Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Α.Π. 1666 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΠΕΡΙΛΗΨΗ: ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΟΧΗΜΑΤΟΣ ΜΕ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑ – ΑΝΗΛΙΚΟΣ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΣΕ ΜΕ ΥΨΗΛΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ ΟΔΗΓΗΣΗΣ – ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΚΟΟΛ Ο ΟΔΗΓΟΣ ΟΧΗΜΑΤΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΩΣΤΟΣΟ ΕΙΔΕ ΤΗΝ ΠΙΝΑΚΙΔΑ ΣΤΟΠ ΚΑΙ ΕΙΣΗΛΘΕ ΑΡΓΑ ΣΤΗΝ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ

Α.Π.  1666 / 2017    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΟΧΗΜΑΤΟΣ ΜΕ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑ – ΑΝΗΛΙΚΟΣ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΣΕ ΜΕ ΥΨΗΛΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ ΟΔΗΓΗΣΗΣ – ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΚΟΟΛ Ο ΟΔΗΓΟΣ ΟΧΗΜΑΤΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΩΣΤΟΣΟ ΕΙΔΕ ΤΗΝ ΠΙΝΑΚΙΔΑ ΣΤΟΠ ΚΑΙ ΕΙΣΗΛΘΕ ΑΡΓΑ ΣΤΗΝ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ – ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ
.. – Αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την έλλειψη υπαιτιότητος του οδηγού αυτοκινήτου στο ατύχημα, καθώς αναφέρει ότι ο ανωτέρω οδηγός αν και ήταν υπό την επηρεια αλκοολ ακινητοποίησε το όχημά στην πινακίδα ΣΤΟΠ και στη συνέχεια ξεκίνησε με μικρή ταχύτητα, λόγω του ότι, η από αριστερά ορατότητά του εμποδιζόταν από δύο κάδους σκουπιδιών ευρισκόμενους σε απόσταση τριών μέτρων από τη γωνία του πεζοδρομίου και ένα σταθμευμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο πίσω από τους κάδους ελέγχοντας την κίνηση επί της οδού, προκειμένου να τη διασχίσει κάθετα – Παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ, που επέβαλαν σ’ αυτόν υποχρεωτική διακοπή της πορείας του, προ της υπάρχουσας πινακίδας STOP και παραχώρηση προτεραιότητος στα οχήματα που εκινούντο επί της οδού, όπου επρόκειτο να εισέλθει και όχι προσωρινό έλεγχο και είσοδο στη διασταύρωση με μικρή ταχύτητα – Βάσιμος ο λόγος αναίρεσης (914, 300, 330 ΑΚ, αρθρ. 4, 12, 13, 19, 20, 42 ΚΟΚ)

Αριθμός 1666/2017


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Χ. του Σ. και 2) Δημητρίου Χονδρόπουλου του Συμεών, κατοίκων Κομοτηνής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Μπορδόκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Γ. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δομάζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκε με την από 8-8-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 336/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 1025/2015).

Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 42 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999), απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος, κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 mg/l), και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμματίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου (παρ. 1) και σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες.... Τέλος, κατά το άρθρο 4 § 3 του ΚΟΚ, η πινακίδα P-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας) (STOP), τοποθετείται πριν από τον κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει.

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 336/2015 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα σχετικά με το ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας σ’ αυτό και ως προς την έλλειψη υπαιτιότητος του οδηγού του εμπλακέντος αυτοκινήτου λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτελέσματος.

"Την 4-12-2010, περί ώρα 01.50’ , στη διασταύρωση των οδών ..., στην πόλη της Κομοτηνής, υπό συνθήκες νύχτας με επαρκή φωτισμό, συνέβη οδικό τροχαίο ατύχημα με εμπλακέντα σ’ αυτό την υπ’ αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα εργοστασίου κατασκευής YAMAHA MALAYSIA, 125 κυβ.εκ., ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντα Δ. Χ. που οδηγούσε, χωρίς δίπλωμα οδήγησης, ο ανήλικος τότε (16 ετών), σήμερα ενήλικος αδελφός του Μ. Χ. του Σ. και το υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου Ζ. Γ. που οδηγούσε ο ίδιος και ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "...". Ειδικότερα ως προς τις συγκεκριμένες συνθήκες του ατυχήματος αποδείχθηκε ότι ο Ζ. Γ. οδηγούσε το όχημά του επί της οδού …, μονόδρομο πλάτους 5,6 μ., με κατεύθυνση την οδό ..., πλησιάζοντας δε τη διασταύρωση των οδών και διαπιστώνοντας ότι στην πορεία του υπήρχαν δύο (δεξιά και αριστερά του) ρυθμιστικές πινακίδες "STOP" (Ρ-2), ακινητοποίησε το όχημά του στο ύψος της ευρισκόμενης στα αριστερά, ως προς την πορεία του, πινακίδας "STOP" και στη συνέχεια από το σημείο εκείνο, που βρίσκεται περίπου δύο μέτρα από την οδό ..., ξεκίνησε με μικρή ταχύτητα και, λόγω του ότι η από αριστερά ορατότητά του εμποδιζόταν από δύο κάδους σκουπιδιών, που βρίσκονταν σε απόσταση τριών μέτρων από τη γωνία του πεζοδρομίου ... ..., καθώς και από ένα σταθμευμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο πίσω από αυτούς τους κάδους στην οδό ..., ελέγχοντας την κίνηση επί της οδού αυτού, προκειμένου να τη διασχίσει κάθετα.

Κατ’ εκείνη τη στιγμή ο Μ. Χ. οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του επί της οδού ..., επίσης μονόδρομου πλάτους 7,40 μ., με κατεύθυνση τη δυτική έξοδο της Κομοτηνής, εκτελώντας, μαζί με δύο άλλους μοτοσικλετιστές, παραλλήλως κινούμενους, επικίνδυνους ελιγμούς και βαίνοντας μόνο επί της μίας πίσω ρόδας έχοντας δηλαδή ανυψωμένο τον μπροστινό τροχό της μηχανής (σούζα), με ταχύτητα 60-70 χλ/ώρα, ενώ η μέγιστη επιτρεπομένη στο σημείο ταχύτητα είναι 50χλ/ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το αυτοκίνητο του Ζ. Γ., παρά μόνο αφού πλησίασε σε πολύ κοντινή απόσταση αφού πρόλαβε και κατέβασε τον εμπρόσθιο τροχό λίγο πριν έρθει σε επαφή με το όχημα του ως άνω, επέπεσε δε επ’ αυτού μεταξύ της κολώνας και της πίσω αριστερής πόρτας του αυτοκινήτου, με τοπικό σημείο σύγκρουσης επί της διασταύρωσης 3,90 μ. από τη νοητή γραμμή της συμβολής των ως άνω οδών σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, το οποίο κατέληξε τελικά στην απέναντι συμβολή των ίδιων οδών σε απόσταση 9 μ. από το σημείο σύγκρουσης, η δε μοτοσυκλέτα ακινητοποιήθηκε κοντά στο σημείο σύγκρουσης.

Με βάση τα ως άνω περιστατικά, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, αποκλειστικά υπαίτιος από αμέλεια, ήτοι έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, όπως θα έκανε κάθε άλλος συνετός οδηγός κάτω από τις ίδιες συνθήκες, είναι ο τότε ανήλικος Μ. Χ., του οποίου η αμέλεια, με τη μορφή της εξωτερικής αμέλειας, επικεντρώνεται στο ότι οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα χωρίς δίπλωμα οδήγησης, χωρίς να έχει τον απόλυτο έλεγχο αυτής, ώστε να εκτελεί κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς, με ταχύτητα πέραν της εκεί επιτρεπομένης και, κυρίως και προεχόντως, κινούμενος με όρθιο τον μπροστινό τροχό, δηλαδή κατά τρόπο σφόδρα επικίνδυνο για τον ίδιο και τρίτους, ήτοι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 8, 13 παρ. 2, 19 παρ. 1, 2, 20 παρ. 1 ΚΟΚ, η παραβίαση των οποίων συνέτεινε ουσιωδώς και αποκλειστικώς στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ενώ αν οδηγούσε συμπεριφερόμενος με την οριοθετούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις οδηγική συμπεριφορά δεν θα επερχόταν το ατύχημα αυτό. Αντιθέτως καμία αμέλεια δεν βαρύνει τον οδηγό του αυτοκινήτου Ζ. Γ., μολονότι ανιχνεύθηκε στο αίμα του υψηλό ποσοστό αλκοόλης (2,37°%) καθότι το γεγονός αυτό και μόνο δεν αρκεί για να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα του τελευταίου στην πρόκληση του ατυχήματος, εφόσον δεν αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, οποιαδήποτε εσφαλμένη ενέργεια κατά την οδήγηση του οχήματός του (έβαινε κανονικά στο ρεύμα πορείας του, ακινητοποίησε το όχημά του προ της πινακίδας "STOP" κατά τις αναφερθείσες λεπτομερώς ανωτέρω συνθήκες) η δε ύπαρξη αλκοόλης, μάλιστα αυξημένης, στο αίμα του δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα το οποίο θα επερχόταν και αν δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ (ΑΠ 36/12 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1356/11 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 779/10 Επιθ. Συγκ. Δικ. 2010.451, ΑΠ 1081/02 Επιθ. Συγκ. Δικ. 2003.311).

Επομένως, εφόσον αποκλειστικά υπαίτιος από αμέλεια είναι ο τότε ανήλικος Μ. Χ., η κύρια αγωγή πρέπει ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, ν’ απορριφθεί δε, ως χωρίς αντικείμενο, και η παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία ασκήθηκε υπό την αίρεση της ολικής ή μερικής ευδοκίμησης της κύριας αγωγής. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ως αποκλειστικά υπαίτιο από αμέλεια τον τότε ανήλικο Μ. Χ. στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και απέρριψε τις αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της από 21.11.13 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και, κατ’ ακολουθίαν, πρέπει ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η έφεση αυτή, καθώς και η από 9.12.13 έφεση, η οποία ασκήθηκε υπό την αίρεση ευδοκίμησης της πρώτης έφεσης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητος του οδηγού του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα αυτοκινήτου και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και των παραλείψεών του και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, που δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του ΚΟΚ και του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προς αιτιολόγηση του πορίσματός του σχετικά με την έλλειψη υπαιτιότητος του οδηγού του υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ατύχημα, αναφέρει, ότι ο ανωτέρω οδηγός Ζ. Γ. (πρώτος αναιρεσίβλητος), στην πορεία του οποίου, προ της διασταυρώσεως της ..., όπου εκινείτο με την οδό ..., όπου επρόκειτο να εισέλθει, υφίστατο πινακίδα STOP (P-2), ακινητοποίησε το όχημά του δύο μέτρα πριν από την οδό ... και στη συνέχεια ξεκίνησε με μικρή ταχύτητα, λόγω του ότι, η από αριστερά ορατότητά του εμποδιζόταν από δύο κάδους σκουπιδιών ευρισκόμενους σε απόσταση τριών μέτρων από τη γωνία του πεζοδρομίου ... και ένα σταθμευμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο πίσω από τους κάδους στην οδό ..., ελέγχοντας την κίνηση επί της οδού, προκειμένου να τη διασχίσει κάθετα. Υπό τα ως άνω όμως περιστατικά, υφίσταται παράβαση, εκ μέρους του, των διατάξεων του ΚΟΚ, που επέβαλαν σ’ αυτόν (προτιθέμενο να εισέλθει στη διασταύρωση) υποχρεωτική διακοπή της πορείας του, προ της υπάρχουσας πινακίδας STOP και παραχώρηση προτεραιότητος στα οχήματα που εκινούντο επί της οδού, όπου επρόκειτο να εισέλθει και όχι προσωρινό έλεγχο και είσοδο στη διασταύρωση με μικρή ταχύτητα. Περαιτέρω η απόφαση αναφέρει, ότι στο αίμα του εν λόγω οδηγού ανιχνεύθηκε ποσότητα αλκοόλης σε ποσοστό 2,37°%, αλλά ότι τούτο δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, διότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε εσφαλμένη ενέργεια κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου. Με τις παραδοχές αυτές, προκύπτουν αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και των παραλείψεων του ως άνω οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος, διότι υφίσταται παράβαση εκ μέρους του των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3 και 42 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ. Η ως άνω κρίση του σχετικά με τη δεύτερη παράβαση συνιστά και εσφαλμένη μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στα διδάγματα της κοινής πείρας, από τα οποία προκύπτει, ότι η υπό μέθη οδήγηση οδικού οχήματος και μάλιστα κατά το άνω ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του οδηγού, επηρεάζει την οδηγική του ικανότητα. Δηλαδή οδηγεί σε υπερεκτίμηση των οδηγικών του δυνατοτήτων, σε υποβάθμιση ή υποτίμηση των κινδύνων ή του εμποδίου, σε καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου, σε παράταση του χρόνου αντίδρασης και σε απότομες και ανακριβείς ή λανθασμένες αντιδράσεις. Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού της αναιρέσεως, καλύπτει και τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11β’ ΚΠολΔ, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογείται ως αλυσιτελής η εξέταση αυτού (ΑΠ 1803/2012) και τούτο διότι η αναίρεση είναι ολική. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο αν τούτο είναι δυνατό από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή των καταβληθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 336/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή των καταβληθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: