Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Α.Π. 296/2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΣΥΚΡΟΥΣΗ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΟΔΗΓΩΝ – ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΜΕ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ ΑΛΚΟΟΛ ΠΕΦΤΕΙ ΕΠΑΝΩ ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΤΑΘΜΕΥΜΕΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΘΕΤΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ – ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΟΔΗΓΟΥ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΑΠΟΦΕΥΚΤΙΚΩΝ ΕΛΙΓΜΩΝ – ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑΣ ΚΑΙ ΜΕ ΕΤΕΡΟ ΟΧΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΘΕΤΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ – ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΠΟ ΕΤΕΡΟ ΟΧΗΜΑ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ ΧΩΡΙΣ ΩΣΤΟΣΟ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΤΑΧΥΤΗΤΑ Ή ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΛΙΓΜΟ ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

Α.Π. 296/2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΣΥΚΡΟΥΣΗ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΟΔΗΓΩΝ – ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΜΕ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ ΑΛΚΟΟΛ ΠΕΦΤΕΙ ΕΠΑΝΩ ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΤΑΘΜΕΥΜΕΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΘΕΤΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ – ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΟΔΗΓΟΥ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΑΠΟΦΕΥΚΤΙΚΩΝ ΕΛΙΓΜΩΝ – ..ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑΣ ΚΑΙ ΜΕ ΕΤΕΡΟ ΟΧΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΘΕΤΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ – ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΠΟ ΕΤΕΡΟ ΟΧΗΜΑ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ ΧΩΡΙΣ ΩΣΤΟΣΟ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΤΑΧΥΤΗΤΑ Ή ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΛΙΓΜΟ ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ
– Σαφείς αιτιολογίες ως προς την συνυπαιτιότητα και τον βαθμό πταίσματος εκάστου των εμπλεκόμενων στην ένδικη σύγκρουση οδηγών – Απόρριψη λόγων αναίρεσης (914, 300, 330 ΑΚ, 12, 13, 16, 18, 19 20, 42, 94 ΚΟΚ)

Αριθμός 296/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Συνεταιρισμού με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Συνεταιρισμού με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Β. του Ι., κατοίκου ..., ως στερητικής δικαστικής συμπαραστάτριας και για λογαριασμό του Ι. Β., με την ιδιότητα της οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας αυτού, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 219/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, 2) Θ. Α. του Α., κατοίκου ..., για τον εαυτό του και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Ε. Ζ., 3) Α. Μ. του Μ., συζ. Θ. Α., κατοίκου ..., 4) Α. Α. του Θ., κατοίκου ..., 5) Α. Α. του Θ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Ε. Ζ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 6) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-2-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2009 αγωγή των ήδη 2ου, 3ης, 4ης και 5ου των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. Ζ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκε με τις με αρ. εκθ. καταθ. ...-4-2010 και ...-8-2010 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 6ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 20-10-2010 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2015 αίτησή τους και τον από 10-8-2016 πρόσθετο αυτής λόγο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 6η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 8-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού προσθέτου λόγου του από 10-8-2016 δικογράφου προσθέτων λόγων και την απόρριψη των πρώτου και δεύτερου λόγων της από 22-12-2015 αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και την αναίρεση της 246/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Ο πληρεξούσιος της 6ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και του προσθέτου αυτής λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: 1) Η από 22-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 246/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και 2) ο από 10-8-2016 πρόσθετος λόγος, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Τα δικόγραφα αυτά, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ’ αριθμούς ... /16-11-2016, ... , ... , ... , ... /11-11-2016, ... /16-11-2016, ... , 11931γ’ , ... και ... /11-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας Κ. Α., αποδεικνύεται, ότι επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο, ακριβές αντίγραφο α) της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως για συζήτησή της με την νόμιμη πράξη ορισμού δικάσιμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (17-2-2017) και β) του δικογράφου πρόσθετου λόγου και της κλήσεως για συζήτησή του με τη νόμιμη πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (17-2-2017). Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο που εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά του πινακίου, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την αμέλεια του οδηγού α) του λεωφορείου, β) του ΔΧΕ αυτοκινήτου (ταξί) και γ) της μοτοσυκλέτας και για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του κάθε οδηγού και του επιδίκου ατυχήματος, ζητήματα δηλαδή, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς προσδιορίζουν την υπαιτιότητα ή τη συνυπαιτιότητα κάθε οδηγού για το ατύχημα. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς το ενδιαφέρον ζήτημα του ελέγχου της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως:

"Στις 16 Φεβρουαρίου 2008 και περί ώρα 1.15 π.μ. ο διάδικος Ι. Β. του Ε., αν και δεν διέθετε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ικανότητας, οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιόκτητη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εργοστασίου κατασκευής HONDA, τύπου VARADERO, 996 κυβικών εκατοστών, εντός την πόλης της Καβάλας, επί της οδού ..., με κατεύθυνση από την οδό Φιλαδέλφειας προς την Αγία Παρασκευή και συνεπιβάτη στην πίσω θέση του οχήματος τον φίλο του Α. Α. του Θ.. Την ίδια χρονική στιγμή, επί της οδού ..., ο διάδικος Α. Σ. του Σ., οδηγούσε, κατόπιν πρόστησης του ιδιοκτήτη διαδίκου Κ. Κ. του Β., το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο (ταξί), κινούμενος αντίθετα, δηλαδή με κατεύθυνση από την Αγία Παρασκευή προς την οδό ... με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 40 χλμ/ώρα. Η οδός ... στο ύψος του "..." σταδίου είναι ασφαλτοστρωμένος δρόμος διπλής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης και έχει συνολικό πλάτος 9,10 μέτρων, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς, όμως, οριζόντια κατά μήκος διαγράμμιση για το διαχωρισμό τους.

Μετά από μια κλειστή στροφή στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αγία Παρασκευή, είναι ευθεία σε απόσταση 50 μέτρων και παρουσιάζει ανωφέρεια με μικρή κλίση γι’ αυτούς που κινούνται προς την Αγία Παρασκευή και αντίστοιχη κατωφέρεια με μικρή κλίση γι’ αυτούς που κινούνται προς την οδό .... Σε κάθε πλευρά του οδοστρώματος, υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 2,10 μέτρων και η ορατότητα είναι ικανοποιητική για όλους τους χρήστες της οδού, καθώς δεν περιορίζεται από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας προσδιορίζεται στα 50 χλμ/ώρα, λόγω της κατοικημένης περιοχής. Κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν νύχτα, αλλά υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, επικρατούσε βροχόπτωση και το οδόστρωμα ήταν υγρό και ολισθηρό. Στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από την Αγία Παρασκευή προς την οδό ... αν και υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Ρ-40 που απαγόρευε την στάση και τη στάθμευση, ο διάδικος Σ. Τ. του Χ. είχε σταθμεύσει παράνομα το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. ιδιόκτητο λεωφορείο του, πλάτους 2,30 μ., καταλαμβάνοντας σημαντικό μέρος του οδοστρώματος πλάτους τουλάχιστον 2,40 μ. περίπου, δεδομένης και της απόστασης των 0,10 μ. που είχε αφήσει από το πεζοδρόμιο.

Υπό τις ανωτέρω επικρατούσες συνθήκες, ο Ι. Β. του Ε., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, εισήλθε από την οδό Φιλαδέλφειας στην οδό ..., διερχόμενος από την δεξιά ως προς την πορεία του κλειστή στροφή, με υπερβολική ταχύτητα, που προσέγγιζε περίπου τα 80-90 χλμ/ώρα. Εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας, της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, της έλλειψης οδηγικής εμπειρίας και της μειωμένης ικανότητας οδήγησης, καθώς τελούσε σε κατάσταση μέθης με το ποσοστό αλκοόλης να ανέρχεται στα 69 εκατοστά του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος (0,69‰), απώλεσε τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του, κινήθηκε στο μέσο περίπου του οδοστρώματος της ευθείας των 50 μέτρων και κινδύνεψε αρχικά να συγκρουστεί με το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο της εταιρίας "...", που οδηγούσε ο Σ. Α. του Γ., το οποίο μόλις είχε προσπεράσει το παράνομα σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο. Την τελευταία στιγμή, όμως, μειώνοντας την ταχύτητά του, κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά συνέχισε την πορεία του στο μέσο και πάλι του οδοστρώματος με ταχύτητα περίπου 50 χλμ/ώρα, χωρίς να ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του. Έτσι, λίγα μέτρα παρακάτω, στο ύψος του "..." σταδίου και μπροστά από τον οικοδομικό ... της οδού ..., συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Σ., ο οποίος αντιλαμβανόμενος τον επερχόμενο κίνδυνο επιχείρησε τροχοπέδηση, αλλά η ενέργειά του αυτή δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει τη σύγκρουση. Συγκεκριμένα, η με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα προσέκρουσε με το αριστερό εμπρόσθιο και πλάγιο τμήμα της στο αριστερό εμπρόσθιο τμήμα και δη στο ύψος του εμπρόσθιου αριστερού φαναριού του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου και μετά, αφού πρώτα σύρθηκε στο οδόστρωμα, ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 13 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς την Αγία Παρασκευή, ενώ αντίθετα το αυτοκίνητο παρέμεινε σταματημένο στο σημείο της πρόσκρουσης. Η σύγκρουση αυτή έλαβε χώρα επί της νοητής γραμμής (ελλείψει οριζόντιας διαγράμμισης), μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού ... και λίγα εκατοστά εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας.

Ειδικότερα, κατά τη χρονική στιγμή της σύγκρουσης, το με αριθμό κυκλοφορίας ..., που έχει πλάτος 1,756 μ., είχε ήδη προσεγγίσει σε απόσταση 3 περίπου μέτρων το παράνομα σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο και ήταν έτοιμο να το προσπεράσει, διατηρώντας απόσταση ασφαλείας από αυτό περίπου 0,90 μ., με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε απόσταση 3,30 μέτρων από το πεζοδρόμιο και να έχει εισέλθει κατά 0,50 μ. περίπου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Από την άλλη, η με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα ακολουθούσε ανεξέλεγκτη πορεία και, μετά την αποφυγή της σύγκρουσης με το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ο οδηγός της προσπαθούσε να την επαναφέρει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αγία Παρασκευή, με αποτέλεσμα να εκτελεί διαγώνια κίνηση πλησίον της νοητής διαχωριστικής γραμμής των ρευμάτων κυκλοφορίας, ώστε, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ο μπροστινός τροχός της να βρίσκεται εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του και ο πίσω τροχός ακριβώς επί της νοητής γραμμής μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Εξαιτίας της ανωτέρω σύγκρουσης υπέστησαν μικρές υλικές ζημιές τα δύο συγκρουσθέντα οχήματα και τραυματίστηκαν αφενός θανάσιμα ο συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας Α. Α. και αφετέρου βαρύτατα ο οδηγός της μοτοσικλέτας Ι. Β..

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε αιτιωδώς από συντρέχουσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκινήτου και του οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου. Ειδικότερα, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο διάδικος Ι. Β. οδηγούσε την ανωτέρω δίκυκλη μοτοσικλέτα των 996 κυβικών εκατοστών, χωρίς να διαθέτει άδεια ικανότητας οδηγού για το συγκεκριμένο τύπο οχήματος και τελώντας σε κατάσταση μέθης, καθώς το ποσοστό αλκοόλης ανερχόταν στα 69 εκατοστά του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος (0,69‰), με αποτέλεσμα να παρουσιάζει μειωμένη ικανότητα και εμπειρία οδήγησης, μειωμένη αντίληψη και μειωμένα αντανακλαστικά. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με την έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός οδηγός, τον ώθησαν λίγο πριν την επέλευση της σύγκρουσης να αναπτύξει ταχύτητα τουλάχιστον 80 χλμ/ώρα, η οποία ήταν παράνομη, εφόσον κινείτο σε κατοικημένη περιοχή με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 χλμ/ώρα, αλλά και υπερβολική για τις επικρατούσες οδικές και καιρικές συνθήκες, διότι καταρχήν στην πορεία του υπήρχε δεξιά κλειστή στροφή, μετά από την οποία ακολουθούσε μικρή ευθεία μήκους 50 μέτρων περίπου και το οδόστρωμα της οδού ήταν υγρό και ολισθηρό, καθώς επικρατούσε έντονη βροχόπτωση, η οποία με την αύξηση της ταχύτητας δυσχέρανε ολοένα και περισσότερο την ορατότητά του, επειδή δεν φορούσε κράνος με προστατευτικό διαφανές κάλυμμα. Εξαιτίας των ανωτέρω μόλις διένυσε τη δεξιά κλειστή στροφή και εισήλθε στην οδό ... απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και, παρότι το δεξιό άκρο της οδού ήταν εντελώς ελεύθερο, κινήθηκε στη μέση του οδοστρώματος και οριακά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου αρχικά κινδύνεψε να συγκρουστεί με το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο λίγα μέτρα πιο πριν είχε προσπεράσει το παράνομα σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο και κινούνταν κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του με κατεύθυνση προς την οδό ... προπορευόμενο κατά 30 μέτρα περίπου του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκινήτου. Αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, κατάφερε την τελευταία στιγμή να μειώσει την ταχύτητά του στα 50 χλμ/ώρα και να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά συνέχισε την πορεία του στο μέσο και πάλι του οδοστρώματος, χωρίς να ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του. Έτσι, λίγα μέτρα παρακάτω και, ενώ προσπαθούσε ακόμη να ανακτήσει τον έλεγχο του οχήματός του, συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο.

Η ανωτέρω περιγραφόμενη αμελής οδηγική συμπεριφορά του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, που συνιστά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 5, 13 παρ. 2 εδ. α’ και 3, 16 παρ. 1, 2 και 4, 18 παρ. 1 εδ. α’ , 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 3 και 5 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας), συντέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος. Παράλληλα, ο διάδικος Α. Σ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο με κανονική για τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα, η οποία δεν ξεπερνούσε τα 40 χλμ/ώρα. Αντιλήφθηκε έγκαιρα το παράνομα σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο στην πορεία του. Εντούτοις, από έλλειψη σύνεσης και προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως επαγγελματίας οδηγός, δεν κινήθηκε στην δεξιά άκρη του ρεύματος κυκλοφορίας του και πίσω από το λεωφορείο, ώστε να επιχειρήσει να το προσπεράσει, αφού πρώτα βεβαιωθεί ότι δεν θα δημιουργούσε κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού και ιδίως για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, αλλά κινήθηκε προς το μέσο του οδοστρώματος σε απόσταση τουλάχιστον 10 μέτρων πριν το παράνομα σταθμευμένο λεωφορείο και, αφού διατήρησε αναγκαία απόσταση ασφαλείας περίπου 0,90 μ. από αυτό, χωρίς να χρησιμοποιήσει τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, έλαβε θέση για να το προσπεράσει, εισερχόμενος κατά 0,50 μ. περίπου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Στη συνέχεια, αν κα| αντιλήφθηκε σε απόσταση περίπου 30 μέτρων μπροστά του την ανεξέλεγκτη κίνηση της μοτοσικλέτας, εντούτοις δεν επιχείρησε να επαναφέρει το όχημά του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας με το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις ελιγμό προς τα δεξιά, αν και είχε τη σχετική δυνατότητα, καθώς απείχε ακόμη περίπου 3 μ. από το ύψος του λεωφορείου, αλλά αντίθετα επιχείρησε τροχοπέδηση, η οποία δεν στάθηκε τελικά ικανή να αποτρέψει την σύγκρουση. Η ανωτέρω περιγραφόμενη αμελής οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου συνιστά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 2, 17 παρ. 1 και 3 εδ. γ’ , 18 παρ. 1 εδ. α’ και 21 παρ. 2 του Ν. 2696/ 1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας) και συντέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος. Τέλος, ο οδηγός και ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου είχε σταθμεύει το συγκεκριμένο όχημα παράνομα στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού με κατεύθυνση προς την οδό .... Με την παράνομη αυτή στάθμευση κατέλαβε οδόστρωμα πλάτους 2,40 μέτρων και έτσι στέρησε από το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο τη δυνατότητα να κινηθεί στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας, ενώ ανάγκασε ταυτόχρονα τον οδηγό του συγκεκριμένου οχήματος, κατά τον ελιγμό προσπέρασης του λεωφορείου που ενήργησε, εξαιτίας και της απόστασης ασφαλείας που όφειλε να τηρήσει από αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 5 του Ν. 2696/1999, να εισέλθει για 0,50 μ. στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και συγκρούσθηκε με την δίκυκλη μοτοσικλέτα. Η ανωτέρω περιγραφόμενη αμελής οδηγική συμπεριφορά του οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου συνιστά παράβαση του άρθρου 34 παρ. 1, 7 και 9 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας) και συντέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη την βαρύτητα της παράνομης και αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του κάθε οδηγού, αλλά και το βαθμό που αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ποσοστό συνυπαιτιότητας πρέπει να καθοριστεί σε 70% για τον διάδικο οδηγό της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, Ι. Β., σε 20% για τον διάδικο οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, Α. Σ. και σε 10% για τον διάδικο οδηγό και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου, Σ. Τ.. Τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση.

Συνεπώς στην εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τη σύγκρουση δεν έσφαλε και οι αντίθετοι λόγοι των εφέσεων, με τους οποίους προβάλλεται η αποκλειστική υπαιτιότητα και επικουρικά η σε μεγαλύτερο βαθμό συνυπαιτιότητα των άλλων μερών πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως επίσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της Α’ έφεσης με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου και της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτει χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς η αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες "για την δήθεν αμέλεια του οδηγού του λεωφορείου, για την αμέλεια των δύο άλλων οδηγών και για την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του καθένα από αυτούς και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος", κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος• λόγος αναιρέσεως, για την από το δικαστήριο, παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από τον άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9, ισχυριζόμενοι ειδικότερα, κατά πίστη μεταφορά από το αναιρετήριο; "Τα όσα αναφέρει ως άνω η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 246/2015 τελεισίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, διαδικασίας αυτοκινήτων, από το 9° φύλλο της, 5η σειρά, έως το 12° φύλλο της, 19η σειρά, συνιστούν ακριβή, κατά λέξη και κατά γράμμα, αντιγραφή, των όσων αναφέρει η πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 246/2015 οριστική απόφαση του Μον. Εφετείου Θράκης, από το 9° φύλλο της, 5η σειρά, έως το 12° φύλλο της, 19η σειρά. Δεν αλλάζει ούτε ένα κόμμα, ούτε μία λέξη, ούτε μία πρόταση, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές, ότι το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, στο οποίο αφορούν αυτές οι σελίδες, να μην δικάστηκε καθόλου από το Εφετείο, παρόλο που προσβλήθηκε με την έφεσή μας κατά της πρωτόδικης απόφασης". Ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι ο λόγος εφέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του δεν ερευνήθηκε, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτήν ο από την προαναφερόμενη διάταξη (του άρθρου 559 αριθ. 9 περ, γ’ ΚΠολΔ) προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.

Περαιτέρω κατ’ αυτεπάγγελτη υπαγωγή του προκειμένου λόγου στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και από την αίτηση αναιρέσεως έλαβε υπ’ όψη και δη στο σύνολό του τον λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της από αυτούς εκκληθείσας υπ’ αριθμ. 38/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και τον απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο κατά πιστή μεταφορά του περιεχομένου της, "πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της Α’ έφεσης με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου και της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος", το γεγονός δε ότι το σχετικό κείμενο της προσβαλλομένης, αποτελεί αντιγραφή του αντίστοιχου κειμένου της εκκαλουμένης, δεν αναιρεί την εκ μέρους του Εφετείου γενομένη έρευνα της βασιμότητας του προκειμένου λόγου. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ως προς την πλημμέλεια της παραβάσεως τη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από το συνδυασμό των άρθρων 335, 339, 340, 591 παρ. 1 681Α’ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβασης της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ’ ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον από την ανωτέρω διάταξη μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό τους ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων Σ. Τ. ουδεμία ευθύνη έχει για το τροχαίο ατύχημα, από το οποίο επήλθε ο θάνατος του συνεπιβάτη της μοτοσυκλέτας Α. Α. και ο βαρύτατος τραυματισμός του οδηγού αυτής Ι. Β. δεν έλαβε καθόλου υπόψη και δεν αντέκρουσε τις αποφάσεις 1299/2011 του Τρελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας και 536/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με τις οποίες αθωώθηκε ο πρώτος αναιρεσείων των κατηγοριών της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, τις οποίες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και προσκόμισαν. Καθόσον αφορά την αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη της με αριθμό 1299/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Καβάλας πρέπει να σημειωθούν τα παρακάτω:

Από τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, προέκυπτε, όπως συνομολογείται με το αναιρετήριο, ότι η παραπάνω απόφαση είχε προσβληθεί με έφεση και μάλιστα είχε εκδοθεί επ’ αυτής η με αριθμό 536/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, συνεπώς η παραπάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε εξαφανιστεί από την απόφαση του Εφετείου, είχε παύσει να ισχύει και δεν υφίστατο, συνεπώς δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να κάνει ιδιαίτερη μνεία αυτής να την λάβει υπόψη του και να την αντικρούσει όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Καθόσον αφορά την αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη της 536/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι 1) ο Ι. Β. για ανθρωποκτονία από αμέλεια, 2) ο Α. Σ. για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο και κηρύχθηκε αθώος ο Σ. Τ., πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του λεωφορείου, πρέπει να σημειωθούν τα παρακάτω: Το δευτεροβάθμιο ποινικό δικαστήριο κατέληξε στην άνω περί αθώωσης κρίση του, με το κατωτέρω σκεπτικό, το οποίο παρατίθεται κατά πιστή μεταφορά για την έρευνα της βασιμότητας του κρινόμενου αναιρετικού λόγου: "...Γ)

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε αμέλεια του τρίτου κατηγορούμενου στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου δυστυχήματος, διότι η στάθμευση του λεωφορείου του επί της ίδιας οδού, έγινε σε χρόνο προγενέστερο, κατά πολύ, του δυστυχήματος και, επομένως αυτός κατά το χρόνο επέλευσης του δυστυχήματος, δεν συμμετείχε καθόλου σ’ αυτό, οι δε άλλοι δύο οδηγοί έπρεπε να λάβουν υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες της οδού και επομένως και το σταθμευμένο λεωφορείο και να ρυθμίσουν ανάλογα την οδηγική τους συμπεριφορά. Επομένως ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος των πράξεων που τον βαρύνουν (ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη)". Το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του διέλαβε τα εξής κατά πιστή μεταφορά, όσον αφορά την συμπεριφορά του οδηγού του λεωφορείου και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και του ενδίκου ατυχήματος: "...Τέλος, ο οδηγός και ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου είχε σταθμεύει το συγκεκριμένο όχημα παράνομα στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού με κατεύθυνση προς την οδό .... Με την παράνομη αυτή στάθμευση κατέλαβε οδόστρωμα πλάτους 2,40 μέτρων και έτσι στέρησε από το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο τη δυνατότητα να κινηθεί στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας, ενώ ανάγκασε ταυτόχρονα τον οδηγό του συγκεκριμένου οχήματος, κατά τον ελιγμό προσπέρασης του λεωφορείου που ενήργησε, εξαιτίας και της απόστασης ασφαλείας που όφειλε να τηρήσει από αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 5 του Ν. 2696/1999, να εισέλθει για 0,50 μ. στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και συγκρούσθηκε με την δίκυκλη μοτοσικλέτα. Η ανωτέρω περιγραφόμενη αμελής οδηγική συμπεριφορά του οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου συνιστά παράβαση του άρθρου 34 παρ. 1, 7 και 9 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας) και συντέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη την βαρύτητα της παράνομης και αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του κάθε οδηγού, αλλά και το βαθμό που αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ποσοστό συνυπαιτιότητας πρέπει να καθοριστεί σε 70% για τον διάδικο οδηγό της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, Ι. Β., σε 20% για τον διάδικο οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, Α. Σ. και σε 10% για τον διάδικο οδηγό και ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείου, Σ. Τ.".

Από την αντιπαραβολή των παραδοχών των δύο αποφάσεων, ήτοι της προσβαλλομένης απόφασης και της ως άνω απόφασης του Ποινικού Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο την έλαβε υπόψη και την αξιολόγησε εν τοις πράγμασι, αφού με τις αιτιολογίες και τις παραδοχές του αντικρούει τις αιτιολογίες της σχετικά με την υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού του λεωφορείου και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και του ενδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα, τη μοναδική αιτιολογία της απόφασης του Ποινικού Δικαστηρίου ότι δεν βαρύνει αμέλεια τον οδηγό του λεωφορείου "γιατί η στάθμευση του λεωφορείου έγινε σε χρόνο προγενέστερο κατά πολύ του ατυχήματος και επομένως αυτός κατά τον χρόνο επέλευσης του δυστυχήματος δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτό", το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο την αντικρούει με τις παραπάνω παραδοχές του, που προαναφέρθηκαν, δεχθέν ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος υπήρξε και ο πρώτος αναιρεσείων κατά ποσοστό 10%, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε αποφανθεί ομοίως. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, καίτοι δεν μνημονεύει ειδικά την ως άνω ποινική απόφαση στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, εν τούτοις την έλαβε υπόψη αφού την αντικρούει με πλήρεις αιτιολογίες. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω απόφαση και δεν την αντέκρουσε, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι έναντι της έκτης αναιρεσίβλητης, στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. …2015) αίτηση και τον από 10-8-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. …2016) πρόσθετο λόγο, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 246/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς ... (Δημοσίου) και ... (ΤΑΧΔΙΚ) στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της έκτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.7000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: