Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Α.Π. 934/2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΣΩΡΡΕΥΣΗ ΑΓΩΓΩΝ α) ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ (συν)ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ και β) ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ. ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΛΟΓΩ ΚΑΘ' ΥΛΗ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ

Α.Π. 934/2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΣΩΡΡΕΥΣΗ ΑΓΩΓΩΝ α) ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ (συν)ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ και β) ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ. ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΛΟΓΩ ΚΑΘ' ΥΛΗ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ
- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 23-5-2006 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, στο δικόγραφο της οποίας έχουν σωρευθεί αγωγή αναγνωρίσεως ...συγκυριότητας (άρθρα 70 και 1094 Α.Κ.) επί του τμήματος οικοπέδου που περιγράφεται και αγωγή διαφοράς μεταξύ συνιδιοκτητών του άρθρου 17 περ. 2 του ΚΠολΔ, ήτοι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσείων να κατεδαφίσει κατασκευές του ιδίου στο ανωτέρω κοινόχρηστο και να παύσει να τοποθετεί το αυτοκίνητό του και άλλα πράγματα στο ίδιο τμήμα, καθώς και να παραλείψει κάθε μελλοντική διατάραξη.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, από τις παραπάνω αγωγές, η αναγνωριστική της συγκυριότητας αγωγή απορρίφθηκε από το δικαστήριο εκείνο ως απαράδεκτη, διότι αυτό έκρινε ότι υπάγεται στην τακτική διαδικασία, πλην όμως δεν παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου επειδή ήταν απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων.

ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΘΕΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ (απλής και σύνθετης). ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ (απ' τον κανονισμό) ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ - (1 Ν.Δ. 1024/1971, 1, 2, 4, 5 Ν. 3741/1929, 1002 και 1117 Α.Κ.) - Από την διάταξη του άρθρου 1ν.δ. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 ΑΚ, προκύπτει ότι, υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου 3741/1929, όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν με την αρχική συστατική πράξη (κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών να κανονίσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο. Αν δε με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ή των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους.

Έτσι και επί κάθετης συνιδιοκτησίας, καθώς και επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων καθώς και στη χρήση σύμφωνα με τον κανονισμό, σε περίπτωση δε που προσβάλλεται στη χρήση αυτή, δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον.

ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ - Η αγωγή, ως διαφορά μεταξύ συνιδιοκτητών ακινήτου επί του οποίου έχει συσταθεί νομίμως κάθετη συνιδιοκτησία, υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρο 17 παρ. 2 ΚΠολΔ) ανεξάρτητα από το ύψος του αντικειμένου και, επομένως, η τυχόν έλλειψη της αγωγής σχετικά με την αξία της διαφοράς δεν δημιουργεί αοριστία του δικογράφου. Επομένως, ο υπό στοιχεία 1β λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αγωγή υπαγόταν στην τακτική διαδικασία και γι' αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, διότι, κατά παράβαση της ΚΠολΔ 216 παρ. 2α, δεν αναφέρεται η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, υπό την εκδοχή ότι προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η ΚΠολΔ 216 παρ. 2α είναι δικονομική διάταξη και άλλωστε δεν χρειάζεται τέτοια αναφορά.

Η ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ, ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΥΠΟΓΟΜΕΝΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘ' ΥΛΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΑΣΝΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ - Εξ άλλου, υπό την εκδοχή ότι προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ. 5 επειδή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας, κατ' ορόφους (άρθρα 647-662 ΚΠολΔ), ενώ έπρεπε να δικάσει κατά την τακτική διαδικασία, είναι απαράδεκτος, διότι η εκδίκαση από το δικαστήριο της ουσίας υποθέσεως υπαγόμενης μεν στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του, κατά διαδικασία όμως διαφορετική από την οριζόμενη στο νόμο, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δίκασε υπόθεση μη υπαγόμενη στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του (ΟλΑΠ 402/1981).

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ....ά και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ......, 2) ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..... με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης.
Εκδόθηκε η απόφαση: 14/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/3/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 6/2/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559 πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, ενώ η παράβαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με τον προκείμενο, ούτε με εκείνον από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559 λόγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 23-5-2006 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, στο δικόγραφο της οποίας έχουν σωρευθεί αγωγή αναγνωρίσεως συγκυριότητας (άρθρα 70 και 1094 Α.Κ.) επί του τμήματος οικοπέδου που περιγράφεται και αγωγή διαφοράς μεταξύ συνιδιοκτητών του άρθρου 17 περ. 2 του ΚΠολΔ, ήτοι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσείων να κατεδαφίσει κατασκευές του ιδίου στο ανωτέρω κοινόχρηστο και να παύσει να τοποθετεί το αυτοκίνητό του και άλλα πράγματα στο ίδιο τμήμα, καθώς και να παραλείψει κάθε μελλοντική διατάραξη.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, από τις παραπάνω αγωγές, η αναγνωριστική της συγκυριότητας αγωγή απορρίφθηκε από το δικαστήριο εκείνο ως απαράδεκτη, διότι αυτό έκρινε ότι υπάγεται στην τακτική διαδικασία, πλην όμως δεν παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου επειδή ήταν απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων.

Εν όψει τούτων, ο υπό στοιχεία 1α λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559 και συγκεκριμένα διότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης εσφαλμένα έκρινε ότι το δικαστήριο εκείνο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την αγωγή κατά τα άλλα αιτήματα που προκύπτουν από τη σχέση των διαδίκων ως συνιδιοκτητών οικοπέδου επί του οποίου έχουν ανεγερθεί οι ανεξάρτητες ιδιοκτησίες τους, ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 9, 10, 11, αριθ. 1, 14 παρ. 1 στοιχ. α' και 29 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες αρμόδιο και για τα αιτήματα αυτά είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο (κατά τον αναιρεσείοντα), είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη παράβαση των εν λόγω αμιγώς δικονομικών διατάξεων δεν ελέγχεται αναιρετικά από το λόγο του αριθ. 1 της ΚΠολΔ 559.

Στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγομένης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία). Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι το ανωτέρω ν.δ. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου.

Περαιτέρω, από την πιο πάνω διάταξη του ν.δ. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 ΑΚ, προκύπτει ότι, υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου 3741/1929, όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν με την αρχική συστατική πράξη (κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών να κανονίσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο. Αν δε με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ή των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους.

Έτσι και επί κάθετης συνιδιοκτησίας, καθώς και επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων καθώς και στη χρήση σύμφωνα με τον κανονισμό, σε περίπτωση δε που προσβάλλεται στη χρήση αυτή, δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το αίτημα της αγωγής που δίκασε το δικαστήριο αναφερόταν στη ρύθμιση σχέσεων συνιδιοκτητών σχετικά με τη χρήση κοινοκτήτου μέρους οικοπέδου, στο οποίο έχει συσταθεί νομίμως κάθετη συνιδιοκτησία επ' αυτού και, ειδικότερα, οι ενάγοντες ζητούσαν να καθαιρέσει ο εναγόμενος κατασκευή που έχει φτιάξει σε κοινόκτητο τμήμα, να παύσει να τοποθετεί αντικείμενα σ' αυτό, καθώς και κάθε μελλοντική διατάραξη.

Η αγωγή, ως διαφορά μεταξύ συνιδιοκτητών ακινήτου επί του οποίου έχει συσταθεί νομίμως κάθετη συνιδιοκτησία, υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρο 17 παρ. 2 ΚΠολΔ) ανεξάρτητα από το ύψος του αντικειμένου και, επομένως, η τυχόν έλλειψη της αγωγής σχετικά με την αξία της διαφοράς δεν δημιουργεί αοριστία του δικογράφου. Επομένως, ο υπό στοιχεία 1β λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αγωγή υπαγόταν στην τακτική διαδικασία και γι' αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, διότι, κατά παράβαση της ΚΠολΔ 216 παρ. 2α, δεν αναφέρεται η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, υπό την εκδοχή ότι προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η ΚΠολΔ 216 παρ. 2α είναι δικονομική διάταξη και άλλωστε δεν χρειάζεται τέτοια αναφορά.

Εξ άλλου, υπό την εκδοχή ότι προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ. 5 επειδή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας, κατ' ορόφους (άρθρα 647-662 ΚΠολΔ), ενώ έπρεπε να δικάσει κατά την τακτική διαδικασία, είναι απαράδεκτος, διότι η εκδίκαση από το δικαστήριο της ουσίας υποθέσεως υπαγόμενης μεν στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του, κατά διαδικασία όμως διαφορετική από την οριζόμενη στο νόμο, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δίκασε υπόθεση μη υπαγόμενη στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του (ΟλΑΠ 402/1981).

Τέλος, αν ο λόγος αυτός εκτιμηθεί από τον αριθμό 5 της ΚΠολΔ 559, με την έννοια ότι το δικαστήριο εκείνο εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο, ενώ αρμόδιο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, είναι αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, ότι το δικαστήριο εκείνο είναι καθ' ύλη αρμόδιο να δικάσει τα αγωγικά αιτήματα που δέχθηκε, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 17 παρ. 2.

Ο αναιρεσείων με τον υπ' αριθμόν δύο (2) λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το από ...... τοπογραφικό διάγραμμα κάλυψης-διαμόρφωσης ακαλύπτου του μηχανικού ....., το οποίο είχε προσκομίσει με επίκληση. Επίσης, με τον υπ' αριθμόν τέσσερα (4) λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια, διότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά του, από την οποία προέκυπτε ότι οι επεμβάσεις στο κοινόκτητο τμήμα δεν προσέβαλαν το δικαίωμα των συνιδιοκτητών. Και στις δύο περιπτώσεις δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης, αφού δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά, κατ' ορθή εκτίμηση των λόγων, ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση (μάρτυρες, έγγραφα, φωτογραφίες), σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, και επομένως ο δεύτερος και ο τέταρτος από τους λόγους της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Τέλος, ο λόγος από τον αριθμό 11 της ΚΠολΔ 559, κατά το μέρος που πλήττει την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης περί απόρριψης της ένστασης του αναιρεσείοντος από την ΑΚ 281, υπό την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψη το άνω τοπογραφικό, είναι απαράδεκτος, γιατί το δικαστήριο εκείνο απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη και επομένως δεν ερεύνησε την ουσία της.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αυτή αποδεικτικά μέσα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή σχημάτισε την ουσιαστική της κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, αφού έλαβε υπ' όψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν νομίμως στο ακροατήριό του και από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι μη αμφισβητούμενες φωτογραφίες.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο υπ' αριθμόν τρία (3) λόγος της αναίρεσης είναι, κατά το σκέλος που αποδίδει την ανωτέρω πλημμέλεια, αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος πλήττει την ουσιαστική και αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα και γι' αυτό είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ. 24/92).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσειων με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έχει νόμιμη βάση αφού, κατά τα αναπτυσσόμενα στο δικόγραφο, η αναιρεσιβαλλομένη δεν έχει αιτιολογία, άλλως δεν αιτιολογεί "πώς η κατασκευή των κουρακλέ με νόμιμη άδεια της πολεοδομίας με την υπογραφή των αντιδίκων, αλλά και η υπερύψωση ακόμα και κατά 70 εκατοστά του επίδικου τμήματος συνιστούν μεταβολή, αναιρούν τον προορισμό του επίδικου χώρου ως κοινόκτητου και εμποδίζουν ή δυσχεραίνουν υπερμέτρως τους αναιρεσίβλητους στη χρήση του επίδικου διαδρόμου".

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του (έλλειψη αιτιολογίας) είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλομένη έχει αιτιολογία. Αλλά και κατά το δεύτερο μέρος του, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί η αναιρεσιβαλλομένη εξηγεί με σαφήνεια και πληρότητα, ότι ο περιορισμός του εύρους της κοινοχρήστου διόδου με τις κατασκευές που έκανε ο αναιρεσείων συνεπάγεται περιορισμό της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων χρήσης του συγκεκριμένου τμήματος για την πρόσβασή τους από την οδό (Τραπεζούντος) στην οικία τους.

Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδει αντίφαση στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, είναι αόριστος, γιατί ο αναιρεσείων δεν εκθέτει σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 14/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: