Α.Π. 636 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΦΟΡΤΗΓΟ – ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΟΔΗΓΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΟΔΗΓΟΥ ΤΟΥ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΟΥ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ – ΘΑΝΑΣΙΜΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΗ – ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΦΟΡΤΗΓΟΥ ΝΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙ ΛΟΓΩ ΠΥΚΝΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΤΡΕΧΟΝΤΟΣ... ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΣ ΟΔΗΓΟΥ ΦΟΡΤΗΓΟΥ – Ορθώς κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού επελθόντος θανάτου του, κρίνεται ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδήλατου, ο οποίος λόγω της έλλειψης της προσοχής, την οποίαν όφειλε και μπορούσε να επιδείξει δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στις συνθήκες κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, ενώ δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης, αλλά απλώς κάτοχος δελτίου εκπαίδευσης και εξέτασης υποψήφιου οδηγού για οχήματα κατηγορίας Α γεγονός που συνέχεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού λόγω της απειρίας και αδεξιότητάς του έγινε υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (914, 300, 330 ΑΚ, 12, 13, 19 ΚΟΚ)
Αριθμός 636/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Γ. (M. B. του G.), κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια της ανήλικης κόρης της Σ., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ......
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης μεταφορικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-2-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1357/2008 μη οριστική και 183/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1717/2010, 5398/2011 μη οριστικές και 4219/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 13-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της ...-7-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4219/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β’ ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. ... /25-5-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Α. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22-9-2017, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-2-2018) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου της αναιρεσείουσας στους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφ’ όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ. Πολ. Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία... Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς". Κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του αυτού νόμου "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης...". Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, είτε δεν πλήττονται όλες, είτε πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ’ αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1652/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε αποκλειστικώς υπαίτιο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος τον θανόντα συγγενή των εναγουσών - ήδη αναιρεσειουσών, οδηγό του υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου, με συνέπεια την απόρριψη έφεσης των αναιρεσειουσών κατά της 183/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει, ως αβάσιμη, αγωγή των αναιρεσειουσών, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά των αναιρεσιβλήτων, των δύο πρώτων οδηγού και ιδιοκτήτριας του υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκινήτου, που ενεπλάκη στο ένδικο θανατηφόρο ατύχημα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστική εταιρεία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο προαναφερθέντων οχημάτων, καθώς και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στις 26- 1-2007 και περί ώρα 06.50 ο Ν. Μ. οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο [βλ. από 17-1-2003 σχετ. άδεια κυκλοφορίας], κινείτο επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας μεταξύ της μεσαίας και αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς Λαμία. Η οδός αυτή στο 6,700 χλμ. είναι διπλής κατευθύνσεως, έχει πλάτος οδοστρώματος 9,9 μέτρων, τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, είναι οριζόντια με απεριόριστη ορατότητα και κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κυκλοφορία των οχημάτων μεγάλη... Κατά την ίδια χρονική στιγμή, στην ίδια οδό και στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτής κινείτο ομόρροπα με τον οδηγό του μοτοποδηλάτου και ο πρώτος εναγόμενος Κ. Π., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο [ελκυστήρα με επικαθήμενο], ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εταιρίας και ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ζημία στην τρίτη εναγομένη εταιρία. Λόγω της πυκνής κυκλοφορίας οχημάτων το ανωτέρω φορτηγό κινείτο με ταχύτητα 25 χλμ/ω, ήτοι κατά πολύ κατώτερη του επιτρεπομένου για τέτοια οχήματα ορίου των 80 χλμ. Κατά τη χρονική στιγμή, κατά την οποίαν τα δύο προαναφερόμενα οχήματα κινούνταν παράλληλα, το δίκυκλο μοτοποδήλατο, λόγω αδεξιότητας του οδηγού του, ανετράπη προς τα αριστερά, σύρθηκε επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και συνέχισε και επ’ ολίγον εντός της αριστερής λωρίδας, χωρίς τον οδηγό του, ο οποίος έπεσε με την αριστερή του πλευρά πλησίον των οπισθίων αριστερών τροχών του επικαθήμενου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, λόγω του προκληθέντος διαμελισμού του......
Από κανένα στοιχείο επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του φορτηγού, μήκους 18 μέτρων, επιχείρησε αλλαγή λωρίδας προς τα αριστερά, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι αυτός κινείτο με ταχύτητα 25 χλμ/ω, λόγω της πυκνής κυκλοφορίας που ήταν αποφευκτική μίας τέτοιας προσπάθειας. Ακόμα όμως και αν δεχθούμε ότι έγινε έναρξη τέτοιου ελιγμού [προς τα αριστερά], ασφαλώς πρώτα θα έκλειναν προς τα αριστερά οι τροχοί του ελκυστήρα και στη συνέχεια, με σχετική καθυστέρηση οι πρώτοι αριστεροί τροχοί του επικαθήμενου, επάνω στους οποίους προσέκρουσε το μοτοποδήλατο. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι το συρόμενο μεταξύ των δύο λωρίδων [μεσαίας και αριστερής] μοτοποδήλατο του θανόντος, κατέλειπε χαραγιές στο οδόστρωμα, μήκους 18,50 μέτρων, από το οποίο συνάγεται ότι η μεταξύ των δύο οχημάτων πρόσκρουση δεν ήταν ισχυρή, λόγω της μικρής ταχύτητας με την οποίαν εκινούντο. Όπως αποδεικνύεται από τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτοψίας και τις φωτογραφικές απεικονίσεις του μοτοποδηλάτου, αυτό υπέστη υλικές ζημιές κυρίως στην αριστερή του πλευρά, ήτοι τιμόνι, σέλα, εμπρόσθιο φανό, αριστερό καθρέφτη. Αυτό ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου, ότι μετά την ελαφριά του πρόσκρουση στους εμπρόσθιους αριστερούς τροχούς του επικαθήμενου, αυτό ανετράπη προς τα αριστερά, σε αντίθεση με τις τρισδιάστατες επεικονίσεις του πραγματογνώμονα Δ. Κ., ο οποίος στις σελίδες 17 και 18 της τεχνικής έκθεσής του απεικονίζει το μοτοποδήλατο και τον αναβάτη του να πέφτουν προς τα δεξιά. Εξάλλου, εάν ο πίσω αριστερός πρώτος τροχός του επικαθήμενου προσέκρουε στο δεξιό αγκώνα του οδηγού του μοτοποδηλάτου, όπως αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει την ισορροπία του και να ανατραπεί, ασφαλώς θα έπρεπε να είχε στο δεξιό αγκώνα τραύμα, που όμως δεν διαπιστώθηκε κατά τη διενεργεθείσα νεκροψία, αντίθετα παρατηρήθηκε κάταγμα αριστερού βραχιονίου, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο οδηγός απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε στη μεσαία λωρίδα του οδοστρώματος με την αριστερή πλευρά του.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού επελθόντος θανάτου του, κρίνεται ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδήλατου, ο οποίος λόγω της έλλειψης της προσοχής, την οποίαν όφειλε και μπορούσε να επιδείξει και συμπεριφερόμενος κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στις συνθήκες κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, λαμβάνοντας υπόψη την αυξημένη κυκλοφοριακή κίνηση, ούτε είχε πλήρη τον έλεγχο του οχήματός του, σύμφωνα με τον κυβισμό του οποίου [97 cc, βλ. σχετ. άδεια κυκλοφορίας], αυτός έπρεπε να κινείται στο μέσον της άκρας δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας [άρθρο 16 §§ 2 και 3 ΚΟΚ] και όχι μεταξύ της μεσαίας και αριστερής λωρίδας. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο θανατωθείς συγγενής των εναγουσών δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης, αλλά από 18-1-2007 [ήτοι 8 ημέρες πριν το ατύχημα] ήταν κάτοχος δελτίου εκπαίδευσης και εξέτασης υποψήφιου οδηγού για οχήματα κατηγορίας Α [βλ. σχετ. από 18-1-07 δελτίο], γεγονός που συνέχεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού λόγω της απειρίας και αδεξιότητάς του έγινε υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του. Αντίθετα, καμία υπαιτιότητα στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος δεν βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό του φορτηγού, ο οποίος κινείτο κανονικά στην πορεία του και με μικρή ταχύτητα. Το γεγονός ότι αυτός κινείτο στη μεσαία αντί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθώς δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ότι εξ αιτίας της εν λόγω παραβάσεως του ΚΟΚ, επήλθε το ως άνω τραγικό αποτέλεσμα".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε επαρκή αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του υπαίτιου οδηγού του υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοποδηλάτου για το ένδικο ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (οδήγηση χωρίς σύνεση και προσοχή στις συνθήκες κυκλοφορίας της οδού, ενόψει της αυξημένης κυκλοφοριακής κίνησης, και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του μοτοποδηλάτου, εξ αιτίας της απειρίας και αδεξιότητας που τον διέκρινε, δοθέντος ότι στερείτο αδείας ικανότητας οδήγησης, με συνέπεια ενώ εκινείτο μεταξύ μεσαίας και αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, παράλληλα με το κινούμενο στη μεσαία λωρίδα υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ μήκους 18 μέτρων αυτοκίνητο, να προσκρούσει ελαφρά στους εμπρόσθιους αριστερούς τροχούς του επικαθημένου, να απολέσει την ισορροπία του, να ανατραπεί το δίκυκλο μοτοποδήλατο και ο ίδιος να πέσει με την αριστερή πλευρά του πλησίον των οπισθίων αριστερών τροχών του επικαθημένου και να τραυματισθεί θανάσιμα), όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας του οδηγού του ΔΧΦ στην πρόκληση αυτού.
Ως προς τη συμπεριφορά του τελευταίου, το Δικαστήριο της ουσίας με σαφήνεια προσδιόρισε, ότι αυτός εκινείτο στη μεσαία λωρίδα με ταχύτητα πολύ μικρή (25 χλμ/ω), λόγω της πολύ πυκνής κυκλοφορίας, το γεγονός δε ότι δεν κινείτο στη δεξιά λωρίδα δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, διότι δεν προέκυψε ελιγμός του με αλλαγή λωρίδας προς τα αριστερά, αλλά σταθερή πορεία του, επιβαλλομένη και αυτή από την πυκνή κυκλοφορία, το σημείο δε του φορτηγού, που ήλθε σε επαφή με το μοτοποδήλατο, πριν την ανατροπή του τελευταίου, που έλαβε χώρα λόγω της αδεξιότητας του οδηγού του, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, οι εμπρόσθιοι αριστεροί τροχοί του επικαθημένου. Τέλος, δεν είναι αντιφατικές οι παραδοχές ότι α) το δίκυκλο μοτοποδήλατο μετά την ως άνω ελαφρά πρόσκρουση έπαυσε να ελέγχεται από τον οδηγό του, ανετράπη προς τα αριστερά και σύρθηκε, χωρίς αυτόν, επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας (μεσαίας και αριστερής) και στη συνέχεια, επ’ ολίγον, μέσα στην αριστερή λωρίδα, και β) ο οδηγός αυτού έπεσε με την αριστερή του πλευρά πλησίον των οπίσθιων αριστερών τροχών του επικαθημένου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, λόγω του προκληθέντος διαμελισμού του. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον έκτο (1 και 19) και τον τρίτο (19) λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Καθ’ όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, με την επίκληση ελλείψεων στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και την αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, ο τρίτος λόγος, κατά τις ως άνω αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι με την παραδοχή της, ότι ο θανών Ν. Μ. έπρεπε, σύμφωνα με τον κυβισμό του δίκυκλου οχήματός του (97 cc) να κινείται στο μέσο της άκρας δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας (άρθρ. 16 παρ. 2 και 3 Κ.Ο.Κ.) και όχι μεταξύ της μεσαίας και της αριστερής λωρίδας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 2 του ΚΟΚ, σύμφωνα με την οποία "Για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα νοούνται ως:... Μοτοποδήλατο: Το δίτροχο ή τρίτροχο όχημα, του οποίου η μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα δεν υπερβαίνει τα 45 χιλιόμετρα την ώρα και, εάν είναι εξοπλισμένο με κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο κυλινδρισμός του δεν υπερβαίνει τα 50 κυβικά εκατοστό... Μοτοσικλέτα: Κάθε δίτροχο μηχανοκίνητο όχημα με ή χωρίς καλάθι, του οποίου είτε η μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα είναι μεγαλύτερη των 45 χιλιομέτρων την ώρα είτε, εάν είναι εξοπλισμένο με κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο κυλινδρισμός του κινητήρα είναι μεγαλύτερος των 50 κυβικών εκατοστών" και της παρ. 2 του άρθρου 16 του ΚΟΚ, που ορίζει ότι: "Αν δεν έχει οριστεί λωρίδα κυκλοφορίας ή ειδική οδός γι’ αυτούς, οι μεν οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων και βραδυκίνητων και βραδυπορούντων γενικά οδικών οχημάτων υποχρεούνται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 6 του Κώδικα αυτού, να οδηγούν αυτά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στις οδούς οι οποίες έχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κατά κατεύθυνση, οι δε οδηγοί μοτοποδηλάτων, ποδηλάτων και μη μηχανοκίνητων οχημάτων, καθώς και οι οδηγοί ζώων, υποχρεούνται να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού, εφόσον υπάρχει, και δεν προκαλείται δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες αυτό, άλλως πλησίον του άκρου δεξιού του οδοστρώματος".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ανεξαρτήτως του ότι το εν λόγω όχημα περιλαμβάνεται μεταξύ των βραδυπορούντων της παρ. 2 του άρθρου 16, προεχόντως ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, με τις προαναφερόμενες παραδοχές, η υπαιτιότητα του ανωτέρω θανόντος στηρίζεται, κατά κύριο λόγο, σε άλλες αιτιολογίες (οδήγηση χωρίς σύνεση και προσοχή στις ιδιαίτερες συνθήκες κυκλοφορίας της οδού, λόγω της αυξημένης κυκλοφοριακής κίνησης, και χωρίς να ελέγχει πλήρως το μοτοποδήλατο, εξ αιτίας της απειρίας και της αδεξιότητάς του, αφού στερείτο αδείας ικανότητας οδήγησης, με συνέπεια να προσκρούσει ελαφρά, κατά τα προεκτεθέντα, στους εμπρόσθιους αριστερούς τροχούς του επικαθημένου, να απολέσει τον έλεγχο του μοτ/του, το οποίο ανετράπη, και ο ίδιος να πέσει πλησίον των οπίσθιων αριστερών τροχών του επικαθημένου και να τραυματισθεί θανάσιμα), που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, οι οποίες δεν πλήττονται με τον λόγο αυτό, ενώ η προσβολή τους με τους προαναφερθέντες τρίτο και έκτο λόγους δεν τελεσφόρησε.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι περιστατικά μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 8 του άρθρου 559 πλημμέλεια, διότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα από τους εναγομένους, ούτε στον πρώτο ούτε στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, ήτοι α) ότι ο θανών, σύζυγος και πατέρας των αναιρεσειουσών δεν ήταν κάτοχος ελληνικής αδείας οδήγησης και β) ότι λόγω του κυβισμού του οχήματός του, αυτό έπρεπε να βαίνει στο μέσο της άκρας δεξιάς λωρίδας. Ο λόγος αυτός, και κατά τις δύο του αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο θεμελίωσε την υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού - συγγενούς των αναιρεσειουσών σε άλλη αμελή συμπεριφορά, ήτοι με άλλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης. Περαιτέρω, ως προς την διαπιστωθείσα έλλειψη κατοχής αδείας οδήγησης, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει, αποτελεί περιστατικό που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων και χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα του Δικαστηρίου της ουσίας, ενισχυτικό της κρίσης του περί της αδεξιότητας του οδηγού του δικύκλου, που συνετέλεσε στο να επιδείξει αυτός την προδιαληφθείσα αμελή συμπεριφορά, η οποία είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του.
Συνεπώς, ως προς την υπό στοιχείο α’ αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί αιτήματος, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 914/2008). Αντίθετα δεν συνιστά "αίτηση" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης η άρνηση ή η βάση ένστασης, που μπορεί να συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 845/2009, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 483/2011). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, διότι προχώρησε περαιτέρω στη θεμελίωση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος συζύγου και πατέρα των αναιρεσειουσών και σε δύο ακόμη λόγους, πέραν εκείνων που έγιναν δεκτοί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι ότι ο τελευταίος έβαινε παρανόμως μεταξύ μεσαίας και αριστερής λωρίδας, ενώ έπρεπε να βαίνει επί της δεξιάς λωρίδας, και ότι δεν ήταν κάτοχος ελληνικού διπλώματος οδήγησης. Κατ’ αυτόν δε τον τρόπο κατέστησε δυσχερέστερη τη θέση των εκκαλουσών, χωρίς να έχει δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 522 και 536 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ούτε ασκήθηκε αντέφεση από τους αναιρεσιβλήτους σχετικά με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας ούτε έγινε δεκτός κάποιος από τους λόγους έφεσης, ώστε να εξαφανισθεί η πρωτοβάθμια απόφαση και να εξετασθεί εκ νέου η υπόθεση. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, οι αιτιάσεις αυτές δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 λόγο αναίρεσης, εφόσον δεν αποδίδεται "επιδίκαση", ήτοι παραδοχή "αίτησης", έστω και με αναγνωριστική διάταξη, και συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Στην πραγματικότητα προσήκει στα όσα επικαλούνται οι αναιρεσείουσες με τον λόγο αυτό η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 και ο λόγος αυτός αποτελεί επανάληψη του δεύτερου λόγου, για τον οποίο έγινε ήδη λόγος, στην αμέσως προηγηθείσα σκέψη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 § 1 και 681Α’ του Κ.Πολ.Δ., όπως τα δύο τελευταία ίσχυαν πριν από το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ.ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ , διατεινόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που νομίμως προσκόμισαν.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν νομίμως) και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι "... για ορισμένα από τα οποία έγγραφα γίνεται ειδικότερα μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς...". Από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας. Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης ...-7-2014 αίτηση για αναίρεση της 4219/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2018. Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΦΟΡΤΗΓΟ – ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΟΔΗΓΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΟΔΗΓΟΥ ΤΟΥ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΟΥ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ – ΘΑΝΑΣΙΜΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΗ – ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΦΟΡΤΗΓΟΥ ΝΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙ ΛΟΓΩ ΠΥΚΝΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΝΤΡΕΧΟΝΤΟΣ... ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΣ ΟΔΗΓΟΥ ΦΟΡΤΗΓΟΥ – Ορθώς κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού επελθόντος θανάτου του, κρίνεται ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδήλατου, ο οποίος λόγω της έλλειψης της προσοχής, την οποίαν όφειλε και μπορούσε να επιδείξει δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στις συνθήκες κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, ενώ δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης, αλλά απλώς κάτοχος δελτίου εκπαίδευσης και εξέτασης υποψήφιου οδηγού για οχήματα κατηγορίας Α γεγονός που συνέχεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού λόγω της απειρίας και αδεξιότητάς του έγινε υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (914, 300, 330 ΑΚ, 12, 13, 19 ΚΟΚ)
Αριθμός 636/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Γ. (M. B. του G.), κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια της ανήλικης κόρης της Σ., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ......
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης μεταφορικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-2-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1357/2008 μη οριστική και 183/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1717/2010, 5398/2011 μη οριστικές και 4219/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 13-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της ...-7-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4219/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδάφ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β’ ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. ... /25-5-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Α. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22-9-2017, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-2-2018) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου της αναιρεσείουσας στους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφ’ όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ. Πολ. Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία... Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς". Κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του αυτού νόμου "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης...". Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, είτε δεν πλήττονται όλες, είτε πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ’ αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1652/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε αποκλειστικώς υπαίτιο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος τον θανόντα συγγενή των εναγουσών - ήδη αναιρεσειουσών, οδηγό του υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου, με συνέπεια την απόρριψη έφεσης των αναιρεσειουσών κατά της 183/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει, ως αβάσιμη, αγωγή των αναιρεσειουσών, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά των αναιρεσιβλήτων, των δύο πρώτων οδηγού και ιδιοκτήτριας του υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκινήτου, που ενεπλάκη στο ένδικο θανατηφόρο ατύχημα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστική εταιρεία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο προαναφερθέντων οχημάτων, καθώς και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στις 26- 1-2007 και περί ώρα 06.50 ο Ν. Μ. οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο [βλ. από 17-1-2003 σχετ. άδεια κυκλοφορίας], κινείτο επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας μεταξύ της μεσαίας και αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς Λαμία. Η οδός αυτή στο 6,700 χλμ. είναι διπλής κατευθύνσεως, έχει πλάτος οδοστρώματος 9,9 μέτρων, τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, είναι οριζόντια με απεριόριστη ορατότητα και κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κυκλοφορία των οχημάτων μεγάλη... Κατά την ίδια χρονική στιγμή, στην ίδια οδό και στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτής κινείτο ομόρροπα με τον οδηγό του μοτοποδηλάτου και ο πρώτος εναγόμενος Κ. Π., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο [ελκυστήρα με επικαθήμενο], ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εταιρίας και ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ζημία στην τρίτη εναγομένη εταιρία. Λόγω της πυκνής κυκλοφορίας οχημάτων το ανωτέρω φορτηγό κινείτο με ταχύτητα 25 χλμ/ω, ήτοι κατά πολύ κατώτερη του επιτρεπομένου για τέτοια οχήματα ορίου των 80 χλμ. Κατά τη χρονική στιγμή, κατά την οποίαν τα δύο προαναφερόμενα οχήματα κινούνταν παράλληλα, το δίκυκλο μοτοποδήλατο, λόγω αδεξιότητας του οδηγού του, ανετράπη προς τα αριστερά, σύρθηκε επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και συνέχισε και επ’ ολίγον εντός της αριστερής λωρίδας, χωρίς τον οδηγό του, ο οποίος έπεσε με την αριστερή του πλευρά πλησίον των οπισθίων αριστερών τροχών του επικαθήμενου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, λόγω του προκληθέντος διαμελισμού του......
Από κανένα στοιχείο επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του φορτηγού, μήκους 18 μέτρων, επιχείρησε αλλαγή λωρίδας προς τα αριστερά, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι αυτός κινείτο με ταχύτητα 25 χλμ/ω, λόγω της πυκνής κυκλοφορίας που ήταν αποφευκτική μίας τέτοιας προσπάθειας. Ακόμα όμως και αν δεχθούμε ότι έγινε έναρξη τέτοιου ελιγμού [προς τα αριστερά], ασφαλώς πρώτα θα έκλειναν προς τα αριστερά οι τροχοί του ελκυστήρα και στη συνέχεια, με σχετική καθυστέρηση οι πρώτοι αριστεροί τροχοί του επικαθήμενου, επάνω στους οποίους προσέκρουσε το μοτοποδήλατο. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι το συρόμενο μεταξύ των δύο λωρίδων [μεσαίας και αριστερής] μοτοποδήλατο του θανόντος, κατέλειπε χαραγιές στο οδόστρωμα, μήκους 18,50 μέτρων, από το οποίο συνάγεται ότι η μεταξύ των δύο οχημάτων πρόσκρουση δεν ήταν ισχυρή, λόγω της μικρής ταχύτητας με την οποίαν εκινούντο. Όπως αποδεικνύεται από τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτοψίας και τις φωτογραφικές απεικονίσεις του μοτοποδηλάτου, αυτό υπέστη υλικές ζημιές κυρίως στην αριστερή του πλευρά, ήτοι τιμόνι, σέλα, εμπρόσθιο φανό, αριστερό καθρέφτη. Αυτό ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου, ότι μετά την ελαφριά του πρόσκρουση στους εμπρόσθιους αριστερούς τροχούς του επικαθήμενου, αυτό ανετράπη προς τα αριστερά, σε αντίθεση με τις τρισδιάστατες επεικονίσεις του πραγματογνώμονα Δ. Κ., ο οποίος στις σελίδες 17 και 18 της τεχνικής έκθεσής του απεικονίζει το μοτοποδήλατο και τον αναβάτη του να πέφτουν προς τα δεξιά. Εξάλλου, εάν ο πίσω αριστερός πρώτος τροχός του επικαθήμενου προσέκρουε στο δεξιό αγκώνα του οδηγού του μοτοποδηλάτου, όπως αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει την ισορροπία του και να ανατραπεί, ασφαλώς θα έπρεπε να είχε στο δεξιό αγκώνα τραύμα, που όμως δεν διαπιστώθηκε κατά τη διενεργεθείσα νεκροψία, αντίθετα παρατηρήθηκε κάταγμα αριστερού βραχιονίου, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο οδηγός απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε στη μεσαία λωρίδα του οδοστρώματος με την αριστερή πλευρά του.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού επελθόντος θανάτου του, κρίνεται ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδήλατου, ο οποίος λόγω της έλλειψης της προσοχής, την οποίαν όφειλε και μπορούσε να επιδείξει και συμπεριφερόμενος κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στις συνθήκες κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού, λαμβάνοντας υπόψη την αυξημένη κυκλοφοριακή κίνηση, ούτε είχε πλήρη τον έλεγχο του οχήματός του, σύμφωνα με τον κυβισμό του οποίου [97 cc, βλ. σχετ. άδεια κυκλοφορίας], αυτός έπρεπε να κινείται στο μέσον της άκρας δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας [άρθρο 16 §§ 2 και 3 ΚΟΚ] και όχι μεταξύ της μεσαίας και αριστερής λωρίδας. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο θανατωθείς συγγενής των εναγουσών δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης, αλλά από 18-1-2007 [ήτοι 8 ημέρες πριν το ατύχημα] ήταν κάτοχος δελτίου εκπαίδευσης και εξέτασης υποψήφιου οδηγού για οχήματα κατηγορίας Α [βλ. σχετ. από 18-1-07 δελτίο], γεγονός που συνέχεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού λόγω της απειρίας και αδεξιότητάς του έγινε υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του. Αντίθετα, καμία υπαιτιότητα στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος δεν βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό του φορτηγού, ο οποίος κινείτο κανονικά στην πορεία του και με μικρή ταχύτητα. Το γεγονός ότι αυτός κινείτο στη μεσαία αντί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθώς δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ότι εξ αιτίας της εν λόγω παραβάσεως του ΚΟΚ, επήλθε το ως άνω τραγικό αποτέλεσμα".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε επαρκή αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του υπαίτιου οδηγού του υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοποδηλάτου για το ένδικο ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (οδήγηση χωρίς σύνεση και προσοχή στις συνθήκες κυκλοφορίας της οδού, ενόψει της αυξημένης κυκλοφοριακής κίνησης, και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του μοτοποδηλάτου, εξ αιτίας της απειρίας και αδεξιότητας που τον διέκρινε, δοθέντος ότι στερείτο αδείας ικανότητας οδήγησης, με συνέπεια ενώ εκινείτο μεταξύ μεσαίας και αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, παράλληλα με το κινούμενο στη μεσαία λωρίδα υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ μήκους 18 μέτρων αυτοκίνητο, να προσκρούσει ελαφρά στους εμπρόσθιους αριστερούς τροχούς του επικαθημένου, να απολέσει την ισορροπία του, να ανατραπεί το δίκυκλο μοτοποδήλατο και ο ίδιος να πέσει με την αριστερή πλευρά του πλησίον των οπισθίων αριστερών τροχών του επικαθημένου και να τραυματισθεί θανάσιμα), όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας του οδηγού του ΔΧΦ στην πρόκληση αυτού.
Ως προς τη συμπεριφορά του τελευταίου, το Δικαστήριο της ουσίας με σαφήνεια προσδιόρισε, ότι αυτός εκινείτο στη μεσαία λωρίδα με ταχύτητα πολύ μικρή (25 χλμ/ω), λόγω της πολύ πυκνής κυκλοφορίας, το γεγονός δε ότι δεν κινείτο στη δεξιά λωρίδα δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, διότι δεν προέκυψε ελιγμός του με αλλαγή λωρίδας προς τα αριστερά, αλλά σταθερή πορεία του, επιβαλλομένη και αυτή από την πυκνή κυκλοφορία, το σημείο δε του φορτηγού, που ήλθε σε επαφή με το μοτοποδήλατο, πριν την ανατροπή του τελευταίου, που έλαβε χώρα λόγω της αδεξιότητας του οδηγού του, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, οι εμπρόσθιοι αριστεροί τροχοί του επικαθημένου. Τέλος, δεν είναι αντιφατικές οι παραδοχές ότι α) το δίκυκλο μοτοποδήλατο μετά την ως άνω ελαφρά πρόσκρουση έπαυσε να ελέγχεται από τον οδηγό του, ανετράπη προς τα αριστερά και σύρθηκε, χωρίς αυτόν, επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας (μεσαίας και αριστερής) και στη συνέχεια, επ’ ολίγον, μέσα στην αριστερή λωρίδα, και β) ο οδηγός αυτού έπεσε με την αριστερή του πλευρά πλησίον των οπίσθιων αριστερών τροχών του επικαθημένου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, λόγω του προκληθέντος διαμελισμού του. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον έκτο (1 και 19) και τον τρίτο (19) λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Καθ’ όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, με την επίκληση ελλείψεων στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και την αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, ο τρίτος λόγος, κατά τις ως άνω αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι με την παραδοχή της, ότι ο θανών Ν. Μ. έπρεπε, σύμφωνα με τον κυβισμό του δίκυκλου οχήματός του (97 cc) να κινείται στο μέσο της άκρας δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας (άρθρ. 16 παρ. 2 και 3 Κ.Ο.Κ.) και όχι μεταξύ της μεσαίας και της αριστερής λωρίδας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 2 του ΚΟΚ, σύμφωνα με την οποία "Για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα νοούνται ως:... Μοτοποδήλατο: Το δίτροχο ή τρίτροχο όχημα, του οποίου η μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα δεν υπερβαίνει τα 45 χιλιόμετρα την ώρα και, εάν είναι εξοπλισμένο με κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο κυλινδρισμός του δεν υπερβαίνει τα 50 κυβικά εκατοστό... Μοτοσικλέτα: Κάθε δίτροχο μηχανοκίνητο όχημα με ή χωρίς καλάθι, του οποίου είτε η μέγιστη εκ κατασκευής ταχύτητα είναι μεγαλύτερη των 45 χιλιομέτρων την ώρα είτε, εάν είναι εξοπλισμένο με κινητήρα εσωτερικής καύσης, ο κυλινδρισμός του κινητήρα είναι μεγαλύτερος των 50 κυβικών εκατοστών" και της παρ. 2 του άρθρου 16 του ΚΟΚ, που ορίζει ότι: "Αν δεν έχει οριστεί λωρίδα κυκλοφορίας ή ειδική οδός γι’ αυτούς, οι μεν οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων και βραδυκίνητων και βραδυπορούντων γενικά οδικών οχημάτων υποχρεούνται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 6 του Κώδικα αυτού, να οδηγούν αυτά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στις οδούς οι οποίες έχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κατά κατεύθυνση, οι δε οδηγοί μοτοποδηλάτων, ποδηλάτων και μη μηχανοκίνητων οχημάτων, καθώς και οι οδηγοί ζώων, υποχρεούνται να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού, εφόσον υπάρχει, και δεν προκαλείται δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες αυτό, άλλως πλησίον του άκρου δεξιού του οδοστρώματος".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ανεξαρτήτως του ότι το εν λόγω όχημα περιλαμβάνεται μεταξύ των βραδυπορούντων της παρ. 2 του άρθρου 16, προεχόντως ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, με τις προαναφερόμενες παραδοχές, η υπαιτιότητα του ανωτέρω θανόντος στηρίζεται, κατά κύριο λόγο, σε άλλες αιτιολογίες (οδήγηση χωρίς σύνεση και προσοχή στις ιδιαίτερες συνθήκες κυκλοφορίας της οδού, λόγω της αυξημένης κυκλοφοριακής κίνησης, και χωρίς να ελέγχει πλήρως το μοτοποδήλατο, εξ αιτίας της απειρίας και της αδεξιότητάς του, αφού στερείτο αδείας ικανότητας οδήγησης, με συνέπεια να προσκρούσει ελαφρά, κατά τα προεκτεθέντα, στους εμπρόσθιους αριστερούς τροχούς του επικαθημένου, να απολέσει τον έλεγχο του μοτ/του, το οποίο ανετράπη, και ο ίδιος να πέσει πλησίον των οπίσθιων αριστερών τροχών του επικαθημένου και να τραυματισθεί θανάσιμα), που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, οι οποίες δεν πλήττονται με τον λόγο αυτό, ενώ η προσβολή τους με τους προαναφερθέντες τρίτο και έκτο λόγους δεν τελεσφόρησε.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι περιστατικά μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 8 του άρθρου 559 πλημμέλεια, διότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα από τους εναγομένους, ούτε στον πρώτο ούτε στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, ήτοι α) ότι ο θανών, σύζυγος και πατέρας των αναιρεσειουσών δεν ήταν κάτοχος ελληνικής αδείας οδήγησης και β) ότι λόγω του κυβισμού του οχήματός του, αυτό έπρεπε να βαίνει στο μέσο της άκρας δεξιάς λωρίδας. Ο λόγος αυτός, και κατά τις δύο του αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο θεμελίωσε την υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού - συγγενούς των αναιρεσειουσών σε άλλη αμελή συμπεριφορά, ήτοι με άλλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης. Περαιτέρω, ως προς την διαπιστωθείσα έλλειψη κατοχής αδείας οδήγησης, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει, αποτελεί περιστατικό που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων και χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα του Δικαστηρίου της ουσίας, ενισχυτικό της κρίσης του περί της αδεξιότητας του οδηγού του δικύκλου, που συνετέλεσε στο να επιδείξει αυτός την προδιαληφθείσα αμελή συμπεριφορά, η οποία είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του.
Συνεπώς, ως προς την υπό στοιχείο α’ αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί αιτήματος, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 914/2008). Αντίθετα δεν συνιστά "αίτηση" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης η άρνηση ή η βάση ένστασης, που μπορεί να συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 845/2009, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 483/2011). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, διότι προχώρησε περαιτέρω στη θεμελίωση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος συζύγου και πατέρα των αναιρεσειουσών και σε δύο ακόμη λόγους, πέραν εκείνων που έγιναν δεκτοί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι ότι ο τελευταίος έβαινε παρανόμως μεταξύ μεσαίας και αριστερής λωρίδας, ενώ έπρεπε να βαίνει επί της δεξιάς λωρίδας, και ότι δεν ήταν κάτοχος ελληνικού διπλώματος οδήγησης. Κατ’ αυτόν δε τον τρόπο κατέστησε δυσχερέστερη τη θέση των εκκαλουσών, χωρίς να έχει δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 522 και 536 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ούτε ασκήθηκε αντέφεση από τους αναιρεσιβλήτους σχετικά με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας ούτε έγινε δεκτός κάποιος από τους λόγους έφεσης, ώστε να εξαφανισθεί η πρωτοβάθμια απόφαση και να εξετασθεί εκ νέου η υπόθεση. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, οι αιτιάσεις αυτές δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 λόγο αναίρεσης, εφόσον δεν αποδίδεται "επιδίκαση", ήτοι παραδοχή "αίτησης", έστω και με αναγνωριστική διάταξη, και συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Στην πραγματικότητα προσήκει στα όσα επικαλούνται οι αναιρεσείουσες με τον λόγο αυτό η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 και ο λόγος αυτός αποτελεί επανάληψη του δεύτερου λόγου, για τον οποίο έγινε ήδη λόγος, στην αμέσως προηγηθείσα σκέψη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 § 1 και 681Α’ του Κ.Πολ.Δ., όπως τα δύο τελευταία ίσχυαν πριν από το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ.ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ , διατεινόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που νομίμως προσκόμισαν.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν νομίμως) και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι "... για ορισμένα από τα οποία έγγραφα γίνεται ειδικότερα μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς...". Από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας. Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης ...-7-2014 αίτηση για αναίρεση της 4219/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2018. Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου