμένο και την εκτελεστότητα της επί της δίκης αυτής εκδιδομένης αποφάσεως

(άρθρα 325 εδ. α’ και 919 ΚΠολΔ)285.

Περιεχόμενο καταχώρισης στα βιβλία διεκδικήσεων. Η καταχώριση στα βιβλία δι-

εκδικήσεων συνίσταται στην εγγραφή περίληψης της πράξης (δικογράφου), η οποία

καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία του δεν είναι μεγαλύ-

τερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472».

281. Η διάταξη αυτή όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 Ν 2732/1999 (ΦΕΚ Α’ 154/30.7.1999)

προβλέπει την προδικασία που πρέπει να τηρηθεί από οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότη-

τας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου,

ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο.

282. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 277, αρ. 64, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 478, αρ. 87, Παπαδόπουλος Κ.,

ό.π., σελ. 149, ΑΠ 45/1985 ΕλλΔνη 1985,1327.

283. Από τη νομολογία βλ. ενδεικτικά ΑΠ 878/1990 ΕλλΔνη 1991,544, ΕφΑθ 12095/1979 ΝοΒ 28,846,

ΕιρΦλωρ 70/2000 ΑρχΝ 2002,207.

284. ΕφΛαμ 55/2005 Αρμ 2007,224 (παρατ. Δ.Σ.).

285. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 277-278, αρ. 65, Μπαλογιάννη Ε., σε Απαλαγάκη Χ., ΕρμΚΠολΔ, έκδ.

γ’, 2013, άρθρο 220, σελ. 496-497, αρ. 1, Μακρίδου Κ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν.,

ΕρμΚΠολΔ, τ. Ι, σελ. 474, ΑΠ 254/2007 ΧρΙΔ 2007,731, ΝοΒ 2007,1589, ΕφΑθ 3465/2003 ΕλλΔνη

2004,197, ΕφΑθ 8775/1989 ΝοΒ 29,357, ΕφΑθ 12095/1979 ΝοΒ 28,846, ΠΠρΑθ 5585/1989 ΑρχΝ

1999,222, ΕιρΡοδ 75/2010 ΝΟΜΟΣ.

πρέπει απαραιτήτως να περιέχει σαφή μνεία του είδους της πράξης (αγωγής, ανακο-

πής, παρέμβασης, ανταγωγής), την ημερομηνία του δικογράφου, τα ονοματεπώνυ-

μα των διαδίκων, την πλήρη περιγραφή του ακινήτου με αναφορά του τίτλου κτή-

σεως, το δικαστήριο στο οποίο αυτή κατατέθηκε και τον αύξοντα αριθμό αυτού286.

Η εγγραφή της αγωγής πρέπει να γίνεται στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου

υποθηκοφυλακείου, αλλιώς καθίσταται απαράδεκτη287. Ο τρόπος τήρησης των βι-

βλίων διεκδικήσεων σε κάθε υποθηκοφυλακείο ρυθμίζεται από το ΒΔ 565/1968.

Προϋποθέσεις εγγραφής. Από την παραπάνω διάταξη συνάγονται τα εξής: Σε εγ-

γραφή υπόκεινται η αγωγή αποβολής από τη νομή, η αγωγή διατάραξης της νομής

και η αναγνωριστική της νομής αγωγή, καθώς και η ανταγωγή και η παρέμβαση, όχι

όμως και τα ασφαλιστικά μέτρα νομής τα οποία ρητώς αποκλείονται από το νόμο.

Για τη σχετική εγγραφή απαιτείται αίτηση του ενάγοντα, η οποία πρέπει να γίνει

μέσα σε προθεσμία 30 ημερών288 από την κατάθεση της αγωγής. Η μη τήρηση της

εν λόγω προϋπόθεσης, γεγονός που ερευνάται αυτεπαγγέλτως, καθιστά απαράδεκτη

την αγωγή289.

Καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα. Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 περ. ιβ’

του Ν 2664/1998290, μεταξύ των καταχωριζόμενων στα κτηματολογικά φύλλα των

ακινήτων πράξεων είναι και οι κατ’ άρθρο 220 του ΚΠολΔ αγωγές. Από τη διάταξη

αυτή του Ν 2664/1998 σε συνδυασμό με την παρ. 5 της ίδιας διάταξης και το άρθρο

13 παρ. 2 εδ. δ’ του ίδιου νόμου προκύπτει ότι η σχετική αγωγή πρέπει να καταχω-

ρείται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία κατ’ ανώτατο όριο 30

ημερών από την κατάθεσή της, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη291.

Διαγραφή των αγωγών. Η διαγραφή της αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων γίνε-

ται από τον υποθηκοφύλακα λόγω τελεσίδικης απόρριψης της αγωγής αυτής (βλ. άρ-

θρο 3 ΒΔ 565/1968). Περαιτέρω, αναφορικά με τη διαγραφή των φανερά αβάσιμων

αγωγών (και ανακοπών), το άρθρο 220 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι «αν οι αγωγές και

ανακοπές που εγγράφηκαν στα βιβλία διεκδικήσεων είναι φανερά αβάσιμες, δια-

τάσσεται η διαγραφή τους, κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 επ. Στη συζήτηση

286. ΑΠ 138/2008 Δ 2008,809.

287. Μπαλογιάννη Ε., σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., άρθρο 220, σελ. 497, αρ. 2, Μπέης Κ., Πολιτική Δικονο-

μία, τ_______. 5, σελ. 987, ΕφΑθ 7789/1998 ΕλλΔνη 1999,1113.

288. Η τριακονθήμερη προθεσμία για την υποβολή της αίτησης του ενάγοντος (ή του ανακόπτοντος)

για την εγγραφή της αγωγής του στα βιβλία των διεκδικήσεων ξεκινά από την επόμενη ημέρα της

καταθέσεως της αγωγής και λήγει με την τελευταία ημέρα, εκτός αν αυτή είναι εξαιρετέα, οπότε

λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα (Μπαλογιάννη Ε., σε Απαλαγάκη Χ., ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 220,

σελ. 497, αρ. 2).

289. Βλ. σε Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 479, αρ. 88, Παπαδόπουλο Κ., ό.π., σελ. 149-150.

290. ΦΕΚ Α’ 275/3.12.1998, «Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις».

291 . ΜΠρΠειρ 234/2011 ΝΟΜΟΣ.

κλητεύεται υποχρεωτικά αυτός που έχει καταθέσει την αγωγή ή ανακοπή που πρέπει

να διαγραφεί. Μετά την παρέλευση δεκαετίας από την κατάθεση, η διαγραφή μπορεί

να διαταχθεί και χωρίς κλήτευση, αν κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτή είναι δύ-

σκολη». Η έννοια του «προφανώς αβάσιμου» της αγωγής είναι ότι αυτή κρίνεται ως

αβάσιμη χωρίς τη διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας. Αυτό μπορεί να συμβεί στην

περίπτωση κατά την οποία αυτή είναι νόμω αβάσιμη, οπότε δεν υφίσταται ανάγκη

διεξαγωγής αποδείξεων, καθώς το νόμω αβάσιμο αυτής ως φανερό («πρόδηλο»)

στηρίζει την αίτηση για τη διαγραφή της και στην περίπτωση που η αγωγή είναι στην

ουσία της αβάσιμη και η γι’ αυτό κρίση του δικαστηρίου σχηματίζεται χωρίς αποδεί-

ξεις από την ύπαρξη πασίδηλου γεγονότος292.

Πιστοποιητικό καταβολής ΕΝ.Φ.Ι.Α. Με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν 4223/2013 (ΦΕΚ Α’

287/31.12.2013) προστέθηκε άρθρο 54Α στο Ν 4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170/26.7.2013,

«Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις» αναφορικά με τις υποχρεώσεις τρί-

των για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.). Ειδικά σύμφωνα με την

παρ. 5 του άρθρου 54Α του παραπάνω νόμου (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο

τρίτο παρ. Γ.4 του Ν 4254/2014), είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστη-

ρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης

ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον

υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το πιστοποιητικό των παρ. 1 και 3 του άρθρου αυτού, ήτοι

πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακί-

νητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας

Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα απαλλαγεί

από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες

δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα

ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη. Εάν δεν είναι

δυνατή η επισύναψη στο συμβολαιογραφικό έγγραφο του πιστοποιητικού αυτού

για τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη, επισυνάπτεται για τα υπόλοιπα

έτη το πιστοποιητικό του άρθρου 48 του Ν 3842/2010 (ΦΕΚ Α’ 58) με το οποίο

πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση

φόρου ακίνητης περιουσίας (Φ.Α.Π.), καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβά-

λει το Φ.Α.Π. για το συγκεκριμένο ακίνητο και ότι έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες

δόσεις του Φ.Α.Π. ή έχει ρυθμίσει το Φ.Α.Π. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία

είναι υπόχρεος για τα προηγούμενα έτη.

Ήδη η διάταξη αυτή έχει κριθεί αντισυνταγματική με την υπ’ αριθμ. 210/2014 του

ΜΠρΧαν, που δέχθηκε ότι η προκείμενη ρύθμιση «συντελεί απλά σε άνιση μετα-

χείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται σε πλεονεκτική θέση

έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του δημοσιονομικό

292. ΕφΑιγ 273/2011 ΝΟΜΟΣ.

οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε

εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρη-

σιμοποιεί τη Δικαιοσύνη και την ευχέρεια προσφυγής σε αυτήν ως μέσο πίεσης για

την τακτοποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών. Επιπλέον, η επιβο-

λή φόρου ακίνητης περιουσίας, παράλληλα προς υφιστάμενους άλλους φόρους,

δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και δεν πρέπει

να εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στη

Δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες φορολογικές του υποχρεώσεις. Διαφορετικά θα

ελλοχεύει ο κίνδυνος ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης να μην είναι σε θέση να προσκο-

μίσει το ως άνω πιστοποιητικό και η εμπράγματη αγωγή του με την οποία ζητεί να

προστατεύσει το δικαίωμα της κυριότητάς του, που του παρέχει άμεση, απόλυτη και

καθολική εξουσία πάνω στο ακίνητο (άρθρα 973 και 1000 του ΑΚ), θα πρέπει να

απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, αφού το δικαστήριο δεν θα υπεισέρχεται

στην ουσία της ένδικης διαφοράς και έτσι ο πολίτης θα στερείται ουσιαστικά της

εξουσίας να απαγορεύει απόλυτα κάθε επέμβαση τρίτου στο ακίνητό του χωρίς την

άδεια του και θα βρίσκεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρε-

σία του οποιουδήποτε καταπατητή. Εξάλλου, σε κάποιες περιπτώσεις η αδυναμία

καταβολής του φόρου μπορεί να σχετίζεται με την μη καταβολή των μισθωμάτων

και επομένως η ασυνέπεια του μισθωτή όχι μόνο κάνει τον εκμισθωτή φορολογικό

παραβάτη, αλλά τον εμποδίζει και να του ασκήσει οποιαδήποτε εμπράγματη αγω-

γή. Εν κατακλείδι, δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα διάταξη,

που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή

δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική

προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδο-

θεί απόφαση επί της ουσίας. Άλλωστε, στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε

η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να

έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας

και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης (βλ ΣτΕ Ολ 601/2012 NοB

2012.376, ΣτΕ Ολ 3087/2011, ΕλΣυν Ολ 2006/2008, ΑΠ 293/2014, ΑΠ 1164/2009,

ΑΠ 205/2006 ΝΟΜOΣ, ΕΔΔΑ απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά Σουηδίας,

αριθμ. 1 1036/84, απόφαση της 14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87,

απόφαση της 16.1.1995, Ricardo Travers κατά Ιταλίας, αριθμ. 15117/89, Νίκας Ν.,

Πολιτική Δικονομία Ι, σ. 415)». Υπέρ της αντισυνταγματικότητας της εν λόγω διάτα-

ξης και η ΠΠρΘεσ 15203/2014 ΝΟΜΟΣ.

δ. Απόδειξη της νομής

Περιεχόμενο απόδειξης. Αποδεικτικά μέσα. Ο διάδικος που επικαλείται τη νομή

πάνω σε πράγμα, πρέπει να την αποδείξει. Συγκεκριμένα, οφείλει να αποδείξει τις

πράξεις από τις οποίες συνάγεται η άσκηση φυσικής εξουσίας στο πράγμα και ότι

το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, χωρίς να είναι αναγκαίο να επικαλείται και νόμιμο

δικαίωμα που στηρίζει αυτή, αφού η νομή προστατεύεται απλώς ως νομή293. Η από-

δειξη της νομής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, δηλαδή και με

μάρτυρες (ΚΠολΔ 339 σε συνδυασμό με 393)294.

Η απόδειξη από τον ενάγοντα. Ο ενάγων πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει

ότι είχε τη νομή (ή την οιονεί νομή) του επίδικου πράγματος κατά τον χρόνο της

αποβολής από τη νομή ή της διατάραξης της νομής. Τούτο διότι δεν αναγνωρίζεται

από το νόμο τεκμήριο ως προς την ύπαρξη νομής από το ότι κάποτε αποκτήθηκε

νομή, αλλά ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι εξακολουθεί να είναι νομέας κατά

τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο295. Στα πλαίσια της άσκησης αγωγής αποβολής από

τη νομή, ο ενάγων θα πρέπει ακόμη να αποδείξει ότι αποβλήθηκε παράνομα και

χωρίς τη θέλησή του από τον εναγόμενο, ενώ ο ενάγων της αγωγής διατάραξης

υποχρεούται και σε απόδειξη της διατάραξης που έγινε από τον εναγόμενο296. Η

απόδειξη αυτή διευκολύνεται και με την εφαρμογή των τεκμηρίων από τις ΑΚ 980

παρ. 2297 και 1046298. Δεν αποτελεί απόδειξη της νομής που αμφισβητείται, η μνεία

στο συμβόλαιο του πωλητή νομέα299.

Η απόδειξη από τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος από την πλευρά του πρέπει να απο-

δείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανταγωγή του και τις προτει-

νόμενες από αυτόν ενστάσεις300, 301.

ε. Η απόφαση και η εκτέλεσή της

1. Επί της αγωγής αποβολής από τη νομή

Περιεχόμενο απόφασης. Με την απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής αποβολής

από τη νομή, διατάσσεται η απόδοση του πράγματος ή η επιχείρηση πράξεων για

αποκατάσταση της νομής, ανάλογα με το αίτημα του ενάγοντος302.

293. ΑΠ 64/1972 ΝοΒ 20,623, ΑΠ 643/1971 ΝοΒ 20,198, ΑΠ 579/1970 ΝοΒ 18,1461, ΕιρΧαλκ 17/1987

ΕλλΔνη 1988,773, ΕιρΧαν 569/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαν 23/2013 Αρμ 2013,1648, ΕλλΔνη 2013,891.

294. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 278, αρ. 67, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 479, αρ. 91, Παπαδόπουλος Κ.,

ό.π., σελ. 150, ΑΠ 415/1973 ΝοΒ 1973,1303, ΑΠ 643/1971 ΝοΒ 1972,198, ΠΠρΘεσ 4258/1962

ΕΕΝ 29,939.

295. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 479-480, αρ. 92, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 175.

296. Βλ. σε Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 278-279, αρ. 68.

297. «Όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, τεκμαίρεται, όσο διατηρεί την κατοχή, ότι κατέχει

στο όνομα άλλου».

298. «Εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιό-

δου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο».

299. ΑΠ 97/1972 ΝοΒ 20,723.

300. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 279, αρ. 69, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 480, αρ. 94.

301. Περισσότερα για το ζήτημα αυτό βλ. υπό την ανάπτυξη για τις ενστάσεις.

302. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 481, αρ. 96.__

Προσωρινώς εκτελεστή απόφαση. Η απόφαση μπορεί να κηρυχθεί και προσωρινώς

εκτελεστή αν στην αγωγή περιλαμβάνεται σχετικό αίτημα. Στην περίπτωση αυτή ο

εναγόμενος μπορεί να καταδικαστεί και σε καταβολή αποζημίωσης, αν αδυνατεί να

αποδώσει το πράγμα303.

Εκτέλεση της απόφασης. Επί γενομένης δεκτής της αγωγής αποβολής, η εκτέλεση

της απόφασης που εκδίδεται, τελεσίδικης ή προσωρινώς εκτελεστής, γίνεται σύμ-

φωνα με τις ΚΠολΔ 941 και 943 από τον δικαστικό επιμελητή. Όταν πρόκειται για

κινητό πράγμα, η σχετική απόφαση εκτελείται με την αφαίρεση από τον δικαστικό

επιμελητή του πράγματος και την παράδοσή του σε εκείνον προς όφελος του οποίου

πραγματοποιείται η εκτέλεση (υπερού η εκτέλεση - ΚΠολΔ 941 παρ. 1304)305. Όταν

πρόκειται για ακίνητο, η εκτέλεση της απόφασης συντελείται με την αποβολή εκείνου

κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση (καθ’ου η εκτέλεση) και την εγκατάσταση

του υπερού η εκτέλεση από τον δικαστικό επιμελητή306 (ΚΠολΔ 943 παρ. 1307). Η

κρατούσα γνώμη δέχεται ότι είναι επιτρεπτή η διαδοχική εκτέλεση με βάση τον ίδιο

τίτλο308. Αυτό σημαίνει ότι αν μετά την εκτέλεση της απόφασης και την εγκατάσταση

του νικητή διαδίκου ο καθ’ου την εκτέλεση τον αποβάλει και πάλι, θα είναι δυνατή

η νέα αναγκαστική εκτέλεση κατ’ άρθρο 943 παρ. 1 ΚΠολΔ της πρώτης αποφάσε-

ως, ήτοι η νέα αποβολή και η νέα εγκατάσταση. Και τούτο διότι στην περίπτωση

που η εκ νέου προσβολή της νομής από τον ηττηθέντα διάδικο κατά παράβαση της

αποφάσεως που εκτελέστηκε εις βάρος του, γίνει με την μορφή της νέας κατάληψης

του ακινήτου από το οποίο ήδη αποβλήθηκε, τότε δεν χωρεί η αναπληρωματική

εκτέλεση του άρθρου 947 ΚΠολΔ, αλλά η άμεση επανεκτέλεση της αποφάσεως κατά

το άρθρο 943 ΚΠολΔ309.

303. Παπαστερίου Δ., ό.π.

304. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή ορίζει ότι «αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί

ορισμένο κινητό πράγμα ή ποσότητα από ορισμένα κινητά πράγματα, ο δικαστικός επιμελητής

αφαιρεί από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση το πράγμα ή την ποσότητα των πραγ-

μάτων που οφείλεται και τα παραδίδει σε εκείνον προς όφελος του οποίου γίνεται η εκτέλεση.

Η παρ. 5 του άρθρου 943 εφαρμόζεται και στην αναγκαστική εκτέλεση για αφαίρεση κινητού».

(Όπως το εδ. β’ προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 6 του Ν 4055/2012. Έναρξη ισχύος η 2.4.2012,

κατ’ άρθρο 113 του Ν 4055/2012).

305. Βλ. Βαφειάδου Π./Ρεντούλη Π., σε Απαλαγάκη Χ., ό.π., άρθρο 941, σελ. 2103, αρ. 2, Γέσιου-

Φαλτσή Π., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Ειδικό Μέρος, 2001, σελ. 6 επ.

306. Βλ. Βαφειάδου Π./Ρεντούλη Π., σε Απαλαγάκη Χ., ό.π.

307. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο

δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά

εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση».

308. Βλ. παρατηρήσεις Σταθέα Γ. υπό την ΕφΑθ 1068/1986 ΕλλΔνη 27,1479.

309. ΠΠρΑθ 3331/1971 ΝοΒ 20,343, ΕιρΘεσπρ 8/1995 ΑρχΝ 1995,169.

2. Επί της αγωγής διατάραξης της νομής

Εκτέλεση της απόφασης (άμεση και έμμεση). Η εκτέλεση της απόφασης είναι άμε-

ση όταν ο ενάγων ζητεί την παύση της διατάραξης και η απόφαση διατάσσει την

παύση αυτή. Περιθώριο για έμμεση εκτέλεση της απόφασης υπάρχει σε περίπτωση

που μετά από αίτημα του ενάγοντος, διατάσσεται η παράλειψη της διατάραξης στο

μέλλον. Για την τελευταία εφαρμόζεται το άρθρο 947 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο

το δικαστήριο απειλεί κατά του εναγομένου χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ και

προσωπική κράτηση έως ένα έτος310.

Στάδια της εκτέλεσης. Η αναγκαστική εκτέλεση που λαμβάνει χώρα στα πλαίσια

του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ αποτελείται από δύο στάδια και περιλαμβάνει δύο

δικαστικές αποφάσεις. Με την πρώτη απόφαση ο εναγόμενος καταδικάζεται σε

παράλειψη ή ανοχή και απειλείται εναντίον του χρηματική ποινή και προσωπική

κράτηση, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα, για κάθε παράβαση της απόφασης για

την περίπτωση της μη συμμόρφωσής του. Η δεύτερη απόφαση εκδίδεται όταν δια-

πιστώνεται παράβαση της (πρώτης) απόφασης, οπότε ο παραβάτης καταδικάζεται

σε καταβολή της ποινής και σε προσωπική κράτηση. Ειδικότερα, κατά το δεύτερο

στάδιο, γίνεται η διάγνωση της παράβασης, δηλαδή βεβαιώνεται η εκ μέρους του

καθ’ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη ή ανοχή και

καταδικάζεται ο παραβάτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική

κράτηση, δεσμευόμενος από το δεδικασμένο της κατά το πρώτο στάδιο εκδοθείσας

αποφάσεως311. Υπόκειται δε στις παραπάνω κυρώσεις ο παραβάτης της απόφασης,

ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη αυτής312. Αρμόδιο για τη βεβαίωση της παράβα-

σης και την απειλή των ποινών αυτών είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει

κατά τη διαδικασία των άρθρων 670-676 ΚΠολΔ313. Για την καταδίκη του οφειλέτη

στην ποινή που απείλησε το δικαστήριο με προηγούμενη απόφασή του για την πε-

ρίπτωση παραβάσεως των διατάξεών της, απαιτείται να έχει πρόθεση ο οφειλέτης

να παραβεί τις διατάξεις της προηγούμενης αυτής απόφασης314. Επί περισσότερων

παραβάσεων οφείλονται ισάριθμες με αυτές χρηματικές ποινές, όταν όμως οι παρα-

βάσεις συνδέονται στενότερα μεταξύ τους σχηματίζοντας φυσική ενότητα ενέργειας

310. Βλ. Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 280, αρ. 72, Παπαδόπουλο Κ., ό.π., σελ. 154.

311. ΑΠ 284/2003 ΔΕΕ 2003,790, Δ 2004,1015, ΕφΘεσ 1251/1992 ΕλλΔνη 35,1700.

312. ΕφΑθ 1068/1986 ΕλλΔνη 27,520.

313. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 155, Βαφειάδου Π./Ρεντούλης Π., σε Απαλαγάκη Χ., ΕρμΚΠολΔ, ό.π.,

άρθρο 947, σελ. 2120, Κεραμεύς Κ./Κονδύλης Δ./Νίκας Ν. (Νικολόπουλος), Ερμηνεία ΚΠολΔ,

2000, άρθρο 947, 1826, ΕφΘεσ 1291/1992 ΕλλΔνη 35,1700, ΜΠρΑθ 264/1994 ΑρχΝ 46,291.

314. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., Βαφειάδου Π./Ρεντούλης Π., σε Απαλαγάκη Χ., ΕρμΚΠολΔ, ό.π., Μπρί-

νιας, Αναγκαστική Εκτέλεσις, τ. Β’, 1979, σελ. 634, ΑΠ 1061/2002 ΕλλΔνη 2002,799, ΑΠ 47/2002

ΕλλΔνη 2002,728, ΑΠ 664/1994 ΕλλΔνη 36,1088.__

του παραβάτη επιβάλλεται μία μόνο ποινή και όχι αθροιστικά τόσες ποινές όσες είναι

και οι παραβάσεις315.

Παροχή εγγύησης. Σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 947 παρ. 2 ΚΠολΔ, το

δικαστήριο μπορεί, εκτός από την απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής

κράτησης, να επιβάλει στον οφειλέτη να δώσει και εγγύηση για την παράλειψη ή την

ανοχή της πράξης.

στ. Δεδικασμένο

Δεδικασμένο ως προς τη νομή. Η τελεσίδικη απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή

η αγωγή αποβολής από τη νομή ή η αγωγή διατάραξης της νομής, συνιστά δεδικα-

σμένο ως προς το δικαίωμα νομής του ενάγοντος. Ωστόσο, το συγκεκριμένο δεδικα-

σμένο καλύπτει τη νομή του ενάγοντος η οποία υπάρχει κατά τον κρίσιμο χρόνο της

αποβολής από τη νομή ή της διατάραξης της νομής και κατά τον χρόνο άσκησης της

αγωγής, όχι όμως και τη νομή κατά τον χρόνο που προηγήθηκε της αποβολής από

τη νομή ή της διατάραξης της νομής, ακόμη και αν το ζήτημα αυτό εξετάσθηκε από

το δικαστήριο και διατυπώθηκε στο αιτιολογικό της απόφασης316.

Δεδικασμένο ως προς την κυριότητα. Ακόμη δεν παράγεται δεδικασμένο ως προς

την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο, ακόμη και αν το δικαστήριο εξέτασε το

σχετικό ζήτημα, διότι πρόκειται για κρίση άσχετη με την έννομη συνέπεια που δια-

γνώσθηκε με την απόφαση317. Ομοίως δεν συντρέχει δεδικασμένο λόγω έλλειψης

νομικής αιτίας όταν για το ίδιο ακίνητο, στη μία δίκη κρίθηκε και απορρίφθηκε, ως

αβάσιμη, διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγής που θεμελιώνεται σε παρά-

γωγο, αλλιώς πρωτότυπο (με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας)

τρόπο κτήσης της κυριότητας, ενώ στην άλλη, τη μεταγενέστερη, εισάγεται αγωγή

προσβολής της νομής (αποβολής ή διατάραξης), αφού η πρώτη αφορά στο δικαίωμα

κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, ενώ η δεύτερη στο, κατά το χρόνο της προσβολής,

«δικαίωμα» της νομής318.

Υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου. Σχετικά το άρθρο 325 περ. 3 ΚΠολΔ ορίζει

ότι «το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά ... 3) εκείνων που νέμονται ή κατέχουν το

315. ΑΠ 864/1977 ΝοΒ 26,696, ΑΠ 637/1976 ΝοΒ 25,18, ΕφΑθ 1068/1986, ό.π.

316. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 280, αρ. 73, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 483, Παπαδόπουλος Κ., ό.π.,

σελ. 153, 176-177, Γιαννακόπουλος Η., σε Καράκωστα Ι. ΕρμΑΚ, ό.π., άρθρο 989, αρ. 26, ΑΠ

335/1980 ΝοΒ 1980,1733, ΑΠ 459/1974 ΕΕΝ 1975,168, ΑΠ 421/1972 ΝοΒ 1972,1167, ΑΠ 96/1961

ΝοΒ 1961,748.

317. Γεωργιάδης Απ., ό.π., Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 483, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., Σπυριδάκης Ι., Η

αγωγή διαταράξεως της νομής, 1997, σελ. 85, ίδιος, Η αγωγή αποβολής από τη νομή, 1997, σελ. 86.

318. ΑΠ 450/1998 ΕλλΔνη 39,1286, ΑΠ 284/1992 ΝοΒ 41,708, ΕφΑθ 1583/2010 ΕφΑΔ 2011,174, Ελ-

λΔνη 2011,1655, ΕφΛαρ 95/2007 Δικογρ 2008,65, ΕφΛαρ 666/2004 Δικογρ 2005,266, βλ. και

Παπαδόπουλο Κ., ό.π., σελ. 200-201, 319-320, Κονδύλη Δ., Το Δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, έκδ.

β’, σελ. 425, 440.

επίδικο πράγμα στο όνομα κάποιου διαδίκου ή διαδόχου του, αδιάφορο αν πρό-

κειται για σχέσεις εμπράγματες ή ενοχικές», όπως είναι ο κάτοχος, ο επικαρπωτής,

ακόμη και αυτός που απέκτησε δικαίωμα προσδοκίας βάσει δικαιοπραξίας υπό αί-

ρεση. Τα παραπάνω αναφερόμενα πρόσωπα δεσμεύονται και αν η διαδοχή συνέβη

μετά το πέρας της δίκης. Αν αντίθετα η ειδική διαδοχή λάβει χώρα πριν την έναρξη

της εκκρεμοδικίας και η αγωγή ασκηθεί από τον μεταβιβάσαντα, τότε πρόκειται για

διεξαγωγή δίκης από μη δικαιούχο διάδικο, ο οποίος δεν νομιμοποιείται ενεργη-

τικά για τη διεξαγωγή της και ο ειδικός διάδοχος δεν δεσμεύεται από το δεδικα-

σμένο. Όταν όμως έχουν διενεργηθεί απλά προπαρασκευαστικές πράξεις χωρίς να

ολοκληρωθεί η ειδική διαδοχή (π.χ. επί εκχωρήσεως, έχει λάβει χώρα η εκχώρηση

όχι όμως και η αναγγελία στον οφειλέτη) ο εκδοχέας δεν θεωρείται (ακόμα) ειδικός

διάδοχος, οπότε δεν δεσμεύεται καταρχήν από το δεδικασμένο, απέναντι όμως στον

τρίτο οφειλέτη δεν αποκτά δικαιώματα και ο τελευταίος έχει εναντίον του τις ενστά-

σεις από τη βασική του σχέση με τον εκχωρητή κατ’ άρθρο 463 ΑΚ. Στην περίπτωση

αυτή υποστηρίζεται ότι η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του οφειλέτη ουσιαστικά

τριτενεργεί κατά του εκδοχέα319.

V. Άμυνα εναγομένου

Ο εναγόμενος με την αγωγή αποβολής από τη νομή ή διατάραξης της νομής έχει

τη δυνατότητα να αμυνθεί είτε αρνούμενος τους πραγματικούς ισχυρισμούς που

αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής (ΚΠολΔ 261) είτε προβάλλοντας ενστάσεις

(ΚΠολΔ 262), ερευνώμενης και της δυνατότητας να ασκήσει ανταγωγή με περιορι-

σμένο όμως περιεχόμενο320.

α. Άρνηση της αγωγής

Έννοια/διακρίσεις. Η άρνηση της βάσης της αγωγής και δη η άρνηση εν όλω ή εν

μέρει των αποτελούντων την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικών ισχυρισμών

του ενάγοντος συνιστά την αρνητική απάντηση του εναγομένου στην αγωγή αποβο-

λής από τη νομή ή την αγωγή διατάραξης της νομής321. Η άρνηση της αγωγής χαρα-

κτηρίζεται απλή όταν περιορίζεται σε γενική μόνο αμφισβήτηση των πραγματικών

περιστατικών της αγωγής χωρίς αιτιολογία, συνήθως όμως παρουσιάζεται αιτιολο-

γημένη, όταν δηλαδή προστίθενται στη γενική άρνηση και δικαιολογητικοί λόγοι

που διευκρινίζουν την επικαλούμενη αναλήθεια της αγωγικής βάσης και αναφέρεται

319. Τριανταφυλλίδης Χ./Μπαλογιάννη Ε., σε Απαλαγάκη Χ., ΕρμΚΠολΔ, ό.π., άρθρο 325, σελ. 725-

726, αρ. 8.

320. Βλ. σε Παπαδόπουλο Κ., ό.π., σελ. 169.

321. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 459-460, αρ. 44__

στον τρόπο απαντήσεως στην αγωγή, χωρίς φυσικά να συνιστά αποδεικτικό μέσο322.

Επίσης, η άρνηση της αγωγής διακρίνεται σε γενική και ειδική323, καθώς και σε ολική

ή μερική324.

Περιπτώσεις. Άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής εκ μέρους του εναγομένου

αποτελούν οι εξής ισχυρισμοί325: ότι ο εναγόμενος είναι ο ίδιος νομέας326 ή οιονεί

νομέας327 κατά τον κρίσιμο χρόνο ή ότι είναι συννομέας του επίδικου328, ότι η απο-

βολή ή η διατάραξη δεν είναι παράνομη ή δεν έγινε χωρίς τη θέληση του νομέα,

αλλά με τη συναίνεση ή την έγκρισή του ή συνεπεία αυτοδικίας, άμυνας ή κατάστα-

σης ανάγκης329, ότι η αποβολή ή η διατάραξη δεν πραγματοποιήθηκε από αυτόν

αλλά από τρίτο πρόσωπο330, ότι έχει μισθώσει το επίδικο από δικαιοπάροχο του

ενάγοντος331, ότι ο θόρυβος που εκπέμπεται από το ακίνητό του δεν παραβλάπτει

σημαντικά τη χρήση του ακινήτου του ενάγοντος332, ότι το πράγμα είναι κοινόχρη-

στο και επομένως ανεπίδεκτο νομής τρίτου333.

Συνέπεια της άρνησης. Απόδειξη από τον ενάγοντα. Αν υπάρχει άρνηση της αγωγής

από τον εναγόμενο, ο ενάγων βαρύνεται να αποδείξει τη βάση της αγωγής και δη

τους ισχυρισμούς που αρνείται ο εναγόμενος (ΚΠολΔ 338 παρ. 1, 261)334, ενώ ο

εναγόμενος διατηρεί το δικαίωμά του για ανταπόδειξη335. Αυτό σημαίνει ότι επί συ-

νολικής άρνησης της αγωγής αποβολής από τη νομή, ο ενάγων θα πρέπει να αποδεί-

ξει ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του δικαίωμα νομής, ότι αποβλήθηκε από τη νομή

του παράνομα και χωρίς τη θέλησή του και ότι ο εναγόμενος είναι νομέας κατά του

322. Τριανταφυλλίδης Χ./Μπαλογιάννη Ε., σε Απαλαγάκη Χ., ΕρμΚΠολΔ, ό.π., άρθρο 261, αρ. 3, Κερα-

μεύς Κ., ΑστικΔικΔΓεν, σελ. 233, αρ. 86.

323. Μακρίδου Κ. σε Κεραμέα Κ./Κονδύλη Δ./Νίκα Ν., ΚΠολΔ Ι, 2000, άρθρο 261, αρ. 1 επ., 8 επ.

324. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 460, αρ. 44, Σπυριδάκης Ι., Η αγωγή διαταράξεως της νομής, 1997, σελ.

45-46, αρ. 14.1.

325. Βλ. σε Σπυριδάκη Ι., Η αγωγή αποβολής από τη νομή, σελ. 51, αρ. 16.2, ίδιο, Η αγωγή διαταράξε-

ως της νομής, 1997, σελ. 46, αρ. 14.2.

326. ΑΠ 1056/2009 ΝοΒ 2010,373, ΑΠ 1792/2005 ΕΕΝ 2007,40, ΑΠ 1408/2001 ΝοΒ 2002,1469, Ελ-

λΔνη 2002,1646,1681, ΕΕΝ 2003,44, ΕφΠατρ 189/2004 ΑχΝομ 2005,144.

327. ΑΠ 864/2005 ΕλλΔνη 2008,184, ΑΠ 209/1953 ΕΕΝ 1953,695.

328. ΑΠ 403/1980 Δ 11,928, ΕφΘεσ 584/1981 Αρμ 36,434.

329. Βλ. σε Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 265-266, αρ. 37-38, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 461-462, Παπαδό-

πουλο Κ., ό.π., σελ. 170, Μπαλή Γ., παρ. 21, σελ. 66-67.

330. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 461, αρ. 49.

331. ΠρΠειρ 2216/1947 ΕΕΝ 15,197.

332. ΠρΚοζ 5/1963 ΕΕΝ 30,557.

333. ΕφΠατρ 189/2004 ΑχΝομ 2005,144.

334. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 265, αρ. 35, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 461, Παπαδόπουλος Κ., ό.π.,

σελ. 170.

335. Παπαδόπουλος Κ., ό.π.

οποίου αντιτάσσεται το επιλήψιμο της νομής. Αντίστοιχα, επί συνολικής άρνησης

της αγωγής διατάραξης της νομής, υποχρεούται να αποδείξει ότι είναι νομέας, ότι

η άσκηση της νομής του διαταράχθηκε από τον εναγόμενο παράνομα και χωρίς τη

θέλησή του και ότι η διατάραξη αυτή είναι παρούσα και υπάρχει κίνδυνος επανάλη-

ψής της στο μέλλον336.

β. Ενστάσεις

Μεταξύ των ενστάσεων που μπορεί να προβάλλει ο εναγόμενος είναι οι εξής (προ-

βλεπόμενες από το νόμο) ενστάσεις: η ένσταση επιλήψιμης νομής (ΑΚ 988, 990), η

ένσταση ιδίου δικαιώματος (ΑΚ 991), η ένσταση παραγραφής (ΑΚ 992) και η ένστα-

ση επίσχεσης (ΑΚ 325, 326).

1. Η ένσταση επιλήψιμης νομής

Η ρύθμιση του νόμου. Η ένσταση επιλήψιμης νομής (exception vitiosae possessionis)

προτείνεται τόσο από τον εναγόμενο της αγωγής αποβολής από τη νομή όσο και από

τον εναγόμενο της αγωγής διατάραξης της νομής, συντρεχόντων των νόμιμων όρων.

Συγκεκριμένα, όπως προβλέπουν οι ΑΚ 988 και 990, οι εν λόγω αγωγές είναι «απα-

ράδεκτες» αν ο ενάγων είχε αποκτήσει τη νομή επιλήψιμα απέναντι στον εναγόμενο

ή στους δικαιοπαρόχους του μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την αποβολή ή τη

διατάραξη. Δικαιολογητικός λόγος εισαγωγής της ένστασης αυτής είναι ότι αν διαπι-

στωθεί ότι συμπεριφέρθηκαν παράνομα εξίσου ο ενάγων και ο εναγόμενος ο εναγό-

μενος κρίνεται άξιος μεγαλύτερης προστασίας, με τη λογική ότι ο ενάγων είναι αυτός

που παρανόμησε πρώτος και έπεται η παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου337.

Άμβλυνση στην εύνοια προς τον εναγόμενο επιφέρει η θέσπιση χρονικού περιορι-

σμού διάρκειας ενός έτους, εντός του οποίου ο εναγόμενος πρέπει να υλοποιήσει τη

σχετική δυνατότητά του.

Προϋποθέσεις της ένστασης επιλήψιμης νομής. Οι προϋποθέσεις της ένστασης επι-

λήψιμης νομής είναι οι εξής: i) αποβολή ή διατάραξη της νομής, ii) επιλήψιμη νομή

του ενάγοντος έναντι του εναγομένου ή των δικαιοπαρόχων του338, iii) επιλήψιμη

κτήση της νομής μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την αποβολή ή τη διατάραξη339. Η

προθεσμία του ενός έτους είναι αποκλειστική και υπολογίζεται μεταξύ των δύο προ-

336. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 265, αρ. 36.

337. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 267, αρ. 41, Βαθρακοίλης Β., ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 988 αρ. 2.

338. Συνεπώς, η επιλήψιμη νομή αναπτύσσει μόνο σχετική ενέργεια, αφού ενεργεί μόνο μεταξύ του επι-

λήψιμου νομέα (και των διαδόχων του) και του νομέα που αποβλήθηκε (και των διαδόχων του).

Έναντι των τρίτων ο επιλήψιμος νομέας μπορεί να ασκήσει τις αγωγές νομής (Γεωργιάδης Απ., ό.π.,

σελ. 267, αρ. 40, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 463, αρ. 52).

339. Βλ. σχετικά ΠΠρΑθ 10175/1995 Αρμ 1997,352 (παρατ. Σ.Τ.-Γ.), όπου γίνεται δεκτό ότι μετά την

παραγραφή της αξίωσης από τη νομή του πράγματος κατά την ΑΚ 992 ο διάδικος που εκτέλεσε

απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και εγκαταστάθηκε στη νομή του πράγματος, εξακολουθεί βέβαια__

σβολών, δηλαδή της προσβολής από τον ενάγοντα και της ανταποβολής ή διατάρα-

ξης από τον εναγόμενο340, βάσει των ΑΚ 241 παρ. 1 και 242341. Η προκείμενη ετήσια

προθεσμία η παρέλευση της οποίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο342,

εναρμονίζεται με την ενιαύσια παραγραφή στην οποία υπόκεινται οι αγωγές νομής

(ΑΚ 992)343.

Συνέπεια από τη βάσιμη προβολή της ένστασης. Επί κατάφασης των παραπάνω

προϋποθέσεων και γενομένης δεκτής της ένστασης επιλήψιμης νομής, η αγωγή απο-

βολής ή διατάραξης απορρίπτεται ως νόμω και ουσία αβάσιμη, δεδομένου ότι αυτή

εξετάζεται κατ’ ουσία. Αντίθετα, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αντί-

θεσής της προς ορισμένη νομοθετική διάταξη. Γι’ αυτό τον λόγο, όταν οι ΑΚ 988 και

990 αναφέρονται σε αγωγή «απαράδεκτη» δεν ακριβολογούν344.

Αντένσταση. Κατά της ένστασης επιλήψιμης νομής ο ενάγων μπορεί να αντιτάξει την

αντένσταση της επιλήψιμης νομής του εναγομένου, επικαλούμενος ότι ο εναγόμε-

νος ή ο δικαιοπάροχός του είχε αποβάλει τον ενάγοντα (ή τον δικαιοπάροχό του)

ή είχε διαταράξει τη νομή του μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την αποβολή ή τη

διατάραξη345. Για την προβολή της αντένστασης ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις όπως

και για την ένσταση346. Με τις ίδιες προϋποθέσεις μπορεί να αντιτάξει ο εναγόμενος

επανένσταση στην αντένσταση του ενάγοντος347.

2. Η ένσταση ιδίου δικαιώματος

Απαγόρευση επίκλησης δικαιώματος πάνω στο πράγμα. Η νομή προστατεύεται

αυτοτελώς από τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή ανεξάρτητα αν στηρίζεται σε δικαίωμα

εμπράγματο ή ενοχικό348. Στα πλαίσια της παραδοχής αυτής, η διάταξη της ΑΚ 991

να είναι νομέας του πράγματος, όμως η νομή του είναι υποδέεστερη σε σχέση με την προηγούμενη

νομή του αντιδίκου του και συνεπώς επιλήψιμη έναντι αυτού.

340. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 267, αρ. 42, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 138, Γιαννακόπουλος Η., σε

ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 990, σελ. 235, αρ. 3, ΕφΘεσ 3282/1990 Αρμ 1991,350.

341. Η προθεσμία αυτή αρχίζει την επομένη της αποβολής ή της διατάραξης και λήγει με την πάροδο

της αντίστοιχης ημέρας του επόμενου έτους (βλ. σε Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 463, αρ. 52, Παπα-

δόπουλο Κ., ό.π., σελ. 139).

342. Παπαδόπουλος Κ., ό.π.

343. Παπαστερίου Δ., ό.π.

344. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 268, αρ. 43, Παπαστερίου ____________Δ., ό.π., σελ. 463-464, Παπαδόπουλος Κ.,

ό.π., Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 988, σελ. 222, αρ. 3, άρθρο 990,

σελ. 236, αρ. 4.

345. ΠΠρΘεσ 7753/1995 Αρμ 1995,997, ΠΠρΑρτ 11/1994 Αρμ 1995,28.

346. Δουβίτσας Π., σε Καστρήσιο Ε., Ενστάσεις κατά τον Αστικό Κώδικα, 2011, σελ. 915, αρ. 12.

347. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 268-269, αρ. 44, Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π.,

άρθρο 988, σελ. 222, αρ. 4, Δουβίτσας Π., ό.π.

348. Βλ. ενδεικτικά Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 269, αρ. 45, ΕφΑθ 4326/2006 ΕλλΔνη 2008,917

ορίζει ότι «ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δι-

καίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει

αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ενάγοντα». Αιτιολογία

της ρύθμισης αυτής είναι και το γεγονός ότι για λόγους εξασφάλισης της δημόσι-

ας τάξης και αποκατάστασης της ειρηνικής συμβίωσης η οποία κλονίστηκε από την

προσβολή, ο νομοθέτης απέκλεισε τη δυνατότητα του εναγόμενου να αντιτάξει δι-

καίωμά του πάνω στο πράγμα, διότι τότε η δίκη επί της αγωγής θα μετατρεπόταν

σε δίκη για έρευνα της ύπαρξης δικαιώματος του εναγομένου και θα βράδυνε αδι-

καιολόγητα η ικανοποίηση της ανάγκης για προστασία της νομής του ενάγοντος349.

Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ο εναγόμενος με τις αγωγές περί διατάραξης

ή αποβολής από τη νομή δεν δικαιούται να αντιτάξει κατά του ενάγοντος νομέα

ενστάσεις ανατρεπτικές, που στηρίζονται σε δικαίωμα ιδίας αυτού κυριότητας ή σε

άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του επιδίκου πράγματος ή σε προσωπικά περί

αυτού δικαιώματα, δυνάμει των οποίων ο εναγόμενος θα μπορούσε να αξιώσει την

παράδοση του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσης του σε αυτόν, εφόσον τα

δικαιώματα αυτά δεν αναγνωρίσθηκαν τελεσίδικα350.

Έκταση της απαγόρευσης. Ως δικαίωμα που παρέχει στον εναγόμενο εξουσία πάνω

στο πράγμα νοείται εκτός από το εμπράγματο και το ενοχικό δικαίωμα351. Συνεπώς,

με την ανωτέρω ρύθμιση αποκλείεται η επίκληση κατ’ ένσταση των δικαιωμάτων

κυριότητας, επικαρπίας352, οίκησης, πραγματικής δουλείας, περιορισμένης προ-

σωπικής δουλείας και ενεχύρου353, αλλά και όταν η εξουσία στο πράγμα πηγάζει

από ενοχική σχέση (π.χ. μίσθωση πράγματος, χρησιδάνειο, πώληση κ.λπ.)354. Στα

δικαιώματα όμως αυτά που κατά την ΑΚ 991 δεν μπορούν να προβληθούν κατ’

ένσταση από τον εναγόμενο δεν περιλαμβάνεται το κληρονομικό δικαίωμα355.

349. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 269, αρ. 45, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 465-466, αρ. 59, Μπαλής Γ.,

ΕμπρΔ, παρ. 21, σελ. 64-65.

350. ΑΠ 1056/2009 ΝοΒ 2010,373, ΑΠ 1792/2005 ΕΕΝ 2007,40, ΧρΙΔ 2006,420, ΑΠ 1408/2001 ΝοΒ

2002,1469, ΕλλΔνη 2002,1681, ΕΕΝ 2003,44.

351. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 270, αρ. 46, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 466, αρ. 60, Παπαδόπουλος

Κ., ό.π., σελ. 139, Σπυριδάκης Ι., Η αγωγή αποβολής από τη νομή, ό.π., σελ. 51, Γιαννακόπουλος

____________Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 991, αρ. 3. Βλ. από τη νομολογία ΑΠ 2110/2009 ΧρΙΔ

2011,32, ΑΠ 1522/2006 ΕλλΔνη 2006,1393, ΑΠ 1792/2005 ΕλλΔνη 2006,503, ΕΕΝ 2007,40, ΧρΙΔ

2006,420, ΕφΑθ 4326/2006 ΕλλΔνη 2008,917, ΕφΙωαν 21/2005 ΕΕΝ 2005,574, ΕιρΚαλαμπάκας

52/2006 ΑρχΝ 2009,96.

352. ΑΠ 1522/2006 ΕλλΔνη 2006,1393.

353. ΑΠ 1522/2006, ό.π., ΕφΑθ 4326/2006, ό.π.

354. Γεωργιάδης Απ., ό.π., Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 466, αρ. 60, Δουβίτσας Π., σε Καστρήσιο Ε., ό.π.,

σελ. 918, αρ. 22, ΑΠ 538/1968 ΝοΒ 1969,46, ΑΠ 327/1968 ΝοΒ 1968,855.

355. ΕφΑθ 5117/2008 ΧρΙΔ 2010,27 (παρατ. Νεζερίτη Ε.).

Έννομη συνέπεια. Αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Έννομη συνέπεια της απα-

γόρευσης από την ΑΚ 991 είναι η απαγόρευση του εναγομένου να αντιτάξει ένσταση

δικαιώματος ως προς το πράγμα, προκειμένου να δικαιολογήσει την άρνηση της

αγωγής356. Ο εναγόμενος όμως μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμά του για να αιτι-

ολογήσει την άρνηση της αγωγής, δηλ. για να δικαιολογήσει τους ισχυρισμούς του

ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αγωγής (π.χ. ότι δεν συντρέχει προσβολή

ή η προσβολή δεν είναι παράνομη ή αυθαίρετη), καθώς η εν λόγω δυνατότητα δεν

περιλαμβάνεται στην απαγόρευση από την ΑΚ 991357, 358. Έτσι, ο εναγόμενος μπορεί

να επικαλεστεί δική του νομή (ή οιονεί νομή) πάνω στο πράγμα359, νομή ενεχύρου

ή δουλείας ή δικαίωμα χρήσης του πράγματος από σύμβαση μίσθωσης ή χρησι-

δάνειο360. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο διατάσσει αποδείξεις σε βάρος του

ενάγοντα (ΚΠολΔ 261, 335, 338 παρ. 1, 341) και εφόσον αυτός δεν αντικρούσει όσα

υποστηρίζει ο εναγόμενος με την άρνησή του ή ο εναγόμενος αποδείξει τους ισχυρι-

σμούς του (ΚΠολΔ 345), η αγωγή θα απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη361. Στο σημείο

όμως αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ενδέχεται ορισμένες φορές να είναι δυσχερής

ο διαχωρισμός μεταξύ της απαγορευμένης ένστασης ιδίου δικαιώματος και της επι-

τρεπτής άρνησης με επίκληση δικαιώματος362. Ακόμη τονίζεται ότι η κατ’ άρθρο 991

ΑΚ απαγόρευση αφορά μόνο στις αγωγές αποβολής από τη νομή και διατάραξης

της νομής, οπότε δεν ισχύει για άλλες αγωγές, όπως είναι η αναγνωριστική αγωγή

356. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 140.

357. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 270, αρ. 47, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 467, αρ. 61, Παπαδόπουλος

Κ., ό.π., σελ. 140, Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 991, αρ. 4, Μπαλής

Γ., ό.π., σελ. 66, Θηβαίος Χρ., ό.π., σελ. 137, ΑΠ 1195/2011, ΑΠ 1522/2006 ΕΕΝ 2008,242, ΑΠ

324/2002 ΕλλΔνη 2003,184, ΧρΙΔ 2002,508, ΑΠ 1408/2001 ΝοΒ 2002,1469, ΕλλΔνη 2002,1681,

ΕΕΝ 2003,44, ΕφΑθ 4045/2001 ΕλλΔνη 2001,1400 (: η άρνηση του κατόχου να αποδώσει το πράγ-

μα, όταν τούτο δικαιολογείται, δεν αποτελεί αντιποίηση της νομής και δεν προσκρούει στον περι-

ορισμό της ΑΚ 991).

358. Παράδειγμα από Γεωργιάδη Απ., ό.π.: Άλλο ο ισχυρισμός «σε απέβαλα από τη νομή γιατί είμαι κύ-

ριος του πράγματος» και άλλο «δεν σε απέβαλα γιατί το πράγμα μου παραδόθηκε νόμιμα δυνάμει

του δικαιώματος επικαρπίας ή μίσθωσης που έχω» ή «σε απέβαλα μεν, αλλά η αποβολή δεν ήταν

παράνομη, γιατί συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της αυτοδικίας (ΑΚ 282 επ., 985 παρ. 2-3).

359. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 467, αρ. 61, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 140, Βαθρακοκοίλης Β.,

ό.π., σελ. 248, ΑΠ 1522/2006 ΕλλΔνη 2006,1393, ΑΠ 1792/2005 ΕλλΔνη 2006,503, ΑΠ 324/2002

ΕλλΔνη 2003,184, ΧρΙΔ 2002,508.

360. Παπαστερίου Δ., ό.π., ΑΠ 1522/2006, ό.π. Σχετικά έχει γίνει δεκτό ότι ο ισχυρισμός του εναγομέ-

νου ότι ο ενάγων έχει παραχωρήσει σε αυτόν το ακίνητο με σύμβαση μισθώσεως χρήσεως, συνι-

στά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, διότι έτσι αρνείται ότι υπάρχει παράνομη, αυθαίρετη προ-

σβολή της νομής με αποβολές και κατέχει το πράγμα με σύμβαση, που του παρέχει τέτοια εξουσία

(ΑΠ 588/1975 ΝοΒ 24,32, ΑΠ 209/1953 ΝοΒ 1,335, ΕιρΣαμαίων 14/2000 ΕλλΔνη 2001,524, ΝοΒ

2001,679).

361. Βλ. Δουβίτσα Π., σε Καστρήσιο Ε., ό.π., σελ. 918, αρ. 23.

362. Βλ. σε Γεωργιάδη Απ., ό.π., σελ. 270-271, αρ. 47, Δουβίτσα Π., ό.π., ΑΠ 905/1979 ΝοΒ 1980,264,

ΕφΑθ 4495/1979 ΝοΒ 1979,998__

της νομής με την οποία δεν εισάγεται δίκη νομής μη εφαρμοζομένων εντεύθεν των

περιορισμών για τις αγωγές νομής363, η διεκδικητική αγωγή364 και η αγωγή αδικαι-

ολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι επιτρέπεται ελεύθερα ένσταση εναντίον της

ενοχικής αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό365.

Εξαιρέσεις: Τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματος. Η ΑΚ 991 εισάγει ως εξαίρε-

ση από την απαγόρευση της εν λόγω ένστασης την περίπτωση που το δικαίωμα έχει

αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ’ αυτόν (τον εναγόμενο) και τον ενάγο-

ντα366. Προϋπόθεση δηλαδή για να ισχύσει η εξαίρεση αυτή είναι η αναγνώριση του

δικαιώματος με τελεσίδικη δικαστική απόφαση (άρθρα 321, 324 ΚΠολΔ) η οποία

πρέπει να έχει εκδοθεί σε δίκη μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου και δημι-

ουργεί τη δυνατότητα αφαίρεσης του επίδικου πράγματος από τον εναγόμενο367.

Δεν αρκεί η κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, διότι από αυτή δεν προ-

κύπτει δεδικασμένο (άρθρο 909 ΚΠολΔ)368. Η τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώμα-

τος μπορεί να έγινε και πριν από την προσβολή, αρκεί να έγινε μέχρι τον χρόνο, κατά

τον οποίο ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει τις ενστάσεις του (βλ. ΚΠολΔ 269)369. Ο

σχετικός περιορισμός μ’ αυτόν τον ισχυρισμό αναφέρεται μόνο σ’ αυτήν την αγωγή

και όχι σε άλλες αγωγές, π.χ. διεκδικητική370.

Εξαιρέσεις: Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1, 3 του ΑΝ 1539/1938. Το άρθρο 3 παρ.

1, 3 του ΑΝ 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων» εισάγει ακόμη

μία απόκλιση από την αρχή της ΑΚ 991, σύμφωνα με την οποία στη δίκη περί νομής

ιδιώτη κατά του Δημοσίου εξετάζεται η προταθείσα ένσταση κυριότητας ή άλλου

εμπράγματου δικαιώματος, έστω και αν αυτό δεν έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε

δίκη μεταξύ του Δημοσίου και του ενάγοντος και η νομή δεν επιδικάζεται στον ενά-

γοντα ιδιώτη, εφόσον το Δημόσιο αποδείξει είτε δική του κυριότητα είτε ότι η κυριό-

τητα δεν ανήκει στον ενάγοντα371. Στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής εμπίπτει

363. Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 140, ΑΠ 1191/2010 ΧρΙΔ 2011,341 (παρατ. Χριστακάκου Κ.Α.), ΝοΒ

2011,120 (περίλ.), ΑΠ 324/2002, ό.π., ΕφΘεσ 551/1971 Αρμ 25,789, ΕφΠειρ 1471/1989 ΕλλΔνη

1992,397, ΕφΠατρ 810/2006 ΑχΝομ 2007,463.

364. ΑΠ 1191/2010, ό.π.

365. Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 991, αρ. 4, ΕφΑθ 1583/2010 ΕφΑΔ

2011,174, ΕλλΔνη 2011,1655, 1667, ΕφΑθ 352/2001 ΕλλΔνη 2001,809, ΕφΑθ 2431/1997 ΕλλΔνη

39,191.

366. Βλ. σχετικά ΑΠ 1191/2010 ΧρΙΔ 2011,341 (παρατ. Χριστακάκου Κ.Α.), ΝοΒ 2011,120 (περίλ.).

367. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 468, αρ. 62, Θηβαίος Χρ., ό.π., σελ. 138.

368. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 271, αρ. 48, Γιαννακόπουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο

991, σελ. 239, αρ. 5, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 140.

369. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 271, αρ. 48, Παπαδόπουλος Κ., ό.π.

370. ΑΠ 1191/2010 ΧρΙΔ 2011,341 (παρατ. Χριστακάκου Κ.).

371. Βλ. σχετικά ΜΠρΒολ 197/2008 Αρμ 2009,1680.

και η περίπτωση όπου εναγόμενος είναι Δήμος ή Κοινότητα372. Επί απόδειξης της

σχετικής ένστασης, η αγωγή απορρίπτεται373.

3. Η ένσταση παραγραφής

Η ρύθμιση της ΑΚ 992. Η ΑΚ 992 θεσπίζει ενιαύσια παραγραφή των αγωγών νομής

προβλέποντας ότι «οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη παραγράφονται

μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη». Ο σκοπός καθιέρωσης σύντο-

μης παραγραφής για τις προκείμενες αξιώσεις υπαγορεύθηκε από την ανάγκη για

απρόσβλητο της πάγιας κατάστασης νομής που δημιουργείται ένα χρόνο μετά από

την προσβολή της νομής, οπότε δεν μπορεί πια να γίνει λόγος για διασάλευση της

κοινωνικής ειρήνης που συνιστά τον βασικό λόγο για προστασία της νομής374.

Έναρξη του χρόνου παραγραφής. Από τη διάταξη της ΑΚ 992 και το συνδυασμό

της προς τις αντίστοιχες διατάξεις των ΑΚ 984 παρ. 1, 987 και 989 προκύπτει ότι

αφετήριος χρόνος της ενιαύσιας παραγραφής των αξιώσεων του νομέα (ή του οιονεί

νομέα) από την αποβολή ή διατάραξη, είναι αυτός της αποβολής ή της διατάραξης,

αντίστοιχα375. Με το δεδομένο ότι για τη γένεση της αξιώσεως από την αποβολή

απαιτείται να είναι αυτή παράνομη, έπεται ότι αν η στέρηση της φυσικής εξουσίας

από τον νομέα γίνεται με νόμιμη αιτία δεν γεννάται η αξίωσή του από την αποβολή

όσο διαρκεί η νόμιμη αιτία που δικαιολογεί τη στέρηση και η παραγραφή αρχίζει

όταν εκλείψει η αιτία αυτή και συνεχίζεται η αποστέρηση της φυσικής εξουσίας από

το νομέα, διότι από τότε η αποβολή καθίσταται παράνομη376. Η έναρξη του χρόνου

παραγραφής σύμφωνα με μία άποψη γίνεται ανεξάρτητα από τη γνώση ή την άγνοια

του νομέα ως προς το γεγονός της αποβολής ή της διατάραξης377. Εξαιρείται η πε-

ρίπτωση της αντιποίησης της νομής ή της λαθραίας κατάληψης της νομής ακινήτου

όπου ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από τη γνώση του νομέα378, αν η αντιποίηση

372. ΑΠ 1260/1998 ΕλλΔνη 1999,67, ΑΠ 1581/1997, ΕφΑθ 1213/2001 ΕλλΔνη 2002,842.

373. ΑΠ 280/1961 ΕλλΔνη 2,556.

374. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 272, αρ. 49, Βαθρακοκοίλης Β., ό.π., σελ. 251, Δουβίτσας Π., σε Καστρή-

σιο Ε., ό.π., σελ. 915, αρ. 13, ΕιρΧαλκ 17/1987 ΕλλΔνη 29,773, ΕιρΦλωρ 68/2000 ΑρχΝ 2004,114.

375. ΑΠ 1068/2012 ΕλλΔνη 2013,726 (σημ. Κατρά Ι.Ν.), ΑΠ 861/2007 ΕλλΔνη 2007,1693, ΑΠ 667/1998

ΕλλΔνη 40,1567, ΠΠρΑθ 2678/2011 ΝοΒ 2012,96, ΜΠρΑθ 3633/2012 ΝοΒ 2013,381, ΕιρΑθ

2304/2013 ΝοΒ 2013,704, ΕιρΑθ 5/2013, ΕιρΧαν 23/2013 Αρμ 2013,1648, ΕλλΔνη 2013,891.

376. ΑΠ 1748/2002 ΝοΒ 2003,1228, ΧρΙΔ 2003,233, ΕλλΔνη 2003,1631.

377. Γεωργιάδης ____________Απ., ό.π., Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 470, αρ. 67, ΑΠ 861/2007 ΕλλΔνη 48,1693, ΑΠ

1748/2002 ΕλλΔνη 44,1631, ΝοΒ 51,1228, ΑΠ 667/1998 ΕλλΔνη 1999,1567, ΕφΑθ 2639/2004 Ελ-

λΔνη 2005,578, ΠΠρΘεσ 5344/1993 Αρμ 2001,473, ΕιρΙλ 19/2001 ΑρχΝ 2001,223 (παρατ. Μπερ-

κέτη Μ.), ΕιρΚασσανδρ 8/1997 Αρμ 1998,35.

378. Γεωργιάδης Απ., ό.π., Παπαστερίου Δ., ό.π., ΑΠ 532/2003 ΕλλΔνη 44,1630, ΑΠ 1897/1999 ΕλλΔνη

41,1647, ΑΠ 1001/1981 ΕΕΝ 49,676, ΑΠ 233/1982 ΝοΒ 30,1273, ΕφΑθ 2639/2004 ΕλλΔνη 46,578,

ΕφΑθ 9888/1991 ΕλλΔνη 35,484, ΕφΘεσ 1499/1997 ΕλλΔνη 1998,445, ΕφΠατρ 1171/2003

ΑχΝομ 2004,151, ΠΠρΑθ 10170/1995 Αρμ 51,532, ΜΠρΑθ 1813/2002 ΝοΒ 2002,1492, ΕιρΦλωρ

γίνεται από τον κάτοχο, όταν εκείνος εξωτερικεύσει τη θέλησή του να έχει εφεξής το

πράγμα όχι για το νομέα, αλλά για τον εαυτό του ή για κάποιον τρίτο379. Σύμφωνα

όμως με άλλη άποψη, για να ξεκινήσει ο χρόνος της παραγραφής θα πρέπει πρώτα

ο νομέας να λάβει γνώση της αποβολής ή της διατάραξης380, 381. Εάν η διατάραξη

συνίσταται σε διαρκή κατάσταση (π.χ. έγινε κατασκεύασμα), λογική λύση είναι ότι η

παραγραφή αρχίζει από τότε που συντελέστηκε η πράξη που αποτελεί τη διατάραξη

(δηλ. το κατασκεύασμα382). Εάν η διατάραξη έγινε με περιοδικά επαναλαμβανόμενες

πράξεις, κάθε μία θεωρείται αυτοτελής για την έναρξη της παραγραφής, ώστε μετά

από αυτές αρχίζει νέα παραγραφή383, εκτός αν με την αρχική διατάραξη δημιουργή-

θηκε πάγια κατάσταση384.

Υπολογισμός του χρόνου παραγραφής. Ειδικότερα, η παραγραφή αρχίζει από την

επόμενη ημέρα εκείνης στην οποία επήλθε η διατάραξη ή πραγματοποιήθηκε η απο-

βολή (ΑΚ 241 παρ. 1) και λήγει όταν περάσει η αντίστοιχη ημέρα του επομένου

έτους (ΑΚ 242, 243 παρ. 3)385. Επί διαταράξεως της νομής, εάν αυτή συνίσταται σε

ενέργεια διαρκή, ενέχουσα σταθερά αποτελέσματα, η άνω παραγραφή αρχίζει από

της πρώτης πράξεως386. Εάν όμως οι παράνομες πράξεις του διαταράσσοντος είναι

αυτοτελείς επαναλαμβανόμενες κατ’ αραιά χρονικά διαστήματα, η κάθε μία από αυ-

τές συνιστά νέα διατάραξη και επομένως η άνω παραγραφή αρχίζει αμέσως με την

τελευταία διατάραξη, λόγω της αυτοτέλειας κάθε ενέργειας387. Άλλως, όταν πρόκειται

για διαλείπουσες διαταράξεις, ήτοι διατάραξη της νομής, η οποία έχει μεν διάρκεια,

πλην επιχειρείται με πράξεις, η άσκηση των οποίων είναι περιοδική, δηλαδή αρχίζει,

διακόπτεται και επαναλαμβάνεται κάποια άλλη στιγμή, η ενιαύσια παραγραφή της

68/2000 ΑρχΝ 2004,114, ΕιρΒάλτου 9/1999 ΝοΒ 2000,86 (σημ. Χριστακάκου Κ.), βλ. και Κωσταρά

Γ., Ο χρόνος ενάρξεως της εκ του άρθρου 992 ΑΚ παραγραφής εν περιπτώσει αντιποιήσεως της

νομής ακινήτου υπό του κατόχου αυτού ΕΕΝ 1984,314.

379. ΕφΑθ 2639/2004, ό.π., ΠΠρΑθ 2678/2011, ΜΠρΑθ 3633/2012 ΝοΒ 2013,381.

380. ΑΠ 1275/2007 ΕλλΔνη 49,1677.

381. Επί ασφαλιστικών μέτρων νομής έχει γίνει νομολογιακά δεκτό ότι η ενιαύσια παραγραφή του

δικαιώματος ασφαλιστικών μέτρων περί νομής αρχίζει από τη γνώση του γεγονότος της αποβολής

από τη νομή (ΕιρΑθ 2483/2002 ΕΕΝ 2002,679, ΕισΕφΠειρ 2/2001 Αρμ 2002,1203).

382. Βλ. Μπαλή Γ., Γενικές Αρχές, § 148.

383. Μπαλής Γ., ΕμπρΔ, ό.π., § 22, ΑΠ 82/1966 ΝοΒ 1966,863, ΕφΠειρ 151/1955 ΕΕΝ 13,197, ΠΠρΛευκ

43/2002 ΑρχΝ 2004,98, ΕιρΘηβ 75/1984 Αρμ 1984,712.

384. Μπαλής Γ., ό.π., σελ. 68, ΕιρΧαν 23/2013 Αρμ 2013,1648, ΕλλΔνη 2013,891.

385. Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 470, αρ. 67, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 141, ΑΠ 1068/2012 ΕλλΔνη

2013,726 (σημ. Κατρά Ι.Ν.), ΑΠ 861/2007 ΕλλΔνη 2007,1693, ΑΠ 667/1998 ΕλλΔνη 1999,1567,

ΕφΠατρ 572/2002, ό.π., ΠΠρΘεσ 5344/1993 Αρμ 2001,473, ΕιρΑθ 2304/2013 ΝοΒ 2013,704,

ΕιρΞηρομ 5/2005 ΕΕΝ 2005,531, ΕιρΙλ 19/2001 ΑρχΝ 2001,223 (παρατ. Μπερκέτη Μ.).

386. ΑΠ 1068/2012 ΕλλΔνη 2013,726 (σημ. Κατρά Ι.Ν.).

387. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 272-273, αρ. 50, Παπαστερίου Δ., ό.π., ΑΠ 1068/2012, ό.π., ΕιρΞηρομ

5/2005 ΕΕΝ 2005,531, ΕιρΕλάτειας 12/2001 Αρμ 2001,1604, ΠερΔικ 2001,12

αξιώσεως του νομέα αρχίζει από την τελευταία προσβολή, αφού οι επαναλαμβανό-

μενες διαταρακτικές πράξεις θεωρούνται ότι δεν έχουν σχέση μεταξύ τους και, ως

εκ τούτου, κάθε μία αποτελεί αφετηρία υπολογισμού νέου χρόνου παραγραφής388.

Αν η διατάραξη είναι συνεχής γιατί προέρχεται από κατασκεύασμα, π.χ. τοίχο, η

παραγραφή αρχίζει με τη συντέλεση της διαταρακτικής πράξης, δηλαδή την κατα-

σκευή του διαταρακτικού έργου389. Επί διατάραξης πραγματοποιηθείσας με απειλή,

η παραγραφή αρχίζει από τότε που ο νομέας έλαβε γνώση της απειλής, δεδομένου

ότι από το χρονικό αυτό σημείο συντελείται και η διατάραξη390.

Έκταση εφαρμογής της ΑΚ 992. Στην προβλεπόμενη από την ΑΚ 992 παραγραφή

υπόκεινται μόνο οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη και όχι τις τυχόν

συρρέουσες αξιώσεις (π.χ. αξίωση αποζημίωσης ή αδικαιολόγητου πλουτισμού391),

τις οποίες ο νομέας μπορεί να ασκήσει με το ίδιο ή με χωριστό δικόγραφο392. Περαι-

τέρω, τα επί των ακινήτων δικαιωμάτων των ενοριακών ναών δεν υπόκεινται σε πα-

ραγραφή και κατά συνέπεια και η αξίωση προς προστασία της επ’ αυτών νομής τους

δεν υπόκειται στην προβλεπομένη από την διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ ενιαύσια

παραγραφή. Για την εφαρμογή όμως των εν λόγω διατάξεων και επί των κτημάτων

των ενοριακών ναών απαιτείται τα εν λόγω ακίνητα να ανήκουν οπωσδήποτε στην

κυριότητα των τελευταίων393.

Αναστολή/διακοπή της παραγραφής. Συμπλήρωση αυτής εν επιδικία. Η ενιαύσια

αυτή παραγραφή, μετά τη συμπλήρωση της οποίας ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρ-

νηθεί την παροχή, είναι παραγραφή του αστικού δικαίου και όχι προθεσμία ή δικο-

νομικό απαράδεκτο394, υπόκειται δε σε αναστολή και διακοπή για τους λόγους που

388. ΠΠρΛευκάδας 43/2002 ΑρχΝ 2004,98, βλ. και ΕφΠατρ 189/2004 ΑχΝομ 2005,144.

389. Γεωργιάδης Απ., ό.π., Παπαστερίου Δ., ό.π., ΑΠ 609/2004 ΕλλΔνη 2006,129, ΑΠ 1748/2002 ΝοΒ

2003,1228, ΧρΙΔ 2003,233, ΕλλΔνη 2003,1631, ΕιρΑνδρ 1/2002 ΑρχΝ 2005,74, ΕιρΕλάτειας

12/2001, ό.π., ΕιρΞηρομ 5/2005 ΕΕΝ 2005,531, ΕιρΜυτιλ 57/1998 ΑρχΝ 1998,717, ΕιρΘεσπρ

1/1996 ΑρχΝ 1996,758.

390. Σπυριδάκης Ι., ό.π., σελ. 63.

391. Και αυτό γιατί η ωφέλεια από αυτή την ίδια ενιαύσια παραγραφή είναι δικαιολογημένη, η ωφέλεια

όμως από τη νομή του πράγματος, η οποία αποτελεί πλουτισμό ανεξάρτητο από την παραγραφή,

είναι αδικαιολόγητη (ΑΠ 2144/2009 ΧρΙΔ 2011,104). Στοιχεία της σχετικής αγωγής για απόδοση

της νομής κατά την ΑΚ 904 (condictio possessionis), η οποία δεν είναι ένδικο μέσο προστασίας

της νομής, αλλά απλώς ενοχική προς απόδοση του από την απόκτηση αλλότριας νομής, ως περι-

ουσιακού στοιχείου, επελθόντος πλουτισμού και υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του

άρθρου 249 ΑΚ, είναι η κατάληψη και κατοχή του επιδίκου από τον εναγόμενο, που έγινε έτσι αδι-

καιολόγητα πλουσιότερος, και αίτημα αυτής η αποβολή αυτού από το επίδικο και η απόδοση στον

ενάγοντα της ωφέλειας που επήλθε με την αφαιρεθείσα νομή (ΕφΑθ 352/2001 ΕλλΔνη 2001,808).

392. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 273, αρ. 52, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 469, αρ. 66, Γιαννακόπουλος Η.,

σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 992, σελ. 243, αρ. 5.

393. ΑΠ 1308/1999 ΕλλΔνη 2003,774.

394. ΜΠρΑθ 1813/2002 Αρμ 2003,503 (παρατ. Οικονομίδη Δ.), ΝοΒ 2002,1492__

αναφέρονται στα άρθρα 255-270 του ΑΚ395. Επίσης, διακόπτεται και με την υποβολή

της διαφοράς σε διαιτησία ή σε διοικητικό δικαστήριο ή σε άλλο δικαστήριο396. Πε-

ραιτέρω, η εν λόγω παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία397. Συγκεκριμέ-

να, έχει γίνει δεκτό ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια

παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση

και ανεξαρτήτως του είδους της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από την

έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων

ή του δικαστηρίου398, και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με

την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρό-

νου που ισχύει γι’ αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια

ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης. Έτσι, εφόσον

η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία,

αν οι διάδικοι απρακτούν399 και μεταξύ των διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ολό-

κληρος ο χρόνος παραγραφής400. Η παραγραφή της αξίωσης κατά τη διάρκεια της

επιδικίας προτείνεται μόνο κατ’ ένσταση του υπόχρεου, σύμφωνα με τη διάταξη του

άρθρου 277 ΑΚ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη

την παραγραφή, που δεν έχει προταθεί401. Στη νομολογία επικρατεί η άποψη ότι την

προκείμενη παραγραφή δεν διακόπτει η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και η

μετ’ αυτή διαδικασία σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, στην οποία περιλαμβάνεται και η

εκτέλεση της απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, με την αιτιολογία ότι δεν

αποτελεί έγερση αγωγής κατ’ άρθρο 261 ΑΚ διά της οποίας εισάγεται για διάγνωση

οριστικά η αξίωση της νομής402. Κατά συνέπεια, η ετήσια παραγραφή της ΑΚ 992

395. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 273, αρ. 52, Δουβίτσας Π., σε Καστρήσιο Ε., ό.π., σελ. 916, αρ. 18,

ΑΠ 575/1989 ΝοΒ 39,74, ΕφΑθ 1499/1997 ΕλλΔνη 39,446, ΕφΑθ 9881/1991 ΕλλΔνη 35,484,

ΜΠρΑθ 1813/2002 Αρμ 2003,503 (παρατ. Οικονομίδη Δ.), ΝοΒ 2002,1492, ΕιρΦλωρ 68/2000

ΑρχΝ 2004,114.

396. ΕφΘεσ 1499/1997 ΕλλΔνη 1998,446.

397. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 273, αρ. 52, ΑΠ 1308/1999 ΕλλΔνη 2003,774, ΑΠ 1074/1996 ΕλλΔνη

1997,1126, ΕιρΦλωρ 68/2000, ό.π. Βλ. σχετικά και ΠΠρΑθ 2678/2011 ΝοΒ 2012,96 όπου γίνεται

δεκτό ότι η συμπλήρωση της παραγραφής εν επιδικία αποτελεί παραδεκτό οψιγενή ισχυρισμό.

398. Ως διαδικαστική πράξη συνεπαγόμενη κατά την διάταξη της ΑΚ 261 διακοπή της παραγραφής

θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νόμιμων προσώπων και πληρεξουσίων τους ή της

δικαστικής Αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι, κατά τις ισχύουσες δι-

κονομικές διατάξεις, αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης. Ως τελευταία

διαδικαστική πράξη νοείται όχι η τελευταία σε σχέση με τη δίκη ή η περατούσα τη δίκη, αλλά η

κατά τη διαδοχή του χρόνου πλέον πρόσφατη (ΜΠρΑθ 3633/2012 ΝοΒ 2013,381).

399. ΑΠ Ολ 1/2011 ΧρΙΔ 2011,497, ΕλλΔνη 2011,676.

400. ΜΠρΑθ 3633/2012 ΝοΒ 2013,381.

401. ΜΠρΑθ 3633/2012, ό.π.

402. ΑΠ 1068/2012 ΕλλΔνη 2013,726 (σημ. Κατρά Ι.Ν.), ΑΠ 1897/1999 ΕΕΝ 2001,479, ΑΠ 667/1998

ΕλλΔνη 1999,1567, ΑΠ 1368/1996 ΕλλΔνη 38,1127, ΑΠ 1575/1989 ΕλλΔνη 32,97, ΑΠ 575/1989

ΝοΒ 1991,54, ΑΠ 322/1969 ΝοΒ 17,1187, ΕφΑθ 11716/1987 ΕλλΔνη 30,822, ΕφΑθ 2431/1997__

εξακολουθεί να τρέχει και μετά την έκδοση της απόφασης επί των ασφαλιστικών

μέτρων και την αναγκαστική εκτέλεσή της403. Ωστόσο, η άποψη αυτή επικρίνεται

από την πλειοψηφία της θεωρίας με το επιχείρημα ότι από τη στιγμή που ο νομέας

άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων καταδεικνύεται η πρόθεσή του για επίλυση

της διαφοράς έστω και προσωρινά404.

Αντένσταση. Αν ο εναγόμενος προβάλλει ένσταση παραγραφής της σχετικής αξί-

ωσης, ο ενάγων μπορεί επικαλούμενος γεγονότα διακοπτικά αυτής να προβάλει

την αντένσταση διακοπής της405. Τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανωτέρα βία η οποία

επήλθε π.χ. λόγω προβλήματος υγείας, εξαιτίας της οποίας ο ενάγων εμποδίστηκε να

ασκήσει εμπρόθεσμα την αξίωσή του περί νομής εντός του έτους406.

4. Η ένσταση επίσχεσης

Η ένσταση επίσχεσης κατά τις ΑΚ 325 και 326. Πέραν των προαναφερόμενων εν-

στάσεων, ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει την ένσταση επίσχεσης, υπό τους όρους

των ΑΚ 325 και 326. Όπως ορίζει η πρώτη διάταξη, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα (αν

δεν προκύπτει κάτι άλλο) να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής που τον βαρύνει

ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την παροχή που τον βαρύνει, εφόσον έχει κατά

του τελευταίου ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του. Η δεύτερη διά-

ταξη αναφέρει ότι δικαίωμα επίσχεσης έχει ιδίως και ο υπόχρεος να αποδώσει ένα

πράγμα για δαπάνες που έγιναν πάνω σ’ αυτό ή για ζημία που έπαθε απ’ αυτό407.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι αν ο εναγόμενος με την

αγωγή αποβολής408 έχει κατά του ενάγοντος ληξιπρόθεσμη αξίωση για δαπάνες που

ΕλλΔνη 1998,192, ΕφΘεσ 1499/1997 ΕλλΔνη 39,445, ΕφΠειρ 401/1995 ΕλλΔνη 37,1428, ΠΠρΑθ

2973/2008, ΠΠρΑθ 2246/2002 Αρμ 2003,1430, ΜΠρΑθ 3633/2012 ΝοΒ 2013,381, ΠΠρΘεσ

5344/1993 Αρμ 2001,473, ΠΠρΛαρ 72/2002 Δικογρ 2003,122, ΜΠρΑθ 1813/2002 Αρμ 2003,503

(παρατ. Οικονομίδη Δ.), ΝοΒ 2002,1492, ΜΠρΡοδ 30/2006, ΕιρΑθ 2304/2013 ΝοΒ 2013,704 (πα-

ρατ. Γιαννακόπουλου Η.), ΕιρΑθ 5/2013, ΕιρΑθ 4888/2011, ΕιρΙλ 19/2001 ΑρχΝ 2001223 (παρατ.

Μπερκέτη Μ.), βλ. και ΠΠρΛαρ 20/2001 Δικογρ 2001,312. Από τη θεωρία έτσι Μπαλής Γ., ό.π., §

22, σελ. 68, Τούσης Α., ό.π., § 45, υποσημ. 2, Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 143, Θηβαίος Χρ., ό.π.,

σελ. 145, Βαθρακοκοίλης Β., ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση, τ. Δ, άρθρο 734 αρ. 34,

Κεραμεύς Κ./Κονδύλης Δ./Νίκας Ν., Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 734 αρ. 10.

403. ΜΠρΑθ 1813/2002 Αρμ 2003,503 (παρατ. Οικονομίδη Δ.), ΝοΒ 2002,1492.

404. Έτσι Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 273-274, αρ. 52, Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 471, αρ. 68, Γιαννακό-

πουλος Η., σε ΕρμΑΚ Καράκωστα Ι., ό.π., άρθρο 992, σελ. 244, αρ. 8.

405. ΑΠ 147/2008 ΕλλΔνη 2009,1068, ΕφΑθ 5650/2011 ΕλλΔνη 2012,526, ΕφΑθ 2639/2004 ΕλλΔνη

2005,578.

406. ΠΠρΑθ 5349/1997 ΕλλΔνη 1998,446.

407. Πρβλ. και ΑΚ 1106 εδ. α’, κατά την οποία «ο νομέας έχει δικαίωμα επίσχεσης του πράγματος ωσό-

του ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται».

408. Σύμφωνα με μία άποψη, επίκληση του δικαιώματος επίσχεσης μπορεί να γίνει μετά από την άσκη-

ση μόνο της αγωγής αποβολής (βλ. Σπυριδάκη Ι., Η αγωγή διατάραξης της νομής, ό.π., σελ. 69, αρ.

19.5). Αντίθετα Μπαλής Γ., ό.π., § 21, σελ. 67.

 

έκανε πάνω στο πράγμα, δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος, ωσό-

του ο ενάγων αποκαταστήσει τις δαπάνες αυτές409. Η προβολή της εν λόγω ένστα-

σης δεν προσκρούει στην ΑΚ 991 που απαγορεύει την επίκληση ιδίου δικαιώματος,

είτε θεωρηθεί ότι η ένσταση αυτή αποτελεί ουσιαστικά αιτιολογημένη άρνηση βάση

της αγωγής410 είτε γίνει δεκτό ότι συνιστά ανατρεπτική ένσταση411, ακόμη και αν η

αξίωση του εναγομένου για τις δαπάνες δεν έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη

ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ενάγοντα.

Προϋποθέσεις προβολής της ένστασης. Για την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης

διά της σχετικής ένστασης πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) ύπαρξη

νομής του αντιτάσσοντος το δικαίωμα αυτό, β) νόμιμη αιτία της νομής (ή της κα-

τοχής) και γ) απαίτηση του εναγομένου κατά του ενάγοντος412. Ειδικά ως προς τη

δεύτερη προϋπόθεση επισημαίνονται τα εξής: Σε περίπτωση απόκτησης της νομής

(ή της κατοχής) με παράνομη πράξη που διέπραξε ο εναγόμενος με δόλο, αυτός δεν

μπορεί να προβάλει την ένσταση επίσχεσης, όπως προκύπτει από την ΑΚ 450 παρ.

1413 σε συνδυασμό με την ΑΚ 327.

Ορισμένο της ένστασης. Για να είναι ορισμένη η ένσταση επίσχεσης πρέπει να καθο-

ρίζει, μεταξύ άλλων, το ύψος σε ευρώ της καθεμιάς δαπάνης χωριστά κατά το χρόνο

καταβολής της και την αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της αποδόσεώς του, με και

χωρίς τη βελτίωσή του που επήλθε με τις δαπάνες, προκειμένου να κριθεί αν και

κατά πόσο σώζεται η επελθούσα αύξηση της αξίας του414.

Αποδείξεις. Κατά την εξέταση της παρούσας ένστασης από το δικαστήριο, είναι σύ-

νηθες να διατάσσονται αποδείξεις σε βάρος του ενάγοντα και εφόσον δεν ανταπο-

δείξει όσα υποστηρίζει ο εναγόμενος, η αγωγή θα απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη415.

Αντένσταση. Ο ενάγων μπορεί να αποκρούσει την ένσταση επίσχεσης, προβάλλο-

ντας την αντένσταση ότι παρέχει ασφάλεια κατά την ΑΚ 328416.

409. Γεωργιάδης Απ., ό.π., σελ. 274, αρ. 54.

410. Έτσι ο Γεωργιάδης Απ., ό.π., ο οποίος θεωρεί ότι με την προκείμενη ένσταση ο εναγόμενος αρνείται

ότι αντιποιείται αυθαίρετα τη νομή του ενάγοντος ή ότι τον απέβαλε από τη νομή παράνομα (βλ.

και τον ίδιο, σε ΕρμΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρα 987-988, αρ. 25, Μπαλή Γ., ό.π., § 21,

Δουβίτσα Π., σε Καστρήσιο Ε., ό.π., σελ. 921, αρ. 30).

411. Έτσι Παπαδόπουλος Κ., ό.π., σελ. 173, Κιτσικόπουλος Α., Νομή και οιονεί νομή, 1948, σελ 245,

αρ. 661β.

412. Βλ. Παπαδόπουλο Κ., ό.π.

413. Κατά την προβλεπόμενη ρύθμιση «δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης η οποία προέρ-

χεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο».

414. ΑΠ 8121/2010 ΝοΒ 2010,2480, ΕφΛαρ 20/2012 Δικογρ 2012,446.

415. Δουβίτσας Π., σε Καστρήσιο Ε., ό.π., σελ. 921, αρ. 31.

416. Βλ. σε Παπαστερίου Δ., ό.π., σελ. 472, αρ. 73.__

5. Η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος

Πότε θεωρείται καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος. Ο εναγόμενος για την υπε-

ράσπισή του κατά της αγωγής από προσβολή της νομής, μπορεί να προτείνει εκτός

από τις ενστάσεις που προβλέπει ο νόμος και των οποίων τα θέματα αναπτύχθηκαν

ανωτέρω, επιπλέον και την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος σύμφωνα με το άρ-

θρο 281 ΑΚ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του

δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που

επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός

του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιού-

χου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που

μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν

τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή

την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού

ανθρώπου417. Για την αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού δεν αρκεί μόνο η για με-

γάλο χρονικό διάστημα αδράνεια του δικαιούχου, στην άσκηση του δικαιώματός

του, αλλά πρέπει να συντρέξουν και άλλα περιστατικά, από τα οποία να εμφανίζεται

συμπεριφορά τέτοια που να δημιουργεί ευλόγως στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι

δεν πρόκειται ο δικαιούχος να ασκήσει το δικαίωμά του και να επιδιώξει την ανα-

τροπή μιας κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και

διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, πράγμα που θα επέφερε επαχθείς για

τον υπόχρεο συνέπειες418.

Κατάχρηση δικαιώματος κληρούχου. Ο κληρούχος, από την εγκατάστασή του στον

κλήρο, θεωρείται καλόπιστος νομέας, και μάλιστα πλασματικός, προστατεύεται δε

με τις αγωγές προστασίας της νομής για το χρονικό διάστημα από την εγκατάσταση

στον κλήρο μέχρι την απόκτηση της κυριότητας. Μακροχρόνια αδράνεια του κλη-

ρούχου ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων για προστασία της νομής, συνδυα-

ζόμενη με ειδικές περιστάσεις, όπως η οικειοθελής παραχώρηση της νομής σε τρίτο,

μπορεί, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιποι όροι εφαρμογής της ΑΚ 281, να κα-

ταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος κυριότητας μετά τη μεταγραφή

του παραχωρητηρίου419.

417. ΕφΑθ 4326/2006 ΕλλΔνη 2008,917.

418. ΑΠ 813/2005 ΕλλΔνη 2006,176 (περίλ.).

419. ΑΠ 1427/2011 Αρμ 2012, 248 (παρατ. Α.Ν.Α.Λ.).



ΠΗΓΗ: http://ebooks.nb.org/view/7257/2

Δεν υπάρχουν σχόλια: