Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

ΕΚΤΕΛΕΣΗ - ΣΧΕΤΙΚΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ

ΠΩΛΗΣΗ - ΣΧΕΤΙΚΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ
Για Εκτέλεση κατά του Δημοσίου, απαιτείται να επιδοθεί απόφαση στον Υπουργό ή στον εκπρόσωπο του ΝΠΔΔ και να παρέλθει προθεσμία 60 ημερών ν.3068/2002 αρ.4 παρ.2. Κατά του ΙΚΑ, απαιτείται παρέλευση 20 ημερών από την επίδοση της ..
επιταγής, ή παρέλευση 15 ημερών από την δημοσίευση ή την τελεσιδικία δικαστικής απόφασης ν.1846/1951 αρ18 παρ.1 εδ.β Το Δημόσιο, όταν πρόκειται να εξοφλήσει απαίτηση ιδιώτη που προκύπτει από μη τελεσίδικη απόφαση, δικαιούται να ζητήσει από τον δανεiστή τραπεζική εγγυητική επιστολή ισόποσης αξίας με την απαίτηση υπέρ της υπηρεσίας που είναι αρμόδια για την καταβολή ν.3068/2001 αρ.4 παρ.1 όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4072/2012 αρ.326 παρ.5.
    Οι ΔΟΥ που πρόκειται να εξοφλήσουν τέτοιες απαιτήσεις Δημοσίου οφείλουν να ζητούν με κάθε πρόσφορο μέσο από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες
  • έγγραφη βεβαίωση ότι έχει εκδοθεί εγγυητική επιστολή και πληρούνται οι προϋποθέσεις του ν.4072/2012 αρ.326 παρ.5
  • φωτοαντίγραφο της εγγυητικής επιστολής.
Το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ή στο οποίο εκκρεμμεί το ένδικο μέσο μπορεί να μειώσει μέχρι το μισό το ύψος της εγγυητικής επιστολής, μετά από αίτηση του δανειστή ν.3068/2001 αρ.4 παρ.1 όπως τροποποιήθηκε με τον ν.4072/2012 αρ.326 παρ.5. Η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν παράγει δεδικασμένο που να εμποδίζει την έγερση αγωγής. Η έγερση αγωγής όμως εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής 1607/2006 Μον.Πρ.Αθηνών. Κατά του Δημοσίου επιτρέπεται η εκτέλεση βάσει διαταγής πληρωμής 255/2012 Εφ.Λάρισας. Για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η απαίτηση πρέπει να αποδεικνύεται από νόμιμα συνταγμένο έγγραφο 89/2004 Ειρ.Μαραθέας. Αν εκδοθεί διαταγή πληρωμής παρότι δεν υπήρχε νόμιμα συνταγμένο έγγραφο, υπόκειται σε ανακοπή 89/2004 Ειρ.Μαραθέας. Η επιταγή προς πληρωμή μπορεί να αιτείται και την καταβολή των δικαστικών εξόδων και δαπανών έντοκα από την επίδοσή της, καθώς αποτελεί όχληση του οφειλέτη 7750/2012 Εφ.Αθηνών. Κατά τις τρεις πρώτες μέρες από την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή δεν μπορεί να γίνει καμία πράξη εκτέλεσης αρ.926 ΚΠολδ Αν περάσει ένας χρόνος από την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή χωρίς πράξη εκτέλεσης, δεν μπορεί να γίνει άλλη πράξη εκτέλεσης βάσει της επιταγής αυτής αρ.926 ΚΠολΔ και πρέπει να εκδοθεί νέα επιταγή προς πληρωμή. Η αναγγελία του δανειστή στον πλειστηριασμό είναι άκυρη αν ο δανειστής δεν μένει στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατάσχεσης, δεν διορίσει με την αναγγελία δικηγόρο στην έδρα του ειρηνοδικείου της κατάσχεσης και από αυτήν την έλλειψη προέκυψε δικονομική βλάβη του ανακόπτοντος 8420/1993 Εφ.Αθηνών. Η επιταγή προς πληρωμή μπορεί να ακυρωθεί και μόνο ως προς το υπερβάλλον, δεν είναι απαραίτητο να ακυρωθεί στο σύνολό της 23/2007 Ειρ.Νίκαιας. Η παραχρήμα απόδειξη του αρ.934 παρ.3 αναφέρεται σε κάθε είδους απόσβεση (εξόφληση, ανανέωση, άφεση χρέους, παραγραφή, κατάχρηση άσκησης δικαιώματος κλπ) 49/2005 ΑΠ 120/2009 Εφ.Πατρών Οι πλειστηριασμοί που επισπεύδονται από τράπεζες, για απαιτήσεις κάτω των 200.000 ευρώ αναστέλλονται: από 16-09-2009 έως 31-12-2009 ΠΝΠ.16-09-2009 ΦΕΚ Α 181/2009 από 01-01-2010 έως 30-06-2010 ν.3814/2010 αρ.2 παρ.3 από 01-07-2010 έως 31-12-2010 ν.3858/2010 αρ.40 από 01-01-2011 έως 30-06-2011 ΠΝΠ.4-01-2010 ΦΕΚ Α 1/2011
    Εκτέλεση γίνεται μόνο όταν υπάρχει
  1. Τελεσίδικη απόφαση,
  2. Διαταγή πληρωμή ή διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου που εξέδωσε Έλληνας δικαστής,
  3. Απόφαση ασφαλιστικών μέτρων 173/2007 Ειρ.Άρτας,
  4. Πρακτικά ελληνικού δικαστηρίου που περιέχουν συμβιβασμό ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων,
  5. Απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών για προσωρινή ρύθμιση της διακατοχής των δημόσιων ή δημοτικών ή κοινοτικών κτημάτων (ακινήτων), που αμφισβητείται μεταξύ Δημοσίου ή ΟΤΑ και ιδιώτη 1525/2010 ΑΠ αρ.22 αν.1539/1938 αρ.1 παρ.1 νδ.31/1968 αρ.62 ν.1416/1984 αρ.52 στοιχ.18 ΕισΝΚΠολΔ (η αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών επί σχετικών αιτήσεων έχει καταργηθεί από 01-01-2016) αρ.1 αρ.9ο παρ.9 ν.4335/2015,
  6. Συμβολαιογραφικό έγγραφο,
  7. Διαιτητική απόφαση,
  8. Αλλοδαποί τίτλοι που κηρύχθηκαν εκτελεστοί,
  9. Διαταγές ή πράξεις που ορίζονται ρητά από το νόμο ως εκτελεστοί τίτλοι,

Προσωρινή εκτελεστότητα οριστικής απόφασης

Το δικαστήριο διατάζει την προσωρινή εκτέλεση οριστικής απόφασης αν το ζητήσει ο διάδικος που νίκησε αρ.907 ΚΠολΔ Η κήρυξη της οριστικής απόφασης προσωρινά εκτελεστής μετά από αίτημα του διαδίκου είναι, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, δυνητική, ανεπίτρεπτη ή υποχρεωτική.

Δυνητική κύρηξη προσωρινής εκτελεστότητας

Κριτήριο για την κηρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής είναι η συνδρομή εξαιρετικών λόγων προς αυτό ή η πιθανότητα πρόκλησης ζημίας στον διάδικο που νίκησε από την καθυστέρηση της εκτέλεσης.
    Ιδίως, αν πρόκειται για:
  • α) Αν η αναγνώριση στηρίχθηκε σε αναγνώριση της απάιτησης ή σε δικαστική ομολογία ή σε δημόσιο ή αναγνωρισμένο ιδιωτικό έγγραφο.
  • β) Διατροφή από οποιαδήποτε αιτία
  • γ) Απαιτήσεις από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας
  • δ) Αποζημίωση από άδικη πράξη
  • ε) Απαίτηση εργατικών διαφορών αρ.663 ΚΠολΔ ή προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων αρ.728 ΚΠολΔ
  • στ) Εμπορική διαφορά
  • ζ) Διαφορά σχετική με την νομή
  • η) Απαίτηση από ανώνυμους τίτλους
Στην δυνητική κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτηση του διαδίκου που ηττήθηκε, να εξαρτήσει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης από την παροχή ανάλογης εγγύησης από τον διάδικο που νίκησε, η οποία ορίζεται με την ίδια απόφαση, αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι και ιδίως αν η οικονομική κατάσταση του διαδίκου που νίκησε ή άλλοι λόγοι δημιουργούν τον κίνδυνο να μην είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση που η απόφαση μεταρρυθμιστεί ή εξαφανιστεί.

Το δικαστήριο μπορεί αντί για εγγύηση να διατάξει να κατατεθεί δημόσια το χρηματικό ποσό ή το πράγμα που θα ληφθεί με την εκτέλεση, αν καταδέχεται κατάθεση, ώσπου να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση αρ.907 ΚΠολΔ αρ.908 ΚΠολΔ αρ.911 ΚΠολΔ.

Ανεπίτρεπτη κήρυξη προσωρινής εκτελεστότητας

    Δεν επιτρέπεται η κήρυξη απόφασης προσωρινά εκτελεστής
  1. Κατά οποιουδήποτε διαδίκου για τα δικαστικά έξοδα
  2. Όταν κατά το ουσιαστικό δίκαιο η επέλευση των εννόμων συνεπειών της απόφασης εξαρτάται από την τελεσιδικία ή το αμετάκλητο της απόφασης
  3. Στις διαφορές που αφορούν
    • α) Την προσβολή της πατρότητας
    • β) Την αναγνώριση ύπαρξης ή ανυπαρξίας σχέσης γονέα και τέκνου ή γονικής μέριμνας
    • γ) Την αναγνώριση της πατρότητας τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του
    • δ) Την αναγνώριση ύπαρξης, ανυπαρξίας ή ακυρότητας εκούσιας αναγνώρισης ενός τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του ή εξομοίωσής του με τέκνο γεννημένο σε γάμο λόγω του επιγενόμενου γάμου των γονέων του, καθώς και την προσβολή εκούσιας αναγνώρισης
    • ε) Την αναγνώριση ύπαρξης, ανυπαρξίας ή ακύρωσης ή λύσης υιοθεσίας
    • ζ) Την αναγνώριση ύπαρξης ή ανυπαρξίας επιτροπείας ανηλίκου
Η απόφαση, ακόμη και αν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, δεν είναι προσωρινά εκτελεστή όσον αφορά το κονδύλιο της δικαστικής δαπάνης 5428/2010 Μον.Πρ.Αθηνών (ασφαλιστικά μέτρα) αρ.909 περ.2 ΚΠολΔ. Κατά μία άποψη, κατά του Δημοσίου, των Δήμων και των κοινοτήτων επιτρέπεται η προσωρινή εκτέλεση 21/2001 ΑΠ Ολομ 2447/2010 Πολ.Πρ.Αθηνών 78/1999 Ειρ.Λευκάδας. Κατά άλλη άποψη, κατά του Δημοσίου, των Δήμων και των κοινοτήτων δεν επιτρέπεται η προσωρινή εκτέλεση 11/2010 Ειρ.Κρεστενών. αρ.618 ΚΠολΔ αρ.909 ΚΠολΔ

Υποχρεωτική κήρυξη προσωρινής εκτελεστότητας

    Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή, αν το αιτηθεί ο διάδικος
  • α) Σε απόδοση μισθίου
  • β) Σε καθυστέρηση μισθωμάτων
  • γ) Σε απαίτηση από συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγή ή τραπεζική επιταγή
  • δ) Σε απαίτηση διατροφής από οποιαδήποτε αιτία και σε απαίτηση από καθυστερούμενους μισθούς, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για το χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής και για τρεις μήνες πριν από αυτήν.
αρ.910 ΚΠολΔ

Αναστολή προσωρινής εκτελεστότητας

Μετά από αίτηση του διαδίκου που ηττήθηκε, το δικαστήριο μπορεί, αν ασκήθηκε εμπρόθεσμα ανακοπή ή έφεση κατά της απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή κατά το άρθρο 908 ή 909 και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο της ανακοπής ή της έφεσης, να διατάξει την ολική ή μερική αναστολή της εκτέλεσης ως την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής η της έφεσης, με τον όρο να δοθεί εγγύηση η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή.

Η αναστολή στην περίπτωση αυτή διατάσσεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η αίτηση συζητείται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Κατά τη συζήτηση καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος του αιτούντος.
  • Με αυτοτελή αίτηση στην γραμματεία του πρωτόδικου δικαστηρίου Για να διαταχθεί η αναστολή της προσωρινής εκτελεστότητας πρέπει να ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή έφεση κατά τη συζήτηση της απόφασης που εκδόθηκε. Για την ως άνω άσκηση της έφεσης απαιτείται η κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, και η σύνταξη έκθεσης περί αυτού από τον αρμόδιο Γραμματέα, χωρίς να απαιτείται να έχει προσδιοριστεί και δικάσιμος για την συζήτηση ή να έχει επιδοθεί αντίγραφο της έφεσης στον αντίδικο 21230/2003 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφαλ).
  • Με αίτηση που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της ανακοπής ή έφεσης ή στις προτάσεις στην γραμματεία του δικαστηρίου ανακοπής ή έφεσης
Μετά την αίτηση, το δικαστήριo μπορεί να διατάξει την αναστολή σε κάθε στάση της δίκης. Μπορεί ακόμη, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης να ανακαλεί τις σχετικές αποφάσεις που εξέδωσε, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση του διαδίκου που συνυποβάλεται με τις προτάσεις (όχι αυτοτελώς). Προφορική αίτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί να γινει όπου δεν κατατίθενται προτάσεις αρ.913 ΚΠολΔ.

Επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση

Αν τελικά γίνει δεκτή η ανακοπή ή η έφεση οριστικά και η αγωγή, η ανταγωγή ή η κύρια παρέμβαση απορριφθεί ολικά ή εν μέρει, το δικαστήριο είναι αναγκασμένο να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε, εφόσον η εκτέλεση της απόφασης προαποδεικνύεται. Η αίτηση υποβάλλεται με τα δικόγραφα της ανακπής ή έφεσης, των πρόσθετων λόγων, τις προτάσεις ή χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο αρ.914 ΚΠολΔ.

Αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει αν από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής αρ.916 ΚΠολΔ.

Αναγκαστική εκτέλεση σε αντικαταστατά πράγματα

Ο προσδιορισμός της αξίας αντικαταστατών πραγμάτων στα οποία αφορά η εκτέλεση γίνεται με απόφαση του Ειρηνοδικείου όταν η παροχή των πραγμάτων επιδικάστηκε από αυτό και από το Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Η απόφαση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 670 έως 676 ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές).

Εκτέλεση βάσει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων

Η εκτέλεση βάσει απόφασης εκτελεστικών μέτρων περί αποβολής ή διατάραξης της νομής πρέπει να ολοκληρωθεί εντός προθεσμίας ενός έτους από την αποβολή ή την διατάραξη 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθήνας. Η άσκηση τακτικής αγωγής περί νομής διακόπτει την παραγραφή 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθήνας.

Εκτελεστήριος τύπος - Απόγραφο

Για να γίνει αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να εκδοθεί απόγραφο. Απόγραφο είναι αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου που φέρει τον εκτελεστήριο τύπο (δηλ. αναφέρει ότι ο τίτλος εκδίδεται στο όνομα του Ελληνικού λαού και διατάσσει όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο). Τον εκτελεστήριο τύπο δίνει
Είδος εγγράφουΠρόσωπο που δίνει τον εκτελεστήριο τύπο
ΑποφάσηΟ δικαστής που εξέδωσε την απόφαση
Διαταγή πληρωμήςΟ δικαστής που εξέδωσε την διαταγή
Άλλες διαταγές ελληνικών δικαστηρίωνΟ δικαστής που εξέδωσε την διαταγή
Πρακτικά ελληνικών δικαστηρίωνΟ δικαστής που δίκασε
Συμβολαιογραφικό έγγραφοΟ συμβολαιογράφος
Διαιτητική αποφάσηΟ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην γραμματεία του οποίου έχει κατατεθεί.
Αλλοδαπός τίτλοςΟ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου που την κήρυξε εκτελεστή
Αλλοδαπή εκτελεστή δικαστική απόφασηΟ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου που την κήρυξε
Ένα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθένα από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον. Άλλο απόγραφο μπορεί να δοθεί αν χαθεί εκείνο που δόθηκε ή για άλλο σοβαρό λόγο.

Απόγραφο δεν δίνεται αν δεν μπορεί να γίνει εκτέλεση κατά τα άρθρα 915 έως 917 (παροχή υπό αίρεση ή προθεσμία, αόριστη παροχή, μη έκδοση απόφασης ορισμού αξίας αντικαταστατών πραγμάτων που αφορά η εκτέλεση).

Αν ο αρμόδιος για την έκδοση απογράφου αρνείται την έκδοσή του, η έκδοση μπορεί να ζητηθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου μετην διαδικασία των 686 επ. (ασφαλιστικά μέτρα).

Ο υπάλληλος του πληστειριασμού οφείλει να χορηγεί στον επισπεύδοντα επίσημα αντίγραφα του δικαιογράφου που εκτελείται και των επιδοτηρίων της επιταγής, με τα οποία αυτός μπορεί να ενεργήσει νέα εκτέλεση κατά του οφειλέτη και κατά κάθε άλλου υπόχρεου, με κατάσχεση άλλης περιουσίας ή με προσωπική κράτηση αν έχει απαγγελθεί.

Κατά ποιών στρέφεται η εκτέλεση

Αν το Δημόσιο είναι δανειστής πτωχεύσαντος οφειλέτη, κατ' εξαίρεση μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πτωχού, ενώ διαρκεί η πτώχευση. Το Δημόσιο σ' αυτήν την περίπτωση μπορεί να αναγγείλει την απαίτησή του απευθείας στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και όχι μέσω του συνδίκου 305/2003 ΑΠ.

Κατάσχεση εις χείρας Τράπεζας ως τρίτου

Κατάσχεση μπορεί να γίνει και στον τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη, αφού επιδοθεί αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου στην τράπεζα που τηρεί τον τραπεζικό του λογαριασμό 19/2001 ΑΠ 38/2003 Μον.Πρ.Τρικάλων. Από τις διατάξεις που καθιερώνουν το απόρρητο των καταθέσεων δεν προκύπτει ότι θεσπίστηκε και το ακατάσχετο των αντιστοίχων από τις καταθέσεις απαιτήσεων 4001/2002 Πολ.Πρ.Αθήνας. Απόρρητο καταθέσεων δεν υφίσταται στο μέτρο που για την ικανοποίηση του κατασχόντος δανειστή απαιτείται να αποκαλυφθεί η ύπαρξη της κατάθεσης 4001/2002 Πολ.Πρ.Αθήνας. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου μπορεί να αφορά και σε μέλλουσες απαιτήσεις, μόνο όμως αν υπάρχει η βασική έννομη σχέση, από την οποία, ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η μελλοντική απαίτηση, και δεν είναι απλά προσδοκώμενη 3563/2014 Πολ.Πρ.Πειραιώς (Τμήμα ναυτικών διαφορών). Για να μπορεί να κατασχεθεί μέλλουσα απαίτηση πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατά είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά ποσό 3563/2014 Πολ.Πρ.Πειραιώς (Τμήμα ναυτικών διαφορών). Αν κατασχεθεί μέλλουσα απαίτηση, η υποχρέωση του τρίτου να καταβάλει την απαίτηση αρχίζει μετά τη γέννηση της απαίτησης, και όχι μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας από την κοινοποίηση της κατάσχεσης στον τρίτο 3563/2014 Πολ.Πρ.Πειραιώς (Τμήμα ναυτικών διαφορών) Στην κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου, η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο 250/2015 Μον.Εφ.Θεσσαλονίκης. Αν ασκηθεί ανακοπή που αφορά την εγκυρότητα του τίτλου, για να είναι παραδεκτή η ανακοπή, πρέπει να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο αρ.934 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί ανακοπή που αφορά την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, για να είναι παραδεκτή η ανακοπή, πρέπει να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο αρ.934 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί ανακοπή που αφορά την απαίτηση, για να είναι παραδεκτή η ανακοπή, πρέπει να ασκηθεί μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης αρ.934 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί ανακοπή που αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης από την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο μέχρι το πέρας της διαδικασίας κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, για να είναι παραδεκτή η ανακοπή, πρέπει να ασκηθεί μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης αρ.934 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Τελευταίο χρονικό σημείο για την άσκηση ανακοπής είναι η εκπνοή της προθεσμίας 8 ημερών από την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη, αν ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση, και υπάρχει επαρκές χρηματικό ποσό για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, και ο καθ' ου η εκτέλεση είναι κάτοικος Ελλάδας αρ.988 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ. Τελευταίο χρονικό σημείο για την άσκηση ανακοπής είναι η εκπνοή της προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη, αν ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση, και υπάρχει επαρκές χρηματικό ποσό για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, και ο καθ' ου η εκτέλεση είναι κάτοικος εξωτερικού ή αγνώστου διαμονής αρ.988 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ. Αν η ανακοπή του καθ' ου η εκτέλεση αφορά στην απαίτηση, και η ανακοπή δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά για την περάτωση της εκτέλεσης, η ανακοπή είναι παραδεκτή αν ασκηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου στον καθ' ου η εκτέλεση 250/2015 Μον.Εφ.Θεσσαλονίκης. Αν ο δανειστής κατασχέσει εις χείρας της Τράπεζας, ως τρίτου, ποσό, και η Τράπεζα παρακαταθέσει ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ο κατάσχων μπορεί να παραλάβει τα χρήματα από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μόνο μετά από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του Ταμείου 561/2012 Μον.Πρ.Ρόδου 4702/2011 Εφ.Αθηνών. Η σχετική δίκη διεξάγεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να εκδικαστεί πιό σύντομα, και όχι ως γνήσιο ασφαλιστικό μέτρο, και κατά της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται έφεση 938/2004 Εφ.Αθηνών 490/2001 ΑΠ.

Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και με διαταγή πληρωμής 33296/2009 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφ. μέτρα). Συντηρητική κατάσχεση επιτρέπεται και κατά του Δημοσίου, και δεν απαιτείται η παρέλευση 60 ημερών 33296/2009 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφ. μέτρα).

Ακατάσχετο λογαριασμών μισθοδοσίας

Αν η κατάσχεση έγινε σε λογαριασμό του Δημοσίου ο οποίος δεν είναι ξεκάθαρα μισθοδοσίας, αλλά έχει και άλλα ποσά, ο λογαριασμός δεν είναι ακατάσχετος 33296/2009 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφ. μέτρα).

Παραίτηση από επιταγή προς εκτέλεση

Η επιταγή προς εκτέλεση αποτελεί οιονεί δικαιοπραξία 6892/2013 Μον.Πρ.Αθήνας. Ως τέτοια, ο επιτάσσων δικαιούται να παραιτηθεί από αυτήν 6892/2013 Μον.Πρ.Αθήνας αρ.294 ΚΠολΔ αρ.299 ΚΠολΔ. Η παραίτηση μπορεί να γίνει είτε με δήλωση στην δίκη ανακοπής επί της επιταγής προς εκτέλεση 6892/2013 Μον.Πρ.Αθήνας, είτε με επίδοση δικογράφου στον καθ' ου η εκτέλεση αρ.297 ΚΠολΔ. Συνέπεια της παραίτησης είναι να θεωρείται ότι δεν επιδόθηκε ποτέ η επιταγή, άρα η σχετική ανακοπή είναι άνευ αντικειμένου 80/2004 ΑΠ 614/2001 ΑΠ. Η παραίτηση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, μόνη όμως η επίδοση νέας επιταγής προς εκτέλεση δεν σημαίνει παραίτηση από την πρώτη 8058/2007 Εφ.Αθηνών. Τα έξοδα της παραίτησης από την επιταγή προς πληρωμή επιβάλλονται σε βάρος του παραιτούμενου, και εκκαθαρίζονται από το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο ή Ειρηνοδικείο) αρ.679 επ. ΚΠολδ αρ.188 ΚΠολΔ αρ.192 εδ.2 ΚΠολΔ 6892/2013 Μον.Πρ.Αθήνας 8659/2000 Εφ.Αθηνών 4340/1993 Εφ.ΑΘηνών.

Εκτέλεση κατά το αρ.945 ΚΠολΔ

Κατά το αρ.945 ΚΠολΔ εκτελούνται αποφάσεις που υποχρεώνουν τον οφειλέτη σε πράξη η οποία μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του, ο δανειστής μπορεί να προβεί ο ίδιος στην ενέργεια της πράξης, με δαπάνες του οφειλέτη 1525/2010 ΑΠ. Η ενέργεια αυτή εκ μέρους το δανειστή αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης 1525/2010 ΑΠ. Ο καθ' ου η εκτέλεση έχει δυνατότητα να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης με ανακοπή κατά το αρ.933 ΚΠολΔ, αν προτείνει συμμόρφωση με την απόφαση 1525/2010 ΑΠ. Αν ο δανειστής εκτελέσει την απόφαση με δαπάνες του, μπορεί να στραφεί με ξεχωριστή αγωγή κατά του οφειλέτη και να αναζητήσει τις αναγκαίες δαπάνες που κατέβαλε 1525/2010 ΑΠ. Η επιδικαζόμενη με αυτόν τον τρόπο δαπάνη αποτελεί αποζημίωση του δανειστή, και όχι ποινή του οφειλέτη 1525/2010 ΑΠ.

Εκτέλεση κατά το αρ.946 ΚΠολΔ

Κατά το αρ.946 ΚΠολΔ εκτελούνται αποφάσεις που υποχρεώνουν τον οφειλέτη σε πράξη η οποία δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο, και της οποίας η επιχείρηση εξαρτάται αποκλειστικά από την βούληση του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο οφείλει να ορίσει χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση του οφειλέτη για την περίπτωση που ο οφειλέτης δεν ενεργήσει την πράξη. Αν το δικαστήριο δεν διατάξει χρηματική ποινή ή προσωπική κράτηση, η απόφαση γίνεται να διορθωθεί μετά από αίτηση διόρθωσής της αρ.315 ΚΠολΔ 3/2013 Πολ.Πρ.Ρόδου. Η συζήτηση περί της διόρθωσης διεξάγεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθήθηκε για την κύρια αγωγή. Η διάταξη του αρ.946 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται επί χρηματικής απαίτησης, όπου αντίθετα εφαρμόζεται το αρ.951 ΚΠολΔ 1914/2011 ΑΠ. Η εκτέλεση της απόφασης όσον αφορά την χρηματική ποινή ακολουθεί την διαδικασία των αρ.951 επ. ΚΠολΔ, γιατί δεν υπάρχει στάδιο βεβαίωσης της παράβασης με νέα απόφαση 188/2014 ΑΠ.

Εκτέλεση κατά το αρ.947 ΚΠολΔ

Κατά το αρ.947 ΚΠολΔ εκτελούνται αποφάσεις που υποχρεώνουν τον οφειλέτη σε παράλειξη ή ανοχή πράξης. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο οφείλει να ορίσει χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση του οφειλέτη για κάθε παράβαση των διατάξεων της απόφαφης εκ μέρους του οφειλέτη αρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ 527/2013 ΑΠ. Αν η απόφαση δεν περιέχει διάταξη περί χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, την σχετική υποχρέωση απαγγέλει με ξεχωριστή απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο αρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ 527/2013 ΑΠ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο και για την βεβαίωση της παράβασης και την καταδίκη του οφειλέτη στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση αρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ. Η αγωγή περί βεβαίωσης της παράβασης και καταδίκης του οφειλέτη εκδικάζεται κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών αρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν η παράλειψη διατάχθηκε με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η ανακοπή επί της επιταγής προς εκτέλεση συζητείται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 1552/2010 Εφ.Αθηνών. Η εκτέλεση ξεκινά με επίδοση αντιγράφου της απόφασης ή αποσπάσματος της απόφασης με συνημμένη επιταγή προς εκτέλεση 1552/2010 Εφ.Αθηνών. Αν η παράβαση έχει ενιαίο χρονικό χαρακτήρα, χωρίς διακοπές, το δικαστήριο μπορεί να επιβαλλει μία μόνο χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, ακόμη και αν απειλείται έμμεση εκτέλεση για κάθε μελλοντική παράβαση 1552/2010 Εφ.Αθηνών.

Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως

Η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως χωρεί μόνο αν η υποχρέωση του αντιδίκου για δήλωση βούλησης στηρίζεται ευθέως σε διάταξη νόμου ή σε δικαιοπραξία που να είναι αγώγιμη και εκτελεστή 1447/2010 Πολ.Πρ.Αθήνας. Αν δεν υπάρχει τέτοια απαίτηση, η σχετική αγωγή είναι νόμω αβάσιμη 1447/2010 Πολ.Πρ.Αθήνας.

Ανακοπή αρ.632 ΚΠολΔ

Κατά μια άποψη, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής εκδικάζεται κατ' αρχήν κατά την τακτική διαδικασία 122/2015 Μον.Πρ.Αθήνας. Αν για τη διάγνωση της απαίτησης, για την οποία επισπεύδεται εκτέλεση, εφαρμόζεται ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά αυτή την ειδική διαδικασία 122/2015 Μον.Πρ.Αθήνας.

Ανακοπή αρ.933 ΚΠολΔ

Η ανακοπή του αρ.933 ΚΠολΔ εκδικάζεται κατ' αρχήν κατά την τακτική διαδικασία. Αν για τη διάγνωση της απαίτησης, για την οποία επισπεύδεται εκτέλεση, εφαρμόζεται ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά αυτή την ειδική διαδικασία 122/2015 Μον.Πρ.Αθήνας 3563/2014 Πολ.Πρ.Πειραιώς (Τμήμα ναυτικών διαφορών). Το ίδιο ισχύει και σε ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης αρ.979 παρ.2 ΚΠολΔ 1065/2002 Εφ.Πειραιώς 1630/1983 ΑΠ. Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται εκτέλεση πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως (παραχρήμα) αρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ 4946/2007 Μον.Πρ.Αθήνας. Η παραχρήμα απόδειξη απαιτεί δικαστική ομολογία ή έγγραφο το οποίο έχει εκδώσει ο επισπεύδων την εκτέλεση ή κάποιος τρίτος διαθέτης 4946/2007 Μον.Πρ.Αθήνας. Το έγγραφο δεν αρκεί να είναι έγγραφο μαρτυρίας για περιστατικό που βρίσκεται εκτός του εγγράφου 4946/2007 Μον.Πρ.Αθήνας 805/1987 Εφ.Αθηνών. Αν οι ισχυρισμοί δεν αποδεικνύονται αμέσως, οι ισχυρισμοί είναι απαράδεκτοι και το δικαστήριο μπορεί να τους απορρίψει αυτεπαγγέλτως 4946/2007 Μον.Πρ.Αθήνας 622/1999 ΑΠ.

Ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης δανειστών

Η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης δεν απευθύνεται κατά του υπαλλήλου του πλειστηριασμού 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 8629/1985 Εφ.Αθηνών. Η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης δεν στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων η κατάταξη δεν προσβάλλεται, αλλά ούτε και κατά του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 1547/1991 ΑΠ. Αν η ανακοπή δεν επιδοθεί καθόλου ή δεν επιδοθεί εμπρόθεσμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, η ανακοπή είναι άκυρη μόνο αν προκύπτει βλάβη, την οποία πρέπει να επικαλείται ο καθ' ου η ανακοπή 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 6140/1992 Εφ.Αθηνών. Η καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου κρίνεται βάσει του τίτλου με τον οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 11664/1990 Εφ.Αθηνών αρ.979 παρ.2 ΚΠολΔ αρ.933 παρ.1 ΚΠολΔ αρ.933 παρ.2 ΚΠολΔ. Η κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου κρίνεται από τον τόπο της εκτέλεσης 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 11664/1990 Εφ.Αθηνών αρ.979 παρ.2 ΚΠολΔ αρ.933 παρ.1 ΚΠολΔ αρ.933 παρ.2 ΚΠολΔ. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 191/1970 Εφ.Αθηνών, εκτός αν η σχετική αξίωση που προσβάλλεται με την ανακοπή υπάγεται σε ειδική διαδικασία, οπότε εφαρμόζεται η εν λόγω διαδικασία 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Ο ανακόπτων δεν έχει δικαίωμα να αιτηθεί την καταβολή του ποσού με εγγυοδοσία, γιατί το αίτημα αυτό μπορεί να υποβληθεί μόνο από τους καθ' ων η ανακοπή 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης αρ.980 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ. Αίτημα της ανακοπής είναι η ακύρωση της κατάταξης του καθ' ου η ανακοπή, αλλά και η κατάταξη του ανακόπτοντος στην θέση του αποβαλλόμενου δανειστή 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς. Αν, παρά την ακύρωση της κατάταξης και την αποβολή του καθ' ου η ανακοπή, ο ανακόπτων δεν κατατάσσεται, η ανακοπή είναι απορριπτέα για έλλειψη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς. Ο καθ' ου η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης όταν, αφού αποβληθεί ο καθ' ου η ανακοπή από την διαδικασία της κατάταξης απομένει υπόλοιπο εισπρακτέο από τον καθ' ου η εκτέλεση 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς. Στην περίπτωση αυτή δεν συντάσσεται πίνακας, και ο πίνακας που συντάχθηκε είναι άκυρος 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς. Αν το πλειστηρίασμα δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών του, ο καθ' ου η εκτέλεση δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει τον πίνακα κατάταξης, και η ανακοπή του είναι απορριπτέα 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς. Για το ορισμένο της ανακοπής πρέπει να γίνεται επίκληση και εξειδίκευση της απαίτησης, της οποίας ζητείται η κατάταξη, κατά το είδος και το ποσό της, καθώς και τα περιστατικά που θεμελιώνουν του προνόμιο, αν προβάλλεται προνομιακή κατάταξη του ανακόπτοντος 1065/2002 Εφ.Πειραιώς. Λόγος της ανακοπής μπορεί να είναι 1) Αν η απαίτηση ανήκει στον ανακόπτοντα και αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή δεν κατατάχθηκε προνομιακά, ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την απαίτηση ή τον προνόμιό της 1065/2002 Εφ.Πειραιώς Στην περίπτωση αυτή ο ανακόπτων οφείλει να εκθέσει στο δικόγραφο της ανακοπής και να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτηση ή το προνόμιο 1065/2002 Εφ.Πειραιώς, 2) Αν η απαίτηση ανήκει στον καθ' ου η ανακοπή, απλή αμφισβήτηση (άρνηση) της απαίτησης του καθ' ου που έχει καταταγεί ή του χαρακτήρα της ως προνομιακής, οπότε στον καθ' ου απόκειται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις και να αποδείξει τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης ή του προνομίου 1065/2002 Εφ.Πειραιώς, 3) Αν η απαίτηση ανήκει στον καθ' ου η ανακοπή, ο ανακόπτων μπορεί να προβάλει ενστάσεις κατά της απαίτησης του καθ' ου που έχει καταταγεί, οπότε στον ανακόπτοντα ανήκει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξης των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς 1065/2002 Εφ.Πειραιώς 267/1999 Εφ.Πειραιώς. Η ανακοπή του αρ.979 ΚΠολΔ που αφορά τα έξοδα του πλειστηριασμού στρέφεται κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστή, και όχι κατά του Δικαστικού Επιμελητή 7/2001 Εφ.Λάρισας. Η ανακοπή του αρ.979 ΚΠολΔ στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Η ανακοπή του αρ.979 ΚΠολΔ κατατίθεται εμπρόθεσμα εντός 12 εργασίμων ημερών αφότου επιδοθεί η πρόσκληση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού προς γνώση του πίνακα κατάταξης 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Αν ανακόπτων ή καθ' ου είναι το Δημόσιο, η προθεσμία είναι 30 ημερών, τόσο για το Δημόσιο κδ.26-06/10-07-1944 αρ.10, όσο και για τον αντίδικο του Δημοσίου 328/2005 ΑΠ 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής σε πίνακα κατάταξης, πρέπει το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων να κατατεθεί και να επιδοθεί στην ίδια προθεσμία με την κύρια ανακοπή, δηλαδή εντός 12 εργασίμων ημερών αφότου επιδοθεί η πρόσκληση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού προς γνώση του πίνακα κατάταξης 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 1154/2004 ΑΠ. Αν καθ' ου είναι το Δημόσιο, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να επιδοθεί, επί ποινή απαραδέκτου, στις δίκες του ΚΕΔΕ, και επί ποινή ακυρότητας στις άλλες δίκες, και στον Υπουργό Οικονομικών και στο αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο στη συγκεκριμένη δίκη 1065/2002 Εφ.Πειραιώς. Η ακυρότητα αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης 1065/2002 Εφ.Πειραιώς 34/1988 ΑΠ. Αν ο εκτελεστός τίτλος βάσει του οποίου επισπεύδεται εκτέλεση βασίζεται σε υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου, η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ακόμη και αν η απαίτηση του ανακόπτοντος ή του καθ' ου η εκτέλεση βασίζεται σε σχέση ιδιωτικού δικαίου 3061/2008 ΣτΕ 18/1993 ΑΕΔ. Αν συνεκδικάζονται ανακοπές κατά του ίδιου πίνακα κατάταξης, και γίνουν δεκτές το δικαστήριο υποχρεούται να συγκρίνει τις απαιτήσεις όλων των ανακόπτοντων, όχι μόνο με αυτή του καθ' ου η ανακοπή, αλλά και μεταξύ τους και να κατατάξει κάθε μια από αυτές σε θέση ανάλογη του προνομίου που διαθέτει ο καθένας 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 1/2000 ΑΠ. Η ύπαρξη ή όχι προνομίου κρίνεται κατά τους νόμους που ισχύουν κατά τον χρόνο της κατάταξης, όχι κατά τους νόμους που ισχύουν κατά την γέννηση της απαίτησης 1340/2004 ΑΠ. Αν λόγος της ανακοπής είναι η άρνηση της απαίτησης του καθ' ου, η οποία έχει καταταγεί, ή του προνομίου της, για το ορισμένο της ανακοπής αρκεί μόνη η άρνηση αυτή 1666/2003 ΑΠ. Αν λόγος της ανακοπής είναι η άρνηση της απαίτησης, ο καθ' ου η ανακοπή οφείλει να επικαλεστεί με τις προτάσεις του 1340/2004 ΑΠ και να αποδείξει 1340/2004 ΑΠ τα πραγματικά περιστατικά που παρήγαγαν την απαίτησή του και το προνόμιό της, δηλαδή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο, και να αποδείξει, την ύπαρξη, το περιεχόμενο κατι το μέγεθος της απαίτησης για την οποία κατατάχθηκε, καθώς και τον προνομιακό της χαρακτήρα 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 404/2003 ΑΠ. Διαφορετικά η ανακοπή θα γίνει δεκτή 1666/2003 ΑΠ 1340/2004 ΑΠ 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν επικαλείται με τις προτάσεις του τις αποφάσεις που προσκομίζει και οι οποίες αφορούν την απαίτησή του κατά του καθ' ου η εκτέλεση, ούτε επικαλείται με τις προτάσεις του τις αποφάσεις βάσει των οποίων δόθηκε η άδεια εγγραφής προσημείωσης, ώστε να διαπιστωθεί αν αυτές εκδόθηκαν με βάση την απαίτηση που κατατάχθηκε, οι ισχυρισμοί του καθ' ου είναι αόριστοι και απορριπτέοι 1340/2004 ΑΠ. Η ως άνω αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την έφεση και με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου 1340/2004 ΑΠ. Αν ο καθ' ου η ανακοπή επικαλείται με τις προτάσεις του δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την απαίτησή του, χωρίς εξειδίκευση της απαίτησής του, οι ισχυρισμοί του είναι αόριστοι και απορριπτέοι 1666/2003 ΑΠ. Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν αναφέρει το ποσό της απαίτησής του στις προτάσεις του επί της ανακοπής, αλλά παραπέμπει μόνο στην αναγγελία του ή σε δικαστικές αποφάσεις, οι ισχυρισμοί του είναι αόριστοι και απορριπτέοι 1666/2003 ΑΠ. Για να είναι ορισμένη η ανακοπή, πρέπει στο δικόγραφό της να γίνεται επίκληση και εξειδίκευση της απαίτησης του ανακόπτοντος, την οποία επιδιώκει να κατατάξει στην θέση εκείνης του καθ' ου η ανακοπή 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Για να είναι ορισμένη η ανακοπή κατά του καθ' ου η εκτέλεση, πρέπει να εκτίθενται και να εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση του δανειστή κατά του καθ' ου η εκτέλεση 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς. Για να είναι ορισμένη η ανακοπή κατά του καθ' ου η εκτέλεση, δεν είναι επαρκής η αναφορά του συνολικού ποσού της απαίτησης, χωρίς περαιτέρω έκθεση των πραγματικών περιστατικών που την στηρίζουν και από την οποία πηγάζει 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς. Συγκεκριμένα, πρέπει να αναφέρεται το είδος, το ποσό και η συγκεκριμένη έννομη σχέση στην οποία βασίζεται η απαίτηση, καθώς και τα περιστατικά που θεμελιώνουν το τυχόν επικαλούμενο προνόμιό της 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Η υποχρέωση αυτή του ανακόπτοντος ισχύει ακόμη και αν ο λόγος της ανακοπής είναι η άρνηση της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Για την πληρότητα της περιγραφής δεν αρκεί η απλή αναφορά στον τίτλο με τον οποίο επιδικάστηκε η απαίτηση 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Για την πληρότητα της περιγραφής δεν αρκεί η ενσωμάτωση στην ανακοπή της αναγγελίας που προηγήθηκε 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Για την πληρότητα της περιγραφής δεν επιτρέπεται να γίνει συμπλήρωση με τις προτάσεις του ανακόπτοντος ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Αν η ανακοπή ασκείται πλαγιαστικά, την ανακοπή μπορεί να ασκήσει, υπέρ του δανειστή που αναγγέλθηκε ή του καθ' ου η εκτέλεση, ακόμη και δανειστής των παραπάνω που δεν αναγγέλθηκε στον πλειστηριασμό ή αναγγέλθηκε εκπρόθεσμα 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς 64/1999 Εφ.Αθηνών. Για να είναι ορισμένη η ανακοπή που ασκείται πλαγιαστικά, πρέπει να αναφέρεται η αδράνεια του καθ' ου η εκτέλεση ή του δανειστή, υπέρ του οποίου ασκείται πλαγιαστικώς η ανακοπή 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς 1085/2006 Εφ.Πατρών. Για να είναι ορισμένη η ανακοπή που ασκείται πλαγιαστικά, πρέπει να προκύπτει το έννομο συμφέρον του πλαγιαστικώς ανακόπτοντα, και συγκεκριμένα να προκύπτει ότι μετά την αποβολή του καθ' ου η ανακοπή από τον πίνακα κατάταξης απομένει ποσό που θα ικανοποιήσει τον οφειλέτη του πλαγιαστικώς ανακόπτοντα 5265/2010 Μον.Πρ.Πειραιώς. Αν ανακόπτων ή καθ' ου η ανακοπή είναι το Δημόσιο, οφείλει, για το ορισμένο των ισχυρισμών του, να προσδιορίζει με την ανακοπή ή με τις προτάσεις του, αν είναι καθ' ου, το είδος της απαίτησής του, κατά τα βασικά στοιχεία της ιστορικής και νομικής αιτίας, ώστε να είναι δυνατή από τους αντιδίκους η προβολή ενστάσεων και αντενστάσεων, πχ εξόφλησης, συμψηφισμού κλπ 4067/2013 Εφ.ΑΘηνών. Αν η απαίτηση του Δημοσίου αφορά οφειλή προστίμου, πρέπει να προσδιορίζεται η φορολογική παράβαση για την οποία επιβλήθηκε, με αναφορά τουλάχιστον στην διάταξη του νόμου που το προβλέπει, χωρίς να αρκεί απλή αναφορά στον σχετικό νόμο, αν αυτός προβλέπει με περισσσότερες διατάξεις περισσότερες διαφορετικές φορολογικές παραβάσεις, τιμωρούμενες με διαφορετικής βαρύτητας πρόστιμα 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Αν η απαίτηση του Δημοσίου αφορά οφειλή εξόδου, πρέπει να αναφέρεται η δικαστική ή διοικητική διαδικασία για την οποία πραγματοποιήθηκε 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Αν η απαίτηση του Δημοσίου αφορά οφειλή φόρου, πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη φοροδοτική υποχρέωση του οφειλέτη, χωρίς να αρκεί η κωδικοποιημένη ονομασία της κατηγορίας των φορολογικών υποχρεώσεων στην οποία εμπίπτουν, πχ ΚΒΣ, ΦΜΥ κπλ 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Το Δημόσιο φέρει, για την σύνταξη του πίνακα κατάταξης, προνόμιο για κάθε απαίτησή του που κατέστη ληξιπρόθεσμη μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού, μαζί με τις προσαυξήσεις και τους τόκους επ' αυτών νδ.356/1974 αρ.61 παρ.1 εδ.1 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Για τις απαιτήσεις του Δημοσίου που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την ημέρα του πλειστηριασμού, και για τις προσαυξήσεις και τους τόκους τους, το Δημόσιο δεν έχει προνόμιο 4067/2013 Εφ.Αθηνών 1950/2009 ΑΠ. Ο καθ' ου η ανακοπή πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με τις προτάσεις του τα γεγονότα που παρήγαγαν την καταταχθείσα απαίτησή του και που παρήγαγαν το προνόμιο επί της απαίτησης, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας 1316/1997 ΑΠ 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Επί καταταγείσας εργατικής απαίτησης, ο καθ' ου η ανακοπή πρέπει να αναφέρει την ειδικότητα, το ημερομήσθιο ή τις μηνιαίες αποδοχές του, το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία του προς τον καθ' ου η εκτέλεση, τον χρόνο γέννησης της απαίτησής του, αλλιώς ο ισχυρισμός του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας 1316/1997 ΑΠ 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Η αοριστία αυτή δεν διορθώνεται με παραπομπή σε έγγραφα που προσκομίζει ο καθ' ου 1316/1997 ΑΠ 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Η νομική βάση που προτείνει με τις προτάσεις ο καθ' ου η ανακοπή πρέπει να είναι η ίδια με αυτή που προτάθηκε με την αναγγελία, αλλιώς ο ισχυρισμός του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας 22741/2002 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Αν ο καθ' ου αναφέρει με τις προτάσεις του επί της ανακοπής διαφορετική βάση της απαίτησής του από αυτή που πρότεινε με την αναγγελία, το δικαστήριο θα κρίνει αν η απαίτηση με την νέα νομική βάση είναι εξοπλισμένη με προνόμιο 1666/2003 ΑΠ. Οι δανειστές, μαχόμενοι κατά ή υπέρ του κύρους του πίνακα κατάταξης, στο πλαίσιο της διεξαγόμενης κατόπιν ανακοπής του αρ.979 παρ.2 ΚΠολΔ δίκης, είναι τρίτοι έναντι του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη και δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το μεταξύ αυτού και οποιουδήποτε δανειστή δεδικασμένο 387/2001 ΑΠ 1666/2003 ΑΠ, εκτός αν ομοδικούν αναγκαστικώς με τον ανακόπτοντα 53/2009 Μον.Πρ.Ρόδου. Η άρνηση ή αμφισβήτηση της απαίτησης, για την οποία έγινε κατάταξη, μπορεί να γίνει και στην περίπτωση που η απαίτηση και το προνόμιο αποδεικνύονται έναντι του καθ' ου η εκτέλεση με έγγραφα που έχουν αποδεικτική ισχύ έναντι αυτού, γιατί η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων έναντι του καθ' ου η εκτέλεση δεν δεσμεύει και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 1666/2003 ΑΠ. Η εξασφαλισμένη με προσημείωση απαίτηση κατατάσσεται τυχαίως, υπό αίρεση τελεσίδικης επιδίκασης, και επί ματαίωσης της αίρεσης εφαρμόζεται επικουρική κατάταξη 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου. Ο μόνος περιορισμός της προσημείωσης, έναντι της κατάταξής της σε σχέση με την υποθήκη, είναι ο όρος της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης . Ο όρος της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης πληρούται και με την κτήση δεδικασμένου από τη διαταγή πληρωμής 125/2006 ΑΠ 142/2012 Μον.Πρ.Ρόδου. Στην αναγγελία, η εξειδίκευση των παραγωγικών της απαιτήσεως γεγονότων μπορεί να γίνει με παραπομπή σε αγωγή ή σε δικαστική απόφαση που επισυνάφθηκε στην αναγγελία και συγκοινοποιήθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, και η οποία αφορά και εξειδικεύει τις απαιτήσεις 387/2001 ΑΠ 2274/2003 Εφ.Θεσσαλονίκης. Στην αναγγελία, τα στοιχεία του ορισμένου της απαίτησης μπορούν να αναπληρωθούν από τα συγκοινοποιούμενα στοιχεία στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο 2274/2003 Εφ.Θεσσαλονίκης 387/2001 ΑΠ. Η αναγγελία δεν είναι αόριστη όταν σ' αυτή γίνεται αναφορά σε ορισμένη δικαστική απόφαση ή σε άλλο δημόσιο έγγραφο, με το οποίο αναγνωρίζεται η απαίτηση του αναγγελόμενου δανειστή ή το προνόμιό του, που κατατέθηκε μέσα στην προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία 195/2003 ΑΠ 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου. Η αναγγελία δεν είναι αόριστη όταν σ' αυτή δεν περιγράφεται η εμπράγματη ασφάλεια για το χρέος, η ασφάλεια όμως προκύπτει από δημόσιο έγγραφο που είναι ήδη κατατεθειμένο, έστω και από άλλο πρόσωπο, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και είναι προσιτό σε όλους 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου 77/1999 ΑΠ 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Δημόσιο έγγραφο είναι και το πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα περί εγγραφής προσημείωσης υποθήκης 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου ή εγγραφής υποθήκης 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Η αντίφαση μεταξύ των αναφερόμενων στην αναγγελία και των αναφερόμενων στα εμπρόθεσμα κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού έγγραφα δεν προκαλεί βλάβη στον τρίτο αναγγελθέντα δανειστή, γιατί υπερισχύουν τα έγγραφα 724/2002 Εφ.Θεσσαλονίκης. Στην αναγγελία, για την περιγραφή της απαίτησης από μισθούς αρκεί η αναφορά ότι πρόκειται για απαίτηση συγκεκριμένου ποσού από μισθούς που αφορούν την τελευτία διετία πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού 724/2002 Εφ.Θεσσαλονίκης. Η αναγγελία του δανειστή οφείλει να εξατομικεύει την απαίτηση και το προνόμιο του αναγγελόμενου, σε τέτοιο βαθμό ώστε να δίνεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, αλλά και στο δικαστήριο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, να κρίνει το κατά νόμο και ουσία βάσιμο της απαίτησης καθώς και του προνομίου αυτής έναντι των απαιτήσεων του επισπεύδοντος την εκτέλεση και των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών, αλλά και να εξασφαλιστεί το δικαίωμα άμυνας του καθ' ου η εκτέλεση και των άλλων δανειστών κατά της αναγγελλόμενης απαίτησης, με την υποβολή παρατηρήσεων αρ.974 ΚΠολΔ ή με την άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης 472/2005 ΑΠ 7/2001 Εφ.Λάρισας. Το δικόγραφο όμως της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας μόνο όταν η περιγραφή της απαίτησης και του προνομίου του αναγγελλόμενου δανειστή είναι τόσο ελλειπής, ώστε να μην μπορεί ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του ανωτέρου δικαιώματος των υπερασπίσεως και να υφίστανται εκ τούτου βλάβη 7/2001 Εφ.Λάρισας. Αν η αναγγελία δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία, ή αυτά είναι ελλιπή, το δικόγραφό της είναι άκυρο λόγω αοριστίας 720/2004 Εφ.Πατρών 387/2001 ΑΠ. Αν η αναγγελία δανειστή από εργατική σχέση δεν αναφέρει το χρονικό διάστημα που αφορούν οι απαιτήσεις από μισθούς και το ύψος αυτών, καθώς και της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δεν είναι αόριστη, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από αγωγή ή δικαστική απόφαση που επισυνάπτεται στην αναγγελία και συγκοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού 3061/2008 ΣτΕ 387/2001 ΑΠ. Για να είναι ορισμένη η αναγγελία της απαίτησης όσον αφορά το προνόμιο από υποθήκη, πρέπει να αναφέρει τον αριθμό και τον τόμο στον οποίο εγγράφθηκε η υποθήκη, διαφορετικά η αναγγελία είναι αόριστη 720/2004 Εφ.Πατρών. Για να είναι ορισμένη η αναγγελία της απαίτησης που αφορά το προνόμιο από υποθήκη επί τόκων, πρέπει να αναφέρεται αν η εγγραφή της υποθήκης έγινε με το κεφάλαιο να αναφέρεται ως τοκοφόρο, διαφορετικά η αναγγελία είναι αόριστη 720/2004 Εφ.Πατρών. Αν η αναγγελία αναφέρει αθροιστικά το ποσό των απαιτήσεων κάποιων δανειστών, και όχι εξατομικευμένα, η αναγγελία ως προς αυτούς τους δανειστές είναι αοριστη 1340/2006 ΑΠ. Δικαίωμα αναγγελίας έχει και ο δανειστής χρηματικής απαίτησης που δεν διαθέτει αποδεικτικό έγγραφο περί της απαίτησής του 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου. Για το κύρος της αναγγελίας δεν είναι αναγκαίο η απαίτηση να είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, αφού μπορούν να καταταγούν και απαιτήσεις αμφίβολες ή υπό αίρεση 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου. Σε αναγγελία μπορεί να προβεί και δανειστής που δεν διαθέτει καμμία απόδειξη για την απαίτησή του 7/2001 Εφ.Λάρισας. Η απαίτησή του όμως θα καταταγεί τυχαία 7/2001 Εφ.Λάρισας. Σε αναγγελία μπορεί να προβεί και δανειστής του οποίου η απαίτηση δεν είναι ληξιπρόθεσμη 7/2001 Εφ.Λάρισας. Αν η αναγγελία του δανειστή είναι εμπρόθεσμη και ορισμένη, αλλά δεν κατατέθηκαν 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης ή κατατέθηκαν εκπρόθεσμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού έγγραφα που να την αποδεικνύουν, ο δανειστής χάνει το δικαίωμα να αποδείξει ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού την αναγγελθείσα απαίτησή του και να καταταγεί στον πίνακα εξ' αρχής οριστικά 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου. Η απαίτησή του θα καταταχθεί τυχαίως 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Το αναγγελτήριο που αφορά σε προνόμιο πρέπει να περιέχει αίτημα για προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του δανειστή, αλλιώς το αναγγελτήριο είναι αόριστο ως προς την προνομιακή κατάταξη και συνεπώς άκυρο 472/2005 ΑΠ. Η αοριστία του αναγγελτηρίου μπορεί να συμπληρωθεί μόνο με νέο αναγγελτήριο που θα επιδοθεί εμπρόθεσμα 472/2005 ΑΠ. Η απαίτηση που τελεί υπό αίρεση ή είναι αμφίβολη, όπως και η απαίτηση υπέρ της οποίας υπάρχει εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης κατατάσσεται τυχαία στον πίνακα κατάταξης 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου 4745/2000 Εφ.Αθηνών. Η απαίτηση που έχει προνόμιο προσημείωσης υποθήκης κατατάσσεται τυχαία, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασής της 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου. Όταν επιδικαστεί τελεσίδικα η απαίτηση, ο δανειστής μπορεί βάσει της τελεσίδικης απόφασης να εισπράξει το μέρος του πλειστηριάσματος για το οποίο κατατάχθηκε τυχαία 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου. Αν ματαιωθεί η αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης, τότε το μέρος του πλειστηριάσματος για το οποίο κατατάχθηκε τυχαία ο δανειστής θα διατεθεί κατά τον τρόπο που ορίζει το αρ.978 παρ.2 ΚΠολΔ, τον οποίο ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να προβλέψει στον πίνακα και να προβεί σε επικουρική κατάταξη 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου 1098/1996 ΑΠ. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος ματαιώνεται η αίρεση τροπής της προσημείωσης σε υποθήκη 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου. Η τελεσιδικία της απαίτησης κρίνεται κατά τον χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης 1507/1995 ΑΠ. Αν όμως ο πίνακας κατάταξης μεταρρυθμιστεί μετά από ανακοπή, ως χρόνος κρίσης της τελεσιδικίας εννοείται ο χρόνος διαμόρφωσης του πίνακα κατάταξης με την ανακοπή 1507/1995 ΑΠ. Ο δανειστής μπορεί να αποδείξει την απαίτησή του και το προνόμιό της κατά την δίκη της ανακοπής, ακόμη και δεν κατέθεσε ή κατέθεσε εκπρόθεσμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το προνόμιό της 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου 119/2003 ΑΠ. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιούται να θέσει μόνο τον όρο εγγυοδοσίας, προκειμένου να ικανοποιηθεί από το πλειστηρίασμα απαίτηση που κατατάγηκε τυχαίως και δεν οριστικοποιήθηκε 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν δικαιούται να θέσει οποιονδήποτε άλλο όρο ή αίρεση για την ικανοποίηση τυχαίας απαίτησης, δηλαδή δεν δικαιούται να θέσει, στον δανειστή τυχαία καταταχθείσας απαίτησης, ορισμένη προθεσμία για την προσκόμιση τελεσίδικης απόφασης που να επιδικάζει την απαίτηση 187/2004 Εφ.Δωδεκανήσου 1098/1996 ΑΠ αρ.978 ΚΠολΔ. Ούτε δικαιούται να θέσει, στον δανειστή του οποίου η απαίτηση έχει προνόμιο προσημείωσης υποθήκης, όρο να προσκομίσει απόφαση που να του επιτρέπει να τρέψει την προσημείωση σε υποθήκη 142/2012 Μον.Πρ.Ρόδου. Αν ο λόγος της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης είναι η άρνηση από τον ανακόπτοντα της ύπαρξης της απαίτησης που κατατάχθηκε πριν από την δική του, ο καθ' ου η ανακοπή υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη της απαίτησής του και το μεγεθός της 7/2001 Εφ.Λάρισας 484/1989 ΑΠ. Αν η ανακοπή πλήττει τον πίνακα κατάταξης όσον αφορά τα έξοδα εκτέλεσης, και η ανακοπή ευδοκιμήσει, στο αποδεσμευμένο ποσό θα καταταγεί, παρότι δεν γίνεται κατάταξη για τα έξοδα εκτέλεσης, μόνο ο ανακόπτων που πήρε μέρος στην δίκη 53/2009 Μον.Πρ.Ρόδου 280/2004 ΑΠ. Αν μετά την κατάταξη και των προνομιακά τυχαίων απαιτήσεων υπάρχουν και άλλες απαιτήσεις, αλλά δεν επαρκεί το πλειστηρίασμα για τις προνομιακά τυχαία αναγγελθείσες απαιτήσεις, οι οριστικές μη προνομιούχες απαιτήσεις δεν κατατάσσονται 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Στο δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης μπορεί να ενσωματωθεί η αναγγελία του καθ' ου η ανακοπή, μαζί με τα συνημμένα σε αυτή έγγραφα 1087/2013 ΑΠ. Επί οφειλής παρακρατούμενων εν γένει φόρων και ειδικότερα ΦΠΑ, εκ μέρους ημεδαπού νομικού προσώπου, μαζί με το νομικό πρόσωπο ενέχεται για την πληρωμή προς το Δημόσιο και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, αρκεί να ήταν νόμιμος εκπρόσωπος κατά την λειτουργία, την συγχώνευση ή τη διάλυση του νομικού προσώπου 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Για την επέκταση της ευθύνης, οι φόροι πρέπει να είχαν γεννηθεί μετά την θέση σε ισχύ του περιέχοντος τη σχετική ρύθμιση, δηλαδή του ν.2648/1998 4067/2013 Εφ.Αθηνών. Αν ο καθ' ου είναι διαχειριστής εταιρείας, και βάσει αυτής της σχέσης ευθύνεται μαζί με την εταιρεία για τα χρέη ΦΠΑ και προστίμου ΦΠΑ αυτής, η αναγγελία κατά του καθ' ου πρέπει να εξειδικεύει και ποιό είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, αλλιώς η αναγγελία είναι αόριστη και άκυρη 1087/2013 ΑΠ. Η αναφορά του ΑΦΜ της εταιρείας δεν είναι αρκετή για την ταυτοποίηση της εταιρείας και της νομικής της προσωπικότητας 1087/2013 ΑΠ. Η απαίτηση που κατατάχθηκε στον πίνακα κατάταξης αποσβήνεται με την καταβολή του πλειστηριάσματος και την διανομή του προς τον δανειστή του οποίου η απαίτηση κατατάχθηκε 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης. Αν στον πίνακα κατάταξης περιέχεται απαίτηση που είχε ικανοποιηθεί από το πλειστηρίασμα προηγούμενου πλειστηριασμού, οι δανειστές που έπονται του δανεστή της ως άνω απαίτησης μπορούν να ασκοήσουν ανακοπή, γιατί η απαίτηση αποσβέστηκε 26236/2006 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης 1561/2000 ΑΠ. Αν η υποθήκη εγγράφτηκε για ορισμένο ποσό κεφαλαίου, ως τοκοφόρου, χωρίς όμως να καθορίζεται και το ποσό των τόκων, αυτή ασφαλίζει και τους τόκους ενός έτους πριν την κατάταξη, και μέχρι να γίνει αμετάκλητος ο πίνακας κατάταξης 720/2004 Εφ.Πατρών 196/2003 ΑΠ αρ.1289 ΑΚ αρ.1269 ΑΚ. Οι απαιτήσεις της τρίτης τάξεως του αρ.975 ΚΠολΔ, ικανοποιούνται πριν από τις απαιτήσεις ασφαλισμένες με γενικό προνόμιο 2274/2003 Εφ.Θεσσαλονίκης. Οι απαιτήσεις από εργασιακές σχέσεις που γεννήθηκαν στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία για την οποία είχε επισπευθεί αρχικά ο πλειστηριασμός μέχρι και την ημερομηνία που διενεργήθηκε δεν περιλαμβάνονται στην τρίτη τάξη των προνομίων του αρ.975 1065/2002 Εφ.Πειραιώς. Το ίδιο ισχύει και για τις παρεπόμενες απαιτήσεις από τις εργατικές απαιτήσεις, πχ τόκοι 1065/2002 Εφ.Πειραιώς. Αν η απαίτηση είναι τοκοφόρα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει να υπολογίσει τους τόκους που ζητήθηκαν με την αναγγελία, με λήξη της τοκοφορίας την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση της ανακοπής, ή μέχρι την, κατά την κρίση του, εκτελεστότητα της απόφασης 731/2000 512/2003 Μον.Πρ.Τρίπολης (ασφαλ). Αν ο ανακόπτων από τις υπόλοιπες ενστάσεις που προτείνει, προκύπτει ότι γνωρίζει την απαίτηση και δεν έχει δυσχέρεια προς απόκρουσή της, αν προτείνει ταυτόχρονα και ένσταση αοριστίας, η ένστασή του περί αοριστίας είναι αβάσιμη 1065/2002 Εφ.Πειραιώς.
© Greek Law

Δεν υπάρχουν σχόλια: