Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Μ.Π.Θεσσ/κης 1979/2008 (ΧΡ.Ι.Δ. 2008, σελ. 352) ΕΝΝΟΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΠΟ ΣΥΓΚΥΡΙΟ ΘΕΤΟΥΣΕΣ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΝ ΣΤΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ

Μ.Π.Θεσσ/κης 1979/2008 (ΧΡ.Ι.Δ. 2008, σελ. 352)
ΕΝΝΟΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΠΟ ΣΥΓΚΥΡΙΟ ΘΕΤΟΥΣΕΣ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΝ ΣΤΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ - Από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ [εξαιρετική καθ` ύλη αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων] είναι φανερό ότι δύο είναι τα στοιχεία που καθορίζουν την εξαιρετική αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού: α) η διαφορά μεταξύ οροφοκτητών και β) η διαφορά αυτή να προέρχεται από τη σχέση οροφοκτησίας μεταξύ των ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, ανεξάρτητα εάν αφορά τις διαιρετές ιδιοκτησίες τους ή τα κοινά της οικοδομής. Ως τέτοιες διαφορές πρέπει να νοηθούν μεταξύ άλλων και εκείνες που αναφέρονται στις διενέξεις γενικά μεταξύ των οροφοκτητών και της ίδιας της οροφοκτησίας ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Δηλαδή, πρέπει οι διαφορές να είναι συναφείς προς την εφαρμογή του ν. 3741/29 και προς την ενάσκηση, εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο αυτό. Είναι δυνατό δε να αφορούν οι διαφορές αυτές όχι μόνον τα κοινά πράγματα της αδιαίρετης συνιδιοκτησίας, αλλά και τα πράγματα της αποκλειστικής ιδιοκτησίας καθενός από τους συνιδιοκτήτες. Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της διαφοράς ως προερχόμενης από τη σχέση της οροφοκτησίας είναι το εάν πραγματικά η συγκεκριμένη διαφορά αναφύεται απ` αυτή την ίδια τη σχέση της κατ` όροφο ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από τη σχέση του ουσιαστικού δικαίου στην οποία στηρίζεται (π.χ. νομή, κυριότητα, εντολή, διοίκηση αλλότριων κλπ.) ή από άλλη σχέση, τυχαία και άσχετη από την ειδική σχέση της οροφοκτησίας.

Μ.Π.Θεσσ/κης 1979/2008 (ΧΡ.Ι.Δ. 2008, σελ. 352)
ΠΑΡΑΤΥΠΗ ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΑ ΒΙΛΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΔΕΝ ΕΓΓΡΑΦΕΤΑΙ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ - Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, γίνεται δεκτό ότι η διάταξη (παρ. 2 του άρθρου 220 ΚΠολΔ) τυγχάνει εφαρμογής και όταν πρόκειται για αγωγή, η οποία δεν υπόκειται κατά τον νόμο σε εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων, έχει όμως εγγραφεί -παράτυπα-, οπότε διατάσσεται η διαγραφή της κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ανεξάρτητα του πρόδηλα αβασίμου ή όχι αυτής.

Ενοχικές είναι οι αγωγές με τις οποίες ασκείται ενοχικό δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου υποχρεώνει τον εναγόμενο σε παροχή προσωπική προς τον ενάγοντα (ΑΠ 669/1989 ΝοΒ 38.994, ΕφΑΘ 6395/1995 ό.π.). Οι ενοχικές αυτές αγωγές, και αν ακόμη αναφέρονται στην εκπλήρωση παροχής που αφορά ακίνητο, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση σ` αυτό εμπραγμάτων δικαιωμάτων, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγραπτέων στα βιβλία διεκδικήσεων συμφώνα με την προαναφερόμενη διάταξη (Εφθεσ 2221/1994 ό.π).

Περαιτέρω, μεταξύ των μη εγγραπτέων αγωγών κατ` άρθρο 220 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται και η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επίλυση διαφορών μεταξύ συνιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, καθώς δεν πρόκειται περί εμπράγματης ή μικτής αγωγής.

ΕΝΝΟΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ. ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΠΟ ΣΥΓΚΥΡΙΟ ΘΕΤΟΥΣΕΣ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΝ ΣΤΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ - Από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ [εξαιρετική καθ` ύλη αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων] είναι φανερό ότι δύο είναι τα στοιχεία που καθορίζουν την εξαιρετική αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού: α) η διαφορά μεταξύ οροφοκτητών και β) η διαφορά αυτή να προέρχεται από τη σχέση οροφοκτησίας μεταξύ των ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, ανεξάρτητα εάν αφορά τις διαιρετές ιδιοκτησίες τους ή τα κοινά της οικοδομής. Ως τέτοιες διαφορές πρέπει να νοηθούν μεταξύ άλλων και εκείνες που αναφέρονται στις διενέξεις γενικά μεταξύ των οροφοκτητών και της ίδιας της οροφοκτησίας ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Δηλαδή, πρέπει οι διαφορές να είναι συναφείς προς την εφαρμογή του ν. 3741/29 και προς την ενάσκηση, εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο αυτό. Είναι δυνατό δε να αφορούν οι διαφορές αυτές όχι μόνον τα κοινά πράγματα της αδιαίρετης συνιδιοκτησίας, αλλά και τα πράγματα της αποκλειστικής ιδιοκτησίας καθενός από τους συνιδιοκτήτες. Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της διαφοράς ως προερχόμενης από τη σχέση της οροφοκτησίας είναι το εάν πραγματικά η συγκεκριμένη διαφορά αναφύεται απ` αυτή την ίδια τη σχέση της κατ` όροφο ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από τη σχέση του ουσιαστικού δικαίου στην οποία στηρίζεται (π.χ. νομή, κυριότητα, εντολή, διοίκηση αλλότριων κλπ.) ή από άλλη σχέση, τυχαία και άσχετη από την ειδική σχέση της οροφοκτησίας.

To Mονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης

1979/2008   

Προεδρεύουσα: Φ. Τριαντάφυλλου, Πάρεδρος Πρωτοδικών


[... Σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, αγωγές στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή του ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο, μέσα σε τριάντα ημέρες αηό την κατάθεση τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες. Σύμφωνα δε με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου, αν οι αγωγές και ανακοπές που εγγράφηκαν στα βιβλία διεκδικήσεων είναι φανερά αβάσιμες, διατάσσεται η διαγραφή τους, κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 επ. ΚΠολΔ, δηλ. τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Η διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ σκοπεί στην προστασία των τρίτων που τυχόν καθίστανται διάδοχοι των διαδίκων στο επίδικο ακίνητο, μετά την έγερση γι` αυτό (το ακίνητο) κάποιας από τις προαναφερόμενες αγωγές, λόγω της ισχύος του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας και στους διαδόχους τους της απόφασης που θα εκδοθεί για τις αγωγές αυτές (άρθρα 325 και 919 ΚΠολΔ).

Η παρατεθείσα διάταξη της δεύτερης παραγράφου του παραπάνω άρθρου, που αφορά τη διαγραφή των αγωγών αυτών από τα βιβλία διεκδικήσεων, αναφέρεται στις φανερά αβάσιμες αγωγές, που διαλαμβάνονται στην πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου.

Ωστόσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, γίνεται δεκτό ότι η διάταξη αυτή (παρ. 2 του άρθρου 220 ΚΠολΔ) τυγχάνει εφαρμογής και όταν πρόκειται για αγωγή, η οποία δεν υπόκειται κατά τον νόμο σε εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων, έχει όμως εγγραφεί -παράτυπα-, οπότε διατάσσεται η διαγραφή της κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ανεξάρτητα του πρόδηλα αβασίμου ή όχι αυτής (ΕφΑΘ 3919/2003 ΕλλΔνη 46.197, ΕφΑΘ 2281/1997, ΕφΑΘ 6395/1995 ΕλλΔνη 37.355, Εφθεσ 2221/1934 ΕλλΔνη 38.877, ΜΠΘεσ 5876/1999 Αρμ 2001.99).

Ενοχικές είναι οι αγωγές με τις οποίες ασκείται ενοχικό δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου υποχρεώνει τον εναγόμενο σε παροχή προσωπική προς τον ενάγοντα (ΑΠ 669/1989 ΝοΒ 38.994, ΕφΑΘ 6395/1995 ό.π.). Οι ενοχικές αυτές αγωγές, και αν ακόμη αναφέρονται στην εκπλήρωση παροχής που αφορά ακίνητο, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση σ` αυτό εμπραγμάτων δικαιωμάτων, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγραπτέων στα βιβλία διεκδικήσεων συμφώνα με την προαναφερόμενη διάταξη (Εφθεσ 2221/1994 ό.π).

Περαιτέρω, μεταξύ των μη εγγραπτέων αγωγών κατ` άρθρο 220 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται και η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επίλυση διαφορών μεταξύ συνιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, καθώς δεν πρόκειται περί εμπράγματης ή μικτής αγωγής (ΑΠ 383/1990, ΕΔΠ 1990.24, ΕφΑΘ 2281/1997, ΕλλΔνη 38.1917).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην καθ` ύλη αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε, χωρίς διάκριση του αντικείμενου της διαφοράς, οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας. Από τη διατύπωση της ως άνω διατάξεως είναι φανερό ότι δύο είναι τα στοιχεία που καθορίζουν την εξαιρετική αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού: α) η διαφορά μεταξύ οροφοκτητών και β) η διαφορά αυτή να προέρχεται από τη σχέση οροφοκτησίας μεταξύ των ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, ανεξάρτητα εάν αφορά τις διαιρετές ιδιοκτησίες τους ή τα κοινά της οικοδομής. Ως τέτοιες διαφορές πρέπει να νοηθούν μεταξύ άλλων και εκείνες που αναφέρονται στις διενέξεις γενικά μεταξύ των οροφοκτητών και της ίδιας της οροφοκτησίας ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Δηλαδή, πρέπει οι διαφορές να είναι συναφείς προς την εφαρμογή του ν. 3741/29 και προς την ενάσκηση, εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το νόμο αυτό. Είναι δυνατό δε να αφορούν οι διαφορές αυτές όχι μόνον τα κοινά πράγματα της αδιαίρετης συνιδιοκτησίας, αλλά και τα πράγματα της αποκλειστικής ιδιοκτησίας καθενός από τους συνιδιοκτήτες. Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της διαφοράς ως προερχόμενης από τη σχέση της οροφοκτησίας είναι το εάν πραγματικά η συγκεκριμένη διαφορά αναφύει απ` αυτή την ίδια τη σχέση της κατ` όροφο ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από τη σχέση του ουσιαστικού δικαίου στην οποία στηρίζεται (π.χ. νομή, κυριότητα, εντολή, διοίκηση αλλότριων κλπ.) ή από άλλη σχέση, τυχαία και άσχετη από την ειδική σχέση της οροφοκτησίας. Εξάλλου, κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον οι σχέσεις μεταξύ των οροφοκτητών δεν ρυθμίζονται διαφορετικά από τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό, δικαιούται σε απόλυτη χρήση του διαμερίσματος του και των κοινών πραγμάτων και μπορεί να επιχειρήσει μεταβολές ή προσθήκες, καθώς και να προβαίνει στην επισκευή ή ανανέωση αυτών, υπό τον όρο να μην βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, να μη μεταβάλλει το συνήθη προορισμό αυτών και να μην παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών και την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος. Συνεπώς, οι τελευταίοι δικαιούνται να αντιταχθούν σε κάθε κατασκευή, προσθήκη ή διαρρύθμιση η οποία θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια είτε της χωριστής ιδιοκτησίας είτε όλου του οικοδομήματος, όπως το τελευταίο μπορεί να συμβεί όταν οροφοκτήτης προβαίνει στην κατεδάφιση της αυτοτελούς ιδιοκτησίας και στην ανέγερση νέας, κατά τρόπο που θέτει σε κίνδυνο τη στατικότητα της οικοδομής ή των επιμέρους ιδιοκτησιών. Έτσι, κάθε ιδιοκτήτης, όταν προσβάλλονται οι εξουσίες του, οι οποίες απορρέουν είτε από τη χωριστή κυριότητα του επί του ορόφου ή επί του διαμερίσματος είτε από τη συγκυριότητα του επί των κοινών μερών της οικοδομής, δικαιούται να αξιώνει την άρση της προσβολής (ΟΛΑΠ 8/2002, ΑΠ 75/1996, ΕΔΠολ 1997.117, ΕΑ8731/1999, ΕΔΠολ 2001.27, ΜπρΑαρ. 465/2004, Δικογραφία 2004.541).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών, κατ` ορθή εκτίμηση του δικογράφου, με την υπό κρίση αίτηση του, με την άσκηση της οποίας παραιτήθηκε νομότυπα από την με αριθμό 13950/22-03-2007 κατάθεσης όμοια αίτηση του (άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297, 741 ΚΠολΔ), επικαλούμενος έννομο συμφέρον, που συνίσταται στην κυριότητα του επί του αναφερομένου στην αίτηση αστικού ακινήτου, που απέκτησε δια της μεταγραφής των υπ` αριθμ. .../1988, .../1991, .../1993 συμβολαίων πώλησης, εκθέτει ότι η καθ` ης η αίτηση άσκησε εναντίον των απώτερων δικαιοπαρόχων του, την υπ` αριθμ. 698/1970 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε αφενός να υποχρεωθούν οι τότε εναγόμενοι, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, στην άρση της προσβολής με την κατεδάφιση της ανεγερθέντος πρώτου ορόφου επί των οδών ... και ... κείμενης οικοδομής, άλλως να επιτραπεί στην αιτούσα με δαπάνες των αντιδίκων να κατεδαφίσει την ανεγερθείσα επί του πρώτου ορόφου ιδιοκτησία των τελευταίων, να απαγορευθεί οποιαδήποτε οικοδομική εργασία, ν` απειληθεί εναντίον τους χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση και να καταδικασθούν στη δικαστική της δαπάνη. Ότι η παραπάνω αγωγή εγγράφηκε στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου θεσσαλονίκης, στον τόμο ... και αριθμοί ... . Ότι έχουν παρέλθει τριάντα επτά χρόνια από την άσκηση της αγωγής. Ζητεί δε για το λόγο ότι αυτή είναι προφανώς αβάσιμη, κατά τα εκτιθέμενα λεπτομερώς στο δικόγραφο, να διαταχθεί η διαγραφή της παραπάνω αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων του προαναφερομένου Υποθηκοφυλακείου. Μ` αυτό το περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως εισάγεται καθ` ύλην και κατά τόπο (άρθρο 791 ΚΠολΔ) ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 740 επ. ΚΠολΔ, είναι δε νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 68, 220 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, εφόσον τηρήθηκε η απαιτούμενη προδικασία κατ` άρθρο 748 παρ. 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 220 παρ. 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

Από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, ιδία από το κείμενο της υπ` αριθμ. 898/3-06-1970 επίδικης αγωγής αποδεικνύεται ότι η προκείμενη διαφορά, όπως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά στο αγωγικό δικόγραφο, σαφώς πηγάζει από τη σχέση της οροφοκτησίας και ανάγεται σε διαφορές μεταξύ ιδιοκτητών της ιδίας υφισταμένης κοινής οικοδομής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας, δεδομένου ότι επιδιώκεται η επίλυση της διένεξης μεταξύ ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυώροφης οικοδομής σχετικά με την κατεδάφιση ορόφου οικοδομής και την ανέγερση νέου από τους ιδιοκτήτες του ορόφου, κατά παράβαση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, έχει ενοχικό χαρακτήρα και επομένως δεν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων. Παρόλα αυτά, η καθ` ης η αίτηση ενέγραψε αυτή στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου θεσσαλονίκης, στον τόμο ... και αριθμό ... (βλ. το με αρ. πρωτ. .../2008 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα θεσσαλονίκης). Συνεπώς αφού η ως άνω αγωγή δεν υπάγεται στις εγγραπτέες βάσει του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα βιβλία διεκδικήσεων, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να διαταχθεί η διαγραφή της αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό...]
TETRAIBBLOS KIKH TEKTONIDOY

Δεν υπάρχουν σχόλια: