Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Α.Π. 746 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΠΕΡΙΛΗΨΗ: ΣΥΣΤΑΣΗ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – ΠΟΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΣΥΝΙΣΤΟΥΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΤΑ Ή ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ – ΤΥΧΟΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ή ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ –


Α.Π. 746 / 2018    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
ΣΥΣΤΑΣΗ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – ΠΟΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΣΥΝΙΣΤΟΥΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΤΑ Ή ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ – ΤΥΧΟΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ή ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ – Ισχυρισμός ότι η επίδικη κλίμακα ανήκει στους εναγόμενους και δεν αποτελεί... κοινόκτητο ώστε να μπορούν οι ενάγοντες να χρησιμοποιούν αυτή ώστε να ανεβαίνουν στον β’ όροφο που έχτισαν αργότερα – Ορθώς κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά για την σύσταση με συμβολαιογραφικά έγγραφα στην επίδικη πολυόροφη οικοδομή καθεστώτος οριζόντιας ιδιοκτησίας εξυπηρετουμένου με κοινόχρηστη κλίμακα, τα οποία πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας με κοινοχρησία επί της κοινόκτητης κλίμακας για την εξυπηρέτηση της όλης οικοδομής, που δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης και της αγωγής της αναιρεσίβλητης συνιδιοκτήτριας – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (άρθρ. 1, 4, 5, 13 Ν. 3741/1929, 1002 ΑΚ)

 

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΑΓΩΓΕΣ ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ – ΕΝΑΓΩΝ, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ – ΣΤΙΣ ΕΝ ΛΟΓΩ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΑΡΠΩΤΕΣ ΕΦΟΣΟΝ ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΝ ΟΙ ΝΟΜΙΜΕΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ - Εν προκειμένω η αγωγή περιέχει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης και την παθητική νομιμοποίηση των αναιρεσειόντων - εναγομένων για τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας και τις ιδιαίτερες συμφωνίες των συγκυρίων (68, 216, 17 ΚΠολΔ)

Αριθμός 746/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Λ. του Σ. και 2) Σ. Λ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ...., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ...... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του ήδη αποβιώσαντος Σ. Μ. του Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4276/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6278/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη και η Ν. χα Σ. Μ. με την από 17-9-2012 αίτησή τους και τους από 26-11-2012 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 2076/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4927/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-10-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Δημητρούλα Υφαντή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ’ αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο η αγωγή απορρίπτεται κι απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2005).

Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ. 1 περ. α’ συνάγεται ότι νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου να προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελεγχόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι δεν εκτίθενται στην αγωγή στοιχεία ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας και συνεπώς το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτή, καίτοι η έλλειψη αυτή ρητά επισημάνθηκε από τους αναιρεσείοντες. Από το κατωτέρω παρατιθέμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι στο δικόγραφό της εκτίθενται τα αναγκαία στοιχεία ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως των αντιδίκων, και ειδικότερα στο δικόγραφο αυτό εκτίθενται τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη υπόθεση οι ενάγοντες, Σ. Μ. και Κ. θυγ. Σ. Μ. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-12-2004 (αρ. κατ. ......2004) αγωγή τους στην οποία εξέθεταν ότι, δυνάμει των αναφερόμενων νόμιμα μεταγραμμένων συμβολαιογραφικών πράξεων τυγχάνουν ο μεν πρώτος επικαρπωτής του 1/2 εξ αδιαίρετου, η δε δεύτερη του 1/2 εξ αδιαιρέτου και κυρία του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (οροφοδιαμερίσματος) που βρίσκεται στο ισόγειο όροφο της κείμενης στο ... οικοδομής που είναι κτισμένη επί οικοπέδου έκτασης 655,70 τ.μ., οι δε εναγόμενοι (Π. Λ. και Σ. συζ. Π. Λ.), δυνάμει των αναφερόμενων συμβολαιογραφικών πράξεων που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, είναι, ο πρώτος επικαρπωτής και η δεύτερη ψιλή κυρία της αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας (οροφοδιαμερίσματος) που κείται στον Α’ όροφο της ίδιας οικοδομής. Ότι δυνάμει του επίσης νόμιμα μεταγραμμένου με αριθμό .../4-9-1968 συμβολαίου διανομής κτισμάτων και συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Φ. οι κοινές των διαδίκων δικαιοπάροχοι, ως μοναδικές τότε συγκύριες κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, έλυσαν τη μεταξύ τους υφιστάμενη κοινωνία και υπήγαγαν αυτό στο καθεστώς της οριζόντιας κατά ορόφους ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., δημιουργώντας τις προαναφερόμενες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που εκάστη συμμετείχε κατά 50% στο οικόπεδο, και οι οποίες μεταγενέστερα περιήλθαν, με τους αναφερόμενους τίτλους, στους νυν διαδίκους, όπως προαναφέρεται.

Ότι με την ίδια ως άνω Συστατική Πράξη οι μοναδικές τότε συγκύριες του όλου ακινήτου, αφενός όρισαν ως κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις του όλου ακινήτου, τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, τον αδιαμόρφωτο χώρο του υπογείου, την κύρια είσοδο της οικοδομής μετά του διαδρόμου αυτής, το κλιμακοστάσιο και τους φωταγωγούς καθόλο το ύψος τους, τα πλατύσκαλα του κλιμακοστασίου, τις κεντρικές σωληνώσεις και το δώμα, αφετέρου συμφώνησαν ότι αμφότερες (οι συγκύριες) διατηρούν το δικαίωμα να ανεγείρουν ορόφους κατ’ ισομοιρίαν υπέρθεν του Α’ ορόφου και καθ’ όλο το επιτρεπόμενο ύψος κατανέμοντας σ’ αυτούς τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά εκάστης (50%) επί του ακινήτου. Ότι, μετά τη νόμιμη κτήση από τους μεν ενάγοντες του ισογείου διαμερίσματος, από τον δε πρώτο εναγόμενο του διαμερίσματος του Α’ ορόφου και την κατ’ ισομοιρίαν απ’ αμφοτέρους κτήση και του δικαιώματος υψούν, αυτοί ως μοναδικοί πλέον συγκύριοι της όλης οικοδομής, ενόψει της επιθυμίας τους να επεκτείνουν καθ’ ύψος αυτήν, προέβησαν, με τη με αριθμό .../19-12-1986 νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική Πράξη της συμβ/φου Πειραιά Ε. Μ. - Σ., σε συμπλήρωση της προαναφερόμενης Συστατικής Πράξης, που όπως προαναφέρεται, είχε καταρτισθεί από τις κοινές δικαιοπαρόχους τους και στην οποία είχαν προσχωρήσει με τους κτητικούς τίτλους τους, και αφού περιέγραψαν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, μεταξύ των λοιπών: α) διένειμαν την αέρινη στήλη άνωθεν του δώματος του Α’ ορόφου σε τρία άνισα μεταξύ τους τμήματα και ρύθμισαν το περιελθόν σε έκαστο δικαίωμα υψούν, ορίζοντας ειδικότερα ότι, α1) το ανήκον στον εναγόμενο δικαίωμα ανέγερσης του 1/2 εξ αδιαιρέτου οσωνδήποτε ορόφων άνωθεν του δώματος, αντιστοιχεί στο επιφανείας 76,62 τ.μ. τμήμα του δώματος, όπως αυτό οριζόταν περιμετρικά στο επισυναφθέν από Νοεμβρίου 1986 σχέδιο κάτοψης του Πολιτικού Μηχανικού Β. Π. υπό τα αναφερόμενα στοιχεία α-β-ζ-ε-Δ-Γ-Β-Α-Κ-Ι-α, α2) το ανήκον στους ενάγοντες δικαίωμα υψούν, αντιστοιχεί στο επιφανείας 78,465 τ.μ. τμήμα του δώματος που οριζόταν περιμετρικά στην ίδια ως άνω κάτοψη υπό τα στοιχεία α-β-γ-δ-Ζ-Η-Θ-α, το οποίο κείται επί της πρόσοψης της οικοδομής, και α3) το επιφανείας 11,340 τ.μ. τμήμα του δώματος που βρίσκεται άνωθεν του κεντρικού κλιμακοστασίου και της εισόδου της οικοδομής που ορίζονταν υπό τα στοιχεία ζ-β-γ-δ-Ζ-Ε-ε, στο οποίο θα δημιουργούνταν οι κοινόχρηστοι χώροι των μελλοντικών ορόφων της οικοδομής (κλίμακα ανόδου, πλατύσκαλο αυτής και θύρες εισόδου στα νέα κτίσματα), β) όρισαν ότι εκάτερο συμβαλλόμενο μέρος (ή οι ειδικοί και οι καθολικοί διάδοχοί τους) θα δύναται μόνο του, χωρίς τη σύμπραξη του άλλου μέρους, να αιτείται την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση της οικοδομής που δικαιούνταν άνωθεν του Α’ ορόφου και να ανεγείρει αυτήν τηρώντας τις διατάξεις του ΓΟΚ, γ) συμφώνησαν ότι εκάτερο των συμβαλλομένων μερών όταν ανεγείρει τις οικοδομές που θα δικαιούται, υποχρεούται να κατασκευάσει με δικές του δαπάνες και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους στον όροφο στον οποίο κείνται οι οικοδομές αυτές.

Ότι ο εναγόμενος κατόπιν της εκδοθείσας το έτος 1987 οικοδομικής άδειας, προέβη πρώτος στην ανέγερση κτίσματος επί του δώματος της οικοδομής πλην όμως κατά παράβαση των ως άνω συμφωνηθέντων μεταξύ τους, αφενός επεξέτεινε το οικοδόμημά του καταλαμβάνοντας και ενσωματώνοντας στην ιδιοκτησία του μέρος του ορισθέντος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου (τρίτου) τμήματος του Β’ ορόφου, ότι είχε προβλεφθεί να κατασκευαστεί το κλιμακοστάσιο και το πλατύσκαλο πρόσβασης προς τις δύο υπό ανέγερση ιδιοκτησίες τους επί του ορόφου αυτού, αφετέρου, δεν κατασκεύασε τους κοινόχρηστους χώρους του ορόφου αυτού, ούτε επεξέτεινε κλιμακοστάσιο από τον Α’ όροφο προς τον Β’ όροφο, αλλά δημιούργησε εσωτερική σκάλα επικοινωνίας του ήδη υφιστάμενου στον Α’ όροφο διαμερίσματός του με το νεόδμητο διαμέρισμά του στο Β’ όροφο. Ότι και οι ενάγοντες έκαναν χρήση του δικαιώματός τους υψούν και κατόπιν της εκδοθείσας το έτος 2001 οικοδομικής άδειας προέβησαν στην ανέγερση κτίσματος 64,50 τ.μ. επί του περιελθόντος σ’ αυτούς τμήματος του ίδιου δώματος, κατασκευή, που, λόγω της μη επέκτασης από τον εναγόμενο του κεντρικού κλιμακοστασίου της οικοδομής, εκτέλεσαν με ικριώματα και αναβατόρια. Ότι, η ιδιοκτησία τους αυτή στερείται πρόσβασης και παραμένει ακατοίκητη και απρόσοδη, λόγω της άρνησης των εναγομένων να εκπληρώσουν τη συμβατική τους υποχρέωση επέκτασης του κεντρικού κλιμακοστασίου από τον Α’ όροφο στον Β’ όροφο...".

Με βάση το ως άνω ιστορικό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να κατασκευάσουν το τμήμα του κεντρικού κλιμακοστασίου της επίμαχης οικοδομής επεκτείνοντάς το από το σημείο όπου αυτό κατέληγε μέχρι και την άσκηση της αγωγής, δηλαδή, από το δάπεδο του Α’ ορόφου έως το δάπεδο του Β’ ορόφου... Η ως άνω αγωγή, που εισήχθη μεν προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία, εκδικάσθηκε όμως από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (κατ’ άρθρο 591 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την αρμόζουσα ειδική διαδικασία των διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας (κατ’ άρθρ. 17 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η αρίθμηση ίσχυε πριν την επελθούσα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 4055/2012 αναρίθμηση και 647 επ. του ΚΠολΔ) και αφού κρίθηκε επαρκώς ορισμένη καθ’ όλα τα αιτήματά της και νόμιμη, ακολούθως απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν έφεση με την οποία ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή τους.

Το Εφετείο Αθηνών με την 6278/2011 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα από τους εκκαλούντες - ενάγοντες, απέρριψε κατ’ ουσίαν αυτήν στο σύνολό της. Πλέον συγκεκριμένα, ως προς μεν τον πρώτο εκκαλούντα (ενάγοντα) ο οποίος δικάστηκε ερήμην από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, λόγω μη νομότυπης διακοπής της δίκης εξ αιτίας του δηλωθέντος με τις προτάσεις επισυμβάντος (μετά την άσκηση της έφεσης) θανάτου του και (της μη νομότυπης) συνέχισής της από την παρασταθείσα σύζυγό του, απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη. Ως προς δε τη δεύτερη εκκαλούσα - ενάγουσα, απορρίφθηκε ομοίως η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι, το ήδη υφιστάμενο κλιμακοστάσιο "εκ των πραγμάτων" δεν ήταν κοινόχρηστο, αφού χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τους εναγομένους για την πρόσβασή τους στο κείμενο στον Α’ όροφο διαμέρισμά τους, και συνεπώς, ανήκει στην εν λόγω ιδιοκτησία των τελευταίων, επειδή δε η επιδιωκόμενη επέκτασή του προς τον Β’ όροφο, θα εξυπηρετούσε μόνον το υπό ανέγερση οίκημα των εναγόντων και όχι και την αναγερθείσα στον ίδιο όροφο (Β’ ) προσθήκη των εναγομένων, οι τελευταίοι δεν υποχρεούνται να προβούν στην επέκτασή του. Η ως άνω εφετειακή απόφαση προσβλήθηκε με την από 17.9.2012 αίτηση αναίρεσης και τους από 26.11.2012 πρόσθετους λόγους των ηττηθέντων εκκαλούντων - εναγόντων. Επ’ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 2076/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού έγινε δεκτός ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, αναιρέθηκε στο σύνολό της η προαναφερόμενη εφετειακή απόφαση για έλλειψη νόμιμη βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας (άρθρο 559 εδ. 1 και 19 ΚΠολΔ) που καθιστά αδύνατη την κρίση περί της νομικής ή μη θεμελίωσής της στις διατάξεις των άρθρων 953, 1002 του ΑΚ και 1 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 και παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο Αθηνών η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση. Επομένως, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος κατ’ ορθή εκτίμηση δεν είναι από τον αριθμ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αλλά από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι η αγωγή περιέχει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης και την παθητική νομιμοποίηση των αναιρεσειόντων - εναγομένων από τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 για τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας και τις ιδιαίτερες συμφωνίες των συγκυρίων κατά τις διατάξεις των άρθρων 1002 ΑΚ και 1 επ. του ν. 3741/1929, με βάση τα οποία εκτός άλλων και το κλιμακοστάσιο είναι αντικείμενο αναγκαίας συγκυριότητας εκτός εάν με ειδική συμφωνία παραχωρήθηκε η χρήση του σ’ ένα συνιδιοκτήτη αποκλειστικά ή εάν το κλιμακοστάσιο εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο ως συστατικό μία μόνο ιδιοκτησία, κάτι που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση με βάση τις συμφωνίες των διαδίκων που εκτίθενται στην ένδικη αγωγή κατά τα προαναφερθέντα. Εξ άλλου, στις διαφορές συνιδιοκτητών νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά και οι επικαρπωτές οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. (Ολ.ΑΠ 8/2002), ενόψει άλλωστε του ότι με τη διάταξη του άρθρου 1173 του Α.Κ. επί προσβολής του δικαιώματος του επικαρπωτή εφαρμόζονται οι διατάξεις για την προστασία της κυριότητας. Επίσης, στην ένδικη αγωγή, κατά τα προαναφερθέντα, εκτίθενται ως αναγκαία στοιχεία των αντιδίκων οι κτητορικοί τίτλοι (συμβόλαια) κτήσεως των επικαλουμένων δικαιωμάτων επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών της ένδικης οικοδομής, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεώθηκε μόνο η δεύτερη των αναιρεσειόντων - εναγομένων ως συνιδιοκτήτρια κατ’ άρθρ. 5 περ. β’ και γ’ του ν. 3741/1929 να καταβάλει τις δαπάνες για την κατασκευή της επίδικης κοινόχρηστης κλίμακας, για την οποία βαρύνεται μόνο η ίδια ως ψιλή κυρία και όχι και ο επικαρπωτής, και συνεπώς τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης όπως εκτιμάται κατά τα προαναφερθέντα, κρίνονται αβάσιμα.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 εδ. α’ , 7 παρ. 1, 8 και 13 του Ν. 3741/1929, "περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού και 1117 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ’ όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα. Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 τελευταία παράγραφος του Ν. 3741/1929, η οποία ορίζει ότι αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία "και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν", προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο.

Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί. Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή ουδέν ορίζεται στην συστατική πράξη, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις (ΑΠ 562/2014). Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α’ του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 23/2000). Ειδικότερα, επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, η κυρία είσοδος της οικοδομής, το κλιμακοστάσιο, οι κλίμακες ανόδου προς το δώμα (ΑΠ 420/1985) και το ηλιακό δώμα (ταράτσα), εξομοιούμενο με τη στέγη της οικοδομής (ΑΠ 1610/2007, 1658/ 2007), αποτελούν αντικείμενο αναγκαίας συγκυριότητας και κοινόχρηστα πράγματα για όλους τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων, καθένας από τους οποίους δικαιούται να ποιείται απόλυτη χρήση, εκτός εάν, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 (του Ν. 3741/1929), με ειδική μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους συμφωνία, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών, το δικαίωμα αυτό παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους (ΑΠ 1250/2011). Εξάλλου, εάν επί του ίδιου οικοδομήματος έχει μεν συσταθεί διαιρεμένη κατ’ ορόφους (οριζόντια) ιδιοκτησία, χωρίς όμως (είτε με τη συστατική πράξη είτε με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των συγκυρίων) να έχουν οριστεί τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη του όλου ακινήτου, τότε, εάν ορισμένη οριζόντια ιδιοκτησία έχει αποκλειστική είσοδο που εξυπηρετεί μόνο αυτήν, η συγκεκριμένη είσοδος συνιστά συστατικό μέρος της και επομένως, κατά νομική επιταγή, ανήκει στον κύριο της εν λόγω ιδιοκτησίας, συστατικό δε μέρος της αποτελεί και η κλίμακα ανόδου που χρησιμεύει αποκλειστικά και μόνον για την πρόσβαση στην ευρισκόμενη άνωθεν του ισογείου ιδιοκτησία, εφόσον, εάν αποχωριστεί απ’ αυτήν, όχι μόνον θα επέλθει βλάβη στην αυτοτελή ιδιοκτησία, που αποτελεί το κύριο πράγμα, αλλά θα καταστεί, ενδεχομένως, ανέφικτη η χρησιμοποίησή της, αφού δεν θα υπάρχει δυνατότητα, εξ ιδίου δικαίου, προσβάσεως σ’ αυτήν, με αλλοίωση της ουσίας και του προορισμού της (ΑΠ 564/2015, 2076/2013).

Περαιτέρω, η ρύθμιση που εισάγεται με το Ν. 3741/ 1929 σε σχέση με την απόκτηση και κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και στα κοινόχρηστα μέρη τής υπαγόμενης στη ρύθμισή του οικοδομής είναι ειδική και έχει υπαγορευθεί από την ιδιαιτερότητα του θεσμού της κατ’ ορόφους ιδιοκτησίας. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ, που προβλέπουν τη σύσταση με χρησικτησία και την κατάργηση με αχρησία των δουλειών, δεν μπορούν να εφαρμοστούν ευθέως ή κατ’ αναλογία και για τη σύσταση ή την κατάργηση των ως άνω περιορισμών, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής για την κατάργηση του ορισθέντα με τη συστατική πράξη κοινόκτητου και κοινόχρηστου χαρακτήρα συγκεκριμένων μερών της οικοδομής. Ειδικότερα, κανένας από τους ιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν μπορεί με χρησικτησία ν’ αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής ή μεγαλύτερης από τη μερίδα του χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, ούτε ν’ απωλέσει με αχρησία το δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση τούτων (ΑΠ 562/2014, 1250/2011, 402/2010). Τα ανωτέρω εναρμονίζονται προς την ιδιαιτερότητα του θεσμού της κατ’ ορόφους ιδιοκτησίας και, προ παντός, εξυπηρετούν την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα και το περιεχόμενο αυτών, των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της κατ’ ορόφους ιδιοκτησίας (ΑΠ 1250/2011, 402/2010, 1033/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασής του και εκτιμώνται ανάλογα με το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε ενός μάρτυρα ξεχωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, έστω και μη ειδικά μνημονευόμενα πιο κάτω, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι φωτογραφίες που προσκομίζουν οι διάδικοι των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα (άρθρα 444 παρ. 1γ’ , 3 και 457 του ΚΠολΔ) απεικονίζουν δε το συνιδιόκτητο ακίνητο καθώς και τις επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες τους και από τις ομολογίες των τελευταίων που εμπεριέχονται στα δικόγραφά τους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το επίμαχο συνιδιόκτητο ακίνητο αφορά οικοδομή την οποία, οι κοινές των διαδίκων δικαιοπάροχοι, ήτοι η Σ. συζ. Ρ. Δ. και Γ. συζ. Ι. Δ. είχαν ανεγείρει το έτος 1960, στο εκτάσεως 655,70 τ.μ. συνιδιόκτητο (κατά 50%) οικόπεδό τους που βρίσκεται επί της οδού ... στο .... Η οικοδομή αυτή τότε αποτελούνταν από υπόγειο χώρο, σε τμήμα του οποίου υπήρχαν δύο αποθήκες και ένας χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου (γκαράζ), από ισόγειο που περιλάμβανε ένα οροφοδιαμέρισμα με ανεξάρτητη θύρα, το κλιμακοστάσιο με το πλατύσκαλό του και την κλίμακα ανόδου προς τον Α’ όροφο και από τον Α’ όροφο που αποτελούνταν από επίσης ένα οροφοδιαμέρισμα και την κατάληξη του κλιμακοστασίου με το πλατύσκαλό του.

Οι ως άνω αρχικές κατ’ ισομοιρίαν μοναδικές συγκύριες του όλου ακινήτου, δυνάμει της νόμιμα μεταγραμμένης με αριθμό .../1968 Πράξης Διανομής Κτισμάτων και Σύστασης Οριζοντίου Ιδιοκτησίας του συμβ/φου Αθηνών Κ. Φ. (Τ. ... Υποθ/κείου Χαλανδρίου) προέβησαν στην μεταξύ τους διανομή των υφιστάμενων κτισμάτων της οικοδομής και στη Σύσταση διηρημένων αυτοτελών οριζόντιων κατά ορόφους ιδιοκτησιών, κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, 1002 και 1117 του ΑΚ, ορίζοντας μεταξύ άλλων, ότι: Α) στη Σ. Δ. (δικαιοπάροχο, κατά τα κατωτέρω, των εναγόντων) θα περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή η αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου της οικοδομής, η οποία θα συμμετέχει κατά ποσοστό 50% στο όλο ενιαίο οικόπεδο, σ’ αυτήν δε, θα ανήκει η υπό στοιχείο Α’ υπόγεια αποθήκη και το υπόγειο γκαράζ, όπως αυτά περιγράφονταν στο προσαρτηθέν στην ως άνω Πράξη από Ιανουαρίου 1961 Σχεδιάγραμμα κατόψεων Υπογείου, Ισογείου και Α’ ορόφου του Πολιτικού Μηχανικού, Ν. Γ., και Γ. Δ. (απώτερη δικαιοπάροχο των εναγομένων) θα περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα η αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία του Α’ ορόφου, στην οποία θα ανήκει η υπό στοιχείο Β’ αποθήκη του υπογείου, η οποία (ιδιοκτησία) θα συμμετέχει επίσης κατά 50% στο ενιαίο οικόπεδο, Β) ότι οι συνιδιοκτήτριες του όλου ακινήτου διατηρούν το δικαίωμα ανέγερσης ορόφου ή ορόφων κατ’ ισομοιρίαν άνωθεν του δώματος του Α’ ορόφου και καθ’ όλο το επιτρεπόμενο ύψος, Γ) με την ίδια ως άνω Συστατική Πράξη καθόρισαν τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις του όλου ακινήτου ορίζοντας ρητά ως τέτοιους, τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, τον αδιαμόρφωτο χώρο του υπογείου (όπως αυτός εμφαίνονταν στο από Ιανουαρίου 1961 σχεδιάγραμμα κάτοψης υπογείου του προαναφερόμενου Πολ. Μηχανικού), την κύρια είσοδο της οικοδομής μετά του διαδρόμου αυτής, το κλιμακοστάσιο και τους φωταγωγούς καθ’ όλο το ύψος τους, τα πλατύσκαλα του κλιμακοστασίου, τις κεντρικές σωληνώσεις ύδατος και αποχετεύσεως και το δώμα. Δηλαδή όρισαν ως κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της οικοδομής και την κλίμακα ανόδου που ήδη από τότε εκτείνονταν από το ισόγειο προς τον Α’ όροφο καθώς και τα πλατύσκαλά της στον όροφο αυτό, παρόλο που καταλήγοντας στο συγκεκριμένο όροφο (Α’ ) εξυπηρετούσε μόνον τους ενοίκους του διαμερίσματος του Α’ ορόφου, προφανώς διότι προέβλεψαν την αναγκαιότητα επέκτασής της μελλοντικά, προς εξυπηρέτηση των ανεγερθεισομένων νέων ορόφων άνωθεν του υφιστάμενου δώματος και γι’ αυτό ρητά όρισαν ως κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της συνιδιόκτητης οικοδομής τους το κλιμακοστάσιο. Ακολούθως, η ως άνω ισόγεια οριζόντια ιδιοκτησία (οροφοδιαμέρισμα) μετά των παρακολουθημάτων της (υπόγεια Α’ αποθήκη & γκαράζ) και του δικαιώματος (1/2 εξ αδιαιρέτου) υψούν ορόφου ή ορόφων άνωθεν του Α’ ορόφου, μεταβιβάστηκε (από τη Σ. Δ.) λόγω πώλησης (με το νόμιμα μεταγραμμένο με αριθμό .../1983 συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Α. Λ.) κατ’ ισομοιρίαν στους ενάγοντες, ο πρώτος των οποίων στη συνέχεια, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου με αριθμό .../1997 συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Ε. Α. - Σ. μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα - θυγατέρα του, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα τού σ’ αυτόν, κατά τα ανωτέρω, ανήκοντος 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ισόγειου διαμερίσματος και του αντίστοιχου δικαιώματος υψούν, παρακρατήσας εφ’ όρου ζωής, την επικαρπία τού 1/2. Επίσης, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου με αριθμό .../1984 συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Α. Λ., η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος του Α’ ορόφου, Γ. Δ., μεταβίβασε αυτό με το παρακολούθημά του (Β1 υπόγεια αποθήκη) και το δικαίωμα υψούν, λόγω πώλησης, στην Κ. Κ., η οποία, με το νόμιμα μεταγραμμένο με αριθμό .../1985 συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Π. Μ. - Γ., το μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον πρώτο εναγόμενο (Π. Λ.), ο τελευταίος δε, με το επίσης νόμιμα μεταγραμμένο .../1997 συμβόλαιο της Συμβ/φου Πειραιά Ε. Μ. - Σ., μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη - θυγατέρα του, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα του εν λόγω οροφοδιαμερίσματος και του δικαιώματος (1/2 εξ αδιαρέτου) υψούν.

Με τους ανωτέρω κτητικούς τίτλους οι διάδικοι απέκτησαν τα ως άνω έκαστος εμπράγματα δικαιώματα επί των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών - οροφοδιαμερισμάτων και κατέστησαν αναγκαίως και συγκύριοι κατά 50% της ενιαίας οικοδομής και των κοινόκτητων & κοινόχρηστων μερών και εγκαταστάσεών της, όπως αυτά ορίστηκαν στην προαναφερόμενη .../1968 Συστατική Πράξη, στην οποία προσχώρησαν και δεσμεύονται, ως ειδικοί διάδοχοι των αρχικών συγκυριών. Εν τω μεταξύ το έτος 1986 οι τότε μοναδικοί συγκύριοι του όλου ακινήτου, ήτοι, οι ενάγοντες και ο πρώτος εναγόμενος, με την με αριθμό .../1986 Πράξη της Συμβ/φου Πειραιά Ε. Μ. - Σ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα (στον ... με αυξ. ... του Υποθ/κείου Χαλανδρίου): α) περιέγραψαν την όλη οικοδομή, δηλώνοντας ρητά ότι στο μεν ισόγειο όροφο, πέραν του ισόγειου οροφοδιαμερίσματος περιλαμβάνεται και η κύρια είσοδος, το κλιμακοστάσιο μετά του πλατυσκάλου του και η κλίμακα προσπελάσεως προς τον Α’ όροφο, ο δε Α’ όροφος ότι καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από το οροφοδιαμέρισμα, πλην του κλιμακοστασίου με το πλατύσκαλό του, β) προέβησαν, στη συμπλήρωση της (αρχικής) με αριθμό .../1968 Συστατικής Πράξης και έλυσαν τη μεταξύ τους κοινωνία αναφορικά με το δικαίωμα υψούν άνωθεν του υφιστάμενου δώματος του Α’ ορόφου, προσδιορίζοντας το εν λόγω δικαίωμα εκάστου κατά θέση, έκταση και όρια. Πλέον συγκεκριμένα, διένειμαν την αέρινη στήλη άνωθεν του δώματος του Α’ ορόφου σε τρία άνισα τμήματα, όπως αυτά ορίζονταν περιμετρικά στο από Νοεμβρίου 1986 σχέδιο κάτοψης του Πολιτικού Μηχανικού Β. Π., που επισυνάφθηκε στην εν λόγω Συμπληρωματική Πράξη και συμφώνησαν ότι: β1) το ανήκον στους ενάγοντες δικαίωμα υψούν οσωνδήποτε ορόφων άνωθεν του υφιστάμενου δώματος, αντιστοιχεί στο επιφανείας 78,465 τ.μ. τμήμα αυτού που οριζόταν περιμετρικά στο ως άνω σχέδιο κάτοψης υπό τα στοιχεία α-β-γ-δ-Ζ-Η-Θ-α, το οποίο κείται επί της πρόσοψης της οικοδομής, β2) το ανήκον στον εναγόμενο δικαίωμα ανέγερσης οσωνδήποτε ορόφων άνωθεν του δώματος, αντιστοιχεί στο επιφανείας 76,62 τ.μ. τμήμα του, όπως αυτό οριζόταν περιμετρικά στην ίδια ως άνω κάτοψη του προαναφερόμενου Μηχανικού, υπό τα στοιχεία α-β-ζ-ε-Δ-Γ-Β-Α-Κ-Ι-α, και β3) το επιφανείας 11,340 τ.μ. τμήμα του δώματος που βρίσκεται άνωθεν του κεντρικού κλιμακοστασίου και της εισόδου της οικοδομής που οριζόταν από τα στοιχεία ζ-β-γ-δ-Ζ-Ε-ε, στο οποίο θα δημιουργούνταν οι κοινόχρηστοι χώροι των μελλοντικών ορόφων της οικοδομής (κλίμακα ανόδου, πλατύσκαλο αυτής και θύρες εισόδου στα νέα κτίσματα), γ) όρισαν ότι εκάτερο συμβαλλόμενο μέρος θα δύναται μόνο του, χωρίς τη σύμπραξη του άλλου μέρους, να αιτείται την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση της οικοδομής που δικαιούνταν άνωθεν του Α’ ορόφου, δ) συμφώνησαν ότι "εκάτερο" των συμβαλλομένων μερών, δηλαδή, ο καθένας από τους δύο, ξεχωριστά, όταν ανεγείρει τις οικοδομές που δικαιούται, υποχρεούται να κατασκευάσει με δικές του δαπάνες και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους στον όροφο στον οποίο κείνται οι οικοδομές αυτές. Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος το έτος 1987 αιτήθηκε την έκδοση της με αριθμό .../1987 οικοδομικής άδειας προσθήκης Β’ ορόφου στο καθορισθέν και περιελθόν σ’ αυτόν, με την πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη συμπλήρωσης της Συστατικής Πράξης, τμήμα του δώματος, εμβαδού 68,83 τ.μ., στην οποία (άδεια) δεν περιελήφθη και η επέκταση του κοινόχρηστου κλιμακοστασίου από το δάπεδο του Α’ ορόφου προς το δάπεδο του υπό ανέγερση Β’ ορόφου. Δυνάμει αυτής οικοδομήθηκε το εγκριθέν κτίσμα - προσθήκη στο Β’ όροφο, το οποίο δεν εμφανίζεται ως ανεξάρτητο - αυτοτελές διαμέρισμα, αλλά επέκταση του ήδη υφιστάμενου στον Α’ όροφο διαμερίσματός του με το οποίο και συνδέθηκε με εσωτερική κλίμακα, όπως αυτή αποτυπώνεται στα υποβληθέντα σχέδια κάτοψης Α’ και Β’ ορόφου του Πολιτικού Μηχανικού Β. Π.. Παρόλο όμως, του ότι για την εξυπηρέτηση του εν λόγω νεόδμητου κτίσματος των εναγομένων δεν θα υπήρχε ανάγκη επέκτασης του κεντρικού - κοινόχρηστου κλιμακοστασίου από τον Α’ προς τον Β’ όροφο, αφού αυτό επικοινωνούσε εσωτερικά με το οροφοδιαμέρισμά τους στον Α’ όροφο, στο εν λόγω νέο οίκημα κατασκευάστηκε κεντρική θύρα επί του κοινόκτητου - κοινόχρηστου τμήματος του Β’ ορόφου, που, όπως προαναφέρεται, έχει συμβατικά προβλεφθεί για την κατασκευή του κλιμακοστασίου προς τον όροφο αυτόν, η οποία (θύρα) απεικονίζεται στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους ίδιους τους εναγομένους - εφεσιβλήτους φωτογραφία (έγγραφό τους με αρίθμηση σχετικού 32) αλλά και διαπιστώθηκε η ύπαρξή της από τον πολ. Μηχανικό Α. Α., την οποία και αποτύπωσε στο σχέδιο κάτοψης του Β’ ορόφου που εμπεριέχεται στην από Νοεμβρίου 2008 (ιδιωτική) τεχνική έκθεσή του.

Δηλαδή, με την επέκταση του κλιμακοστασίου, αυτό θα χρησιμεύσει στην πρόσβαση των εναγομένων προς το εν λόγω οικοδόμημά τους του Β’ ορόφου, μέσω της ήδη δημιουργηθείσας θύρας, γεγονός που αναιρεί την υποστηριζόμενη απ’ αυτούς μη χρησιμότητά του (του κλιμακοστασίου) στην εν λόγω προσθήκη τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, κατόπιν της από ... οικοδομικής άδειας προέβησαν στην προσθήκη κτίσματος στο καθορισθέν και περιελθόν σ’ αυτούς (με την προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη Συμπλήρωσης της αρχικής Συστατικής Πράξης), τμήμα του δώματος, εμβαδού 74,21 τ.μ., στην οποία (άδεια) ομοίως δεν αιτήθηκαν και δεν περιελήφθη και η επέκταση του κλιμακοστασίου από το δάπεδο του πλατύσκαλου του Α’ ορόφου προς το Β’ όροφο. Το οίκημα αυτό, λόγω έλλειψης κλίμακας ανόδου προς το Β’ όροφο, ανεγέρθηκε με υποστηλώματα και αναβατόρια και δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι και την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Επισημαίνεται ότι η επίμαχη κλίμακα ανόδου προς τον Α’ όροφο: 1ον) παρόλο που από το χρόνο κατασκευής της (1960) κατέληγε στο δάπεδο του Α’ ορόφου, νομότυπα χαρακτηρίστηκε συμβατικά, τόσο με την αρχική συστατική πράξη (.../1968) όσο και την συμπληρωματική (.../1986) αυτής από τους διαδίκους, ως κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της όλης οικοδομής, χαρακτήρας που δεν αναιρείται, ούτε μεταβάλλεται εκ του γεγονότος ότι αυτή, εκ των πραγμάτων, χρησιμοποιούνταν μόνον από τους ενοίκους του διαμερίσματος του Α’ ορόφου (τους εναγόμενους και τους δικαιοπαρόχους τους), αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο V. μείζονα πρόταση της παρούσας, δεν μπορεί συνιδιοκτήτης (και εν προκειμένω οι εναγόμενοι) ν’ αποκτήσει με χρησικτησία δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, ούτε ν’ απωλέσει με αχρησία (εν προκειμένω οι ενάγοντες) το δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση αυτών. Εφόσον λοιπόν έχει συμβατικά οριστεί ως κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της υφιστάμενης αλλά και της καθ’ ύψος επέκτασης οικοδομής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή αποτελεί συστατικό μέρος του διαμερίσματος του Α’ ορόφου των εναγομένων, παρόλο που χρησιμοποιούνταν μόνον από τους τελευταίους ενόσω δεν είχε ακόμη οικοδομηθεί ο Β’ όροφος.

Εξάλλου, στην κρινόμενη περίπτωση αφενός ρητά ορίστηκε τόσον από τις δικαιοπαρόχους των διαδίκων, όσο και από τους τελευταίους (στις προαναφερόμενες, συστατική και τροποποιητική αυτής πράξεις, αντίστοιχα) ότι, ο Α’ όροφος καταλαμβάνεται από το οροφοδιαμέρισμα των εναγομένων πλην του κλιμακοστασίου, αφετέρου δεν απειλείται αδυναμία χρησιμοποίησης του ως άνω διαμερίσματος του Α’ ορόφου των εναγομένων, εκ του λόγου ότι, μετά την επέκταση του επίμαχου κοινόχρηστου κλιμακοστασίου προς τον Β’ όροφο, αυτό θα χρησιμοποιείται και από τους ενάγοντες, οι οποίοι, για την πρόσβασή τους στο ανεγερθέν απ’ αυτούς οίκημα του Β’ ορόφου, διατηρούν νόμιμο δικαίωμα σύγχρησης καθ’ όλο το ύψος του, από κοινού με τους εναγομένους στους οποίους επίσης θα χρησιμεύσει προς εξυπηρέτηση αμφοτέρων των οικοδομημάτων τους, δηλαδή και της προσθήκης τους στον Β’ όροφο, όπου, όπως προαναφέρθηκε, έχουν ήδη κατασκευάσει κεντρική εξώπορτα επικοινωνίας της με το κοινόχρηστο τμήμα απόληξης του ανεγερθησόμενου κλιμακοστασίου και 2ον) οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και με τα προσκομιζόμενα απ’ αυτούς σχέδια κάτοψης του Α’ και Β’ ορόφου, δεν αμφισβήτησαν, όπως όψιμα πράττουν με τις προτάσεις τους τής παρούσας κατ’ έφεση δίκης, τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του υφιστάμενου κλιμακοστασίου, ούτε του τμήματος του δαπέδου του Β’ ορόφου το οποίο έχει προβλεφθεί για την επέκτασή του, παρά μόνον (αμφισβήτησαν) την επικαλούμενη από τους ενάγοντες συμβατική τους υποχρέωση επέκτασής του με δικές τους δαπάνες, καθώς επίσης και στατική ικανότητα της οικοδομής μετά την καθαίρεση του τμήματος της πλάκας οροφής του Α’ ορόφου στο σημείο επέκτασης καθ’ ύψος της κλίμακας. Ειδικότερα, πρωτόδικα οι εναγόμενοι υποστηρίζοντας ότι "...αποκλειστική υποχρέωση κατασκευής του χώρου του κλιμακοστασίου από τον Α’ στον Β’ όροφο, δεν έχουμε εμείς, αλλά οι αντίδικοί μας..." (βλ. σελ. 5 πρωτόδικων προτάσεων) και στη συνέχεια αναφέροντας ότι, αυτοί (οι εναγόμενοι) "...ως ιδιοκτήτες (του Α’ και τμήματος του Β’ ορόφου) έχουν μερική αυτοτελή συγκυριότητα στο τμήμα της σκάλας που οδηγεί στον όροφό τους και συγχρόνως δουλεία διέλευσης στους χαμηλότερους ορόφους", συνομολόγησαν τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χαρακτήρα του, ο οποίος εξάλλου αποτυπώνεται και στα προσκομιζόμενα από τους αυτούς, από Μαρτίου 1987 σχέδια κάτοψης Α’ και Β’ ορόφου του προαναφερόμενου Πολιτικού Μηχανικού (Β. Π.).

Εν προκειμένω σημειώνεται ότι, οι εναγόμενοι επικαλούμενοι επικινδυνότητα της στατικότητας του ενιαίου οικοδομήματος εξ αιτίας της αναγκαίας για την επέκταση του κλιμακοστασίου, καθαίρεσης τμήματος της οροφής του στον Α’ όροφο, ζητούν την περί αυτού διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, αίτημα που κρίνεται απορριπτέο, καθόσον, αφορά μεν τεχνικό θέμα, πλην όμως αυτό θα ερευνηθεί από τα αρμόδια κρατικά όργανα, πριν από την έναρξη των σχετικών οικοδομικών εργασιών, δηλαδή, κατά την έκδοση της αναγκαίας για την εκτέλεση των εργασιών επέκτασης του κλιμακοστασίου οικοδομικής άδειας (καθαίρεσης της πλάκας οροφής του υφιστάμενου κλιμακοστασίου και επέκτασης αυτού). Το πρωτοβάθμιο λοιπόν Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του, παραβλέποντας τον επικληθέντα από τους ενάγοντες και αποδειχθέντα, κατά τα ανωτέρω, συμβατικό καθορισμό (με την .../1968 Συστατική Πράξη και την συμπληρωματική αυτής, .../1986), του ήδη από τότε υφιστάμενου κλιμακοστασίου ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου μέρους της όλης οικοδομής, απέρριψε τα ως άνω υπό στοιχεία Α’ και Γ’ αγωγικά αιτήματα ως ουσιαστικά αβάσιμα με την αιτιολογία ότι, επειδή το μεν υφιστάμενο κλιμακοστάσιο δεν ήταν κοινόχρηστο αφού χρησιμοποιούνταν μόνον από τους εναγομένους, η δε επέκτασή του προς το Β’ όροφο δεν θα εξυπηρετήσει την σ’ αυτό κατασκευασθείσα προσθήκη των εναγόμενων, αφού αυτή "δεν θα είχε ξεχωριστή είσοδο στο Β’ όροφο", και ότι θα εξυπηρετούσε (η καθ’ ύψος επέκτασή του) μόνον την ανεγειρόμενη στον ίδιο όροφο ιδιοκτησία των εναγόντων, για την πρόσβαση στην οποία "χρήζει (κατασκευής, νέας) κλίμακας ανόδου από το ισόγειο μέχρι το δεύτερο όροφο, ενόψει του ότι η υπάρχουσα κλίμακα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τους εναγομένους" εσφαλμένα ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου και εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με το σχετικό λόγο της έφεσης. Περαιτέρω, ερίζον και κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα αποτελεί, το ποιό διάδικο μέρος υποχρεούται, με δικές του (και όχι με κοινές) δαπάνες να επεκτείνει το κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο στον Β’ όροφο. Επ’ αυτού, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι την ειδικότερη συμφωνία των διαδίκων που περιελήφθη στην .../1986 συμβ/κή πράξη, υποστηρίζουν ότι η δαπάνη αυτή βαρύνει αποκλειστικά τους εναγομένους, επειδή ανήγειραν πρώτοι την προσθήκη τους στο Β’ όροφο. Οι εναγόμενοι, αφενός αρνούνται ότι η συμφωνία αποδίδει τη σχετική υποχρέωση στον συνιδιοκτήτη που θα αξιοποιήσει πρώτος το δικαίωμα υψούν, αφετέρου, επικαλούμενοι τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3741/1929, υποστηρίζουν ότι, επειδή η επέκταση του κλιμακοστασίου δεν θα χρησιμεύσει στο δικό τους οικοδόμημα του Β’ ορόφου, αφού αυτό επικοινωνεί εσωτερικά με το διαμέρισμά τους του Α’ ορόφου, αλλά θα εξυπηρετεί μόνον το αυτοτελές διαμέρισμα του Β’ ορόφου των εναγόντων, οι τελευταίοι βαρύνονται αποκλειστικά με το κόστος επέκτασής του. Ο ισχυρισμός τους αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, αποδεικνύεται αβάσιμος, αφού, έχοντας ήδη κατασκευάσει εξωτερική θύρα επικοινωνίας του οικήματός τους του Β’ ορόφου με τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο επέκτασης του κλιμακοστασίου στον όροφο αυτό, καθίσταται αναμφισβήτητο ότι η κατ’ επέκταση απόληξη του κλιμακοστασίου στο κοινόχρηστο τμήμα του Β’ ορόφου θα εξυπηρετήσει και τη δική τους υφιστάμενη σ’ αυτόν προσθήκη.

Από τον επίμαχο συμβατικό όρο που οι διάδικοι περιέλαβαν στην .../1986 Συμπληρωματική Πράξη της (αρχικής) Σύστασης, κατά τον οποίο "εκάτερο των συμβαλλομένων μερών (ή οι ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοι αυτού), όταν ανεγείρει τις οικοδομές που θα δικαιούται στο μέλλον, υποχρεούται να κατασκευάσει με δικές του δαπάνες και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους στον όροφο στον οποίο θα κείνται οι οικοδομές αυτές" προκύπτει με σαφήνεια ότι η εκ μέρους των συμβληθέντων αξιοποίηση του δικαιώματος υψούν δεν απαιτούνταν να γίνει ταυτόχρονα απ’ αυτούς, αλλά καθένας τους ξεχωριστά θα μπορούσε να ανεγείρει την οικοδομή που δικαιούνταν, οπότε και με δικές του δαπάνες θα κατασκεύαζε και τους κοινόχρηστους χώρους του συγκεκριμένου ορόφου (κλιμακοστάσιο, πλατύσκαλα) χωρίς να αξιώσει από τον άλλον να συμμετάσχει στις δαπάνες αυτές. Δηλαδή οι διάδικοι, μη έχοντας ρυθμίσει διαφορετικά τις υποχρεώσεις τους ως προς τα κοινά πράγματα της επίμαχης συνιδιόκτητης οικοδομής και μη θέλοντας να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 5 περίπτ. β’ και γ’ του Ν. 3741/1929 που ορίζει ότι "έκαστος των συνιδιοκτητών υποχρεούται να συνεισφέρει στα κοινά βάρη επί τη βάσει της αξίας του ορόφου ή του διαμερίσματος ου είναι κύριος", συμφώνησαν ρητά ότι, η συγκεκριμένη δαπάνη, δηλαδή αυτή της επέκτασης του κλιμακοστασίου θα βαρύνει αυτόν που πρώτος θα προβεί στην ανοικοδόμηση της αναλογούσας σ’ αυτόν προθήκης στον Β’ όροφο. Εφόσον λοιπόν, οι εναγόμενοι οικοδόμησαν πρώτοι στον Β’ όροφο, υποχρεούνται να προβούν στην επέκταση του κλιμακοστασίου με δαπάνες, όχι του πρώτου εξ αυτών, επικαρπωτή, αλλά της δεύτερης εναγομένης, που ως ψιλή κυρία του οροφοδιαμερίσματος του Α’ ορόφου αλλά και του ανεγερθέντος στον Β’ όροφο οικοδομήματος, επιβαρύνεται με το σχετικό κόστος, αφού αυτό αφορά σε μόνιμη εγκατάσταση - κατασκευή προσθήκης του κλιμακοστασίου".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 επ. 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 και 1002 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την σύσταση με συμβολαιογραφικά έγγραφα στην επίδικη πολυόροφη οικοδομή καθεστώτος οριζόντιας ιδιοκτησίας εξυπηρετουμένου με κοινόχρηστη κλίμακα, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας με κοινοχρησία επί της κοινόκτητης κλίμακας για την εξυπηρέτηση της όλης οικοδομής, που δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης και της αγωγής της αναιρεσίβλητης συνιδιοκτήτριας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων του ν. 3741/1929 και του άρθρου 1002 του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα, με τον ίδιο τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ενέχει αντιφάσεις από το γεγονός ότι άλλοτε αναφέρεται στο σκεπτικό ο όρος κλιμακοστάσιο και άλλοτε κλίμακα ανόδου. Όμως η απόφαση είναι σαφής χωρίς αμφιβολίες και αντιφάσεις, διότι αναφέρεται μόνο στην μοναδική κλίμακα της οικοδομής όπως συμφωνήθηκε ως κοινόχρηστη διαδοχικά κατά τα έτη 1968 και 1986, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην αρχική λειτουργία της όλης οικοδομής η προβλεφθείσα κοινόχρηστη κλίμακα εξυπηρετούσε μόνο προσωρινά το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου των αναιρεσειόντων, αφού στο μεταξύ με τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, μεταγενέστερα ανοικοδομήθηκε και ο όροφος της αναιρεσίβλητης, χωρίς ωστόσο η επίδικη κλίμακα να καταστεί συστατικό του διαμερίσματος των αναιρεσειόντων - εναγομένων στον πρώτο όροφο. Άλλωστε με την τροποποίηση του 1986, όπου προβλέφθηκε η δημιουργία δύο χωριστών ιδιοκτησιών στο β’ όροφο της επίδικης οικοδομής ρητά προβλέφθηκε η ύπαρξη χώρου διακεκριμένης επιφάνειας στην πλάκα οροφής του πρώτου ορόφου, όπου θα εκτεινόταν και το κλιμακοστάσιο ανόδου προς το δεύτερο όροφο, το οποίο θα άρχιζε από το ισόγειο. Εξ άλλου, ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ’ αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της κοινοχρησίας δηλαδή της επίδικης κλίμακας και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι: α) η αναιρεσίβλητη δεν χρησιμοποιούσε την επίδικη κοινόχρηστη κλίμακα, β) στην προσβαλλόμενη γίνεται λόγος άλλοτε για κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο και άλλοτε για κοινόχρηστη κλίμακα προσπελάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές της. Με τον ίδιο λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προβλήθηκε με την αγωγή, ότι δηλαδή σε κανένα μέρος της αγωγής δεν αναφέρεται ότι η κλίμακα ανόδου που είχε κατασκευασθεί από το έτος 1960 και κατέληγε στο δάπεδο του πρώτου ορόφου είχε χαρακτηρισθεί τόσο με την αρχική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας (.../1968), όσο και με την συμπληρωματική (.../1986) ως κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της όλης οικοδομής.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί στην αγωγή όπως λεπτομερώς παρατίθεται ανωτέρω το περιεχόμενό της περιγράφεται η δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων των μελλοντικών ορόφων, μεταξύ των οποίων και η κλίμακα ανόδου που αντιστοιχεί στο κλιμακοστάσιο που είχε προβλεφθεί στη συμπληρωματική πράξη του 1986, συνεπώς το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προβλήθηκε, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 τρίτο του ν. 4335/2015). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.10.2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../15.11.2016 αίτηση του Π. Λ. και Σ. Λ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4927/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια: