Εφ.Λαρ. 541/2007
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονται και οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, και... δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 - 657 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 647 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διενέξεις μεταξύ των συνιδιοκτητών που απορρέουν από τη σχέση της οροφοκτησίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη που έχει αντικείμενο την επιδίωξη της άρσεως κατασκευάσματος, που έγινε από συνιδιοκτήτη καθ` υπέρβαση των ορίων της συνιδιοκτησίας
ΕΝΝΟΙΑ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ (και κάθετη) ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΥΓΚΥΡΙΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟΥ ΧΩΡΟΥ. ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΕΜΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ/ΚΤΙΡΙΟΥ. ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΑΝΤΙΤΙΘΕΜΕΝΗ ΣΕ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΠΟ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΙΣΧΥΡΗ - Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία (κανονισμός) μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο χρήσης των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής, κάθε συνιδιοκτήτης, δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των εν λόγω μερών, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες αυτών, με τον όρο όμως ότι δεν παραβλάπτει τη χρήση και τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, δε μειώνει την ασφάλεια των μερών αυτών ή του όλου οικοδομήματος και δε μεταβάλλει το συνήθη προορισμό τους. Το αν οι παραπάνω μεταβολές των κοινών μερών είναι επιτρεπτές ή όχι με την παραπάνω έννοια, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται τη μεταβολή στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας.
Στην έννοια της, κατά τα άνω, χρήσης εμπεριέχεται και το δικαίωμα της εμφάνισης του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του και συνεπώς οποιαδήποτε προσθήκη σ` αυτό, η οποία παραβλάπτει την εμφάνιση του, ως γενόμενη πέρα από την αρχιτεκτονική κατασκευή του, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι από το λόγο αυτό ανεπίτρεπτη.
Οι κατά τις άνω διατάξεις επιχειρούμενες μεταβολές των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής είναι ισχυρές, ακόμη και αν αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις αναγκαστικού δικαίου ρητές διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, οι οποίες αποβλέπουν σε διάφορο σκοπό, και των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται τις σε αυτές κατά περίπτωση οριζόμενες διοικητικές κυρώσεις.
Επιδίωξη της άρσεως κατασκευάσματος, που έγινε από συνιδιοκτήτη καθ` υπέρβαση των ορίων της συνιδιοκτησίας.
..... Με την από 10-1 -2002 και με αριθμό καταθ. 199/9.8.2002 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι είναι συνιδιοκτήτες του ισογείου ορόφου της ευρισκόμενης στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ι. διώροφης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, με την αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ζήτησαν
Α) να υποχρεωθεί η εναγομένη και τώρα εκκαλούσα - εφεσίβλητη, που είναι ιδιοκτήτρια του υπογείου ορόφου της ίδιας πιο πάνω οικοδομής, α) να καθαιρέσει τις αναφερόμενες αυθαίρετες κατασκευές, που έχει κατασκευάσει στα περιγραφόμενα κοινόχρηστα τμήματα του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου της οικοδομής, και β) να επανασυνδέσει τον καταστραφέντα από αυτήν αποχετευτικό αγωγό του διαμερίσματος τους, και σε περίπτωση αρνήσεως της να επιτραπεί η διενέργεια των ανωτέρω πράξεων σ` αυτούς (ενάγοντες), και
Β) να αναγνωρισθεί ότι αυτοί (ενάγοντες) έχουν δικαίωμα να κατασκευάσουν, με κοινές με την εναγομένη δαπάνες, τις αναφερόμενες σκάλες για την επικοινωνία του διαμερίσματος τους με τον ακάλυπτο κοινόχρηστο χώρο του οικοπέδου.
Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ` αριθμ. 265/2003 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να προβεί, με δαπάνες της, στην επισκευή των, διερχομένων από τους τοίχους της χωριστής ιδιοκτησίας της, σωλήνων αποχέτευσης του διαμερίσματος των εναγόντων, άλλως, και σε περίπτωση αρνήσεως της, επιτράπηκε στους ενάγοντες η διενέργεια της παραπάνω πράξεως με δαπάνη της εναγομένης.
Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται τώρα τόσο οι ενάγοντες όσο και η εναγομένη, για τους λόγους που αναφέρουν στις ένδικες εφέσεις τους και στους πρόσθετους λόγους εφέσεως, προβάλλοντας εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν την εξαφάνιση της, προκειμένου κατά μεν τους ενάγοντες να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή τους, κατά δε την εναγομένη να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή εναντίον της.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονται και οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, και δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 - 657 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 647 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διενέξεις μεταξύ των συνιδιοκτητών που απορρέουν από τη σχέση της οροφοκτησίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη που έχει αντικείμενο την επιδίωξη της άρσεως κατασκευάσματος, που έγινε από συνιδιοκτήτη καθ` υπέρβαση των ορίων της συνιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 35/2005 ΕλλΔνη 46, 1035, ΑΠ 1372/1997 ΕλλΔνη 40, 133, ΑΠ 602/2001 ΕλλΔνη 43, 153).
Στην προκειμένη περίπτωση, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής καθίσταται σαφές ότι με αυτή δεν επιζητείται η αναγνώριση υπέρ των εναγόντων κυριότητας ή νομής ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του επιδίκου κοινοχρήστου ακαλύπτου χώρου, αλλά η επίλυση διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ως συνιδιοκτητών της προαναφερόμενης διώροφης οικοδομής, που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 - 657 ΚΠολΔ.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν καθ` ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης υποθέσεως, η οποία εκδικάζεται κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία, και ο αντίθετος ισχυρισμός, που προέβαλε η εναγομένη - εφεσίβλητη -εκκαλούσα πρωτοδίκως και επαναφέρει και στο Δικαστήριο τούτο είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους" και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι κοινόχρηστα μέρη οικοδομής αποτελούν μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή χρήση όλων των συγκυρίων, όπως είναι ιδίως το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η αυλή, οι φωταγωγοί κλπ. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου προκύπτει περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία (κανονισμός) μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο χρήσης των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής, κάθε συνιδιοκτήτης, δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των εν λόγω μερών, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες αυτών, με τον όρο όμως ότι δεν παραβλάπτει τη χρήση και τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, δε μειώνει την ασφάλεια των μερών αυτών ή του όλου οικοδομήματος και δε μεταβάλλει το συνήθη προορισμό τους. Μεταβολή ή προσθήκη των κοινών μερών της οικοδομής νοείται ειδικότερα η βελτίωση που αποβλέπει στην αποδοτικότερη χρήση του κοινού με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων υπέρ όλων κατ` αρχήν των συνιδιοκτητών, αν δε αυτή (βελτίωση) αφορά έναν ή μερικούς μόνον από τους συνιδιοκτήτες, πρέπει να μην καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών. Το αν οι παραπάνω μεταβολές των κοινών μερών είναι επιτρεπτές ή όχι με την παραπάνω έννοια, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται τη μεταβολή στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας (ΑΠ 827/2005 ΕλλΔνη 47, 178, ΑΠ 357/2006 ΕλλΔνη 47, 819, ΑΠ 36/2005 ΕλλΔνη 46, 1463, ΑΠ 185/2003 ΕλλΔνη 44, 778, ΑΠ 861/1994 ΕλλΔνη 37, 138). Στην έννοια της, κατά τα άνω, χρήσης εμπεριέχεται και το δικαίωμα της εμφάνισης του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του και συνεπώς οποιαδήποτε προσθήκη σ` αυτό, η οποία παραβλάπτει την εμφάνιση του, ως γενόμενη πέρα από την αρχιτεκτονική κατασκευή του, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι από το λόγο αυτό ανεπίτρεπτη (ΑΠ 185/2003, Ο.Π., ΑΠ 1349/1990 ΕλλΔνη 33, 324). Εξάλλου, οι κατά τις άνω διατάξεις επιχειρούμενες μεταβολές των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής είναι ισχυρές, ακόμη και αν αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις αναγκαστικού δικαίου ρητές διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, οι οποίες αποβλέπουν σε διάφορο σκοπό, και των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται τις σε αυτές κατά περίπτωση οριζόμενες διοικητικές κυρώσεις (ΑΠ 827/2005, ο.π.). Τέλος, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solo cedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α` του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι` αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΟλΑΠ 23/2000 ΕλλΔνη 42, 58, ΑΠ 1602/2002 ΕλλΔνη 44, 777, ΑΠ 1253/2001 ΕλλΔνη 43,152, ΑΠ 752/2002 ΕλλΔνη 43, 1681).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καταθέσεις ... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ` αριθμ. .../7-8-1976 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμ/φου Α. Δ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Μ. Κ. Σ., αποκλειστικός κύριος τότε μίας διώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από υπόγειο και ισόγειο όροφο, κτισμένης σε οικόπεδο, εκτάσεως 4.000 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ι. και στη θέση "Β.", συνέστησε επί της οικοδομής αυτής οριζόντια ιδιοκτησία, κατά τους όρους του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ. Στη συνέχεια οι ενάγοντες, με τα υπ` αριθμ. .../10-8-1976 και .../8-9-1976 συμβόλαια του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, έγιναν συγκύριοι εξ αγοράς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του ισογείου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, ο οποίος αποτελείται από μία οριζόντια ιδιοκτησία - οροφοδιαμέρισμα, που έχει επιφάνεια 138 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, η δε εναγομένη, με το υπ` αριθμ. .../28-2-1992 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κυρία εξ αγοράς του υπογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, ο οποίος αποτελείται από μία οριζόντια ιδιοκτησία - οροφοδιαμέρισμα, που έχει επιφάνεια 140 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 50% εξ αδιαιρέτου.
Με τη συστατική της οροφοκτησίας πιο πάνω πράξη ορίζεται ότι τόσο ο ισόγειος όσο και ο υπόγειος όροφος έχουν ανεξάρτητη είσοδο και κλιμακοστάσια, ενώ στην πράξη αυτή δεν καθορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών ως προς τον τρόπο χρήσης των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής, παρά μόνο η συμμετοχή κάθε συνιδιοκτήτη στις δαπάνες συντηρήσεως του κτιρίου και στις δαπάνες κοινοχρήστων και κεντρικής θερμάνσεως κατ` αναλογίαν έκαστος της εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησίας του.
Επομένως η παραπάνω οικοδομή στερείται κανονισμού οροφοκτησίας.
Λόγω δε του επικλινούς του εδάφους του οικοπέδου επί του οποίου είναι κτισμένη η οικοδομή αυτή, η υπόγεια οριζόντια ιδιοκτησία της εναγομένης στην πραγματικότητα είναι ισόγεια και έχει ανεξάρτητη είσοδο από την ευρισκόμενη ανατολικά του οικοπέδου δημοτική οδό, με την οποία βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο, η δε ισόγεια οριζόντια ιδιοκτησία των εναγόντων στην πραγματικότητα είναι πρώτος πάνω από το ισόγειο όροφος και έχει και αυτή ανεξάρτητη είσοδο από την ευρισκόμενη βόρεια του οικοπέδου δημοτική οδό, με την οποία βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο. Κατά τη χειμερινή περίοδο 2000-2001 παρουσιάστηκαν ρηγματώσεις και καθιζήσεις στα θεμέλια της ως άνω οικοδομής και γι` αυτό η εναγομένη με αίτηση της στο αρμόδιο τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Μ. ζήτησε τη διενέργεια αυτοψίας για την εκτίμηση της κατάστασης του κτιρίου από άποψη δομική και στατική. Μετά από αυτοψία που έγινε στις 27-4-2001 στην οικοδομή από τον αρμόδιο τεχνικό υπάλληλο της παραπάνω υπηρεσίας Ν. Μ., πολιτικό μηχανικό, διαπιστώθηκε από τον τελευταίο στην πρόσοψη της οικοδομής (νότια πλευρά), και συγκεκριμένα σε γωνιακό υποστύλωμα της, λοξό ρήγμα από διαφορική καθίζηση στην περιοχή που εφάπτεται με τη θεμελίωση του κτιρίου, ενώ παρόμοιες ρηγματώσεις διαπιστώθηκαν και στους γειτνιάζοντες με το υποστύλωμα τοίχους πληρώσεως και στα δάπεδα εσωτερικά του ισογείου (υπογείου) ορόφου. Διαπιστώθηκε επίσης από τον ίδιο τεχνικό υπάλληλο ότι η ισόγεια (υπόγεια) μπαζωμένη βεράντα που υπάρχει εξωτερικά και σε επαφή με το κτίσμα, είχε αποκολληθεί μερικώς στην όψη του κτίσματος, ενώ παρόμοιες αποκολλήσεις διαπιστώθηκαν και στους υπάρχοντες τοίχους αντιστήριξης του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου στη νότια πλευρά.
Κατόπιν των παραπάνω διαπιστώσεων, συντάχθηκε η υπ` αριθμ. 12/27-4-2001 έκθεση επικινδύνου της ανωτέρω υπηρεσίας, με την οποία κρίθηκε ότι η άνω οικοδομή, λόγω και του σοβαρού ενδεχόμενου περαιτέρω διαφορικής καθίζησης αυτής, εξαιτίας του ότι η κλίση του πρανούς ήταν έντονη και οι βροχές και οι υγρασίες εμπότιζαν τον ακάλυπτο χώρο και την υποδομή του κτιρίου, ήταν επικίνδυνη από απόψεως δομικής και στατικής και ένεκα τούτου και για την άρση του επικινδύνου έπρεπε να ληφθούν άμεσα τα ακόλουθα μέτρα: α) να ενισχυθεί από στατικής απόψεως το γωνιακό υποστύλωμα, που παρουσίαζε τις ρωγμές, με έντεχνο τρόπο, μετά από κατάλληλη μελέτη ειδικού τεχνικού, β) να επισκευασθούν οι ρωγμές στα δάπεδα και τους τοίχους πληρώσεως, γ) να κατασκευασθούν τα κατάλληλα αντιστηρικτικά έργα στη νότια πλευρά του κτιρίου (τοίχοι αντιστηρίξεως), με τρόπο που θα πληρούν τους όρους αισθητικής για το περιβάλλον του Π. και θα εξασφαλίζουν τη σωστή αποστράγγιση των νερών, ομβρίων κ.λ.π., και ενδεχομένως να ενισχυθεί η θεμελίωση προς την πλευρά αυτή. Μετά την έκθεση αυτή επικινδύνου και επειδή δεν κατέστη δυνατόν να συμφωνήσουν οι διάδικοι για το είδος και την έκταση των επισκευών που έπρεπε να γίνουν στην επίδικη οικοδομή, η εναγομένη προέβη μονομερώς, και χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη οικοδομική άδεια, σε εργασίες ενίσχυσης της θεμελίωσης και των υποστυλωμάτων της οικοδομής, ως και επισκευής των ρωγμών στα δάπεδα και τους τοίχους του διαμερίσματος της, τους οποίους καθαίρεσε και ανακατασκεύασε.
Στα πλαίσια των εργασιών αυτών, η εναγομένη περί τις αρχές Μαρτίου 2002 κατασκεύασε στη νότια πλευρά του κοινοχρήστου ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, προς αντιστήριξη της οικοδομής, λόγω του πρανούς του εδάφους, τοίχο αντιστηρίξεως από οπλισμένο σκυρόδεμα, μήκους 15,00 μέτρων, ύψους από 2,00 έως 4,00 μέτρων και πάχους 0,40 έως 0,50 μέτρων, η κατασκευή του οποίου δεν ολοκληρώθηκε τελικά, λόγω της γενόμενης από τους ενάγοντες καταγγελίας στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Μάλιστα, η εναγομένη καταδικάσθηκε κατά την αυτόφωρη διαδικασία, με την υπ` αριθμ. 2167/22-3-2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Βόλου, σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για την κατά παράβαση του ν. 1337/1983 κατασκευή του ανωτέρω τοίχου αντιστηρίξεως, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής.
Επίσης, επειδή το οικόπεδο επί του οποίου είναι κτισμένη η οικοδομή ήταν απερίφραχτο, η εναγομένη κατασκεύασε στη βόρεια - βορειοανατολική πλευρά του οικοπέδου, που βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τη δημοτική οδό, τοίχο περίφραξης από τσιμεντόλιθους και σενάζ, μήκους 15,00 μέτρων περίπου και ύψους από 1,30 έως 2,00 μέτρων, και τοποθέτησε σ` αυτόν σιδερένια συρόμενη εξώπορτα, προκειμένου να αποτραπεί ή τουλάχιστον να δυσχερανθεί η είσοδος στο ακίνητο τρίτων προσώπων, άσχετων με αυτό, και να προστατευθούν έτσι οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται μέσα στο οικόπεδο. Στη συνέχεια ο παραπάνω τοίχος περίφραξης σοβαντίστηκε και λαιοχρωματίσθηκε, όπως επίσης ελαιοχρωματίσθηκε και η σιδερένια εξώπορτα, κατά τρόπο ώστε η κατασκευή αυτή να βρίσκεται σε αρμονία με την αισθητική εμφάνιση του όλου ακινήτου και την αρχιτεκτονική της οικοδομής- Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η από την εναγομένη κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης στη νότια πλευρά και του τοίχου περίφραξης στη βόρεια - βορειοανατολική πλευρά του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στην ασφάλεια ή τη στατική ικανότητα της επίδικης οικοδομής, ούτε ότι οι τοίχοι αυτοί εμποδίζουν τους ενάγοντες στη χρήση του κοινοχρήστου ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, αφού αυτοί έχουν τη δυνατότητα να εισέρχονται ανεμπόδιστα σ` αυτόν από την παραπάνω εξώπορτα, τα κλειδιά της οποίας εξαρχής προσέφερε η εναγομένη σ` αυτούς, όπως δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Ούτε, τέλος, με την κατασκευή των παραπάνω τοίχων μεταβλήθηκε ο συνήθης προορισμός του κοινοχρήστου ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, ο οποίος εξακολουθεί να είναι ακάλυπτος, όπως και προηγουμένως, και δεν παραβλάπτεται η αισθητική εμφάνιση της οικοδομής, αφού βρίσκονται σε αρμονία με τον περιβάλλοντα χώρο και την όλη αρχιτεκτονική κατασκευή του κτιρίου.
Ειδικά δε για τον τοίχο αντιστηρίξεως, η κατασκευή του οποίου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, όπως προεκτέθηκε, ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε ότι δεν πληροί τους όρους αισθητικής για τον περιβάλλοντα χώρο του οικοπέδου, που είναι επικλινής, αλλά απλώς κατέθεσε ότι οι ενάγοντες δεν συμφωνούσαν στην κατασκευή του τοίχου αυτού. Και όλα τα παραπάνω ανεξάρτητα από το αν η κατασκευή του ως άνω τοίχου αντιστήριξης στη νότια πλευρά του οικοπέδου ήταν αναγκαία ή όχι για την ενίσχυση της θεμελίωσης και την αντιστήριξη της οικοδομής, όπως κρίθηκε με την παραπάνω έκθεση επικινδύνου της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, με την οποία οι ενάγοντες δεν συμφωνούν και έχουν ασκήσει κατ` αυτής ένσταση, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση. Επομένως, οι παραπάνω κατασκευές στον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου της επίδικης οικοδομής έγιναν μέσα στα όρια που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 εδ. α` του ν. 3741/1929 και είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, επιτρεπτές. Το γεγονός δε ότι οι κατασκευές αυτές έγιναν χωρίς την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και χαρακτηρίσθηκαν από την υπηρεσία αυτή για το λόγο αυτό αυθαίρετες, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προεκτέθηκε, οι διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού αποβλέπουν σε διάφορο σκοπό και η παραβίαση τους συνεπάγεται τις οριζόμενες σε αυτές, κατά περίπτωση, διοικητικές κυρώσεις. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που επιδιώκετο η καθαίρεση των ανωτέρω κατασκευών, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, και οι αντίθετοι σχετικοί συναφείς λόγοι της εφέσεως των εναγόντων και των προσθέτων λόγων εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ` ουσίαν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στη βόρεια πλευρά του διαμερίσματος της εναγομένης και κάτω ακριβώς από τη βεράντα του διαμερίσματος των εναγόντων υπήρχε από το έτος 1973, που κατασκευάσθηκε η επίδικη οικοδομή, ένας ισόγειος ημιστεγασμένος χώρος, διαστάσεων 13,20 Χ 3,50 μέτρων και συνολικού εμβαδού 46,20 τ.μ., ο οποίος στηρίζεται σε τέσσερις (4) κολώνες, έχει ως οροφή το δάπεδο της βεράντας του διαμερίσματος των εναγόντων και εφάπτεται από τη νότια πλευρά του με το βόρειο τοίχο του διαμερίσματος της εναγομένης, ενώ από τις υπόλοιπες πλευρές του ήταν ανοικτός. Συνορεύει δε ο χώρος αυτός βόρεια επί πλευράς μέτρων 13,20 με κοινόχρηστο οικόπεδο, νότια επί πλευράς μέτρων 13,20 με το βόρειο τοίχο του διαμερίσματος της εναγομένης, ανατολικά επί πλευράς μέτρων 3,50 με κοινόχρηστο οικόπεδο και δυτικά επί πλευράς 3,50 μέτρων επίσης με κοινόχρηστο οικόπεδο.
Στη συστατική της οροφοκτησίας πιο πάνω πράξη δεν ορίστηκε ότι ο παραπάνω ισόγειος χώρος ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα κάποιου από τους συνιδιοκτήτες. Συνεπώς ο ισόγειος αυτός χώρος υπάγεται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, αυτοδικαίως από το νόμο στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι` αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου, που προορίζεται για την κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών. Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο παραπάνω χώρος ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η εναγομένη κατά το μήνα Μάιο με Ιούνιο του έτους 2001 και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών ανακατασκευής των τοίχων του διαμερίσματος της έκλεισε τον κοινόχρηστο πιο πάνω ισόγειο χώρο από τη βόρεια, δυτική και ανατολική πλευρά του, που, όπως προεκτέθηκε, ήταν ανοικτός, και συγκεκριμένα κατασκεύασε τοίχο στη βόρεια και στη δυτική πλευρά του, με διπλή συρόμενη πόρτα στη δυτική πλευρά, ενώ στην ανατολική πλευρά του τοποθέτησε μία μεγάλη γκαραζόπορτα. Eτσι η εναγομένη ενσωμάτωσε τον επίδικο πιο πάνω ισόγειο χώρο στο συνεχόμενο διαμέρισμα της, με το οποίο επικοινωνεί με εσωτερική πόρτα, και έκτοτε ο χώρος αυτός χρησιμοπείται αποκλειστικά από την εναγομένη ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου και αποθηκευτικός χώρος. Για την κατασκευή αυτή στον επίδικο πιο πάνω χώρο, οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν αμέσως προς την εναγομένη, και προφορικά και εγγράφως, και συγκεκριμένα κοινοποίησαν στην τελευταία στις 30- 8-2001 και στις 6-3-2002 τις από 23-8-2001 και 1-3-2002 αντίστοιχα εξώδικες δηλώσεις τους με διαμαρτυρία και πρόσκληση. Συγχρόνως, οι ενάγοντες προσέφυγαν στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, η οποία, κατόπιν αυτοψίας στις 5-11-2001, με σχετική έκθεση της, χαρακτήρισε την παραπάνω κατασκευή αυθαίρετη και κατεδαφιστέα, αλλά και στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κων, υποβάλλοντας κατά της εναγομένης την από 4-10-2001 μήνυση τους. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο επίδικος ισόγειος χώρος είχε κλειστεί κατά τον παραπάνω τρόπο από το έτος 1973, που κατασκευάστηκε η επίδικη οικοδομή από τον κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων και ότι έκτοτε ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται αποκλειστικά, με τη συναίνεση μάλιστα και την έγκριση των εναγόντων, από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη του διαμερίσματος της και από το έτος 1992 που το αγόρασε από την ίδια, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ειδικότερα, οι καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, οι οποίοι επιβεβαιώνουν ότι η παραπάνω κατασκευή υπήρχε από το έτος 1992, που η τελευταία αγόρασε το διαμέρισμα της, δεν κρίνονται πειστικές, αφού δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα αναιρούνται από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος των εναγόντων, ο οποίος ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσε ότι από έτος 2000, που άρχισε να επισκέπτεται την οικοδομή, ο επίδικος ισόγειος χώρος ήταν ανοικτός από τις παραπάνω πλευρές και δεν υπήρχαν τοίχοι ή πόρτες. Η κατάθεση δε του μάρτυρα αυτού συμπορεύεται και με την παραπάνω έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, με την οποία διαπιστώνεται αυθαίρετη προσθήκη, διαστάσεων 13,20 Χ 3,50 μέτρων, στη βόρεια πλευρά του διαμερίσματος της εναγομένης. Με την παραπάνω κατασκευή στον επίδικο κοινόχρηστο ισόγειο χώρο καταλήφθηκε αντίστοιχο μέρος του χώρου αυτού, όπου έχουν δικαίωμα χρήσεως και οι ενάγοντες, ενώ αυτή καθεαυτή η εν λόγω κατασκευή συνιστά μεταβολή του συνήθους προορισμού του κοινοχρήστου αυτού χώρου, ο οποίος προβλέφθηκε ανοικτός, και παραβλάπτει τη χρήση των εναγόντων συνιδιοκτητών, και ως εκ τούτου η κατασκευή αυτή είναι ανεπίτρεπτη. Ενόψει όλων των παραπάνω, η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να ζητήσουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκειμένου να παραδοθεί στην κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών της οικοδομής ο κοινόχρηστος χώρος που καταλήφθηκε με την παράνομη πιο πάνω κατασκευή, δεν είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και ο σχετικός ισχυρισμός, που παραδεκτά προέβαλε η εναγομένη πρω-τοδίκως και επαναφέρει και στο Δικαστήριο τούτο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η εκκαλουμένη, επομένως, απόφαση που δέχθηκε ότι ο επίδικος πιο πάνω ισόγειος χώρος ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης και δεν αποτελεί αντικείμενο της αναγκαστικής συγκυριότητας των διαδίκων και ότι η εναγομένη προέβη σε ανακατασκευή και ανακαίνιση του χώρου αυτού, που ήταν κλειστός από το έτος 1973 που κατασκευάσθηκε η οικοδομή, και κατόπιν τούτων απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της εφέσεως και των προσθέτων λόγων εφέσεως των εναγόντων. Εξάλλου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε στη συνέχεια ότι από το έτος 1976, που οι ενάγοντες αγόρασαν το παραπάνω διαμέρισμα τους, η επικοινωνία του διαμερίσματος τους και η προσπέλαση τους στον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου γινόταν και εξακολουθεί να γίνεται μέχρι σήμερα ανεμπόδιστα από τη βορειανατολική πλευρά του οικοπέδου.
Ήδη οι ενάγοντες ζητούν με την αγωγή τους να αναγνωρισθεί το δικαίωμα τους να κατασκευάσουν, για να έχουν πιο άνετη και σύντομη επικοινωνία με τον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, δύο κλίμακες καθόδου προς αυτόν, οι οποίες θα κατασκευασθούν από οπλισμένο σκυρόδεμα, που θα καλυφθεί με πλάκες Πηλίου, θα έχουν πλάτος 1,50 μέτρων και 13 έως 15 βαθμίδες η καθεμία, θα ξεκινούν η μεν μία από την ανατολική πλευρά, η δε άλλη από τη δυτική πλευρά της βόρειας βεράντας του διαμερίσματος τους και θα καταλήγουν και οι δύο στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Όμως, με την κατασκευή των δύο παραπάνω κλιμάκων θα καταληφθεί αντίστοιχο μέρος από τον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, όπου έχει δικαίωμα χρήσεως και η εναγομένη, ενώ η κατασκευή αυτή συνιστά μεταβολή της όλης αρχιτεκτονικής και αισθητικής εμφάνισης του κτιρίου και παραβλάπτει τη χρήση της εναγομένης συνιδιοκτήτριας, και ως εκ τούτου είναι ανεπίτρεπτη η προσθήκη αυτή. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση του, έκρινε όμοια και απέρριψε το αίτημα της αγωγής για την κατασκευή των δύο πιο πάνω κλιμάκων, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της εφέσεως των εναγόντων και των προσθέτων λόγων εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, τέλος, ότι κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών επισκευής των ρωγμών στους τοίχους και στα δάπεδα του διαμερίσματος της εναγομένης, από αμέλεια των προστηθέντων από αυτήν για την εκτέλεση των εργασιών αυτών εργατοτεχνιτών, κόπηκε ο σωλήνας αποχέτευσης της κουζίνας του διαμερίσματος των εναγόντων, ο οποίος διέρχεται από τους τοίχους του διαμερίσματος της εναγομένης και συνδέεται με τον κεντρικό σωλήνα αποχέτευσης της επίδικης οικοδομής. Στο σημείο δε που κόπηκε ο σωλήνας αυτός τοποθετήθηκε στη συνέχεια πολυουρεθάνη, με αποτέλεσμα την απόφραξη του και την επιστροφή των υδάτων στην κουζίνα του διαμερίσματος των εναγόντων και την υπερχείλιση της λεκάνης του νεροχύτη. Για την προκληθείσα κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών πιο πάνω βλάβη στο σωλήνα αποχέτευσης της κουζίνας του διαμερίσματος των εναγόντων κατέθεσε ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας των τελευταίων, έμμεσα δε τη βλάβη αυτή παραδέχεται και ο μάρτυρας σύζυγος της εναγομένης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του ίδιου Δικαστηρίου, ενώ ο τελευταίος αυτός μάρτυρας επιβεβαιώνει ρητώς τη διέλευση του παραπάνω σωλήνα αποχέτευσης από τους τοίχους του διαμερίσματος της εναγομένης συζύγου του.
Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να διαταχθεί η αιτούμενη από την εναγομένη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν διέρχονται από την ιδιοκτησία της αποχετευτικοί σωλήνες που εξυπηρετούν την ιδιοκτησία των εναγόντων και αν στους σωλήνες αυτούς προκλήθηκαν βλάβες κατά την εκτέλεση των άνω εργασιών, το δε σχετικό αίτημα της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί.
Η εκκαλουμένη, επομένως, απόφαση που έκρινε ότι υπόχρεη για την αποκατάσταση της παραπάνω βλάβης είναι η εναγομένη, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και γι` αυτό ο αντίθετος μοναδικός λόγος της εφέσεως της εναγομένης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα όσα αποδείχθηκαν και αναπτύχθηκαν παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσίαν η από 29-4-2004 και με αριθμό καταθ. 98/29-4-2004 έφεση της εναγομένης, να γίνει δεκτή στην ουσία της η από 20-4- 2004 και με αριθμό καταθ. 97/28-4-2004 έφεση και οι από 25-5-2004 και με αριθμό καταθ. 805/8-7-2004 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως των εναγόντων ως προς το σχετικό λόγο τους, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την προσθήκη στον προπερι-γραφόμενο κοινόχρηστο χώρο της επίδικης οικοδομής, ως και κατά τη διάταξη της που αφορά τη δικαστική δαπάνη για τον εκ νέου επιμερισμό αυτής, να κρατηθεί, κατ` άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, η υπόθεση κατά το μέρος αυτό από το Δικαστήριο τούτο, αφού δε δικασθεί κατ` ουσίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ` ουσίαν κατά το παραπάνω κεφάλαιο της. Συγκεκριμένα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να κατεδαφίσει τους τοίχους που έχει κατασκευάσει στη βόρεια και στη δυτική πλευρά του παραπάνω κοινοχρήστου χώρου και να αφαιρέσει την πόρτα και τη γκαραζόπορτα που έχει τοποθετήσει στη δυτική και ανατολική πλευρά αντίστοιχα του χώρου αυτού, και, σε περίπτωση αρνήσεως της, πρέπει να επιτραπεί στους ενάγοντες να διενεργήσουν την παραπάνω πράξη με δαπάνη της εναγομένης, κατά το άρθρο 945 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Σημειώνεται ότι μετά την κατά τα παραπάνω απόρριψη της εφέσεως της εναγομένης έχει καταστεί άνευ αντικειμένου το αίτημα που η τελευταία υπέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η εκκαλουμένη απόφαση για το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή, καθόσον η παραδοχή του παραπάνω αιτήματος προϋποθέτει, κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ, παραδοχή της εφέσεως και απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος που έγινε δεκτή και εκτελέστηκε..
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονται και οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, και... δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 - 657 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 647 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διενέξεις μεταξύ των συνιδιοκτητών που απορρέουν από τη σχέση της οροφοκτησίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη που έχει αντικείμενο την επιδίωξη της άρσεως κατασκευάσματος, που έγινε από συνιδιοκτήτη καθ` υπέρβαση των ορίων της συνιδιοκτησίας
ΕΝΝΟΙΑ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ (και κάθετη) ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΥΓΚΥΡΙΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟΥ ΧΩΡΟΥ. ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΕΜΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ/ΚΤΙΡΙΟΥ. ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΑΝΤΙΤΙΘΕΜΕΝΗ ΣΕ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΠΟ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΙΣΧΥΡΗ - Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία (κανονισμός) μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο χρήσης των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής, κάθε συνιδιοκτήτης, δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των εν λόγω μερών, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες αυτών, με τον όρο όμως ότι δεν παραβλάπτει τη χρήση και τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, δε μειώνει την ασφάλεια των μερών αυτών ή του όλου οικοδομήματος και δε μεταβάλλει το συνήθη προορισμό τους. Το αν οι παραπάνω μεταβολές των κοινών μερών είναι επιτρεπτές ή όχι με την παραπάνω έννοια, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται τη μεταβολή στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας.
Στην έννοια της, κατά τα άνω, χρήσης εμπεριέχεται και το δικαίωμα της εμφάνισης του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του και συνεπώς οποιαδήποτε προσθήκη σ` αυτό, η οποία παραβλάπτει την εμφάνιση του, ως γενόμενη πέρα από την αρχιτεκτονική κατασκευή του, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι από το λόγο αυτό ανεπίτρεπτη.
Οι κατά τις άνω διατάξεις επιχειρούμενες μεταβολές των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής είναι ισχυρές, ακόμη και αν αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις αναγκαστικού δικαίου ρητές διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, οι οποίες αποβλέπουν σε διάφορο σκοπό, και των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται τις σε αυτές κατά περίπτωση οριζόμενες διοικητικές κυρώσεις.
Επιδίωξη της άρσεως κατασκευάσματος, που έγινε από συνιδιοκτήτη καθ` υπέρβαση των ορίων της συνιδιοκτησίας.
..... Με την από 10-1 -2002 και με αριθμό καταθ. 199/9.8.2002 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι είναι συνιδιοκτήτες του ισογείου ορόφου της ευρισκόμενης στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ι. διώροφης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, με την αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ζήτησαν
Α) να υποχρεωθεί η εναγομένη και τώρα εκκαλούσα - εφεσίβλητη, που είναι ιδιοκτήτρια του υπογείου ορόφου της ίδιας πιο πάνω οικοδομής, α) να καθαιρέσει τις αναφερόμενες αυθαίρετες κατασκευές, που έχει κατασκευάσει στα περιγραφόμενα κοινόχρηστα τμήματα του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου της οικοδομής, και β) να επανασυνδέσει τον καταστραφέντα από αυτήν αποχετευτικό αγωγό του διαμερίσματος τους, και σε περίπτωση αρνήσεως της να επιτραπεί η διενέργεια των ανωτέρω πράξεων σ` αυτούς (ενάγοντες), και
Β) να αναγνωρισθεί ότι αυτοί (ενάγοντες) έχουν δικαίωμα να κατασκευάσουν, με κοινές με την εναγομένη δαπάνες, τις αναφερόμενες σκάλες για την επικοινωνία του διαμερίσματος τους με τον ακάλυπτο κοινόχρηστο χώρο του οικοπέδου.
Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ` αριθμ. 265/2003 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να προβεί, με δαπάνες της, στην επισκευή των, διερχομένων από τους τοίχους της χωριστής ιδιοκτησίας της, σωλήνων αποχέτευσης του διαμερίσματος των εναγόντων, άλλως, και σε περίπτωση αρνήσεως της, επιτράπηκε στους ενάγοντες η διενέργεια της παραπάνω πράξεως με δαπάνη της εναγομένης.
Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται τώρα τόσο οι ενάγοντες όσο και η εναγομένη, για τους λόγους που αναφέρουν στις ένδικες εφέσεις τους και στους πρόσθετους λόγους εφέσεως, προβάλλοντας εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν την εξαφάνιση της, προκειμένου κατά μεν τους ενάγοντες να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή τους, κατά δε την εναγομένη να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή εναντίον της.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητα των Μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονται και οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, και δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 - 657 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 647 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διενέξεις μεταξύ των συνιδιοκτητών που απορρέουν από τη σχέση της οροφοκτησίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη που έχει αντικείμενο την επιδίωξη της άρσεως κατασκευάσματος, που έγινε από συνιδιοκτήτη καθ` υπέρβαση των ορίων της συνιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 35/2005 ΕλλΔνη 46, 1035, ΑΠ 1372/1997 ΕλλΔνη 40, 133, ΑΠ 602/2001 ΕλλΔνη 43, 153).
Στην προκειμένη περίπτωση, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής καθίσταται σαφές ότι με αυτή δεν επιζητείται η αναγνώριση υπέρ των εναγόντων κυριότητας ή νομής ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του επιδίκου κοινοχρήστου ακαλύπτου χώρου, αλλά η επίλυση διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ως συνιδιοκτητών της προαναφερόμενης διώροφης οικοδομής, που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 - 657 ΚΠολΔ.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν καθ` ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης υποθέσεως, η οποία εκδικάζεται κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία, και ο αντίθετος ισχυρισμός, που προέβαλε η εναγομένη - εφεσίβλητη -εκκαλούσα πρωτοδίκως και επαναφέρει και στο Δικαστήριο τούτο είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους" και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι κοινόχρηστα μέρη οικοδομής αποτελούν μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή χρήση όλων των συγκυρίων, όπως είναι ιδίως το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η αυλή, οι φωταγωγοί κλπ. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου προκύπτει περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία (κανονισμός) μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο χρήσης των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής, κάθε συνιδιοκτήτης, δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των εν λόγω μερών, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες αυτών, με τον όρο όμως ότι δεν παραβλάπτει τη χρήση και τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, δε μειώνει την ασφάλεια των μερών αυτών ή του όλου οικοδομήματος και δε μεταβάλλει το συνήθη προορισμό τους. Μεταβολή ή προσθήκη των κοινών μερών της οικοδομής νοείται ειδικότερα η βελτίωση που αποβλέπει στην αποδοτικότερη χρήση του κοινού με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων υπέρ όλων κατ` αρχήν των συνιδιοκτητών, αν δε αυτή (βελτίωση) αφορά έναν ή μερικούς μόνον από τους συνιδιοκτήτες, πρέπει να μην καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών. Το αν οι παραπάνω μεταβολές των κοινών μερών είναι επιτρεπτές ή όχι με την παραπάνω έννοια, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται τη μεταβολή στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας (ΑΠ 827/2005 ΕλλΔνη 47, 178, ΑΠ 357/2006 ΕλλΔνη 47, 819, ΑΠ 36/2005 ΕλλΔνη 46, 1463, ΑΠ 185/2003 ΕλλΔνη 44, 778, ΑΠ 861/1994 ΕλλΔνη 37, 138). Στην έννοια της, κατά τα άνω, χρήσης εμπεριέχεται και το δικαίωμα της εμφάνισης του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του και συνεπώς οποιαδήποτε προσθήκη σ` αυτό, η οποία παραβλάπτει την εμφάνιση του, ως γενόμενη πέρα από την αρχιτεκτονική κατασκευή του, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι από το λόγο αυτό ανεπίτρεπτη (ΑΠ 185/2003, Ο.Π., ΑΠ 1349/1990 ΕλλΔνη 33, 324). Εξάλλου, οι κατά τις άνω διατάξεις επιχειρούμενες μεταβολές των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής είναι ισχυρές, ακόμη και αν αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις αναγκαστικού δικαίου ρητές διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, οι οποίες αποβλέπουν σε διάφορο σκοπό, και των οποίων η παραβίαση συνεπάγεται τις σε αυτές κατά περίπτωση οριζόμενες διοικητικές κυρώσεις (ΑΠ 827/2005, ο.π.). Τέλος, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solo cedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α` του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι` αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΟλΑΠ 23/2000 ΕλλΔνη 42, 58, ΑΠ 1602/2002 ΕλλΔνη 44, 777, ΑΠ 1253/2001 ΕλλΔνη 43,152, ΑΠ 752/2002 ΕλλΔνη 43, 1681).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καταθέσεις ... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ` αριθμ. .../7-8-1976 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμ/φου Α. Δ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Μ. Κ. Σ., αποκλειστικός κύριος τότε μίας διώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από υπόγειο και ισόγειο όροφο, κτισμένης σε οικόπεδο, εκτάσεως 4.000 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ι. και στη θέση "Β.", συνέστησε επί της οικοδομής αυτής οριζόντια ιδιοκτησία, κατά τους όρους του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ. Στη συνέχεια οι ενάγοντες, με τα υπ` αριθμ. .../10-8-1976 και .../8-9-1976 συμβόλαια του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, έγιναν συγκύριοι εξ αγοράς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του ισογείου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, ο οποίος αποτελείται από μία οριζόντια ιδιοκτησία - οροφοδιαμέρισμα, που έχει επιφάνεια 138 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, η δε εναγομένη, με το υπ` αριθμ. .../28-2-1992 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κυρία εξ αγοράς του υπογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, ο οποίος αποτελείται από μία οριζόντια ιδιοκτησία - οροφοδιαμέρισμα, που έχει επιφάνεια 140 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 50% εξ αδιαιρέτου.
Με τη συστατική της οροφοκτησίας πιο πάνω πράξη ορίζεται ότι τόσο ο ισόγειος όσο και ο υπόγειος όροφος έχουν ανεξάρτητη είσοδο και κλιμακοστάσια, ενώ στην πράξη αυτή δεν καθορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών ως προς τον τρόπο χρήσης των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής, παρά μόνο η συμμετοχή κάθε συνιδιοκτήτη στις δαπάνες συντηρήσεως του κτιρίου και στις δαπάνες κοινοχρήστων και κεντρικής θερμάνσεως κατ` αναλογίαν έκαστος της εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησίας του.
Επομένως η παραπάνω οικοδομή στερείται κανονισμού οροφοκτησίας.
Λόγω δε του επικλινούς του εδάφους του οικοπέδου επί του οποίου είναι κτισμένη η οικοδομή αυτή, η υπόγεια οριζόντια ιδιοκτησία της εναγομένης στην πραγματικότητα είναι ισόγεια και έχει ανεξάρτητη είσοδο από την ευρισκόμενη ανατολικά του οικοπέδου δημοτική οδό, με την οποία βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο, η δε ισόγεια οριζόντια ιδιοκτησία των εναγόντων στην πραγματικότητα είναι πρώτος πάνω από το ισόγειο όροφος και έχει και αυτή ανεξάρτητη είσοδο από την ευρισκόμενη βόρεια του οικοπέδου δημοτική οδό, με την οποία βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο. Κατά τη χειμερινή περίοδο 2000-2001 παρουσιάστηκαν ρηγματώσεις και καθιζήσεις στα θεμέλια της ως άνω οικοδομής και γι` αυτό η εναγομένη με αίτηση της στο αρμόδιο τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Μ. ζήτησε τη διενέργεια αυτοψίας για την εκτίμηση της κατάστασης του κτιρίου από άποψη δομική και στατική. Μετά από αυτοψία που έγινε στις 27-4-2001 στην οικοδομή από τον αρμόδιο τεχνικό υπάλληλο της παραπάνω υπηρεσίας Ν. Μ., πολιτικό μηχανικό, διαπιστώθηκε από τον τελευταίο στην πρόσοψη της οικοδομής (νότια πλευρά), και συγκεκριμένα σε γωνιακό υποστύλωμα της, λοξό ρήγμα από διαφορική καθίζηση στην περιοχή που εφάπτεται με τη θεμελίωση του κτιρίου, ενώ παρόμοιες ρηγματώσεις διαπιστώθηκαν και στους γειτνιάζοντες με το υποστύλωμα τοίχους πληρώσεως και στα δάπεδα εσωτερικά του ισογείου (υπογείου) ορόφου. Διαπιστώθηκε επίσης από τον ίδιο τεχνικό υπάλληλο ότι η ισόγεια (υπόγεια) μπαζωμένη βεράντα που υπάρχει εξωτερικά και σε επαφή με το κτίσμα, είχε αποκολληθεί μερικώς στην όψη του κτίσματος, ενώ παρόμοιες αποκολλήσεις διαπιστώθηκαν και στους υπάρχοντες τοίχους αντιστήριξης του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου στη νότια πλευρά.
Κατόπιν των παραπάνω διαπιστώσεων, συντάχθηκε η υπ` αριθμ. 12/27-4-2001 έκθεση επικινδύνου της ανωτέρω υπηρεσίας, με την οποία κρίθηκε ότι η άνω οικοδομή, λόγω και του σοβαρού ενδεχόμενου περαιτέρω διαφορικής καθίζησης αυτής, εξαιτίας του ότι η κλίση του πρανούς ήταν έντονη και οι βροχές και οι υγρασίες εμπότιζαν τον ακάλυπτο χώρο και την υποδομή του κτιρίου, ήταν επικίνδυνη από απόψεως δομικής και στατικής και ένεκα τούτου και για την άρση του επικινδύνου έπρεπε να ληφθούν άμεσα τα ακόλουθα μέτρα: α) να ενισχυθεί από στατικής απόψεως το γωνιακό υποστύλωμα, που παρουσίαζε τις ρωγμές, με έντεχνο τρόπο, μετά από κατάλληλη μελέτη ειδικού τεχνικού, β) να επισκευασθούν οι ρωγμές στα δάπεδα και τους τοίχους πληρώσεως, γ) να κατασκευασθούν τα κατάλληλα αντιστηρικτικά έργα στη νότια πλευρά του κτιρίου (τοίχοι αντιστηρίξεως), με τρόπο που θα πληρούν τους όρους αισθητικής για το περιβάλλον του Π. και θα εξασφαλίζουν τη σωστή αποστράγγιση των νερών, ομβρίων κ.λ.π., και ενδεχομένως να ενισχυθεί η θεμελίωση προς την πλευρά αυτή. Μετά την έκθεση αυτή επικινδύνου και επειδή δεν κατέστη δυνατόν να συμφωνήσουν οι διάδικοι για το είδος και την έκταση των επισκευών που έπρεπε να γίνουν στην επίδικη οικοδομή, η εναγομένη προέβη μονομερώς, και χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη οικοδομική άδεια, σε εργασίες ενίσχυσης της θεμελίωσης και των υποστυλωμάτων της οικοδομής, ως και επισκευής των ρωγμών στα δάπεδα και τους τοίχους του διαμερίσματος της, τους οποίους καθαίρεσε και ανακατασκεύασε.
Στα πλαίσια των εργασιών αυτών, η εναγομένη περί τις αρχές Μαρτίου 2002 κατασκεύασε στη νότια πλευρά του κοινοχρήστου ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, προς αντιστήριξη της οικοδομής, λόγω του πρανούς του εδάφους, τοίχο αντιστηρίξεως από οπλισμένο σκυρόδεμα, μήκους 15,00 μέτρων, ύψους από 2,00 έως 4,00 μέτρων και πάχους 0,40 έως 0,50 μέτρων, η κατασκευή του οποίου δεν ολοκληρώθηκε τελικά, λόγω της γενόμενης από τους ενάγοντες καταγγελίας στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Μάλιστα, η εναγομένη καταδικάσθηκε κατά την αυτόφωρη διαδικασία, με την υπ` αριθμ. 2167/22-3-2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Βόλου, σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για την κατά παράβαση του ν. 1337/1983 κατασκευή του ανωτέρω τοίχου αντιστηρίξεως, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής.
Επίσης, επειδή το οικόπεδο επί του οποίου είναι κτισμένη η οικοδομή ήταν απερίφραχτο, η εναγομένη κατασκεύασε στη βόρεια - βορειοανατολική πλευρά του οικοπέδου, που βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τη δημοτική οδό, τοίχο περίφραξης από τσιμεντόλιθους και σενάζ, μήκους 15,00 μέτρων περίπου και ύψους από 1,30 έως 2,00 μέτρων, και τοποθέτησε σ` αυτόν σιδερένια συρόμενη εξώπορτα, προκειμένου να αποτραπεί ή τουλάχιστον να δυσχερανθεί η είσοδος στο ακίνητο τρίτων προσώπων, άσχετων με αυτό, και να προστατευθούν έτσι οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται μέσα στο οικόπεδο. Στη συνέχεια ο παραπάνω τοίχος περίφραξης σοβαντίστηκε και λαιοχρωματίσθηκε, όπως επίσης ελαιοχρωματίσθηκε και η σιδερένια εξώπορτα, κατά τρόπο ώστε η κατασκευή αυτή να βρίσκεται σε αρμονία με την αισθητική εμφάνιση του όλου ακινήτου και την αρχιτεκτονική της οικοδομής- Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η από την εναγομένη κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης στη νότια πλευρά και του τοίχου περίφραξης στη βόρεια - βορειοανατολική πλευρά του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στην ασφάλεια ή τη στατική ικανότητα της επίδικης οικοδομής, ούτε ότι οι τοίχοι αυτοί εμποδίζουν τους ενάγοντες στη χρήση του κοινοχρήστου ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, αφού αυτοί έχουν τη δυνατότητα να εισέρχονται ανεμπόδιστα σ` αυτόν από την παραπάνω εξώπορτα, τα κλειδιά της οποίας εξαρχής προσέφερε η εναγομένη σ` αυτούς, όπως δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Ούτε, τέλος, με την κατασκευή των παραπάνω τοίχων μεταβλήθηκε ο συνήθης προορισμός του κοινοχρήστου ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, ο οποίος εξακολουθεί να είναι ακάλυπτος, όπως και προηγουμένως, και δεν παραβλάπτεται η αισθητική εμφάνιση της οικοδομής, αφού βρίσκονται σε αρμονία με τον περιβάλλοντα χώρο και την όλη αρχιτεκτονική κατασκευή του κτιρίου.
Ειδικά δε για τον τοίχο αντιστηρίξεως, η κατασκευή του οποίου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, όπως προεκτέθηκε, ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε ότι δεν πληροί τους όρους αισθητικής για τον περιβάλλοντα χώρο του οικοπέδου, που είναι επικλινής, αλλά απλώς κατέθεσε ότι οι ενάγοντες δεν συμφωνούσαν στην κατασκευή του τοίχου αυτού. Και όλα τα παραπάνω ανεξάρτητα από το αν η κατασκευή του ως άνω τοίχου αντιστήριξης στη νότια πλευρά του οικοπέδου ήταν αναγκαία ή όχι για την ενίσχυση της θεμελίωσης και την αντιστήριξη της οικοδομής, όπως κρίθηκε με την παραπάνω έκθεση επικινδύνου της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, με την οποία οι ενάγοντες δεν συμφωνούν και έχουν ασκήσει κατ` αυτής ένσταση, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση. Επομένως, οι παραπάνω κατασκευές στον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου της επίδικης οικοδομής έγιναν μέσα στα όρια που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 εδ. α` του ν. 3741/1929 και είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, επιτρεπτές. Το γεγονός δε ότι οι κατασκευές αυτές έγιναν χωρίς την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και χαρακτηρίσθηκαν από την υπηρεσία αυτή για το λόγο αυτό αυθαίρετες, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προεκτέθηκε, οι διατάξεις της περί σχεδίου πόλεων νομοθεσίας ή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού αποβλέπουν σε διάφορο σκοπό και η παραβίαση τους συνεπάγεται τις οριζόμενες σε αυτές, κατά περίπτωση, διοικητικές κυρώσεις. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που επιδιώκετο η καθαίρεση των ανωτέρω κατασκευών, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, και οι αντίθετοι σχετικοί συναφείς λόγοι της εφέσεως των εναγόντων και των προσθέτων λόγων εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ` ουσίαν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στη βόρεια πλευρά του διαμερίσματος της εναγομένης και κάτω ακριβώς από τη βεράντα του διαμερίσματος των εναγόντων υπήρχε από το έτος 1973, που κατασκευάσθηκε η επίδικη οικοδομή, ένας ισόγειος ημιστεγασμένος χώρος, διαστάσεων 13,20 Χ 3,50 μέτρων και συνολικού εμβαδού 46,20 τ.μ., ο οποίος στηρίζεται σε τέσσερις (4) κολώνες, έχει ως οροφή το δάπεδο της βεράντας του διαμερίσματος των εναγόντων και εφάπτεται από τη νότια πλευρά του με το βόρειο τοίχο του διαμερίσματος της εναγομένης, ενώ από τις υπόλοιπες πλευρές του ήταν ανοικτός. Συνορεύει δε ο χώρος αυτός βόρεια επί πλευράς μέτρων 13,20 με κοινόχρηστο οικόπεδο, νότια επί πλευράς μέτρων 13,20 με το βόρειο τοίχο του διαμερίσματος της εναγομένης, ανατολικά επί πλευράς μέτρων 3,50 με κοινόχρηστο οικόπεδο και δυτικά επί πλευράς 3,50 μέτρων επίσης με κοινόχρηστο οικόπεδο.
Στη συστατική της οροφοκτησίας πιο πάνω πράξη δεν ορίστηκε ότι ο παραπάνω ισόγειος χώρος ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα κάποιου από τους συνιδιοκτήτες. Συνεπώς ο ισόγειος αυτός χώρος υπάγεται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, αυτοδικαίως από το νόμο στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι` αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου, που προορίζεται για την κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών. Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο παραπάνω χώρος ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η εναγομένη κατά το μήνα Μάιο με Ιούνιο του έτους 2001 και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών ανακατασκευής των τοίχων του διαμερίσματος της έκλεισε τον κοινόχρηστο πιο πάνω ισόγειο χώρο από τη βόρεια, δυτική και ανατολική πλευρά του, που, όπως προεκτέθηκε, ήταν ανοικτός, και συγκεκριμένα κατασκεύασε τοίχο στη βόρεια και στη δυτική πλευρά του, με διπλή συρόμενη πόρτα στη δυτική πλευρά, ενώ στην ανατολική πλευρά του τοποθέτησε μία μεγάλη γκαραζόπορτα. Eτσι η εναγομένη ενσωμάτωσε τον επίδικο πιο πάνω ισόγειο χώρο στο συνεχόμενο διαμέρισμα της, με το οποίο επικοινωνεί με εσωτερική πόρτα, και έκτοτε ο χώρος αυτός χρησιμοπείται αποκλειστικά από την εναγομένη ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου και αποθηκευτικός χώρος. Για την κατασκευή αυτή στον επίδικο πιο πάνω χώρο, οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν αμέσως προς την εναγομένη, και προφορικά και εγγράφως, και συγκεκριμένα κοινοποίησαν στην τελευταία στις 30- 8-2001 και στις 6-3-2002 τις από 23-8-2001 και 1-3-2002 αντίστοιχα εξώδικες δηλώσεις τους με διαμαρτυρία και πρόσκληση. Συγχρόνως, οι ενάγοντες προσέφυγαν στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, η οποία, κατόπιν αυτοψίας στις 5-11-2001, με σχετική έκθεση της, χαρακτήρισε την παραπάνω κατασκευή αυθαίρετη και κατεδαφιστέα, αλλά και στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κων, υποβάλλοντας κατά της εναγομένης την από 4-10-2001 μήνυση τους. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο επίδικος ισόγειος χώρος είχε κλειστεί κατά τον παραπάνω τρόπο από το έτος 1973, που κατασκευάστηκε η επίδικη οικοδομή από τον κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων και ότι έκτοτε ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται αποκλειστικά, με τη συναίνεση μάλιστα και την έγκριση των εναγόντων, από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη του διαμερίσματος της και από το έτος 1992 που το αγόρασε από την ίδια, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ειδικότερα, οι καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, οι οποίοι επιβεβαιώνουν ότι η παραπάνω κατασκευή υπήρχε από το έτος 1992, που η τελευταία αγόρασε το διαμέρισμα της, δεν κρίνονται πειστικές, αφού δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα αναιρούνται από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος των εναγόντων, ο οποίος ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσε ότι από έτος 2000, που άρχισε να επισκέπτεται την οικοδομή, ο επίδικος ισόγειος χώρος ήταν ανοικτός από τις παραπάνω πλευρές και δεν υπήρχαν τοίχοι ή πόρτες. Η κατάθεση δε του μάρτυρα αυτού συμπορεύεται και με την παραπάνω έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, με την οποία διαπιστώνεται αυθαίρετη προσθήκη, διαστάσεων 13,20 Χ 3,50 μέτρων, στη βόρεια πλευρά του διαμερίσματος της εναγομένης. Με την παραπάνω κατασκευή στον επίδικο κοινόχρηστο ισόγειο χώρο καταλήφθηκε αντίστοιχο μέρος του χώρου αυτού, όπου έχουν δικαίωμα χρήσεως και οι ενάγοντες, ενώ αυτή καθεαυτή η εν λόγω κατασκευή συνιστά μεταβολή του συνήθους προορισμού του κοινοχρήστου αυτού χώρου, ο οποίος προβλέφθηκε ανοικτός, και παραβλάπτει τη χρήση των εναγόντων συνιδιοκτητών, και ως εκ τούτου η κατασκευή αυτή είναι ανεπίτρεπτη. Ενόψει όλων των παραπάνω, η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων να ζητήσουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκειμένου να παραδοθεί στην κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών της οικοδομής ο κοινόχρηστος χώρος που καταλήφθηκε με την παράνομη πιο πάνω κατασκευή, δεν είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και ο σχετικός ισχυρισμός, που παραδεκτά προέβαλε η εναγομένη πρω-τοδίκως και επαναφέρει και στο Δικαστήριο τούτο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η εκκαλουμένη, επομένως, απόφαση που δέχθηκε ότι ο επίδικος πιο πάνω ισόγειος χώρος ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης και δεν αποτελεί αντικείμενο της αναγκαστικής συγκυριότητας των διαδίκων και ότι η εναγομένη προέβη σε ανακατασκευή και ανακαίνιση του χώρου αυτού, που ήταν κλειστός από το έτος 1973 που κατασκευάσθηκε η οικοδομή, και κατόπιν τούτων απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της εφέσεως και των προσθέτων λόγων εφέσεως των εναγόντων. Εξάλλου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε στη συνέχεια ότι από το έτος 1976, που οι ενάγοντες αγόρασαν το παραπάνω διαμέρισμα τους, η επικοινωνία του διαμερίσματος τους και η προσπέλαση τους στον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου γινόταν και εξακολουθεί να γίνεται μέχρι σήμερα ανεμπόδιστα από τη βορειανατολική πλευρά του οικοπέδου.
Ήδη οι ενάγοντες ζητούν με την αγωγή τους να αναγνωρισθεί το δικαίωμα τους να κατασκευάσουν, για να έχουν πιο άνετη και σύντομη επικοινωνία με τον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, δύο κλίμακες καθόδου προς αυτόν, οι οποίες θα κατασκευασθούν από οπλισμένο σκυρόδεμα, που θα καλυφθεί με πλάκες Πηλίου, θα έχουν πλάτος 1,50 μέτρων και 13 έως 15 βαθμίδες η καθεμία, θα ξεκινούν η μεν μία από την ανατολική πλευρά, η δε άλλη από τη δυτική πλευρά της βόρειας βεράντας του διαμερίσματος τους και θα καταλήγουν και οι δύο στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Όμως, με την κατασκευή των δύο παραπάνω κλιμάκων θα καταληφθεί αντίστοιχο μέρος από τον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, όπου έχει δικαίωμα χρήσεως και η εναγομένη, ενώ η κατασκευή αυτή συνιστά μεταβολή της όλης αρχιτεκτονικής και αισθητικής εμφάνισης του κτιρίου και παραβλάπτει τη χρήση της εναγομένης συνιδιοκτήτριας, και ως εκ τούτου είναι ανεπίτρεπτη η προσθήκη αυτή. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση του, έκρινε όμοια και απέρριψε το αίτημα της αγωγής για την κατασκευή των δύο πιο πάνω κλιμάκων, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της εφέσεως των εναγόντων και των προσθέτων λόγων εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, τέλος, ότι κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών επισκευής των ρωγμών στους τοίχους και στα δάπεδα του διαμερίσματος της εναγομένης, από αμέλεια των προστηθέντων από αυτήν για την εκτέλεση των εργασιών αυτών εργατοτεχνιτών, κόπηκε ο σωλήνας αποχέτευσης της κουζίνας του διαμερίσματος των εναγόντων, ο οποίος διέρχεται από τους τοίχους του διαμερίσματος της εναγομένης και συνδέεται με τον κεντρικό σωλήνα αποχέτευσης της επίδικης οικοδομής. Στο σημείο δε που κόπηκε ο σωλήνας αυτός τοποθετήθηκε στη συνέχεια πολυουρεθάνη, με αποτέλεσμα την απόφραξη του και την επιστροφή των υδάτων στην κουζίνα του διαμερίσματος των εναγόντων και την υπερχείλιση της λεκάνης του νεροχύτη. Για την προκληθείσα κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών πιο πάνω βλάβη στο σωλήνα αποχέτευσης της κουζίνας του διαμερίσματος των εναγόντων κατέθεσε ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας των τελευταίων, έμμεσα δε τη βλάβη αυτή παραδέχεται και ο μάρτυρας σύζυγος της εναγομένης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του ίδιου Δικαστηρίου, ενώ ο τελευταίος αυτός μάρτυρας επιβεβαιώνει ρητώς τη διέλευση του παραπάνω σωλήνα αποχέτευσης από τους τοίχους του διαμερίσματος της εναγομένης συζύγου του.
Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να διαταχθεί η αιτούμενη από την εναγομένη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν διέρχονται από την ιδιοκτησία της αποχετευτικοί σωλήνες που εξυπηρετούν την ιδιοκτησία των εναγόντων και αν στους σωλήνες αυτούς προκλήθηκαν βλάβες κατά την εκτέλεση των άνω εργασιών, το δε σχετικό αίτημα της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί.
Η εκκαλουμένη, επομένως, απόφαση που έκρινε ότι υπόχρεη για την αποκατάσταση της παραπάνω βλάβης είναι η εναγομένη, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και γι` αυτό ο αντίθετος μοναδικός λόγος της εφέσεως της εναγομένης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα όσα αποδείχθηκαν και αναπτύχθηκαν παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσίαν η από 29-4-2004 και με αριθμό καταθ. 98/29-4-2004 έφεση της εναγομένης, να γίνει δεκτή στην ουσία της η από 20-4- 2004 και με αριθμό καταθ. 97/28-4-2004 έφεση και οι από 25-5-2004 και με αριθμό καταθ. 805/8-7-2004 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως των εναγόντων ως προς το σχετικό λόγο τους, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την προσθήκη στον προπερι-γραφόμενο κοινόχρηστο χώρο της επίδικης οικοδομής, ως και κατά τη διάταξη της που αφορά τη δικαστική δαπάνη για τον εκ νέου επιμερισμό αυτής, να κρατηθεί, κατ` άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, η υπόθεση κατά το μέρος αυτό από το Δικαστήριο τούτο, αφού δε δικασθεί κατ` ουσίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ` ουσίαν κατά το παραπάνω κεφάλαιο της. Συγκεκριμένα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να κατεδαφίσει τους τοίχους που έχει κατασκευάσει στη βόρεια και στη δυτική πλευρά του παραπάνω κοινοχρήστου χώρου και να αφαιρέσει την πόρτα και τη γκαραζόπορτα που έχει τοποθετήσει στη δυτική και ανατολική πλευρά αντίστοιχα του χώρου αυτού, και, σε περίπτωση αρνήσεως της, πρέπει να επιτραπεί στους ενάγοντες να διενεργήσουν την παραπάνω πράξη με δαπάνη της εναγομένης, κατά το άρθρο 945 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Σημειώνεται ότι μετά την κατά τα παραπάνω απόρριψη της εφέσεως της εναγομένης έχει καταστεί άνευ αντικειμένου το αίτημα που η τελευταία υπέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η εκκαλουμένη απόφαση για το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή, καθόσον η παραδοχή του παραπάνω αιτήματος προϋποθέτει, κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ, παραδοχή της εφέσεως και απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος που έγινε δεκτή και εκτελέστηκε..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου