Α.Π. 1680 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΘΑΝΑΣΙΜΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΕΖΗΣ ΑΠΟ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑ ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΡΟΜΟ – Η ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕ ΣΤΟΝ ΟΔΗΓΟ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΔΕΙΑΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΟΔΗΓΟΥ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ – ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΠΕΖΗΣ ΚΑΤΑ 20% ΚΑΘΩΣ ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΑ ΔΙΑΒΑΣΗ Ή ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – Ορθώς κρίθηκε ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας, Π. Κ. και της θανούσας πεζής, Ε. Γ., (80%- 20%) καθώς και οι δύο δεν κατέβαλαν την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσαν, ενόψει των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλαν, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και, κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός μοτοσικλέτας ο πρώτος και ως πεζή η δεύτερη – Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης (300, 330 , 914 Α.Κ. , άρθρ. 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 12, 13, 19, 20, 38 ΚΟΚ)
ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΣΤΗΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑΣ ΚΑΙ ΟΔΗΓΟΥ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ – ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ – ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΡΗΤΡΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΓΙΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ ΛΟΓΩ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΔΗΓΟΥ (ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΟΣΤΗΘΕΙΣ) – ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΤΡΙΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΥΤΗΣ ΓΙΑ ΑΓΩΓΗ ΕΞ ΑΝΑΓΩΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ Ή ΤΟΥ ΚΑΤΟΧΟΥ – Εν προκειμένω ο αναιρεσείων ιδιοκτήτης είχε εμπιστευθεί την οδήγηση της μοτοσικλέτας του στον οδηγό αυτής και η ασφαλιστική εταιρεία, δηλαδή η εξ αναγωγής ενάγουσα είχε δικαίωμα να στραφεί εναντίον του ιδιοκτήτη, ως αντισυμβαλλόμενου στην μεταξύ τους ισχυρή Σύμβαση ασφάλισης, επειδή είχε ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι ο προστηθείς οδηγός δεν κατείχε άδεια οδήγησης – Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης (922 ΑΚ, αρθρ. 11 πδ 237/86, 927 ΑΚ)
Αριθμός 1680/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ...., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ...., ενώ οι 1ος, 2η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2007 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και των Γ. και Ε. Κ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε θυγατέρας τους - ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκε με την από 27-9-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2014 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ. β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 180/2014).
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ’ άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ’ αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην της 2ης αναιρεσίβλητης - εφεσίβλητης, Μ. Κ., η οποία ήταν ανήλικη και είχε εκπροσωπηθεί ενώπιον του Εφετείου από τους γονείς της, Γ. και Ε., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα αυτής. Η 2η αναιρεσιβλητη, ενηλικιώθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς, κατ’ αρχήν παραδεκτά η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ’ αυτής ατομικά. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 31-10-2014, χωρίς όμως από το φάκελο της δικογραφίας να προκύπτει ότι έχει κοινοποιηθεί στην απολειπομένη τότε εφεσίβλητη και ήδη 2η αναιρεσιβλητη, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων επικαλείται κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν άρχισε να τρέχει για την 2η αναιρεσιβλητη η 15ήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα, ως προς αυτήν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, σε αντίθεση με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους (1ο, 3η και 4ο τούτων), απλούς ομοδίκους, ως προς τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και παραδεκτά απευθύνεται εναντίον τους η αίτηση αναίρεσης, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αδικοπρακτικής ευθύνης περισσοτέρων, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη (ΑΠ 658/2012). Επομένως, κατόπιν τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου, να κηρυχθεί απαράδεκτη (ως δικόγραφο) ως προς την 2η αναιρεσίβλητη, κατ’ άρθρ. 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα δεν επιδικάζονται, διότι η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική κατ’ άρθρ. 191 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον δεν τέμνει ολοκληρωτικά τη διαφορά της δίκης.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση και αναφορικά με την ερημοδικία του 1ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους ερευνάται η αίτηση αναίρεσης, όπως και ως προς την παριστάμενη 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 15-4-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αρ. 120/ 2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, με την από 5-7-2016 Πράξη της Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό πινακίου …. Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ... /21-7-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Σ. Ρ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ατομικά (άρθρ. 124 παρ. 2, 126 παρ. 1α ΚΠολΔ), στον 1ο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Επίσης, από την υπ’ αρ. ...16-9-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, Β. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση (άρθρ. 128 παρ. 4 ΚΠολΔ) στον 4ο αναιρεσίβλητο. Στην έκθεση επίδοσης έχει επισυναφθεί η από 19-9-2016 απόδειξη παράδοσης αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στα ΕΛΤΑ Μυτιλήνης και η από 16-9-2016 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα Μυτιλήνης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1ος και 4ος αναιρεσίβλητοι, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων και η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Επομένως, αφού οι 1ος και 4ος αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
Εξάλλου η κρινόμενη από 15-4-2016 (αρ. κατ. …2016) αίτηση αναίρεσης της υπ’ αρ. 120/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση Ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), ως προς τους 1ο, 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων, κατά των οποίων απευθύνεται παραδεκτά είναι εμπρόθεσμη και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους". Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας... κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας...".
Επίσης, κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την κατά τις σχετικές διατάξεις προβλεπόμενη άδεια οδήγησης...", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου "ο οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος... επιβάλλεται να έχει κατά τις σχετικές διατάξεις, αναγκαίες γνώσεις και επιδεξιότητα για να οδηγεί". Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα...". Τέλος, κατά το άρθρο 38 ΚΟΚ, με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται:...α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι με ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 - 300, 330 εδ. β’ , 914, 932 ΑΚ, άρθρ. 10 Ν. ΓΠΝ/1911 και αυτές σε συνδ. άρθρ. 12 παρ. 1, 13 παρ. 2 και 3, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1 και 38 παρ. 4 εδ. ε’ Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα προσώπων και της υποχρέωσης των υπευθύνων σε καταβολή αποζημίωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η από 15-5-2007 (αρ. κατ. 145/2007) κύρια αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου-γιου του θύματος-πεζής και της, τότε ανήλικης, ανεψιάς του θύματος, (ως προς την οποία δεν ερευνάται πλέον η αίτηση αναίρεσης) απευθυνόταν κατά του οδηγού και του ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αυτής, οι οποίοι παρίστανται στην αναιρετική δίκη με την ιδιότητα του 4ου αναιρεσιβλήτου, αναιρεσείοντα και 3ης αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, συνεκδικάστηκε με την από 27-9-2007 (αρ. κατ. …2007) παρεπίμπτουσα αγωγή - αναγωγή της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά του οδηγού και του ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας (ήδη 4ου αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντα, αντίστοιχα). Επί της κύριας αγωγής και της αναγωγής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 150/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία δέχτηκε την κύρια αγωγή ως προς τον κυρίως ενάγοντα - γιο του θύματος και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο (ενώ την απέρριψε ως μη νόμιμη κατά της ανήλικης ως άνω ανεψιάς του θύματος). Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αναγωγή και υποχρέωσε τους παρεπιμπτόντως εναγομένους να καταβάλουν στην παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία κάθε ποσό που τυχόν αυτή θα καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα - συγγενή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις και ειδικότερα, η από 10-7-2008 (αρ. κατ. ….2008) έφεση του γιου του θύματος, η από 15-7-2008 (αρ. κατ. …2008) έφεση του κυρίου της μοτοσικλέτας (ήδη αναιρεσείοντα) και η από 23-9-2008 (αρ. κατ. ….2008) έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε (ερήμην της τότε ανήλικης) η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 120/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις του ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας και της ασφαλιστικής εταιρείας και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του συγγενή του θύματος (ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου).
Ακολούθως το Εφετείο αφού ερεύνησε την κύρια αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι κυρίως εναγόμενοι (οδηγός, ιδιοκτήτης και ασφαλιστική εταιρεία) είναι σε ολόκληρο υπόχρεοι να καταβάλουν νομιμότοκα στον κυρίως ενάγοντα το συνολικό ποσό των 62.096 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία επίσης παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του 1ου αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος και την συμπεριφορά των εμπλεκομένων σ’ αυτό προσώπων και ειδικότερα ως προς την σε ολόκληρο ευθύνη του αναιρεσείοντα - ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:
"To απόγευμα της 8-8-2005, μια παρέα νεαρών, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι, Π. Κ. και Δ. Τ., διασκέδαζαν στην πλαζ του EOT στη Μυτιλήνη. Αποφάσισαν να συνεχίσουν τη διασκέδασή τους και τις νυκτερινές ώρες, αλλά, επειδή ο εναγόμενος Π. Κ., θέλησε να πάει στην κατοικία του, προκειμένου να ετοιμαστεί για τη νυκτερινή διασκέδαση και η μοτοσικλέτα του, με την οποία είχε πάει στην πλαζ, είχε παρουσιάσει πρόβλημα στο σύστημα φωτισμού της, ζήτησε από τον, επίσης, εναγόμενο Δ. Τ. να του παραχωρήσει τη δική του μοτοσικλέτα, που λειτουργούσε κανονικά. Ο τελευταίος του παρέδωσε, οικειοθελώς, τα κλειδιά της μοτοσικλέτας και ο Π. Κ. κατευθύνθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης. Περί ώρα 21:15, νύκτα και με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό, οδηγούσε την προαναφερόμενη, με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του Δ. Τ., η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στην Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "...", χωρίς να διαθέτει τη σχετική προς τούτο άδεια ικανότητας οδηγού, καθώς δεν είχε συμπληρώσει, ακόμη, το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του και εκινείτο επί της οδού ..., στην πόλη της Μυτιλήνης, με κατεύθυνση προς το κέντρο αυτής, στο ύψος του καφεζαχαροπλαστείου "...". Στο σημείο αυτό η οδός έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 18 μέτρα, με επικάλυψη άσφαλτο, είναι ευθεία σε απόσταση (100) μέτρων, ενώ δεξιά και αριστερά του οδοστρώματος υπάρχουν χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων και αστικών - υπεραστικών λεωφορείων. Το οδόστρωμα ήταν ξηρό, ενώ δεν υπήρχαν φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, που να περιορίζουν την ορατότητα και η κίνηση πεζών και οχημάτων ήταν αραιή.
Τον ίδιο χρόνο, η Ε. Γ. και η ανήλικη Μ. Κ., ευρισκόμενες στο αριστερό, σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας άκρο της οδού, επιχείρησαν να τη διασχίσουν κάθετα, προκειμένου να συναντήσουν τους γονείς της ανήλικης, που τις ανέμεναν στην άλλη άκρη της οδού. Κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε στην περιοχή διάβαση για τους πεζούς. Διέσχισαν το αριστερό σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας ρεύμα κυκλοφορίας και συνέχισαν την πορεία τους, διασχίζοντας, κάθετα και το ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας. Ενώ βρίσκονταν στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας, με την ανήλικη να προπορεύεται και την Ε. Γ. να ακολουθεί, ο Π. Κ. επέπεσε με τη μοτοσικλέτα στην Ε. Γ., με αποτέλεσμα να την τραυματίσει, να ανατραπεί η μοτοσικλέτα, που οδηγούσε και να τραυματιστεί και ο ίδιος. Η τραυματισμένη πεζή μεταφέρθηκε αρχικά στα εξωτερικά ιατρεία του ... Νοσοκομείου Μυτιλήνης, εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και στη συνέχεια, διακομίστηκε διασωληνωμένη στο Π.Γ.Ν. Αθηνών "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου, στις 14-8-2005, απεβίωσε, συνεπεία των τραυμάτων της (βλ. σχετικά το με αριθμό πρωτ. .../19-8-2005 έγγραφο του ... Νοσοκομείου προς το Τμήμα Τροχαίας Μυτιλήνης, τη με αριθμό πρωτ. .../16-8-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας του Ιατροδικαστή Ι. Α., τη με αριθμό πρωτ. ...-8-2005 δήλωση θανάτου του Π.Γ.Ν. Αθηνών "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και τη με αριθμό ...17-8-2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Βύρωνα Αττικής).
Με βάση τα περιστατικά αυτά. το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας, Π. Κ. και της θανούσας πεζής, Ε. Γ., κατά ποσοστό 80% του οδηγού και κατά ποσοστό 20% της θανούσας - πεζής, καθώς και οι δύο δεν κατέβαλαν την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσαν, ενόψει των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλαν, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και, κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός μοτοσικλέτας ο πρώτος και ως πεζή η δεύτερη (άρθρο 330 ΑΚ) και η οποία θα οδηγούσε στην πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος. Ειδικότερα, ο πρώτος οδηγός, εξαιτίας της ανεπιτηδειότητάς του περί την οδήγηση του συγκεκριμένου οχήματος, για το οποίο, όπως προαναφέρθηκε δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού και λόγω έλλειψης της προσοχής, κατά την οδήγηση, δεν αντιλήφθηκε την πεζή, που βρισκόταν στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας του, παρότι δεν υπήρχε κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, που να περιορίζει την ορατότητά του. Περαιτέρω, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπόμενο όριο για την κίνηση των οχημάτων σε κατοικημένη περιοχή, όπως τούτο προκύπτει τόσο από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, όσο και από την τελική θέση του θύματος, σε απόσταση 8,30 μέτρων από το σημείο της πρόσκρουσης, αλλά και της τελικής θέσης της μοτοσικλέτας, σε απόσταση 48,50 μέτρων (βλ. την από 8-8-2005 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Μυτιλήνης και το σχεδιάγραμμα, που τη συνοδεύει), παρά την έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης.
Ο ίδιος, επίσης, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του εγκαίρως, αναλόγως των ως άνω ειδικών συνθηκών (νύχτα, ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός), κατά τρόπο ώστε να ασκεί επ’ αυτού τον επιβαλλόμενο έλεγχο. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να μην κατορθώσει να αποφύγει την πεζή, πράγμα που θα μπορούσε να πράξει, εάν επιδείκνυε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και επιχειρούσε ελιγμό ή πέδηση, δεδομένου ότι η κίνηση στο σημείο αυτό ήταν αραιή και θα μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια. Η πεζή, Ε. Γ., είναι συνυπαίτια, κατά το ανώτερο ποσοστό (20%), του επίδικου ατυχήματος, διότι διασχίζοντας κάθετα την άνω οδό, από σημείο στο οποίο δεν υπάρχει διάβαση πεζών, δεν έλεγξε επισταμένως την κίνηση των οχημάτων σ’ αυτή πριν εισέλθει στο οδόστρωμα και δεν σταμάτησε στο μέσο της οδού, προκειμένου να ελέγξει και την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα, όπως όφειλε, παρότι, εάν το έπραττε, θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον πρώτο εναγόμενο, που εκινείτο προς το μέρος της, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η οδός ... είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και με ευχέρεια θα μπορούσε να αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσικλέτα, από τα φώτα της. Ο, πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός, ότι δηλαδή, η μοτοσικλέτα δεν είχε φώτα πορείας σε λειτουργία δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, καθώς από τη από 18-8-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι οι ζημίες στο εμπρόσθιο φως της προέρχονται από την ανατροπή της, ενώ, όπως προαναφέρθηκε ο Π. Κ. παρέλαβε τη μοτοσικλέτα αυτή επειδή στη δική του δεν λειτουργούσε το σύστημα φωτισμού. Από τις προεκτεθείσες πράξεις και παραλείψεις του πρώτου εναγόμενου και της θανούσας, οι οποίες τελούν σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα και συνιστούν παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 2 και 3, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., όπως ισχύει για τον πρώτο εναγόμενο και των άρθρων 12 παρ. 1 και 38 παρ. 4 εδ. ε’ του ίδιου Νόμου για τη θανούσα, προκύπτει ότι αμφότεροι, κατά τη στοιχειοθέτηση της αμέλειάς τους, δεν προείδαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και δεν απέτρεψαν την ένδικη σύγκρουση...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις κανόνα δικαίου, στο πραγματικό των οποίων υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα που δικαιολογεί το διατακτικό της απόφασής του με σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει νόμιμη βάση διότι δεν προσδιορίζει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, το ανώτατο όριο ταχύτητας, την απόσταση που μεσολαβούσε μεταξύ της μοτοσικλέτας και της πεζής, όταν αυτή κατήλθε στο οδόστρωμα, το σημείο του οδοστρώματος στο οποίο εκινείτο η μοτοσικλέτα, πόσα μέτρα είχε διανύσει η πεζή εντός του οδοστρώματος, εάν απέμενε ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος, για να διέλθει η μοτοσικλέτα, διότι η πεζή εκινείτο σε στίχους με την ανήλικη ανηψιά της, καθώς και εάν η έλλειψη της άδειας οδήγησης του οδηγού συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα της σύγκρουσης, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού,που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι το Εφετείο με σαφή και με λογική ακολουθία αιτιολογία δέχτηκε ότι η πεζή διέσχισε το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας και συνέχισε να κινείται στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, δηλαδή στο δεξιό ρεύμα πορείας, ότι ενώ η πεζή βρισκόταν στο μέσον περίπου του οδοστρώματος, (του δεξιού ρεύματος πορείας) και είχε διανύσει περίπου 13 μέτρα, ενόψει συνολικού πλάτους του οδοστρώματος 18 μέτρων, (που προκύπτει με απλό μαθηματικό υπολογισμό), η μοτοσικλέτα επέπεσε στην πεζή, παρά το γεγονός ότι η οδός ήταν ευθεία σε μήκος 100 μέτρων, η κίνηση των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή και ότι ο οδηγός θα μπορούσε να αποφύγει την σύγκρουση, είτε με αποφευκτικό ελιγμό, είτε με τροχοπέδηση, εάν οδηγούσε με την επιμέλεια μέσου συνετού οδηγού μοτοσικλέτας.
Επίσης, ως προς το ζήτημα της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης, δέχθηκε με σαφή αιτιολογία ότι η έλλειψη αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το δυστύχημα, όπως τότε ο νόμος απαιτούσε, ενόψει του χρόνου τέλεσης του δυστυχήματος, στις 8-8-2005, (δηλ. πριν την ισχύ του Νόμου 3557/2007 που, σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 6β παρ. 1 περ. α’ αυτού και σε αντιδιαστολή των περ. β’ και γ’ αυτού, δεν απαιτούνταν αιτιώδης συνάφεια) και ρητά μνημονεύει τις διατάξεις των άρθρ. 13 παρ. 2 και 3 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ που απαιτούν ο οδηγός να κατέχει την απαιτούμενη άδεια οδήγησης και την επιδεξιότητα να οδηγεί. Εκτός τούτων, με σαφή αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει ότι το όριο ταχύτητας ήταν εκείνο που καθορίζεται για κατοικημένη περιοχή και αναφέρει την διάταξη του άρθρ. 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, η οποία ορίζει τα 50 χλμ/ώρα και ότι η μοτοσικλέτα είχε υπερβεί το όριο αυτό και αιτιολογεί την κρίση της αυτή από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και την συνεπεία αυτής εκτίναξη του θύματος σε 8,30 μέτρα και την τελική θέση της μοτοσικλέτας σε 48,50 μέτρα μετά από το σημείο σύγκρουσης. Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής για τις συνθήκες φωτισμού που επικρατούσαν κατά το χρόνο του δυστυχήματος, δηλαδή ότι ήταν νύκτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό και της παραδοχής, ότι δεν υπήρχαν φυσικά ή τεχνικά εμπόδια, που να περιορίζουν την ορατότητα του οδηγού, δηλαδή δένδρα, στύλοι κ.λπ. εμπόδια, φυσικά ή τεχνικά. Τέλος η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόσταση, που μεσολαβούσε μεταξύ της πεζής, όταν αυτή κατήλθε στο οδόστρωμα και του οχήματος καλύπτεται από τις παραπάνω σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, που εφαρμόστηκαν και επομένως έχει νόμιμη βάση. Κατόπιν τούτου ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση του θανατωθέντος προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (επομένως και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στον άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Τέτοια περίπτωση προστήσεως υπάρχει όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος ενός αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του ή αν σύζυγος επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου από τη σύζυγό του ή ο πατέρας από τον υιό του, πράγμα που μπορεί να συμβεί, είτε όταν ο παραχωρήσας συνεπιβαίνει στο αυτοκίνητο, είτε όταν δεν συνεπιβαίνει. Στην περίπτωση αυτή ο παραχωρήσας ή εμπιστευθείς την οδήγηση κάτοχος ή ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου χαρακτηρίζεται ως προστήσας κατά την έννοια της ΑΚ 922. Σχέση εξάλλου προστήσεως υπάρχει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο της αγωγής δεν χρησιμοποιείται ρητώς ή λέξη πρόστηση, όμως παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν και την εξειδικεύουν, όπως τούτο συμβαίνει όταν στην αγωγή παρατίθεται ότι ο επιβαίνων στο ζημιογόνο αυτοκίνητο ως συνοδηγός ιδιοκτήτης του για οποιοδήποτε λόγο εμπιστεύεται και παραχωρεί την οδήγησή του σε άλλο πρόσωπο προς εκτέλεση συγκεκριμένης διαδρομής. Η διάταξη θεσπίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος, δηλαδή ευθύνη ανεξάρτητη από ίδιο πταίσμα του προστήσαντος. Επομένως στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστήσαντος ή ως προς την επίβλεψή του ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς είχε αναπτύξει πρωτοβουλία κατά την παροχή της υπηρεσίας που του ανατέθηκε (ΑΠ 1003/2011, πρβλ. επίσης ΑΠ 1409/2006).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/76 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 927 Α.Κ. προκύπτει ότι η καλύπτουσα ασφαλιστικώς την αστική ευθύνη εξ αυτοκινήτου εταιρεία, σε περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική ευθύνη, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 158/2015), αλλά δικαιούται, αν εναχθεί από τον ζημιωθέντα τρίτο, να στραφεί αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού, απαιτώντας όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο. Το δικαίωμα αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστού μετά την καταβολή, που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή πριν από την καταβολή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος, ο αντισυμβαλλόμενος και ο οδηγός. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. Ε’ του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή είναι επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 25 περ. 6 της Κ.4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/5-4-1978), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με τον Ν. 3557/2007 (ΑΠ 158/2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου του δυστυχήματος (8-8-2005), αποκλείεται από την ασφάλιση ζημία, όταν προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματός του το οποίο οδηγεί, άδεια οδήγησης. Και ναι μεν η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/76, αφού με αυτή δεν καθορίζεται κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα, υπέρ του ασφαλιστή, μπορεί να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρα 189 και 192 Εμπ.Ν. και μετά την κατάργησή τους, από το Ν. 2494/1997, άρθρο 1 παρ. 2 του νόμου τούτου), οπότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη. Η ρήτρα αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί στην σύμβαση ασφάλισης, είτε αυτοτελώς, είτε με παραπομπή στην ως άνω Υπουργική απόφαση, ενώ ως επαρκής παραπομπή θεωρείται και η απλή αναφορά του αριθμού του ΦΕΚ, στο οποίο έχει δημοσιευθεί η εν λόγω Υπουργική απόφαση, χωρίς πρόσθετη αναφορά του αριθμού αυτής, αφού μέσω της παραπομπής αυτής στο ΦΕΚ είναι δυνατή η γνώση του περιεχομένου της Υπουργικής Απόφασης.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο ασφαλιστής, ασκώντας αγωγή εξ αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, λόγω παραβάσεως του καθιερούμενου από την άνω διάταξη ασφαλιστικού βάρους, οφείλει να επικαλεσθεί μόνο το αντικειμενικό περιστατικό της παραβάσεως αυτής. Κατ’ αρχήν, είναι δεδομένη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος και δεν είναι απαραίτητη η επίκληση της υπαιτιότητας των εξ αναγωγής υπόχρεων στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, δηλαδή της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδήγησης χωρίς άδεια ικανότητας οδήγησης και της σύγκρουσης, διότι προϋπόθεση της βασιμότητας της αναγωγής είναι η προηγούμενη ευδοκίμηση της κύριας αγωγής, που προϋποθέτει υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (ΑΠ 997/2014). Ανταπόδειξη της αιτιώδους συνάφειας μπορεί να γίνει δεκτή σε περιορισμένη έκταση στο βαθμό που το ατύχημα προκλήθηκε όχι από πλημμελή οδήγηση, αλλά από κάποιο τεχνητό ελάττωμα ή από αποκλειστικό πταίσμα τρίτου (ΑΠ 1467/2009 πρβλ. επίσης, ΑΠ 2277/2009).
Περαιτέρω, τα πρόσωπα, κατά των οποίων δύναται να στραφεί αναγωγικά ο ασφαλιστής, σε περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη και να ζητήσει όσα κατέβαλε ή πρόκειται να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, είναι ο οδηγός, ο ασφαλισμένος και ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος). Κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου εκ των προσώπων αυτών, έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 2277/2009). Τα ως άνω πρόσωπα, όμως, δεν έχουν ευθύνη εξ αναγωγής, από μόνο το γεγονός ότι φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Προϋπόθεση είναι να μπορεί η παράβαση να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκάστου από τα ως άνω πρόσωπα, δηλαδή του οδηγού, του ασφαλισμένου και του αντισυμβαλλομένου, εάν τα δύο τελευταία πρόσωπα είναι διαφορετικά από τον οδηγό. Το ζήτημα αυτό δεν ρυθμίζεται (γενικά ή ειδικά) ούτε στο άρθρ. 25 της Κ4/585/1978 Υπ. απόφασης, η οποία εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου του ατυχήματος, ούτε στο Ν. 2496/1997 και η σχετική απάντηση δίδεται με προσφυγή στις γενικές διατάξεις του Α.Κ., που ρυθμίζουν τις περιπτώσεις της μη ομαλής εξέλιξης της σύμβασης (330, 335, 336, 337 ΑΚ), και καθιερώνουν την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας. Επομένως, η ύπαρξη της υπαιτιότητας τεκμαίρεται, κατ’ αρχήν, ότι υπάρχει και στο πρόσωπο του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχώρησε την οδήγηση αυτού. Ο εναγόμενος - ιδιοκτήτης, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει να επικαλεσθεί, (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση, κατά τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος (ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 2277/2009).
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ’ αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/2012).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν νόμιμα και ειδικότερα δέχθηκε: Α) την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτού και του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας και Β) την ενσωμάτωση του όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης, ως δεσμευτικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, αν και οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί-πράγματα δεν αναφέρονται στην παρεπίμπτουσα αγωγή - αναγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας. Επίσης με τον ίδιο 2ο αναιρετικό λόγο και κατά το συναφές Β’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο και εσφαλμένα δεν απέρριψε την εξ αναγωγής αγωγή ως αόριστη, διότι σ’ αυτήν δεν εκτίθεται α) ότι ο συμβατικός όρος της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω της έλλειψης άδειας οδήγησης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 της Κ4 585/1978 Υπουργικής απόφασης ενσωματώθηκε στην ασφαλιστική σύμβαση, β) ο τρόπος της ενσωμάτωσης του ως άνω συμβατικού όρου εξαίρεσης και γ) τα περιστατικά που θεμελιώνουν την γνώση του αναιρεσείοντα - ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας περί του ότι ο οδηγός αυτής δεν κατείχε νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης, ισχυρισμούς που είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε νόμιμα και στο Εφετείο (άρθρ. 240 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες έρευνας των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης της εξ αναγωγής αγωγής, προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τα ζητήματα της πρόστησης του οδηγού από τον αναιρεσείοντα και της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του τα ακόλουθα: "Όπως προαναφέρθηκε, ο Δ. Τ. παραχώρησε, οικειοθελώς, την επιζήμια μοτοσικλέτα στον οδηγό της Π. Κ.. Ο αρνητικός της αγωγής, ισχυρισμός του, ότι δηλαδή, ο Π. Κ. πήρε τα κλειδιά και τη μοτοσικλέτα, χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί, δεν αποδείχθηκε. Ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρας, Ε. Π. κατέθεσε ότι βρισκόταν στην παρέα των Δ. Τ. και Π. Κ. και ότι ο Δ. Τ. παρέδωσε με τη θέλησή του τα κλειδιά της μοτοσικλέτας στον Π. Κ., επειδή το μοτοποδήλατο του τελευταίου είχε βλάβη στα φώτα, καθώς και ότι ήταν σύνηθες φαινόμενο μεταξύ φίλων να ανταλλάσσουν οχήματα. Τα ίδια επιβεβαίωσαν και οι Χ. Χ. και Ι. Π. (βλ. τις με αριθμούς .../28-12-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ε. Τ. - Β., αντίστοιχα). Βεβαίως, οι καταθέσεις αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση μ’ αυτήν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, του Α. Ζ. και αυτήν του Π. Κ., οι οποίοι, εν ολίγοις, κατέθεσαν ότι, ο Π. Κ. αυτοβούλως και χωρίς τα ζητήσει την άδεια του Δ. Τ., αφαίρεσε, σε χρόνο που ο τελευταίος δεν είχε τεταμένη την προσοχή του, από την κατοχή του, τα κλειδιά της μοτοσικλέτας, αλλά και την ίδια τη μοτοσικλέτα και τη χρησιμοποίησε χωρίς να αντιληφθεί οτιδήποτε ο Δ. Τ., παρά, μόνον, όταν, αργότερα, επιθυμώντας να αναχωρήσει από την πλαζ, αναζήτησε τα κλειδιά του. Από τις, αντίθετες αυτές, ένορκες καταθέσεις, λαμβανόμενες υπ’ όψη κατά το λόγο κρίσης των εξετασθέντων μαρτύρων και λαμβάνοντας υπ’ όψη και τις, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνήθειες των νεαρών ατόμων, στην ηλικία των δύο εναγόμενων, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι, πράγματι, ο Δ. Τ. παρέδωσε, με τη θέλησή του τα κλειδιά και τη μοτοσικλέτα στον Π. Κ., προκειμένου να τον εξυπηρετήσει. Τούτο ανέφερε, από την πρώτη στιγμή και ο Π. Κ., ενώ, η, κατά τον ισχυρισμό του, συμπεριφορά, πού επέδειξε, να μην αναφέρει, δηλαδή, την "κλοπή" της μοτοσικλέτας του στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα, ούτε και να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, δεν συνάδει με τους κανόνες της λογικής ούτε και με όσα ένας μέσος, συνετός άνθρωπος, θα έπραττε σε ανάλογη περίπτωση...". Εξάλλου από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της εξ αναγωγής αγωγής προκύπτει ότι η παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία είχε ενσωματώσει σ’ αυτήν το κείμενο της κύριας αγωγής και είχε εκθέσει, ότι τη ζημιογόνο μοτοσικλέτα την οδηγούσε ο 1ος κυρίως εναγόμενος κατά οικειοθελή παραχώρηση του ιδιοκτήτη της, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου της, εφόσον ρητά στην αναγωγή αναφέρεται ότι αποκλείονται από την ασφαλιστική κάλυψη ζημιές που προξενούνται από πρόσωπα που έχουν επιληφθεί αυτογνωμόνως του οχήματος και ότι ο Ασφαλιστής δικαιούται στην περίπτωση αυτή να στραφεί κατά του ιδιοκτήτη. Επομένως με επάρκεια είχαν παρατεθεί στην αναγωγή τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούσαν την σχέση πρόστησης, με βάση την οποία ο αναιρεσείων ιδιοκτήτης είχε εμπιστευθεί την οδήγηση της μοτοσικλέτας του στον οδηγό αυτής και ότι η ασφαλιστική εταιρεία, δηλαδή η εξ αναγωγής ενάγουσα είχε δικαίωμα να στραφεί εναντίον του ιδιοκτήτη, ως αντισυμβαλλόμενου στην μεταξύ τους ισχυρή Σύμβαση ασφάλισης, επειδή είχε ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι ο προστηθείς οδηγός δεν κατείχε άδεια οδήγησης. Και είναι αληθές ότι στην αναγωγή δεν αναφέρεται ρητά η λέξη "πρόστηση", πλην όμως παρατίθενται με λογική ακολουθία τα πραγματικά περιστατικά, που την συγκροτούν και θεμελιώνουν την γνήσια αντικειμενική ευθύνη του αναιρεσείοντα ιδιοκτήτη ως προστήσαντα τον οδηγό. Επίσης αρκούσε στο δικόγραφο της αναγωγής η αναφορά του άρθρου 25 περ. 6 της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης, (υπό την ισχύ της οποίας συνέβη το δυστύχημα, το έτος 2005, πριν την κατάργηση αυτής από τον Ν. 3557/2007), για να θεμελιωθεί η αξίωση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ιδιοκτήτη και ήδη αναιρεσείοντα λόγω ενεργοποίησης του συμβατικού όρου της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι το ατύχημα προκλήθηκε από οδηγό που δεν είχε άδεια οδήγησης, εφόσον ο νόμος, όπως τότε ίσχυε, αρκούσε να αναφέρεται στην σύμβαση και μόνον το ΦΕΚ, που προέβλεπε την ανωτέρω υπουργική απόφαση.
Συνεπώς, το Εφετείο όχι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, δηλαδή τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας περί ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ του ιδιοκτήτη και του οδηγού της μοτοσικλέτας και περί της ενσωμάτωσης του συμβατικού όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης από τον προστηθέντα οδηγό αυτής και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Επίσης, το Εφετείο όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την εξ αναγωγής αγωγή λόγω αοριστίας αυτής, διότι η αναγωγή ήταν αρκούντως ορισμένη και συνεπώς δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα ο 2ος αναιρετικός λόγος κατά τα σχετικά Α και Β περ. α’ και β’ , σκέλη αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω και όσον αφορά την αιτίαση του 2ου αναιρετικού λόγου κατά το Β’ σκέλος αυτού περίπτωση γ’ , περί δικονομικής αοριστίας της αναγωγής, διότι δεν περιείχε περιστατικά που να θεμελιώνουν την γνώση του αναιρεσείοντα ως παρεμπιπτόντως εναγομένου, ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας, περί του ότι ο προστηθείς οδηγός εστερείτο άδειας οδήγησης, πρέπει επίσης να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η έλλειψη γνώσης του ιδιοκτήτη δεν συνιστά στοιχείο για το ορισμένο της αναγωγής, αλλά αποτελεί ένσταση του ιδιοκτήτη, του οποίου τεκμαίρεται η υπαιτιότητα, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται και συνεπώς ο ιδιοκτήτης, για να καταρρίψει το σε βάρος του τεκμήριο, πρέπει αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι είτε δεν γνώριζε, είτε δεν μπορούσε να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του οχήματός του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση κατά το χρόνο της επέλευσης του ατυχήματος. Επομένως ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις και ειδικότερα, ως ουσιαστικά αβάσιμος (κατά το Α’ και Β’ σκέλος, περ. α’ και β’ αυτού) και ως απαράδεκτος κατά το Β’ σκέλος περ. γ’ αυτού).
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση αυτής, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 περ. Βδ’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, ενώ δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντα και υπέρ των απολειπομένων 1ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων, διότι αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη ως προς την 2η αναιρεσίβλητη την από 15-4-2016 (αρ. κατ. …2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 120/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΘΑΝΑΣΙΜΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΕΖΗΣ ΑΠΟ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑ ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΡΟΜΟ – Η ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕ ΣΤΟΝ ΟΔΗΓΟ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΔΕΙΑΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΟΔΗΓΟΥ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ – ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΠΕΖΗΣ ΚΑΤΑ 20% ΚΑΘΩΣ ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΑ ΔΙΑΒΑΣΗ Ή ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – Ορθώς κρίθηκε ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας, Π. Κ. και της θανούσας πεζής, Ε. Γ., (80%- 20%) καθώς και οι δύο δεν κατέβαλαν την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσαν, ενόψει των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλαν, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και, κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός μοτοσικλέτας ο πρώτος και ως πεζή η δεύτερη – Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης (300, 330 , 914 Α.Κ. , άρθρ. 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 12, 13, 19, 20, 38 ΚΟΚ)
ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΣΤΗΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑΣ ΚΑΙ ΟΔΗΓΟΥ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ – ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ – ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΡΗΤΡΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΓΙΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ ΛΟΓΩ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΔΗΓΟΥ (ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΟΣΤΗΘΕΙΣ) – ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΤΡΙΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΥΤΗΣ ΓΙΑ ΑΓΩΓΗ ΕΞ ΑΝΑΓΩΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ Ή ΤΟΥ ΚΑΤΟΧΟΥ – Εν προκειμένω ο αναιρεσείων ιδιοκτήτης είχε εμπιστευθεί την οδήγηση της μοτοσικλέτας του στον οδηγό αυτής και η ασφαλιστική εταιρεία, δηλαδή η εξ αναγωγής ενάγουσα είχε δικαίωμα να στραφεί εναντίον του ιδιοκτήτη, ως αντισυμβαλλόμενου στην μεταξύ τους ισχυρή Σύμβαση ασφάλισης, επειδή είχε ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι ο προστηθείς οδηγός δεν κατείχε άδεια οδήγησης – Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης (922 ΑΚ, αρθρ. 11 πδ 237/86, 927 ΑΚ)
Αριθμός 1680/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ...., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ...., ενώ οι 1ος, 2η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2007 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και των Γ. και Ε. Κ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε θυγατέρας τους - ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκε με την από 27-9-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2014 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ. β’ περ. β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 180/2014).
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ’ άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ’ αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην της 2ης αναιρεσίβλητης - εφεσίβλητης, Μ. Κ., η οποία ήταν ανήλικη και είχε εκπροσωπηθεί ενώπιον του Εφετείου από τους γονείς της, Γ. και Ε., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα αυτής. Η 2η αναιρεσιβλητη, ενηλικιώθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς, κατ’ αρχήν παραδεκτά η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ’ αυτής ατομικά. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 31-10-2014, χωρίς όμως από το φάκελο της δικογραφίας να προκύπτει ότι έχει κοινοποιηθεί στην απολειπομένη τότε εφεσίβλητη και ήδη 2η αναιρεσιβλητη, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων επικαλείται κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν άρχισε να τρέχει για την 2η αναιρεσιβλητη η 15ήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ. 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα, ως προς αυτήν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, σε αντίθεση με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους (1ο, 3η και 4ο τούτων), απλούς ομοδίκους, ως προς τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και παραδεκτά απευθύνεται εναντίον τους η αίτηση αναίρεσης, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αδικοπρακτικής ευθύνης περισσοτέρων, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη (ΑΠ 658/2012). Επομένως, κατόπιν τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου, να κηρυχθεί απαράδεκτη (ως δικόγραφο) ως προς την 2η αναιρεσίβλητη, κατ’ άρθρ. 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα δεν επιδικάζονται, διότι η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική κατ’ άρθρ. 191 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον δεν τέμνει ολοκληρωτικά τη διαφορά της δίκης.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση και αναφορικά με την ερημοδικία του 1ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους ερευνάται η αίτηση αναίρεσης, όπως και ως προς την παριστάμενη 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 15-4-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αρ. 120/ 2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, με την από 5-7-2016 Πράξη της Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό πινακίου …. Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ... /21-7-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Σ. Ρ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ατομικά (άρθρ. 124 παρ. 2, 126 παρ. 1α ΚΠολΔ), στον 1ο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Επίσης, από την υπ’ αρ. ...16-9-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, Β. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση (άρθρ. 128 παρ. 4 ΚΠολΔ) στον 4ο αναιρεσίβλητο. Στην έκθεση επίδοσης έχει επισυναφθεί η από 19-9-2016 απόδειξη παράδοσης αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στα ΕΛΤΑ Μυτιλήνης και η από 16-9-2016 όμοια απόδειξη στο Αστυνομικό Τμήμα Μυτιλήνης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1ος και 4ος αναιρεσίβλητοι, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων και η 3η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Επομένως, αφού οι 1ος και 4ος αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
Εξάλλου η κρινόμενη από 15-4-2016 (αρ. κατ. …2016) αίτηση αναίρεσης της υπ’ αρ. 120/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση Ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), ως προς τους 1ο, 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων, κατά των οποίων απευθύνεται παραδεκτά είναι εμπρόθεσμη και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους". Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας... κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας...".
Επίσης, κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την κατά τις σχετικές διατάξεις προβλεπόμενη άδεια οδήγησης...", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου "ο οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος... επιβάλλεται να έχει κατά τις σχετικές διατάξεις, αναγκαίες γνώσεις και επιδεξιότητα για να οδηγεί". Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα...". Τέλος, κατά το άρθρο 38 ΚΟΚ, με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται:...α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι με ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 - 300, 330 εδ. β’ , 914, 932 ΑΚ, άρθρ. 10 Ν. ΓΠΝ/1911 και αυτές σε συνδ. άρθρ. 12 παρ. 1, 13 παρ. 2 και 3, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1 και 38 παρ. 4 εδ. ε’ Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα προσώπων και της υποχρέωσης των υπευθύνων σε καταβολή αποζημίωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η από 15-5-2007 (αρ. κατ. 145/2007) κύρια αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου-γιου του θύματος-πεζής και της, τότε ανήλικης, ανεψιάς του θύματος, (ως προς την οποία δεν ερευνάται πλέον η αίτηση αναίρεσης) απευθυνόταν κατά του οδηγού και του ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αυτής, οι οποίοι παρίστανται στην αναιρετική δίκη με την ιδιότητα του 4ου αναιρεσιβλήτου, αναιρεσείοντα και 3ης αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, συνεκδικάστηκε με την από 27-9-2007 (αρ. κατ. …2007) παρεπίμπτουσα αγωγή - αναγωγή της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά του οδηγού και του ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας (ήδη 4ου αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντα, αντίστοιχα). Επί της κύριας αγωγής και της αναγωγής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 150/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία δέχτηκε την κύρια αγωγή ως προς τον κυρίως ενάγοντα - γιο του θύματος και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο (ενώ την απέρριψε ως μη νόμιμη κατά της ανήλικης ως άνω ανεψιάς του θύματος). Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αναγωγή και υποχρέωσε τους παρεπιμπτόντως εναγομένους να καταβάλουν στην παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία κάθε ποσό που τυχόν αυτή θα καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα - συγγενή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις και ειδικότερα, η από 10-7-2008 (αρ. κατ. ….2008) έφεση του γιου του θύματος, η από 15-7-2008 (αρ. κατ. …2008) έφεση του κυρίου της μοτοσικλέτας (ήδη αναιρεσείοντα) και η από 23-9-2008 (αρ. κατ. ….2008) έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε (ερήμην της τότε ανήλικης) η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 120/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις του ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας και της ασφαλιστικής εταιρείας και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του συγγενή του θύματος (ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου).
Ακολούθως το Εφετείο αφού ερεύνησε την κύρια αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι κυρίως εναγόμενοι (οδηγός, ιδιοκτήτης και ασφαλιστική εταιρεία) είναι σε ολόκληρο υπόχρεοι να καταβάλουν νομιμότοκα στον κυρίως ενάγοντα το συνολικό ποσό των 62.096 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία επίσης παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του 1ου αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος και την συμπεριφορά των εμπλεκομένων σ’ αυτό προσώπων και ειδικότερα ως προς την σε ολόκληρο ευθύνη του αναιρεσείοντα - ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:
"To απόγευμα της 8-8-2005, μια παρέα νεαρών, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι, Π. Κ. και Δ. Τ., διασκέδαζαν στην πλαζ του EOT στη Μυτιλήνη. Αποφάσισαν να συνεχίσουν τη διασκέδασή τους και τις νυκτερινές ώρες, αλλά, επειδή ο εναγόμενος Π. Κ., θέλησε να πάει στην κατοικία του, προκειμένου να ετοιμαστεί για τη νυκτερινή διασκέδαση και η μοτοσικλέτα του, με την οποία είχε πάει στην πλαζ, είχε παρουσιάσει πρόβλημα στο σύστημα φωτισμού της, ζήτησε από τον, επίσης, εναγόμενο Δ. Τ. να του παραχωρήσει τη δική του μοτοσικλέτα, που λειτουργούσε κανονικά. Ο τελευταίος του παρέδωσε, οικειοθελώς, τα κλειδιά της μοτοσικλέτας και ο Π. Κ. κατευθύνθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης. Περί ώρα 21:15, νύκτα και με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό, οδηγούσε την προαναφερόμενη, με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του Δ. Τ., η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στην Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "...", χωρίς να διαθέτει τη σχετική προς τούτο άδεια ικανότητας οδηγού, καθώς δεν είχε συμπληρώσει, ακόμη, το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του και εκινείτο επί της οδού ..., στην πόλη της Μυτιλήνης, με κατεύθυνση προς το κέντρο αυτής, στο ύψος του καφεζαχαροπλαστείου "...". Στο σημείο αυτό η οδός έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 18 μέτρα, με επικάλυψη άσφαλτο, είναι ευθεία σε απόσταση (100) μέτρων, ενώ δεξιά και αριστερά του οδοστρώματος υπάρχουν χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων και αστικών - υπεραστικών λεωφορείων. Το οδόστρωμα ήταν ξηρό, ενώ δεν υπήρχαν φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, που να περιορίζουν την ορατότητα και η κίνηση πεζών και οχημάτων ήταν αραιή.
Τον ίδιο χρόνο, η Ε. Γ. και η ανήλικη Μ. Κ., ευρισκόμενες στο αριστερό, σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας άκρο της οδού, επιχείρησαν να τη διασχίσουν κάθετα, προκειμένου να συναντήσουν τους γονείς της ανήλικης, που τις ανέμεναν στην άλλη άκρη της οδού. Κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε στην περιοχή διάβαση για τους πεζούς. Διέσχισαν το αριστερό σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας ρεύμα κυκλοφορίας και συνέχισαν την πορεία τους, διασχίζοντας, κάθετα και το ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας. Ενώ βρίσκονταν στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας, με την ανήλικη να προπορεύεται και την Ε. Γ. να ακολουθεί, ο Π. Κ. επέπεσε με τη μοτοσικλέτα στην Ε. Γ., με αποτέλεσμα να την τραυματίσει, να ανατραπεί η μοτοσικλέτα, που οδηγούσε και να τραυματιστεί και ο ίδιος. Η τραυματισμένη πεζή μεταφέρθηκε αρχικά στα εξωτερικά ιατρεία του ... Νοσοκομείου Μυτιλήνης, εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και στη συνέχεια, διακομίστηκε διασωληνωμένη στο Π.Γ.Ν. Αθηνών "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου, στις 14-8-2005, απεβίωσε, συνεπεία των τραυμάτων της (βλ. σχετικά το με αριθμό πρωτ. .../19-8-2005 έγγραφο του ... Νοσοκομείου προς το Τμήμα Τροχαίας Μυτιλήνης, τη με αριθμό πρωτ. .../16-8-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας του Ιατροδικαστή Ι. Α., τη με αριθμό πρωτ. ...-8-2005 δήλωση θανάτου του Π.Γ.Ν. Αθηνών "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και τη με αριθμό ...17-8-2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Βύρωνα Αττικής).
Με βάση τα περιστατικά αυτά. το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας, Π. Κ. και της θανούσας πεζής, Ε. Γ., κατά ποσοστό 80% του οδηγού και κατά ποσοστό 20% της θανούσας - πεζής, καθώς και οι δύο δεν κατέβαλαν την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσαν, ενόψει των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλαν, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και, κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός μοτοσικλέτας ο πρώτος και ως πεζή η δεύτερη (άρθρο 330 ΑΚ) και η οποία θα οδηγούσε στην πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος. Ειδικότερα, ο πρώτος οδηγός, εξαιτίας της ανεπιτηδειότητάς του περί την οδήγηση του συγκεκριμένου οχήματος, για το οποίο, όπως προαναφέρθηκε δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού και λόγω έλλειψης της προσοχής, κατά την οδήγηση, δεν αντιλήφθηκε την πεζή, που βρισκόταν στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας του, παρότι δεν υπήρχε κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, που να περιορίζει την ορατότητά του. Περαιτέρω, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το επιτρεπόμενο όριο για την κίνηση των οχημάτων σε κατοικημένη περιοχή, όπως τούτο προκύπτει τόσο από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, όσο και από την τελική θέση του θύματος, σε απόσταση 8,30 μέτρων από το σημείο της πρόσκρουσης, αλλά και της τελικής θέσης της μοτοσικλέτας, σε απόσταση 48,50 μέτρων (βλ. την από 8-8-2005 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Μυτιλήνης και το σχεδιάγραμμα, που τη συνοδεύει), παρά την έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης.
Ο ίδιος, επίσης, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του εγκαίρως, αναλόγως των ως άνω ειδικών συνθηκών (νύχτα, ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός), κατά τρόπο ώστε να ασκεί επ’ αυτού τον επιβαλλόμενο έλεγχο. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να μην κατορθώσει να αποφύγει την πεζή, πράγμα που θα μπορούσε να πράξει, εάν επιδείκνυε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και επιχειρούσε ελιγμό ή πέδηση, δεδομένου ότι η κίνηση στο σημείο αυτό ήταν αραιή και θα μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια. Η πεζή, Ε. Γ., είναι συνυπαίτια, κατά το ανώτερο ποσοστό (20%), του επίδικου ατυχήματος, διότι διασχίζοντας κάθετα την άνω οδό, από σημείο στο οποίο δεν υπάρχει διάβαση πεζών, δεν έλεγξε επισταμένως την κίνηση των οχημάτων σ’ αυτή πριν εισέλθει στο οδόστρωμα και δεν σταμάτησε στο μέσο της οδού, προκειμένου να ελέγξει και την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα, όπως όφειλε, παρότι, εάν το έπραττε, θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον πρώτο εναγόμενο, που εκινείτο προς το μέρος της, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η οδός ... είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και με ευχέρεια θα μπορούσε να αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσικλέτα, από τα φώτα της. Ο, πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός, ότι δηλαδή, η μοτοσικλέτα δεν είχε φώτα πορείας σε λειτουργία δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, καθώς από τη από 18-8-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι οι ζημίες στο εμπρόσθιο φως της προέρχονται από την ανατροπή της, ενώ, όπως προαναφέρθηκε ο Π. Κ. παρέλαβε τη μοτοσικλέτα αυτή επειδή στη δική του δεν λειτουργούσε το σύστημα φωτισμού. Από τις προεκτεθείσες πράξεις και παραλείψεις του πρώτου εναγόμενου και της θανούσας, οι οποίες τελούν σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα και συνιστούν παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 2 και 3, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., όπως ισχύει για τον πρώτο εναγόμενο και των άρθρων 12 παρ. 1 και 38 παρ. 4 εδ. ε’ του ίδιου Νόμου για τη θανούσα, προκύπτει ότι αμφότεροι, κατά τη στοιχειοθέτηση της αμέλειάς τους, δεν προείδαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και δεν απέτρεψαν την ένδικη σύγκρουση...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις κανόνα δικαίου, στο πραγματικό των οποίων υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα που δικαιολογεί το διατακτικό της απόφασής του με σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει νόμιμη βάση διότι δεν προσδιορίζει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, το ανώτατο όριο ταχύτητας, την απόσταση που μεσολαβούσε μεταξύ της μοτοσικλέτας και της πεζής, όταν αυτή κατήλθε στο οδόστρωμα, το σημείο του οδοστρώματος στο οποίο εκινείτο η μοτοσικλέτα, πόσα μέτρα είχε διανύσει η πεζή εντός του οδοστρώματος, εάν απέμενε ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος, για να διέλθει η μοτοσικλέτα, διότι η πεζή εκινείτο σε στίχους με την ανήλικη ανηψιά της, καθώς και εάν η έλλειψη της άδειας οδήγησης του οδηγού συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα της σύγκρουσης, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού,που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι το Εφετείο με σαφή και με λογική ακολουθία αιτιολογία δέχτηκε ότι η πεζή διέσχισε το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας και συνέχισε να κινείται στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, δηλαδή στο δεξιό ρεύμα πορείας, ότι ενώ η πεζή βρισκόταν στο μέσον περίπου του οδοστρώματος, (του δεξιού ρεύματος πορείας) και είχε διανύσει περίπου 13 μέτρα, ενόψει συνολικού πλάτους του οδοστρώματος 18 μέτρων, (που προκύπτει με απλό μαθηματικό υπολογισμό), η μοτοσικλέτα επέπεσε στην πεζή, παρά το γεγονός ότι η οδός ήταν ευθεία σε μήκος 100 μέτρων, η κίνηση των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή και ότι ο οδηγός θα μπορούσε να αποφύγει την σύγκρουση, είτε με αποφευκτικό ελιγμό, είτε με τροχοπέδηση, εάν οδηγούσε με την επιμέλεια μέσου συνετού οδηγού μοτοσικλέτας.
Επίσης, ως προς το ζήτημα της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης, δέχθηκε με σαφή αιτιολογία ότι η έλλειψη αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το δυστύχημα, όπως τότε ο νόμος απαιτούσε, ενόψει του χρόνου τέλεσης του δυστυχήματος, στις 8-8-2005, (δηλ. πριν την ισχύ του Νόμου 3557/2007 που, σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 6β παρ. 1 περ. α’ αυτού και σε αντιδιαστολή των περ. β’ και γ’ αυτού, δεν απαιτούνταν αιτιώδης συνάφεια) και ρητά μνημονεύει τις διατάξεις των άρθρ. 13 παρ. 2 και 3 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ που απαιτούν ο οδηγός να κατέχει την απαιτούμενη άδεια οδήγησης και την επιδεξιότητα να οδηγεί. Εκτός τούτων, με σαφή αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει ότι το όριο ταχύτητας ήταν εκείνο που καθορίζεται για κατοικημένη περιοχή και αναφέρει την διάταξη του άρθρ. 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, η οποία ορίζει τα 50 χλμ/ώρα και ότι η μοτοσικλέτα είχε υπερβεί το όριο αυτό και αιτιολογεί την κρίση της αυτή από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και την συνεπεία αυτής εκτίναξη του θύματος σε 8,30 μέτρα και την τελική θέση της μοτοσικλέτας σε 48,50 μέτρα μετά από το σημείο σύγκρουσης. Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής για τις συνθήκες φωτισμού που επικρατούσαν κατά το χρόνο του δυστυχήματος, δηλαδή ότι ήταν νύκτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό και της παραδοχής, ότι δεν υπήρχαν φυσικά ή τεχνικά εμπόδια, που να περιορίζουν την ορατότητα του οδηγού, δηλαδή δένδρα, στύλοι κ.λπ. εμπόδια, φυσικά ή τεχνικά. Τέλος η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόσταση, που μεσολαβούσε μεταξύ της πεζής, όταν αυτή κατήλθε στο οδόστρωμα και του οχήματος καλύπτεται από τις παραπάνω σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, που εφαρμόστηκαν και επομένως έχει νόμιμη βάση. Κατόπιν τούτου ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση του θανατωθέντος προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (επομένως και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στον άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Τέτοια περίπτωση προστήσεως υπάρχει όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος ενός αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του ή αν σύζυγος επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου από τη σύζυγό του ή ο πατέρας από τον υιό του, πράγμα που μπορεί να συμβεί, είτε όταν ο παραχωρήσας συνεπιβαίνει στο αυτοκίνητο, είτε όταν δεν συνεπιβαίνει. Στην περίπτωση αυτή ο παραχωρήσας ή εμπιστευθείς την οδήγηση κάτοχος ή ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου χαρακτηρίζεται ως προστήσας κατά την έννοια της ΑΚ 922. Σχέση εξάλλου προστήσεως υπάρχει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο της αγωγής δεν χρησιμοποιείται ρητώς ή λέξη πρόστηση, όμως παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν και την εξειδικεύουν, όπως τούτο συμβαίνει όταν στην αγωγή παρατίθεται ότι ο επιβαίνων στο ζημιογόνο αυτοκίνητο ως συνοδηγός ιδιοκτήτης του για οποιοδήποτε λόγο εμπιστεύεται και παραχωρεί την οδήγησή του σε άλλο πρόσωπο προς εκτέλεση συγκεκριμένης διαδρομής. Η διάταξη θεσπίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος, δηλαδή ευθύνη ανεξάρτητη από ίδιο πταίσμα του προστήσαντος. Επομένως στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστήσαντος ή ως προς την επίβλεψή του ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς είχε αναπτύξει πρωτοβουλία κατά την παροχή της υπηρεσίας που του ανατέθηκε (ΑΠ 1003/2011, πρβλ. επίσης ΑΠ 1409/2006).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/76 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 927 Α.Κ. προκύπτει ότι η καλύπτουσα ασφαλιστικώς την αστική ευθύνη εξ αυτοκινήτου εταιρεία, σε περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική ευθύνη, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 158/2015), αλλά δικαιούται, αν εναχθεί από τον ζημιωθέντα τρίτο, να στραφεί αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού, απαιτώντας όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο. Το δικαίωμα αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστού μετά την καταβολή, που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή πριν από την καταβολή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος, ο αντισυμβαλλόμενος και ο οδηγός. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. Ε’ του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή είναι επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 25 περ. 6 της Κ.4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/5-4-1978), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με τον Ν. 3557/2007 (ΑΠ 158/2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου του δυστυχήματος (8-8-2005), αποκλείεται από την ασφάλιση ζημία, όταν προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματός του το οποίο οδηγεί, άδεια οδήγησης. Και ναι μεν η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/76, αφού με αυτή δεν καθορίζεται κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα, υπέρ του ασφαλιστή, μπορεί να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρα 189 και 192 Εμπ.Ν. και μετά την κατάργησή τους, από το Ν. 2494/1997, άρθρο 1 παρ. 2 του νόμου τούτου), οπότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη. Η ρήτρα αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί στην σύμβαση ασφάλισης, είτε αυτοτελώς, είτε με παραπομπή στην ως άνω Υπουργική απόφαση, ενώ ως επαρκής παραπομπή θεωρείται και η απλή αναφορά του αριθμού του ΦΕΚ, στο οποίο έχει δημοσιευθεί η εν λόγω Υπουργική απόφαση, χωρίς πρόσθετη αναφορά του αριθμού αυτής, αφού μέσω της παραπομπής αυτής στο ΦΕΚ είναι δυνατή η γνώση του περιεχομένου της Υπουργικής Απόφασης.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο ασφαλιστής, ασκώντας αγωγή εξ αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, λόγω παραβάσεως του καθιερούμενου από την άνω διάταξη ασφαλιστικού βάρους, οφείλει να επικαλεσθεί μόνο το αντικειμενικό περιστατικό της παραβάσεως αυτής. Κατ’ αρχήν, είναι δεδομένη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος και δεν είναι απαραίτητη η επίκληση της υπαιτιότητας των εξ αναγωγής υπόχρεων στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, δηλαδή της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδήγησης χωρίς άδεια ικανότητας οδήγησης και της σύγκρουσης, διότι προϋπόθεση της βασιμότητας της αναγωγής είναι η προηγούμενη ευδοκίμηση της κύριας αγωγής, που προϋποθέτει υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (ΑΠ 997/2014). Ανταπόδειξη της αιτιώδους συνάφειας μπορεί να γίνει δεκτή σε περιορισμένη έκταση στο βαθμό που το ατύχημα προκλήθηκε όχι από πλημμελή οδήγηση, αλλά από κάποιο τεχνητό ελάττωμα ή από αποκλειστικό πταίσμα τρίτου (ΑΠ 1467/2009 πρβλ. επίσης, ΑΠ 2277/2009).
Περαιτέρω, τα πρόσωπα, κατά των οποίων δύναται να στραφεί αναγωγικά ο ασφαλιστής, σε περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη και να ζητήσει όσα κατέβαλε ή πρόκειται να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, είναι ο οδηγός, ο ασφαλισμένος και ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος). Κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου εκ των προσώπων αυτών, έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 2277/2009). Τα ως άνω πρόσωπα, όμως, δεν έχουν ευθύνη εξ αναγωγής, από μόνο το γεγονός ότι φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Προϋπόθεση είναι να μπορεί η παράβαση να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκάστου από τα ως άνω πρόσωπα, δηλαδή του οδηγού, του ασφαλισμένου και του αντισυμβαλλομένου, εάν τα δύο τελευταία πρόσωπα είναι διαφορετικά από τον οδηγό. Το ζήτημα αυτό δεν ρυθμίζεται (γενικά ή ειδικά) ούτε στο άρθρ. 25 της Κ4/585/1978 Υπ. απόφασης, η οποία εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου του ατυχήματος, ούτε στο Ν. 2496/1997 και η σχετική απάντηση δίδεται με προσφυγή στις γενικές διατάξεις του Α.Κ., που ρυθμίζουν τις περιπτώσεις της μη ομαλής εξέλιξης της σύμβασης (330, 335, 336, 337 ΑΚ), και καθιερώνουν την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας. Επομένως, η ύπαρξη της υπαιτιότητας τεκμαίρεται, κατ’ αρχήν, ότι υπάρχει και στο πρόσωπο του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχώρησε την οδήγηση αυτού. Ο εναγόμενος - ιδιοκτήτης, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει να επικαλεσθεί, (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση, κατά τον χρόνο επέλευσης του ατυχήματος (ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 2277/2009).
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ’ αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/2012).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν νόμιμα και ειδικότερα δέχθηκε: Α) την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτού και του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας και Β) την ενσωμάτωση του όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης, ως δεσμευτικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, αν και οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί-πράγματα δεν αναφέρονται στην παρεπίμπτουσα αγωγή - αναγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας. Επίσης με τον ίδιο 2ο αναιρετικό λόγο και κατά το συναφές Β’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο και εσφαλμένα δεν απέρριψε την εξ αναγωγής αγωγή ως αόριστη, διότι σ’ αυτήν δεν εκτίθεται α) ότι ο συμβατικός όρος της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω της έλλειψης άδειας οδήγησης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 της Κ4 585/1978 Υπουργικής απόφασης ενσωματώθηκε στην ασφαλιστική σύμβαση, β) ο τρόπος της ενσωμάτωσης του ως άνω συμβατικού όρου εξαίρεσης και γ) τα περιστατικά που θεμελιώνουν την γνώση του αναιρεσείοντα - ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας περί του ότι ο οδηγός αυτής δεν κατείχε νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης, ισχυρισμούς που είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε νόμιμα και στο Εφετείο (άρθρ. 240 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες έρευνας των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης της εξ αναγωγής αγωγής, προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τα ζητήματα της πρόστησης του οδηγού από τον αναιρεσείοντα και της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του τα ακόλουθα: "Όπως προαναφέρθηκε, ο Δ. Τ. παραχώρησε, οικειοθελώς, την επιζήμια μοτοσικλέτα στον οδηγό της Π. Κ.. Ο αρνητικός της αγωγής, ισχυρισμός του, ότι δηλαδή, ο Π. Κ. πήρε τα κλειδιά και τη μοτοσικλέτα, χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί, δεν αποδείχθηκε. Ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρας, Ε. Π. κατέθεσε ότι βρισκόταν στην παρέα των Δ. Τ. και Π. Κ. και ότι ο Δ. Τ. παρέδωσε με τη θέλησή του τα κλειδιά της μοτοσικλέτας στον Π. Κ., επειδή το μοτοποδήλατο του τελευταίου είχε βλάβη στα φώτα, καθώς και ότι ήταν σύνηθες φαινόμενο μεταξύ φίλων να ανταλλάσσουν οχήματα. Τα ίδια επιβεβαίωσαν και οι Χ. Χ. και Ι. Π. (βλ. τις με αριθμούς .../28-12-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ε. Τ. - Β., αντίστοιχα). Βεβαίως, οι καταθέσεις αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση μ’ αυτήν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, του Α. Ζ. και αυτήν του Π. Κ., οι οποίοι, εν ολίγοις, κατέθεσαν ότι, ο Π. Κ. αυτοβούλως και χωρίς τα ζητήσει την άδεια του Δ. Τ., αφαίρεσε, σε χρόνο που ο τελευταίος δεν είχε τεταμένη την προσοχή του, από την κατοχή του, τα κλειδιά της μοτοσικλέτας, αλλά και την ίδια τη μοτοσικλέτα και τη χρησιμοποίησε χωρίς να αντιληφθεί οτιδήποτε ο Δ. Τ., παρά, μόνον, όταν, αργότερα, επιθυμώντας να αναχωρήσει από την πλαζ, αναζήτησε τα κλειδιά του. Από τις, αντίθετες αυτές, ένορκες καταθέσεις, λαμβανόμενες υπ’ όψη κατά το λόγο κρίσης των εξετασθέντων μαρτύρων και λαμβάνοντας υπ’ όψη και τις, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνήθειες των νεαρών ατόμων, στην ηλικία των δύο εναγόμενων, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι, πράγματι, ο Δ. Τ. παρέδωσε, με τη θέλησή του τα κλειδιά και τη μοτοσικλέτα στον Π. Κ., προκειμένου να τον εξυπηρετήσει. Τούτο ανέφερε, από την πρώτη στιγμή και ο Π. Κ., ενώ, η, κατά τον ισχυρισμό του, συμπεριφορά, πού επέδειξε, να μην αναφέρει, δηλαδή, την "κλοπή" της μοτοσικλέτας του στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα, ούτε και να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, δεν συνάδει με τους κανόνες της λογικής ούτε και με όσα ένας μέσος, συνετός άνθρωπος, θα έπραττε σε ανάλογη περίπτωση...". Εξάλλου από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της εξ αναγωγής αγωγής προκύπτει ότι η παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία είχε ενσωματώσει σ’ αυτήν το κείμενο της κύριας αγωγής και είχε εκθέσει, ότι τη ζημιογόνο μοτοσικλέτα την οδηγούσε ο 1ος κυρίως εναγόμενος κατά οικειοθελή παραχώρηση του ιδιοκτήτη της, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου της, εφόσον ρητά στην αναγωγή αναφέρεται ότι αποκλείονται από την ασφαλιστική κάλυψη ζημιές που προξενούνται από πρόσωπα που έχουν επιληφθεί αυτογνωμόνως του οχήματος και ότι ο Ασφαλιστής δικαιούται στην περίπτωση αυτή να στραφεί κατά του ιδιοκτήτη. Επομένως με επάρκεια είχαν παρατεθεί στην αναγωγή τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούσαν την σχέση πρόστησης, με βάση την οποία ο αναιρεσείων ιδιοκτήτης είχε εμπιστευθεί την οδήγηση της μοτοσικλέτας του στον οδηγό αυτής και ότι η ασφαλιστική εταιρεία, δηλαδή η εξ αναγωγής ενάγουσα είχε δικαίωμα να στραφεί εναντίον του ιδιοκτήτη, ως αντισυμβαλλόμενου στην μεταξύ τους ισχυρή Σύμβαση ασφάλισης, επειδή είχε ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι ο προστηθείς οδηγός δεν κατείχε άδεια οδήγησης. Και είναι αληθές ότι στην αναγωγή δεν αναφέρεται ρητά η λέξη "πρόστηση", πλην όμως παρατίθενται με λογική ακολουθία τα πραγματικά περιστατικά, που την συγκροτούν και θεμελιώνουν την γνήσια αντικειμενική ευθύνη του αναιρεσείοντα ιδιοκτήτη ως προστήσαντα τον οδηγό. Επίσης αρκούσε στο δικόγραφο της αναγωγής η αναφορά του άρθρου 25 περ. 6 της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης, (υπό την ισχύ της οποίας συνέβη το δυστύχημα, το έτος 2005, πριν την κατάργηση αυτής από τον Ν. 3557/2007), για να θεμελιωθεί η αξίωση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ιδιοκτήτη και ήδη αναιρεσείοντα λόγω ενεργοποίησης του συμβατικού όρου της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι το ατύχημα προκλήθηκε από οδηγό που δεν είχε άδεια οδήγησης, εφόσον ο νόμος, όπως τότε ίσχυε, αρκούσε να αναφέρεται στην σύμβαση και μόνον το ΦΕΚ, που προέβλεπε την ανωτέρω υπουργική απόφαση.
Συνεπώς, το Εφετείο όχι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, δηλαδή τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας περί ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ του ιδιοκτήτη και του οδηγού της μοτοσικλέτας και περί της ενσωμάτωσης του συμβατικού όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης από τον προστηθέντα οδηγό αυτής και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Επίσης, το Εφετείο όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την εξ αναγωγής αγωγή λόγω αοριστίας αυτής, διότι η αναγωγή ήταν αρκούντως ορισμένη και συνεπώς δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα ο 2ος αναιρετικός λόγος κατά τα σχετικά Α και Β περ. α’ και β’ , σκέλη αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω και όσον αφορά την αιτίαση του 2ου αναιρετικού λόγου κατά το Β’ σκέλος αυτού περίπτωση γ’ , περί δικονομικής αοριστίας της αναγωγής, διότι δεν περιείχε περιστατικά που να θεμελιώνουν την γνώση του αναιρεσείοντα ως παρεμπιπτόντως εναγομένου, ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας, περί του ότι ο προστηθείς οδηγός εστερείτο άδειας οδήγησης, πρέπει επίσης να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η έλλειψη γνώσης του ιδιοκτήτη δεν συνιστά στοιχείο για το ορισμένο της αναγωγής, αλλά αποτελεί ένσταση του ιδιοκτήτη, του οποίου τεκμαίρεται η υπαιτιότητα, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται και συνεπώς ο ιδιοκτήτης, για να καταρρίψει το σε βάρος του τεκμήριο, πρέπει αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι είτε δεν γνώριζε, είτε δεν μπορούσε να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του οχήματός του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση κατά το χρόνο της επέλευσης του ατυχήματος. Επομένως ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις και ειδικότερα, ως ουσιαστικά αβάσιμος (κατά το Α’ και Β’ σκέλος, περ. α’ και β’ αυτού) και ως απαράδεκτος κατά το Β’ σκέλος περ. γ’ αυτού).
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση αυτής, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 περ. Βδ’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, ενώ δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντα και υπέρ των απολειπομένων 1ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων, διότι αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη ως προς την 2η αναιρεσίβλητη την από 15-4-2016 (αρ. κατ. …2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 120/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου